Δημοκρατία ν. Αγγέλου Καλογήρου, Αρ. Υπόθεσης: 9256/15, 16/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:33 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9256/15 Δημοκρατία v. Αγγέλου Καλογήρου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λουκά Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αρπαγής προσώπου από νόμιμη κηδεμονία κατά παράβαση των Άρθρων 246 και 248 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 17.5.15 στη Λευκωσία αφαίρεσε τον Λουκά Κόρτα ηλικίας 3 ετών από τη φύλαξη του νόμιμου κηδεμόνα του χωρίς τη συναίνεση του κηδεμόνα αρπάζοντας τον. Με δεδομένη την έγερση της υπεράσπισης του Άρθρου 12 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή της φρενοπάθειας του Κατηγορούμενου, όπως προέκυψε τόσο από το στάδιο της ακρόασης με τον χειρισμό της υπόθεσης και τη μη αμφισβήτηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχή, όσο και από την εισήγηση που έγινε κατά τις τελικές αγορεύσεις, το επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσον κατά το χρόνο διάπραξης της επίδικης πράξης ο Κατηγορούμενος ένεκα οποιασδήποτε ασθένειας που επηρεάζει τις φρένες του στερείτο της ικανότητας να αντιληφθεί τι πράττει ή να γνωρίζει ότι ώφειλε να απέχει από τη διενέργεια της πράξης ή παράλειψης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Επισημαίνεται ότι πλείστο μέρος των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης υπήρξε αντικείμενο παραδεκτών γεγονότων τα οποία συμπεριελήφθησαν στα Τεκμήρια Α και Β με αποτέλεσμα να μην χρειαστεί να κληθούν να καταθέσουν σημαντικός αριθμός μαρτύρων και η ακροαματική διαδικασία να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Πέραν των παραδεκτών γεγονότων για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες κατηγορίας ως ακολούθως: · Πaτέρα Γεώργιο Κόρτα (Μ.Κ.1) · Αστυφ. 4846 Ανδρέα Σταυρίδη (Μ.Κ.2) · Δρα Ειρήνη Κυριάκου (Μ.Κ.3) Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή του και του εξήγησε τα δικαιώματά του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε και ένα μάρτυρα. Παραδεκτά Γεγονότα Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε ευθύς εξαρχής τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν πλέον αδιαμφισβήτητα γεγονότα αναγόμενα σε δεδομένα και ως τέτοια συνιστούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αυτά έχουν ως ακολούθως:
(1)Στις 17.5.15 ο πατήρ Γεώργιος Κόρτας (Μ.Κ.1) μετέβηκε στην περιοχή της παλιάς Λευκωσίας μαζί με τη σύζυγο του Μαρία Κόρτα (Μ.3 επί του κατηγορητηρίου) και τα παιδιά τους και κάθησαν σε ζαχαροπλαστείο της περιοχής, το οποίο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ναού της Παναγίας της Φανερωμένης όπου βρίσκεται το Σχολείο της Φανερωμένης. Μαζί τους ήταν και ο ανήλικος γιος τους Λουκάς Κόρτας, 3 ετών (εφεξής «το θύμα»).
(2)Τα ανήλικα παιδιά τους έπαιζαν στην περιοχή, σε πολύ κοντινή απόσταση από το τραπέζι όπου κάθονταν οι γονείς τους και η παρέα τους. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο μέρος και παρακολουθούσε τα παιδιά που έπαιζαν εκεί για 45 λεπτά.
(3)Στα λίγα δευτερόλεπτα που ο Μ.Κ.1 και η σύζυγος του απομάκρυναν το βλέμμα τους από τα παιδιά τους, ο Κατηγορούμενος έσκυψε και άρπαξε το θύμα και ξεκίνησε να κατευθύνεται προς την κύρια είσοδο της Εκκλησίας της Φανερωμένης. Ο Κατηγορούμενος δεν μίλησε με το θύμα πριν να το αρπάξει.
(4)Περί τις 17.15 θαμώνας του ζαχαροπλαστείου απευθύνθηκε προς το τραπέζι των πιο πάνω και ρώτησε τον Μ.Κ.1 εάν το μωρό ήταν το δικό του, υποδεικνύοντας του τον Κατηγορούμενο ο οποίος είχε αρπάξει το θύμα και το κρατούσε με τα χέρια του. Τότε τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και οι Μ. 2, 3, 4 και 6 επί του κατηγορητηρίου είδαν τον Κατηγορούμενο να κατευθύνεται με γοργό βήμα προς την πλευρά της κύριας εισόδου της Εκκλησίας της Φανερωμένης, κρατώντας συνέχεια σφιχτά στα χέρια του το θύμα.
(5)Τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και οι υπόλοιποι έτρεξαν προς το μέρος του Κατηγορούμενου, προσπαθώντας να τον σταματήσουν ενώ του φώναζαν ότι το παιδί ήταν δικό τους. Τότε ο Κατηγορούμενος, αφού τους αντιλήφθηκε, ξεκίνησε να τρέχει γρήγορα, κρατώντας το θύμα σε οριζόντια θέση. Ο Μ.Κ.1 κατάφερε να τον ανακόψει κάποια μέτρα πιο κάτω και προσπάθησε να πάρει το θύμα από τα χέρια του (Κατηγορούμενου). Κάποια στιγμή ο Μ.Κ.1 κατάφερε να ακινητοποιήσει τον Κατηγορούμενο και να αποσπάσει από αυτόν τον ανήλικο γιό του. Ο Κατηγορούμενος κατάφερε να διαφύγει, ενώ θαμώνες της περιοχής που αντιλήφθηκαν τι είχε συμβεί, συνέχισαν να τρέχουν από πίσω του προσπαθώντας να τον ακινητοποιήσουν.
(6)Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Μ.5 επί του κατηγορητηρίου, Λοχ.229 Ιωάννης Πούξιου, ο οποίος υπηρετεί στη Μονάδα Αεροπορικών Επιχειρήσεων της Αστυνομίας και βρισκόταν εκτός καθήκοντος στη συγκεκριμένη περιοχή στη Λευκωσία. Ο Μ.5 είδε αρκετά άτομα να τρέχουν πίσω από τον Κατηγορούμενο φωνάζοντας τη φράση 'το μωρό', ενώ ο Κατηγορούμενος κρατούσε στα χέρια του το θύμα. Αντιλήφθηκε ότι το παιδί χρειαζόταν βοήθεια και έτρεξε για να βοηθήσει. Κινήθηκε περιμετρικά της Εκκλησίας προς αντίθετη κατεύθυνση από τον Κατηγορούμενο για να μπορέσει να τον ανακόψει. Φθάνοντας προς την πλευρά της κυρίας εισόδου της Εκκλησίας, είδε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος δεν είχε πλέον το θύμα στα χέρια του να συνεχίζει τα τρέχει, ενώ παρευρισκόμενος στην περιοχή έριξε μια καρέκλα προς το μέρος του για να τον σταματήσει.
(7)Τελικά τον Κατηγορούμενο ακινητοποίησε ο Μ.Κ.1, με τη βοήθεια και άλλων ατόμων στο σημείο Α1 ως φαίνεται στο Τεκμήριο 5 και τον ρώτησε γιατί είχε πάρει το παιδί του. Ο Κατηγορούμενος ανάμεσα σε άλλα είπε στους παρευρισκόμενους ότι πήρε το παιδί για να το σώσει, ότι ήθελε να βοηθήσει, ότι το μωρό του είπε ότι χρειαζόταν βοήθεια και φώναζε ότι πήρε το παιδί για να το προστατεύσει επειδή ήταν μόνο του.
