← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Χρίστου Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 17443/15, 16/9/2015

Δημοκρατία ν. Χρίστου Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 17443/15, 16/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:32 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ M.Παπαδοπούλου,Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17443/15 Δημοκρατία v. Χρίστου Αντωνίου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Δημοκρατία: κα Κυθραιώτου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μάτσας με τον κ. Αθανασίου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 8 κατηγορίες Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 10 του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου Ν. 87

(1)/
  1. Μετά την καταχώρηση μη παραδοχής σε όλες τις Κατηγορίες, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 14.12.
  2. Ακολούθως υπεβλήθη από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής αίτημα όπως ο Κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την επόμενη εμφάνιση του στο Δικαστήριο. Στο αίτημα αυτό ενέστη η Υπεράσπιση. Προς υποστήριξη του αιτήματος της η κα Κυθραιώτου επικαλέστηκε τον κίνδυνο φυγοδικίας. Συνοπτικά, επισήμανε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό. Τους δεσμούς του Κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία χαρακτήρισε χαλαρούς, ενώ σε ό,τι αφορά το θέμα του χρόνου εισηγήθηκε ότι δεν εκφεύγει από τα πλαίσια του ευλόγου. Ο κ. Μάτσας, ενώ αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τόνισε ότι οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου αποδεικνύουν την ύπαρξη στενών δεσμών με τη Δημοκρατία. Όσον αφορά την πιθανότητα καταδίκης, υποστήριξε ότι αυτή είναι μάλλον απομακρυσμένη. Εισηγήθηκε ότι η παρουσία του Κατηγορουμένου μπορεί να εξασφαλιστεί με όρους, τους οποίους και παρέθεσε. Νομική Πτυχή Είναι πολύ καλά γνωστή η νομολογία επί του θέματος αυτού. Ξεκινούμε λέγοντας ότι είναι κατ' εξαίρεση που εκδίδονται διατάγματα κράτησης ενός κατηγορούμενου, ενόψει του ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και πρέπει ως θέμα αρχής να παραμένει ελεύθερος εκτός εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν την κράτηση του[1]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο λόγος στον οποίο επικεντρώθηκε η Κατηγορούσα Αρχή είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας. Αυτός ο κίνδυνος εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων παραγόντων που αναγνώρισε η νομολογία και συγκεκριμένων εγγενών στοιχείων της ίδιας της υπόθεσης την οποία αυτός αντιμετωπίζει. Οι σχετικοί παράγοντες είναι: (α) Η σοβαρότητα του αδικήματος αντικειμένου της κατηγορίας (β) Η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί. (γ) Η εκτιμούμενη πιθανότητα για καταδίκη του, με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία και Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της[2]. Σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατ' απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα, δηλ. χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το δε εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος[3]. Άλλοι σχετικοί παράγοντες που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται[4], όπως επίσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου μπορούν να ληφθούν υπόψη, χωρίς όμως όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης[5]. Η στάθμιση όλων αυτών των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά. Στη στάθμιση αυτή αποτιμάται και ο παράγοντας του χρόνου ο οποίος συνιστά στοιχείο που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο καθόσον αφορά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και επομένως και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη[6]. Εξέταση παραγόντων Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος προκύπτει τόσο από τη φύση τους όσο και από τις προβλεπόμενες ποινές σε περίπτωση καταδίκης του. Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα είναι πολύ σοβαρές, και συγκεκριμένα προβλέπεται κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης 20 ετών. Τούτου δοθέντος, η σοβαρότητα των αδικημάτων στην παρούσα είναι δεδομένη. Όπως έχει αναγνωρισθεί στη νομολογία όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του[7]. Για την εξέταση της παραμέτρου της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί αναφέρουμε ότι, λαμβάνουμε δικαστική γνώση ότι σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα, βεβαίως, με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορουμένου αναμένεται η επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Όσον αφορά στο θέμα της πιθανότητας καταδίκης τονίζουμε ότι εξετάζοντας το δεν προβαίνουμε με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τις κατηγορίες, έργο που επιτελείται στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο.» Τονίζουμε ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ούτε και μπορεί να εξεταστεί η οποιαδήποτε βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις καταθέσεις που ενοχοποιούν τον Κατηγορούμενο. Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 στο στάδιο που ένα Δικαστήριο αποφασίζει ζήτημα κράτησης: «... δεν εξετάζεται αν παρουσιάστηκε ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως εισηγήθηκαν οι δικηγόροι των εφεσειόντων, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη.». Παρόμοια, στην Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 423, επαναλήφθηκε ότι δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε δε ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του Κατηγορούμενου.» Το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και τέθηκε ενώπιον μας μέσω των Τεκμηρίων 1Α, 1Β, 2, 3 και 4 εκτιμάται μόνο στην όψη του και χωρίς οποιαδήποτε συμπεράσματα, χωρίς οριστικές διαπιστώσεις, με ένα μόνο σκοπό. Να διαπιστώσουμε κατά πόσο πιθανολογείται στη βάση αυτών των μαρτυριών καταδίκη και, βεβαίως, χωρίς να υπεισερχόμαστε σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας του μάρτυρα, αντιφάσεων κ.