(8)Ο Μ.5 επί του κατηγορητηρίου μαζί με τον Μ.Κ.1 και τροχονόμο του Δήμου Λευκωσίας που βρισκόταν εκεί, μετέφεραν τον Κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό Λήδρας. Εκεί ο Μ.5 άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει ότι σκοπός του ήταν να μεταφέρει το παιδάκι στον Σταθμό Λήδρας.
(9)Στο μέρος κλήθηκε ο Αστ.3101 Κ. Κυριάκου του Αστυνομικού Σταθμού Πύλης Πάφου, ο οποίος μαζί με τον Μ.5 επί του κατηγορητηρίου, περί τις 17.50 μετέφεραν τον Κατηγορούμενο στο ΤΑΕ Λευκωσίας.
(10)Στα γραφεία του ΤΑΕ Λευκωσία την ίδια ημέρα ο Α/Αστ.1848 Στέφανος Ιωάννου, (Μ.12 επί του κατηγορητηρίου), έλαβε καθ' υπόδειξη και στην παρουσία του Ιατροδικαστή Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.11 επί του κατηγορητηρίου), φωτογραφίες του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 1).
(11)Κατά τον ίδιο τρόπο έλαβε φωτογραφίες του θύματος, στην παρουσία και της μητέρας του θύματος, (Τεκμήριο 2).
(12)Παραδεκτό γεγονός αποτέλεσε και η ιατροδικαστική έκθεση του Δρος Νικόλα Χαραλάμπους για την εξέταση που διενεργήθηκε στον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3) όπως και η ιατροδικαστική έκθεση που αφορά την εξέταση που διενεργήθηκε στο θύμα (Τεκμήριο 4). ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ-ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ-ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο Μ.Κ.1 είναι ο πατέρας του θύματος. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφα 1 και 2). Σε αυτές περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο συμβάν. Η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο κατά το στάδιο της αντεξέτασης και παρέμεινε αναντίλεκτη. Εκείνο που η Υπεράσπιση επεδίωξε ήταν απλώς να εξασφαλίσει κάποιες περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες αναφορικά με το χώρο όπου επισυνέβησαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια υπεδείχθη στον Μ.Κ.1 πρόχειρο σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 5). Σε αυτό αρχικά αναγνώρισε ο μάρτυρας την εκκλησία και το σχολείο Φανερωμένης όπως αυτά είχαν σημειωθεί. Στη συνέχεια προσδιόρισε τον πεζόδρομο και το ζαχαροπλαστείο με τα τραπεζάκια όπου καθόταν με τη σύζυγο του και άλλα άτομα κατά τον ουσιώδη χρόνο, το παγκάκι όπου είδε πριν το επίδικο επεισόδιο τον Κατηγορούμενο να ξαπλώνει, το σημείο όπου ευρίσκετο ο γιός του τελευταία φορά που τον είδε πριν το επεισόδιο, το σημείο που είδε για πρώτη φορά τον Κατηγορούμενο με τον Λουκά ( Δ.1) και, τέλος, τα δύο σημεία ανακοπής του Κατηγορούμενου ( Α1 και Α2 ). Πέραν τούτου ο μάρτυρας αυτός μας έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Με άνετο και φυσικό τρόπο περιέγραψε τα γεγονότα που περιέβαλλαν το επίδικο συμβάν. Δεν διακατείχετο από οποιοδήποτε αρνητικό πνεύμα κατά του Κατηγορούμενου. Το αντίθετο διαπιστώσαμε. Ως αποτέλεσμα η μαρτυρία του γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή. Ο Μ.Κ.2 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης. Μέρος της κυρίως εξέτασης του αποτέλεσε η κατάθεση του Έγγραφο
- Τόσο από το Έγγραφο 3 όσο και από τα όσα κατέθεσε προφορικά προκύπτει το σύνολο των ενεργειών του στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και τα οποία μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: · Στις 17.5.15 και γύρω στις 17.50 μεταφέρθηκε ο Κατηγορούμενος στο ΤΑΕ Λευκωσίας σχετικά με υπόθεση απαγωγής. Αφού του δόθηκε το έντυπο με τα δικαιώματα του (Τεκμήριο 6) πριν το υπογράψει ζήτησε να του διενεργηθεί ιατροδικαστική εξέταση για τα κτυπήματά που είχε, όπως και έγινε από τον ιατροδικαστή Ν. Χαραλάμπους, και κατόπιν αυτής το υπέγραψε. · Την ίδια μέρα και ώρα 21.15 ο Κατηγορούμενος συνελήφθη εκ νέου από τον Μ.Κ.2 δυνάμει δικαστικού εντάλματος (Τεκμήριο 7) και κατόπιν επεξήγησης των λόγων της σύλληψης του και επίστησης της προσοχής του στο Νόμο αυτός απάντησε ' επήα να βοηθήσω το μωρό'. Κατά το στάδιο της πιστοποίησης του εντάλματος ο Κατηγορούμενος δήλωσε προς τον Μ.Κ.2 'εζήτησε μου βοήθεια, τζιαι είπα του που την Αστυνομία Τζιαι είπε μου ναι, τζιαι έπιασα το μωρό να το πάρω.' Σε σχέση με το γεγονός αυτό ο Μ.Κ.2 έκανε σχετική καταχώρηση σε Ημερολόγιο Ενεργείας όπου κατέγραψε επακριβώς τι του είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος (Τεκμήριο 9). Ακολούθως δόθηκε στον Κατηγορούμενο εκ νέου έντυπο των δικαιωμάτων του (Τεκμήριο 8) και υπέγραψε μόνο το μέρος που αναφέρεται στο δικαίωμα σε ιατρική εξέταση και σε επιθυμία του να τύχει τέτοιας εξέτασης ζητώντας ταυτόχρονα όπως μεταφερθεί στις Πρώτες Βοήθειες. · Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες όπου του λήφθηκαν ακτινογραφίες και διενεργήθη εξέταση και αφού του καθαρίστηκαν τα γδαρσίματα και του έγινε επίδεση του χεριού και του ποδιού του μεταφέρθηκε στα Αστυνομικά Κρατητήρια Λακατάμειας. · Στις 18.5.15 εναντίον του Κατηγορούμενου εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διάταγμα προσωποκράτησης 6 ημερών. Στην συνέχεια και αφού εξεδόθη διάταγμα υποχρεωτικής ψυχιατρικής εξέτασης για τον Κατηγορούμενο αυτός μεταφέρθηκε στο ΤΑΕΠ Λευκωσίας και εξετάστηκε από την επί καθήκοντι Ψυχίατρο. Με βάση την γνωμάτευση της Ψυχιάτρου ο Κατηγορούμενος δεν έχρηζε ψυχιατρικής νοσηλείας ενώ του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. · Στις 19.5.15 και κατόπιν συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου του λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα και τα δακτυλικά του αποτυπώματα και ακολούθως, αφού του επεστήθη η προσοχή στο Νόμο και μίλησε τηλεφωνικώς με το δικηγόρο του, λήφθηκε από αυτόν ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 10). · Την επομένη 20.5.15 Ο Μ.Κ.2 έλαβε από τον Κατηγορούμενο δεύτερη ανακριτική κατάθεση προς διευκρίνιση ισχυρισμών του που είχε προβάλει στην πρώτη του κατάθεση (Τεκμήριο 11). Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι η αίτηση για έκδοση διατάγματος υποχρεωτικής ψυχιατρικής νοσηλείας έγινε από τον αδελφό του Κατηγορούμενου. Διευκρίνισε δε ότι αντικείμενο της διαδικασίας υποχρεωτικής ψυχιατρικής εξέτασης ήταν αφενός το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη διαδικασία και αφετέρου κατά πόσο έχρηζε ψυχιατρικής νοσηλείας. Κατατέθηκαν δε ως Τεκμήρια 12 και 13 το διάταγμα και η έκθεση της ψυχιάτρου και η αίτηση τα οποία επιβεβαιώνουν τις πιο πάνω θέσεις του. Τόνισε δε ότι ήταν σημαντική η αξιολόγηση της ψυχιάτρου ενόψει του ότι ένα από τα ζητούμενα για την Αστυνομία ήταν κατά πόσο στα πλαίσια της κράτησης του στα κρατητήρια ήταν επικίνδυνος είτε προς τον εαυτό του, είτε προς τους άλλους συγκρατούμενους. Ο Μ.Κ.2 σε σχέση με την πορεία που είχε ακολουθήσει ο Κατηγορούμενος όταν έπιασε το παιδάκι στη βάση της μαρτυρίας που είχε υπόψη του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε κινηθεί στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που βρίσκονταν οι κηδεμόνες του και εκτός του οπτικού τους πεδίου. Συμφώνησε δε ότι η κατεύθυνση του Κατηγορούμενου οδηγούσε στην πλέον πολυσύχναστη περιοχή μπροστά από την πλατεία της Φανερωμένης. Για το ότι αν ήθελε να διαφύγει θα επέλεγε λιγότερο πολυσύχναστο δρόμο, ο Μ.Κ.2, εμπειρικά ομιλώντας, ανέφερε ότι σε καταδιώξεις τα άτομα που εμπλέκονται επιλέγουν όπως κινηθούν σε πολυσύχναστους δρόμους έτσι ώστε να μην κινήσουν υποψίες. Η μαρτυρία του εξεταστή της υπόθεσης και κατ' επέκταση το σύνολο των ενεργειών του στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης δεν έχει αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο από πλευράς Υπεράσπισης. Στο στάδιο της αντεξέτασης επιδιώχθηκε απλώς η διευκρίνιση κάποιων ζητημάτων την οποία δεόντως και επαρκώς παρείχε ο μάρτυρας. Πέραν τούτου ο μάρτυρας αυτός κρίνεται απόλυτα αξιόπιστος και αντικειμενικός στην διερεύνηση αυτής της υπόθεσης. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του και τα όσα κατεγράφησαν ανωτέρω σε σχέση με τις ενέργειες του καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου χωρίς την ανάγκη επανάληψης τους. Η Μ.Κ.3 είναι ψυχίατρος και εργάζεται στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στη θέση της Βοηθού Διευθύντριας. Είναι δε επιστημονική συντονίστρια της Κοινοτικής Υπηρεσίας στην περιοχή της ανατολικής Λευκωσίας. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφο 4). Σε αυτή αναφέρεται ότι στις 18.5.15, αφού ενημερώθηκε από γιατρό των Πρώτων Βοηθειών ότι είχε προσέλθει στο νοσοκομείο ένα άτομο με διάταγμα υποχρεωτικής εξέτασης συνοδευόμενο από Αστυνομικούς, μετέβη στο νοσοκομείο όπου και εξέτασε τον Κατηγορούμενο. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 12 ως το διάταγμα υποχρεωτικής εξέτασης που εκτέλεσε. Εξήγησε ότι το αντικείμενο της εξέτασης της ήταν εάν θα έπρεπε ο Κατηγορούμενος να εισαχθεί στο νοσοκομείο Αθαλάσσας για υποχρεωτική νοσηλεία. Η ψυχιατρική εξέταση που διενήργησε βασίστηκε κυρίως σε συνέντευξη η οποία γίνεται με ανοικτού και κλειστού τύπου ερωτήσεις και με την ιατρική παρατήρηση. Ενημερώθηκε δε αδρά για τα συμβάντα, δηλ. ότι ο Κατηγορούμενος είχε πάρει ένα παιδί και μίλησε η ίδια στο τηλέφωνο με τον αδελφό του όπως και άτομα του ιατρικού προσωπικού για να πάρει πληροφορίες εφόσον ο Κατηγορούμενος ήταν άτομο το οποίο είχε απασχολήσει τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας. Επεξηγώντας κάποιες αναφορές της στο Τεκμήριο 12 είπε ότι η πληροφορία σχετικά με το ότι ο Κατηγορούμενος είχε κάνει χρήση κάνναβης μία μέρα πριν την εξέταση είχε ληφθεί από τον αδελφό του αλλά και από τον ίδιο. Διευκρίνισε δε ότι δεν έχει η ίδια τεκμήρια ότι έκανε χρήση κάνναβης αλλά, πρόσθεσε, ότι σε προηγούμενες νοσηλείες είχε επανειλημμένα βρεθεί θετικός στην κάνναβη. Η αναφορά της στην ίδια έκθεση ότι δεν λάμβανε τη φαρμακευτική του αγωγή προήρχετο από τον ίδιο αλλά και από τον αδελφό του και τους νοσηλευτές που τον παρακολουθούσαν στην πορεία του χρόνου. Κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δηλ. την μέρα του συμβάντος και την επομένη που τον εξέτασε, η ίδια δεν γνώριζε αν τηρούσε ή όχι την φαρμακευτική του αγωγή. Η πληροφόρηση της προήρχετο από ό,τι της λέχθηκε από τον αδελφό του. Κατά την εξέταση του Κατηγορούμενου αυτός αναφέρθηκε σε ψυχωσικά βιώματα τα οποία είχε και στο παρελθόν και τη συγκεκριμένη μέρα. Συγκεκριμένα στο παρελθόν είχε αναφέρει ότι είχε ψευδαισθήσεις, άκουε φωνές να τον διώκουν και ότι είχε και οπτικές ψευδαισθήσεις, δηλ. ότι είδε τον σατανά ή ότι του φανερώθηκε ο Θεός. Όσον αφορά την ημέρα του επίδικου συμβάντος ανέφερε ότι το παιδί το είχε δεί να έχει κόκκινα σημάδια στο πρόσωπο και να τον κοιτάζει σαν να ήθελε βοήθεια. Όσον αφορά τα ευρήματα της Μ.Κ.3 αυτή ανέφερε ότι ο ειρμός της σκέψης του ήταν καλός, απαντούσε στις ερωτήσεις, το περιεχόμενο των λόγων του ήταν ψυχωσικό και παραληρητικό. Σε ερώτηση πώς είχε καταλήξει ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχρηζε υποχρεωτικής νοσηλείας εξήγησε ότι λήφθηκε υπόψη ότι στη συνέντευξη που είχε μαζί του της είχε αναφέρει ότι θα δεχόταν να πάρει φαρμακευτική αγωγή, όπως επίσης και το δεδομένο ότι θα ήταν υπό κράτηση. Λήφθηκε επίσης υπόψη ότι δεν είχε αυτοκτονικό ιδεασμό. Ούτε έλεγε ότι ήθελε να κάνει κακό είτε στον εαυτό του, είτε σε άλλους. Ερωτηθείσα κατά πόσο είναι σε θέση να αναφερθεί στην κατάσταση του Κατηγορουμένου κατά την ώρα του επίδικου συμβάντος ανέφερε ότι 100% σίγουρη δεν μπορεί να είναι. Διατύπωσε, ωστόσο, την άποψη στη βάση πιθανοτήτων και με δεδομένο ότι τον είχε δεί 24 ώρες αργότερα και αυτός δεν είχε πάρει θεραπεία ότι ο Κατηγορούμενος τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε ενεργό ψύχωση. Έχοντας δε εντοπίσει ότι στις 18.5.15 ο Κατηγορούμενος ήταν σε ενεργό ψύχωση πιθανολογεί ότι θα ήταν στην ίδια κατάσταση και στις 17.5.