λ.π ζητήματα τα οποία ανάγονται στο πεδίο εξέτασης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης[8]. Εξετάζοντας λοιπόν το μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με τον Κατηγορούμενο για σκοπούς εκτίμησης της πιθανότητας καταδίκης μπορούμε συνοπτικά να επισημάνουμε τα κατωτέρω: Η ανήλικη Παραπονούμενη φέρεται να έδωσε δύο μαγνητοσκοπημένες καταθέσεις κατά τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2015 και να αναφέρεται σε γεγονότα προηγούμενων ετών. Και στις δύο απομαγνητοφωνημένες καταθέσεις της Παραπονούμενης γίνεται σε μεγάλο βαθμό αναφορά σε άλλο πρόσωπο, και όχι αποκλειστικά στον Κατηγορούμενο. Επίσης τα γεγονότα που αναφέρει η Παραπονούμενη σε σχέση με τον Κατηγορούμενο αφορούν αποκλειστικά σε μία χρονική περίοδο μεταξύ του 2010 και του 2012, όταν αυτή ήταν μόλις 4 - 6 ετών, σε αντίθεση με τα όσα αφορούν στο τρίτο πρόσωπο, τα οποία και είναι πολύ πιο πρόσφατα. Όσον αφορά στον Κατηγορούμενο στην πρώτη, ημερ. 28.7.15 η 9χρονη πλέον ανήλικη αναφέρεται σε πέντε περιστατικά παρενόχλησης από αυτόν. Στην δεύτερη ημερ. 3.8.15 αναφέρεται σε «άλλες φορές», τις οποίες δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Ο συνδυασμός των δύο καταθέσεων οδήγησε στη συμπερίληψη κατηγοριών για οκτώ ξεχωριστές περιπτώσεις. Οι οποίες, ωστόσο, δεν προσδιορίζονται χρονικά στην κατάθεση της Παραπονούμενης για το πότε έλαβαν χώρα τα γεγονότα που αναφέρονται στις Κατηγορίες. Υπό το φως όλων των πιο πάνω στοιχείων από το ενώπιον μας τεθέν μαρτυρικό υλικό κρίνουμε ότι η πιθανολόγηση καταδίκης στην περίπτωση του Κατηγορουμένου, ενώ είναι υπαρκτή και στηρίζεται στην πιο πάνω μαρτυρία, δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Η αξιολόγηση αυτής φυσικά θα γίνει κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης. Εκτιμώντας τον κίνδυνο ο Κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη του οι προσωπικές περιστάσεις του και η σχέση του με την Κύπρο λόγω καταγωγής, οικογένειας και εργασίας λαμβάνονται υπόψη[9]. Όσον αφορά τους δεσμούς του Κατηγορούμενου με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες κάθε Κατηγορούμενου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Η σημασία, βεβαίως, της ύπαρξης δεσμών με την χώρα στην οποία διώκεται ένας Κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του Κατηγορουμένου στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ωστόσο ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο Κατηγορούμενος τη δίκη του. Ανάμεσα στα δεδομένα που μας έχουν τεθεί σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου είναι ότι είναι νεαρός ηλικίας 22 ετών, άγαμος μεν διατηρεί όμως σοβαρό δεσμό με κοπέλα την οποία πρόκειται να αρραβωνιαστεί. Είναι ορφανός, συντηρεί όμως οικονομικά τον παππού και την γιαγιά του, ενώ έχει δύο αδέλφια. Έχει περιουσία στο όνομα του, και συγκεκριμένα μερίδιο σε ένα διαμέρισμα και σε ένα οικόπεδο, καθώς και καταθέσεις ύψους €16.000,
  1. Πριν από τη σύλληψη του εργαζόταν ως λουστραδόρος - πελεκάνος στον θείο του. Με αυτά τα δεδομένα δεν θεωρούμε ότι οι δεσμοί του Κατηγορούμενου με τη Δημοκρατία είναι χαλαροί. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που έχουμε συνεκτιμήσει και συνυπολογίσει όλα όσα έχουν τεθεί υπ' όψιν αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου . Στην βάση όλων των πιο πάνω επισημάνσεων δεν θεωρούμε ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας είναι τέτοιος ούτως ώστε να καμφθεί ο κανόνας που υπαγορεύει την απόλυση ενός Κατηγορουμένου. Εκτιμούμε πως υπό τις περιστάσεις που έχουμε σημειώσει ο Κατηγορούμενος δεν θα επέλεγε να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία με σκοπό να αποφύγει τη δίκη του αυτή. Για ό,τι αξίζει σημειώνουμε πως, παρότι ενημερώθηκε για την ύπαρξη εντάλματος σύλληψης εναντίον του, εμφανίστηκε οικιοθελώς στην Αστυνομία και δεν επιχείρησε να εξαφανιστεί όπως μας έχει λεχθεί ότι έπραξε το άλλο πρόσωπο το οποίο καταζητείται μέχρι σήμερα. Θεωρούμε ότι η παρουσία του Κατηγορουμένου στη δίκη θα μπορούσε να εξασφαλιστεί με την επιβολή των ακόλουθων όρων: Ο Κατηγορούμενος: (α) Να καταθέσει το ποσό των €15.000,00 σε μετρητά. (β) Να παραδώσει την ταυτότητα του και άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του στις Αστυνομικές Αρχές. (γ) Να τοποθετηθεί το όνομα του στον Κατάλογο Προσώπων των οποίων η έξοδος από την Κυπριακή Δημοκρατία απαγορεύεται (Stop List). (δ) Να παρουσιάζεται στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού δύο φορές ημερησίως μεταξύ των ωρών 08.00 - 10.00 και 18.00 - 20.
  2. Νοουμένου ότι ο Κατηγορούμενος συμμορφώνεται με τους πιο πάνω όρους να παραμείνει ελεύθερος (Υπ.) Λ. Δημητριάδου ‑ Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130. [2] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 [3] Δέστε Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. [4] Δέστε Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [5] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7. [6] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596. [7] Δέστε Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 600, Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ 139, Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2008)2 Α.Α.Δ 790. [8] Δέστε Στέλλα Μαλά ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.
  1. [9] Δέστε Χριστόδουλος Νικήτα κ.α ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 195/10 και 196/10 ημερ. 18.2.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.