- Σε ερώτηση κατά πόσο ήταν σε θέση να πεί, εφόσον η ψύχωση αυτή υφίστατο και στις 17.5.15, πως επηρέαζε την ικανότητα του Κατηγορούμενου να αντιληφθεί τις πράξεις του τη δεδομένη στιγμή, η Μ.Κ.3 απάντησε ότι θα μπορούσε σε κάποιο βαθμό να επηρεάσει την κριτική του ικανότητα, δηλ. να μην μπορεί ξεκάθαρα να έχει επίγνωση των πράξεων του λόγω των ψυχωσικών βιωμάτων που είχε. Ερωτηθείσα δε κατά πόσο σε περίπτωση που όντως υφίστατο η ενεργός ψύχωση στις 17.5.15 αυτή θα επηρέαζε την κριτική του ικανότητα σε σημείο που να του στερούσε την ικανότητα να αντιληφθεί τι έκαμνε ομολόγησε ότι είναι πολύ δύσκολο να μπορέσει να απαντήσει με βεβαιότητα πώς ο Κατηγορούμενος ένιωθε και πώς δρούσε 24 ώρες προηγουμένως. Πιθανολογεί ότι θα επηρέαζε την κριτική του ικανότητα. Εάν είχε περισσότερες πληροφορίες θα μπορούσε να απαντήσει με περισσότερη ακρίβεια. Στο ερώτημα κατά πόσον ο Κατηγορούμενος την ημέρα που τον είχε δεί ήταν δυνατόν να χρησιμοποίησε τις δικές του ψυχωσικές μνήμες για να διαμορφώσει την ιστορία που της παρουσίασε η Μ.Κ.3 απάντησε ότι δεν μπορεί να είναι 100% σίγουρη αν όλα όσα της είπε είναι αλήθεια. Ωστόσο κατά την εξέταση υπήρχαν ψυχωσικά βιώματα εφόσον το περιεχόμενο των λόγων του ήταν παραληρητικό. Κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 12 είναι από πληροφορίες που είχε εκείνη την ημέρα- από τον ίδιο, τον αδελφό του και τους νοσηλευτές- δηλ. ότι τον τελευταίο καιρό δεν έκανε θεραπεία και ότι έκανε χρήση τοξικών ουσιών. Σε άλλη ερώτηση που της υπεβλήθη ανέφερε ότι μεταγενέστερα έγινε εξέταση πραγματογνωμοσύνης από τον γιατρό Σαμαρτζή για να μπορέσει να αποφανθεί για την κατάσταση του Κατηγορούμενου την ώρα της διάπραξης του αδικήματος. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ-ΑΝΩΜΟΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ο Κατηγορούμενος προβαίνοντας σε ανώμοτη δήλωση ανέφερε: 'Έπιασα το μωρό να το βοηθήσω με σκοπό όχι να του κάνω κακό τζιαι επίσης το έπιασα για να το πάρω στην Αστυνομία το μωρό, να το παραδώσω στην Αστυνομία'. Ο Μ.Υ.1 είναι ψυχίατρος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας όπου εργάζεται από δεκαετίας. Του ζητήθηκε να προβεί σε αξιολόγηση της ψυχικής υγείας του Κατηγορούμενου και να γνωματεύσει σχετικά με την κατάσταση αυτής κατά την ημέρα διάπραξης του αδικήματος. Για το σκοπό αυτό ετοίμασε έκθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο 5). Σε αυτή αρχικά αναφέρεται στο ιστορικό του Κατηγορούμενου. Σχετικά με την παιδική ηλικία αναφέρεται ότι από το ιστορικό του προκύπτει ενδοοικογενειακή βία και παραμέληση με τραυματικά βιώματα. Όσον αφορά το εκπαιδευτικό του ιστορικό αναφέρεται ότι τελείωσε το Δημοτικό, Γυμνάσιο και Σύστημα Μαθητείας για οικοδόμους. Επισημαίνεται δε ότι η νοημοσύνη του κινείται μέσα στα όρια του φυσιολογικού. Σε σχέση με το επαγγελματικό του ιστορικό αναφέρεται ότι κατά καιρούς εργάστηκε σε διάφορες δουλειές, όπως οικοδόμος, σιδεράς, περιπτεράς σκουπιδιάρης κλπ. Στην παρούσα φάση είναι άνεργος και συντηρείται από δημόσιο βοήθημα. Όσον αφορά το κοινωνικό ιστορικό αναφέρεται ότι δεν έχει φίλους, δεν είναι δημοφιλής στο χωριό του και είναι μοναχικός. Στα πλαίσια του ιστορικού του προέκυψε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος είναι σποραδικός χρήστης ναρκωτικών, κυρίως κάνναβης και συνθετικών κανναβινοειδών και κοκαΐνης. Από το ψυχιατρικό του ιστορικό προκύπτει ότι πάσχει από σχιζοφρένεια, διαταραχή προσωπικότητας και διαταραχή χρήσης ουσιών. Έχει νοσηλευτεί τέσσερεις φορές στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας λόγω διαταραχών συμπεριφοράς στα πλαίσια έξαρσης ψυχωσικής συμπτωματολογίας (διωκτικό παραλήρημα, ακουστικές ψευδαισθήσεις ). Οι αιτίες των υποτροπών είναι η διακοπή φαρμάκων, η χρήση ουσιών και η φυσική πορεία της νόσου. Στην Έκθεση καταγράφεται και η αναφορά του Κατηγορούμενου ότι δεν έχει καλή συνεργασία στη λήψη φαρμάκων ενώ αυτή την περίοδο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Αναφέρεται ότι κατά την εξέταση ήταν προσανατολισμένος σε χώρο, χρόνο, πρόσωπα, εαυτό και ότι ήταν νορμοθυμικός αλλά και έντονα αγχώδης, ευσυγκίνητος και ξεσπούσε σε κλάματα όταν ερωτάτο για το συμβάν της αρπαγής του παιδιού. Ανέφερε δε ότι στην παρούσα φάση δεν άκουε φωνές, ούτε και είχε άλλες διαταραχές αντίληψης. Αναφορικά με το επίδικο συμβάν ο Κατηγορούμενος, όπως καταγράφεται στο Έγγραφο 5, δηλώνει αθώος και ότι κατηγορείται άδικα. Αναφέρει δε ότι τις μέρες του συμβάντος δεν ήταν καλά και ότι περιπλανιόταν στην περιοχή Λήδρας έχοντας το προηγούμενο της ημέρας του συμβάντος βράδυ κοιμηθεί σε ένα καναπέ έξω από καφετέρια. Είχε κάνει χρήση ναρκωτικών. Συνάντησε τον αδελφό του ο οποίος καθόταν με φίλους του στην πλατεία Φανερωμένης. Ενώ περπατούσε είδε ένα μωρό μόνο του να τον πλησιάζει. Παραθέτουμε στη συνέχεια την περιγραφή των γεγονότων στην οποία προβαίνει ο Κατηγορούμενος όπως αυτή καταγράφεται στο Έγγραφο
- 'Δεν κατάλαβα αν ήταν αγόρι ή κορίτσι. Το μωρό ήρθε προς εμένα χωρίς να του γνέψω και με κοιτούσε. Κατάλαβα ότι ήταν η φίλη μου που την έχω χάσει και την έχουν μικρύνει με μαγεία και διαβολική προσευχή. Με κοιτούσε σα να μου ζητά βοήθεια. Τη ρώτησα αν θέλει να το πάω στην αστυνομία και μου απάντησε καταφατικά. Αμέσως την άρπαξα για να την πάω στον αστυνομικό σταθμό που ήταν εκεί κοντά για να τη σώσω. Ο αδερφός μου και οι άλλοι μάλλον είδαν το συμβάν και αιφνιδιάστηκαν και άρχισαν να μου φωνάζουν. Εγώ αυτόματα άρχισα να τρέχω με το μωρό προς τον αστυνομικό σταθμό. Με δείρανε κάποιοι περαστικοί και συγγενείς του μωρού και με τραυμάτισαν, αλλά γράφτηκε ψέματα ότι τραυματίστηκα κατά τη σύλληψη. Τώρα άδικα με κατηγορούν για απαγωγή και διαφυγή.' Τα συμπεράσματα του Μ.Υ.1 με βάση την κλινική ψυχιατρική εξέταση και το ψυχιατρικό ιστορικό όπως αυτά διατυπώνονται στην Έκθεση του, Έγγραφο 5 είναι τα ακόλουθα: § Ο Κατηγορούμενος πάσχει από σοβαρή, χρόνια ψυχωσική διαταραχή, υποτροπιάζουσα. § Στις υποτροπές παρουσιάζει απρόβλεπτη και δυνητικά επικίνδυνη συμπεριφορά. § Η χρήση ναρκωτικών αποτελεί παράγοντα υποτροπής της πάθησης του, όπως και η διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής. Στις υποτροπές μειώνεται η κριτική του ικανότητα. § Η συνεργασία του για ψυχιατρική θεραπεία είναι χαμηλή διότι δεν έχει συνδέσει νοητικά τις υποτροπές με τη διακοπή των φαρμάκων. § Τις μέρες του συμβάντος πιθανώς βρισκόταν σε υποτροπή και η κρίση του σημαντικά επηρεασμένη. § Στην παρούσα φάση λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (συνεργάζεται μερικώς), έχει ικανοποιητική κριτική ικανότητα, αντιλαμβάνεται την κατηγορία και τη δικαστική διαδικασία, μπορεί να συνεργαστεί με δικηγόρο, ξεχωρίζει το δίκαιο από το άδικο. Δύναται να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. § Σε περιόδους υποτροπής της χρόνιας πάθησης του δεν μπορεί να αποκλειστεί η πραγματοποίηση ανάλογης απρόβλεπτης συμπεριφοράς. Αρπαγή-Συστατικά στοιχεία αδικήματος Το Άρθρο 246 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δίδει τον ορισμό του αδικήματος της αρπαγής από νόμιμη κηδεμονία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος: «
- Όποιος αφαιρεί ή παρασύρει σε διαφυγή ανήλικο που έχει ηλικία κάτω των δεκατεσσάρων χρόνων προκειμένου για άντρα, ή κάτω των δεκαέξι χρόνων προκειμένου για γυναίκα ή πρόσωπο που έχει κλονισμένο το λογικό, από τη φύλαξη του νόμιμου κηδεμόνα του, χωρίς τη συναίνεση τέτοιου κηδεμόνα, θεωρείται ότι αρπάζει τον ανήλικο ή τέτοιο πρόσωπο από το νόμιμο κηδεμόνα του. Ενώ το Άρθρο 248 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 καθορίζει την ποινή για το αδίκημα της αρπαγής: «
- Όποιος αρπάζει πρόσωπο από τη Δημοκρατία ή από νόμιμη κηδεμονία, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων και σε χρηματική ποινή. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της αρπαγής από νόμιμη κηδεμονία θα πρέπει λοιπόν να καταδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος: i. Αφαίρεσε ή παρέσυρε σε διαφυγή από τη φύλαξη του νόμιμου κηδεμόνα του ii. Από τη φύλαξη του νόμιμου κηδεμόνα του iii. ανήλικο κάτω των 14 χρόνων προκειμένου για άνδρα ή κάτω των 16 χρόνων προκειμένου για γυναίκα ή πρόσωπο που έχει κλονισμένο το λογικό, iv. χωρίς την συναίνεση του κηδεμόνα. Στο Σύγγραμμα Penal Law of India του Dr H.S.Gour, 9η έκδοση, τόμος 3, στις σελ. 2800-2839 επεξηγούνται τα συστατικά του αδικήματος του Άρθρου 361[1] το οποίο είναι πανομοιότυπο με το Άρθρο 246 του Κεφ.154 με μόνη διαφορά τις καθοριζόμενες ηλικίες. Αυτά έχουν ως ακολούθως:
(1)there must be taking or enticing of a minor or of a person of unsound mind;
(2)the minor must be under 16 years of age, if a male, or under 18 years of age, if female;
(3)the taking or enticing must be out of the keeping of the lawful guardian of the minor or person of unsound mind; and
(4)the taking or enticing must be without the consent of such guardian. Στο ίδιο Σύγγραμμα στη σελίδα 2802 αναφέρονται τα εξής σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του Άρθρου 361: 'In Sec. 361 which defines the offence of kidnapping from lawful guardianship all that is required is that a minor, under 16 in the case of a male or under 18 in the case of a female must be 'taken or enticed' from the keeping of the lawful guardian. 'Taking' implies neither force or misrepresentation...' (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω Σύγγραμμα επεξηγώντας πανομοιότυπες με τις δικές μας νομοθετικές πρόνοιες δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η χρήση βίας. Εκείνο που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι ο Κατηγορούμενος αφαίρεσε το θύμα από τη φύλαξη του νόμιμου κηδεμόνα αρπάζοντας το ή παρασύροντας το χωρίς τη συναίνεση του κηδεμόνα. Το αδίκημα στοιχειοθετείται ακόμα και όταν το θύμα αφαιρεθεί από τη φύλαξη του νόμιμου κηδεμόνα έστω και για μικρό χρονικό διάστημα ή για μικρή απόσταση. Στη σελ. 2803 του ιδίου Συγγράμματος καταγράφονται τα εξής σχετικά: 'It is not necessary to constitute the offence of kidnapping that brute force or fraud must be employed. The word 'take' means to go, to escort or to get into possession, and the word 'entice' involves an idea of enticement by exciting hope or desire in the other. Where a minor leaves the house of her guardian willingly, still, if the state of mind that brought about the willingness must have been induced or brought about in some way by the accused, it is enticement. The word 'takes' or 'entices' are comprehensive enough and are of widest import so that no one who is responsible for removing a child from the keeping of his or her guardian, whether physically or by inducement, may escape from the penalty of the law'. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σχετικά με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω είναι και τα ακόλουθα: 'In determining whether a person takes a minor out of the lawful keeping of its guardian, the distance is immaterial. Even if a person takes a minor girl without the consent o her guardian to a distance of twenty or thirty yards, it would amount to taking her out of the keeping of her lawful guardian as required by Sec. 361 of the Indian Penal Code.' (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Τόσο από τα παραδεκτά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όσο και από τη μαρτυρία που προσφέρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση αλλά και από την ίδια την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, προκύπτει ότι αυτός αφαίρεσε το παιδί από τη φύλαξη του νόμιμου κηδεμόνα του αρπάζοντας το. Δεν υπάρχει συνεπώς οποιαδήποτε αμφιβολία ότι έχει στοιχειοθετηθεί η διάπραξη του επίδικου αδικήματος στον απαιτούμενο βαθμό. Υπεράσπιση της φρενοπάθειας- Νομική Πτυχή Eίναι προφανές λοιπόν, ότι το θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσον υπό τις περιστάσεις θα πρέπει η πράξη να μην καταλογιστεί στον Κατηγορούμενο λόγω της φρενοπάθειας. Δεν υπάρχουν, επαναλαμβάνουμε, στην ουσία γεγονότα υπό αμφισβήτηση στην υπόθεση. Η υπεράσπιση αυτή παρέχεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 12 του Ποινικού Κώδικα[2] το οποίο προτιμούμε να παραθέσουμε σε ελεύθερη μετάφραση η οποία έχει ως εξής: «12. Κανένας δεν είναι ποινικώς υπεύθυνος για κάποια πράξη ή παράλειψη, αν, κατά το χρόνο τέλεσης της, ένεκα οποιασδήποτε ασθένειας που επηρέαζε τις φρένες του στερείτο της ικανότητας να αντιληφθεί τι πράττει ή να γνωρίζει ότι ώφειλε να απέχει από τη τέλεση της πράξης ή παράλειψης. Πλην όμως, κάποιο πρόσωπο δυνατόν να είναι ποινικώς υπεύθυνο για πράξη ή παράλειψη ακόμα και αν οι φρένες του επηρεάζονταν από κάποια ασθένεια αν αυτή η ασθένεια, δεν επέφερε πράγματι το ένα ή το άλλο από τα πιο πάνω αποτελέσματα στις φρένες του συναφώς προς την εν λόγω πράξη.». Αν αυτή η Υπεράσπιση επιτύχει τότε το Δικαστήριο καταγράφει στην απόφαση του ότι ο κατηγορούμενος έχει μεν τελέσει την πράξη που συνιστά το αδίκημα, αλλά αθωώνεται λόγω ψυχικής διαταραχής και, ακολούθως, εκδίδει διάταγμα για κράτηση του σε κρατικό ψυχιατρικό κέντρο, σύνηθες ή ασφαλούς κράτησης για τη νοσηλεία ψυχικά ασθενών προσώπων, ανάλογα με την κατάσταση του κατηγορουμένου.[3] Η χρονική περίοδος κράτησης ρυθμίζεται με τον ίδιο τρόπο ως αν ο κατηγορούμενος να είναι πρόσωπο για το οποίο εκδόθηκε διάταγμα διαρκείας δυνάμει του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου 77
(1)/97[4] και υπόκειται στις ίδιες διατάξεις σχετικά με την ανανέωση ή τον τερματισμό του εκδοθέντος διατάγματος.[5] Ο κατηγορούμενος εγείροντας την υπεράσπιση της φρενοπάθειας θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία προς ανατροπή του τεκμηρίου της εχεφροσύνης που δημιουργεί το Άρθρο 11 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154[6]. Με βάση το δικό μας Άρθρο 12 κάθε πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σώες τις φρένες μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Το βάρος της απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του κατηγορουμένου αλλά αυτό το βάρος είναι μικρότερο αυτού το οποίο απαιτείται από την Κατηγορούσα Αρχή η οποία αποδεικνύει γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Το βάρος της απόδειξης εκ μέρους του κατηγορουμένου αποσείεται με τον ίδιο τρόπο που αποσείεται το βάρος της απόδειξης εκ μέρους του ενάγοντα ή του εναγομένου σε αστική διαδικασία. Σε τέτοια περίπτωση το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αποφασίζεται με βάση τα κριτήρια της απλής πιθανολόγησης. Σχετικά δε είναι τα όσα αναφέρονται στην Carr v. Briant 29 Cr.App.R. 76: "Τhe preponderance of probability may constitute ´sufficient ground of a verdict´ ". Οι πρόνοιες του Άρθρου 12 συμπίπτουν σε μεγάλη έκταση με τις πρόνοιες των Κανονισμών που έμειναν γνωστοί στην Αγγλία ως τα M´Naghten Rules στους οποίους το 1843 οι Δικαστές συμφώνησαν ότι ήταν το ορθό κριτήριο για να εφαρμοστεί εξετάζοντας την υπεράσπιση της φρενοπάθειας [7]. Θεμελιακή είναι στο ζήτημα που εξετάζουμε, όπως ορθά αναγνώρισε ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, η υπόθεση Daniel M'Naghten's Case
(1843)10 Cl. & F. 200 στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής: ".... every man is to be presumed to be sane, and to possess a sufficient degree of reason to be responsible for his crimes, until the contrary be proved to their satisfaction; and that to establish a defence on the ground of insanity, it must be clearly proved that, at the time of the committing of the act, the party accused was labouring under such a defect of reason, from disease of the mind, as not to know the nature and quality of the act he was doing; or, if he did know it, that he did not know he was doing what was wrong." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Αποφασίζοντας το Δικαστήριο κατά πόσο ο κατηγορούμενος απαλλάττεται των συνεπειών ενός εγκλήματος επί τη βάση φρενοπάθειας το ερώτημα δεν είναι απλώς κατά πόσο ο Κατηγορούμενος έπασχε διανοητικά ένεκα ασθένειας του μυαλού του αλλά κατά πόσο το ελάττωμα ήταν τέτοιο ώστε να τον καθιστά ανεύθυνο των πράξεων του. Το πραγματικό, επομένως, κριτήριο είναι η ευθύνη υπό την έννοια της επίγνωσης του εσφαλμένου της πράξης και όχι αυτή καθαυτή η φρενοπάθεια. Στην υπόθεση Windle 36 Cr. App.R. 85 αναφέρονται τα εξής στη σελ.89: "Τhe question, as I endeavoured to point out in giving judgment in RIVETT
(1950)34 Cr.App.R. 87, in all these cases is one of responsibility. A man may be suffering from a defect of reason, but, if he knows that what he is doing is wrong - and by ´wrong´ is meant contrary to law - he is responsible. " Για να επιτύχει η υπεράσπιση της φρενοπάθειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ανίκανος να αντιλαμβάνεται τη φύση και το είδος της πράξης του, πράγμα που σημαίνει ότι ήταν ανίκανος να αντιλαμβάνεται το φυσικό χαρακτήρα των πράξεων του[8]. Αν ο Κατηγορούμενος είχε την ικανότητα αντίληψης του φυσικού χαρακτήρα των πράξεων του εξακολουθεί να είναι δυνατό να απαλλαχθεί ποινικής ευθύνης αν δεν ήταν ικανός να γνωρίζει ότι όφειλε να μην ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε. Αυτό δε τελικώς μεταφράζεται στο ότι ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι αυτό το οποίο έπραττε ήταν λανθασμένο. Στην υπόθεση Windle (ανωτέρω) αναφέρεται ότι η έννοια η οποία θα πρέπει να αποδοθεί στον όρο «λανθασμένο» έχει την έννοια του «νομικά λανθασμένο», κάτι, δηλαδή, το οποίο είναι αντίθετο στο Νόμο και όχι κάτι που απλά είναι ηθικά λανθασμένο[9]. Tα πιο πάνω πιστεύουμε συνοψίζονται με αρκετή σαφήνεια στο Σύγγραμμα Glanville Williams, Criminal Law,
(1978), σελίδα 592, όπου με αναφορά στα M´Naghten Rules τίθενται τα ακόλουθα βασικά ερωτήματα εφόσον εγείρεται θέμα φρενοπάθειας, τα οποία παρά τον κίνδυνο επανάληψης μεταφέρουμε εδώ σε ελεύθερη μετάφραση:[10] (Α) Αν ο κατηγορούμενος πάσχει διανοητικά ένεκα νοητικής νόσου; (Β) Αν ναι γεννιούνται περαιτέρω τα εξής ερωτήματα:
(1)Ως αποτέλεσμα της νόσου ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τη φύση και το είδος της πράξης του;
(2)Αν το γνώριζε, δεν γνώριζε ότι ήταν λάθος;
(3)Ηταν ενδεχομένως κάτω από παραισθήσεις; Σε σχέση με το τελευταίο ερώτημα πρέπει να πούμε ότι στα M´Naghten Rules τίθεται η πιο κάτω εξήγηση. ".if the accused ´labours under a partial delusion only, and is not in other respects insane, we think he must be considered in the same situation as to responsibility as if the facts with respect to which the delusion exists were real´. " Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα σημειώνουμε ότι είναι ένα θέμα που τίθεται και στο Άρθρο 12 του ΚΕΦ.154 με τη φράση «ένεκα οποιασδήποτε ασθένειας που επηρεάζει τις φρένες του ». Στο Σύγγραμμα Glanville Williams (ανωτέρω) στη σελ.592 αναφέρεται ότι αυτή η φράση, δηλαδή η Αγγλική «disease of the mind» δεν είναι ταυτόσημη με τον όρο «φρενοπάθεια». Ο τελευταίος όρος έχει νομική μόνο έννοια και είναι για το Δικαστήριο να αποφασίσει την ύπαρξη του από το σύνολο των περιστάσεων μη στηριζόμενο αποκλειστικά στην ιατρική μαρτυρία. [11] Αξιολόγηση ιατρικής μαρτυρίας Όσον αφορά την ιατρική μαρτυρία η οποία προήλθε από την Μ.Κ.3 και τον Μ.Υ.1 κρίνουμε, όπως θα εξηγήσουμε και στη συνέχεια, ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν ενώπιον μας διαφορετικές απόψεις. Την έχουμε ήδη παραθέσει σε αδρές γραμμές. Προτού τη σχολιάσουμε επισημαίνουμε εν πρώτοις ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας και, συγκεκριμένα, με βάση τα ακαδημαϊκά τους προσόντα αλλά και την εμπειρία των πιο πάνω μαρτύρων - χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αμφισβήτηση εκατέρωθεν - τόσο η Μ.Ε.3 όσο και ο Μ.Υ.1 ως ειδικοί ψυχίατροι κρίνονται και οι δύο τους εμπειρογνώμονες σε θέματα ψυχιατρικής. Ως εκ τούτου, υπό αυτήν την ιδιότητα θα προσεγγισθεί η μαρτυρία τους[12]. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μιας τέτοιας μαρτυρίας και δεν χρειάζεται να γίνει επανάληψή τους. Σε συντομία είναι αρκετό να επισημάνουμε ότι ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προσφέρει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να προβεί σε έλεγχο ορθότητας των συμπερασμάτων του και όχι να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου. Για να μπορέσει δε το Δικαστήριο να εξαγάγει τη δική του ανεξάρτητη κρίση θα πρέπει ο εμπειρογνώμονας να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και να παρουσιάσει τη βάση επί της οποίας εργάστηκε[13]. Επισημαίνουμε από την αρχή ότι το αντικείμενο εξέτασης των δύο ψυχιάτρων που κατέθεσαν ενώπιον μας δεν ήταν ταυτόσημο. Μόνο ο Μ.Υ.1 κλήθηκε να εξετάσει τον Κατηγορούμενο με στόχο να αποφανθεί αναφορικά με την κατάσταση της ψυχικής του υγείας κατά το χρόνο διάπραξης του επίδικου συμβάντος. Αντικείμενο της εξέτασης που διενήργησε η Μ.K.3, όπως προέκυψε από την ίδια τη μαρτυρία της, ήταν εάν θα έπρεπε ο Κατηγορούμενος να εισαχθεί στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας για υποχρεωτική νοσηλεία. Αναγνώρισε δε και η ίδια πως μόνο μεταγενέστερα διενεργήθηκε εξέταση στον Κατηγορούμενο από τον Μ.Υ.1 ούτως ώστε ο συνάδελφος της να αποφανθεί για την κατάσταση του Κατηγορούμενου κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Το ότι λοιπόν το αντικείμενο εξέτασης της Μ.K.3 ήταν διαφορετικό επιβεβαιώνεται και από τα όσα σχετικά με αυτό το θέμα ανέφερε ο Μ.Υ.1 όταν ρωτήθηκε αναφορικά με τη σημασία του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος είχε κριθεί ότι δεν έχρηζε νοσηλείας κατά την εξέταση τόσο στις 18.5.15 όσο και στις 25.5.15. Ευθαρσώς ξεκαθάρισε ότι αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχε τη δεδομένη στιγμή αναγκαιότητα εγκλεισμού του στο Ψυχιατρείο. Και με δεδομένο ότι το ερώτημα που οι συνάδελφοι του είχαν κληθεί να απαντήσουν ήταν σε σχέση με την αναγκαιότητα ή μη μεταφοράς του Κατηγορούμενου στο Ψυχιατρείο, έκριναν ότι αυτός μπορούσε να συνεχίσει τη θεραπεία του ενώ τελούσε υπό κράτηση. Κατά συνέπεια το γεγονός ότι η Μ.Κ.3 δεν μπορούσε να ήταν βέβαιη για την κατάσταση του Κατηγορούμενου κατά την ώρα του συμβάντος και ότι χρειαζόταν περισσότερες πληροφορίες για να μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια δεν μας προκαλεί οποιαδήποτε εντύπωση. Εκείνο, ωστόσο, που διαπίστωσε στα πλαίσια της δικής της εξέτασης και δεχόμαστε ήταν ότι ο Κατηγορούμενος στις 18.5.15 - μία μέρα μετά το επίδικο συμβάν - ευρισκόταν σε ενεργό ψύχωση. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 - η οποία επαναλαμβάνουμε είναι και η μόνη μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε για να μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο εξέτασης η προβληθείσα υπεράσπιση της φρενοπάθειας - σημειώνουμε ότι μας έκανε πολύ καλή εντύπωση τόσο για την επιστημονική προσέγγιση που είχε στη διατύπωση των θέσεων του όσο και για τον απλό τρόπο με τον οποίο τις μετέφερε στο Δικαστήριο δίνοντας, όπου χρειαζόταν, την αναγκαία τεκμηρίωση και επεξήγηση. Ο Μ.Υ.1 απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με σαφήνεια και θετικότητα χωρίς να παραλείπει, εκεί όπου χρειαζόταν, να τις πλαισιώσει με όλες τις απαραίτητες επεξηγήσεις και διευκρινίσεις. Η γνώμη που εξέφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου στηριζόταν πάνω σε δεδομένα που με σαφήνεια και θετικότητα έδωσε στο Δικαστήριο, ούτως ώστε το Δικαστήριο με αυτό τον τρόπο να μπορεί να ελέγξει τη γνώμη του και να είναι σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με αυτή. Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 προέκυψε και δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο Κατηγορούμενος παρουσιάζει χρόνια ψύχωση, αυτή της σχιζοφρένειας. Πρόκειται για χρόνια ψυχωτική διαταραχή με βασικό της χαρακτηριστικό ότι δεν είναι σταθερή στην πορεία του χρόνου αλλά παρουσιάζει εξάρσεις και υφέσεις, δηλ. υποτροπές. Οι δε υποτροπές του έχουν ένα κοινό πρότυπο, κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα λεγόμενα ψυχωσικά συμπτώματα που στην περίπτωση του είναι το παραλήρημα διωκτικού τύπου - πιστεύει ότι θα πάθει κάτι κακό ή κάτι κακό θα συμβεί - και οι ακουστικές ψευδαισθήσεις. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος έπασχε από νόσο η οποία επηρέαζε τας φρένας του. Αυτή δε η κατάσταση υπήρχε και κατά τη στιγμή μάλιστα διάπραξης των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται. Η απάντηση μας επομένως στο πρώτο ερώτημα - αν ο Κατηγορούμενος πάσχει διανοητικά ένεκα πνευματικής νόσου - είναι καταφατική. Όμως αυτό δεν είναι το τέλος της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Α.Γ.Α v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 345 στη σελίδα 353 η σχιζοφρένεια δεν συνεπάγεται, αφ' εαυτής, αδυναμία του δράστη να αντιληφθεί τι πράττει ή να γνωρίζει ότι οφείλει να απέχει από κάποια πράξη ώστε να ανατρέπεται, χωρίς άλλο, το τεκμήριο της εχεφροσύνης. Η ύπαρξη της σχιζοφρένειας αποδεικνύει μόνο ότι ο δράστης έπασχε από πνευματική ασθένεια (disease of the mind). Δεν αποδεικνύει, πρόσθετα, ότι, ως εκ της εν λόγω ασθένειας, ο δράστης δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι έπραττε ή να γνωρίζει ότι όφειλε να απέχει από την πράξη. Για το τελευταίο θέμα χρειάζεται πρόσθετη μαρτυρία. Υπάρχουν κάποια άλλα ερωτήματα όπως τα θέσαμε πιο πάνω που χρήζουν απάντησης. Το επόμενο είναι αν ο Κατηγορούμενος γνώριζε το είδος και τη φύση της πράξης του. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι το ζητούμενο είναι αν αντιλαμβάνετο το φυσικό χαρακτήρα των πράξεων του. Η απάντηση μας σ΄ αυτό το ερώτημα είναι καταφατική. Τη στηρίζουμε τόσο στην ιατρική μαρτυρία όσο και στην κατάθεση του ιδίου. Συγκεκριμένα στην ίδια την κατάθεση του, Τεκμήριο 10, δέχεται ότι πήρε το μωρό για να το πάρει στην Αστυνομία για βοήθεια. Και στην συμπληρωματική του κατάθεση, Τεκμήριο 11, παρομοίως δηλώνει ότι έπιασε το μωρό για να το πάρει στην Αστυνομία. Με άλλα λόγια, όπως ξεκάθαρα επισημάνθηκε και από τον Μ.Υ.1, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε τι έκανε τη συγκεκριμένη στιγμή. Ότι δηλ. πήρε το παιδί και έφευγε, απομακρύνοντας το από τον χώρο στον οποίο ευρίσκετο. Εν όψει των πιο πάνω θα πρέπει να απαντηθεί το επόμενο ερώτημα. Κατά πόσο δηλαδή ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι αυτό που έπραττε ήταν λανθασμένο. Όπως πιο πάνω εξηγήσαμε εννοούμε νομικά και όχι ηθικά λανθασμένο. Aυτό είναι το πιο ουσιώδες από τα ερωτήματα, έχοντας υπόψη μας τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον μας. Θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος τη στιγμή του συμβάντος γνώριζε ότι η πράξη του ήταν λανθασμένη. Ο Μ.Υ.1 δεν ήταν σε θέση να μας διαφωτίσει επί αυτού του ζητήματος. Όπως ευθαρσώς το έθεσε, η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από το κατά πόσον η κριτική ικανότητα του Κατηγορούμενου ήταν, τη δεδομένη στιγμή, εντελώς ανενεργή έτσι ώστε αυτή να τον καθιστούσε πρόσωπο που να μην γνωρίζει ότι αυτό που κάνει είναι νόμιμο ή παράνομο ή κατά πόσον διατηρούσε κάποιου είδους αντίληψη για να μπορεί να ξεχωρίσει το νόμιμο από το παράνομο. Ο γιατρός Σαμαρτζής (Μ.Υ.1) είπε ότι «τη στιγμή του συμβάντος» η κριτική του ικανότητα ήταν ουσιωδώς επηρεασμένη. Όπως επεξήγησε με απόλυτα κατανοητό και πειστικό τρόπο το συμπέρασμα του αυτό προέκυψε ως προέκταση της εξέτασης που διενήργησε στον Κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα ο τρόπος περιγραφής του συμβάντος από τον Κατηγορούμενο και οι απαντήσεις του σχετικά με την ψυχική του κατάσταση τη δεδομένη στιγμή - τρόπος σκέψης, αντίληψη, συναίσθημα - ήταν συμβατά με τις προηγούμενες υποτροπές που ο Κατηγορούμενος είχε κατά τις οποίες μειώνεται η κριτική του ικανότητα. Ανοίγουμε εδώ μία παρένθεση για να επισημάνουμε ότι ο γιατρός Σαμαρτζής ήταν απόλυτα κατατοπιστικός και διαφωτιστικός σε σχέση με τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις υποτροπές της πάθησης του Κατηγορούμενου. Απόλυτα υποβοηθητικό στην εξέταση του και στη διατύπωση των συμπερασμάτων του ήταν ασφαλώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε, 'πλούσιο φάκελο' στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας στον οποίο περιγράφεται η κλινική του πορεία. Πρόκειται για άτομο που ήταν ολόχρονα υπό παρακολούθηση. Κατά συνέπεια από το ιστορικό του προκύπτουν τόσο το είδος των υποτροπών που είχε, δηλ. τα ψυχωσικά συμπτώματα, όσο και τα αίτια αυτών ( διακοπή φαρμάκων, χρήση ουσιών, φυσική πορεία της νόσου ). Δεχόμαστε δε ότι, υπό αυτά τα δεδομένα, ευλόγως προκύπτει το συμπέρασμα που διατύπωσε ο ιατρός Σαμαρτζής ότι, δηλαδή, τη δεδομένη στιγμή του επίδικου συμβάντος ο Κατηγορούμενος είχε μία υποτροπή της ίδιας πάθησης που αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια. Στην ουσία έχουμε εδώ να επιλύσουμε πρώτα ένα θέμα πραγματικό. Θα πρέπει δηλαδή ν΄ αποφασίσουμε ποια ήταν, σύμφωνα με την αντίληψη του Κατηγορουμένου, η πραγματική κατάσταση τη στιγμή των κρίσιμων ενεργειών του. Ομολογούμε ότι δεν είναι εύκολη η απάντηση. Καλούμεθα να φθάσουμε σε συμπέρασμα για το πώς κάποιος με την πνευματική κατάσταση του Κατηγορουμένου αντιλαμβανόταν τα πράγματα όταν αυτός πήρε το παιδί και έφυγε. Η κρισιμότητα του ερωτήματος διαφαίνεται στο πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Glanville Williams (ανωτέρω) στη σελ.593: "One type of situation may be thought not to be covered by the ´nature and quality´ formula. The defendant may have knowingly killed, but owing to an insane delusion he may have thought it was necessary to kill in self-defence. In a sense, he then knew what he was doing. But in another sense he did not; he did not properly apprehend all the circumstances relevant to the definition of the crime. So it would be quite possible to say that even in this case he did not know the nature and quality of his act. But if there be any doubt the jury can be instructed under question 3, the delusion question, and this clearly lets the defendant out. Had the facts been as he supposed, it would not have been a crime. " (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Συνάγεται δηλαδή πως ακόμα και αν ο Κατηγορούμενος γνωρίζει τη φύση της πράξης του, αν διαπιστωθεί ότι στο μυαλό του υπήρχαν γεγονότα που δικαιολογούν την πράξη του, τότε η πράξη του δεν είναι λανθασμένη και, επομένως, νομικά δεν θα είναι υπεύθυνος. Η ιατρική μαρτυρία η οποία προσφέρθηκε μέσω του Μ.Υ.1 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική. Με βάση την εξέταση στην οποία προέβη και τις απαντήσεις που έλαβε από τον Κατηγορούμενο και στις οποίες δεν διαπίστωσε αντιφάσεις ή στοιχείο προσποίησης προέκυψε ότι και η υπό εξέταση περίπτωση δεν αποτελούσε κάτι διαφορετικό από τις προηγούμενες υποτροπές. Με άλλα λόγια συμφωνούμε ότι - κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος - μέσα στα πλαίσια της υποτροπής που παρουσίασε η χρόνια ψυχωτική διαταραχή από την οποία υποφέρει ο Κατηγορούμενος το κίνητρο της πράξης του ήταν παραληρητικό. Βασικά πίστευε ότι κάτι κακό είχε συμβεί στο παιδί και ήθελε ο ίδιος να βοηθήσει. Μένει ακόμα κάποιο ερώτημα ν΄ απαντήσουμε. Αυτή η κατάσταση στο μυαλό του Κατηγορουμένου δικαιολογούσε την ενέργεια του; Πρέπει δε να πούμε ότι με βάση τις νομικές αυθεντίες που έχουμε υπόψη δεν είναι βέβαιο ότι μόνο σε περιστάσεις αυτοάμυνας, στο μυαλό βεβαίως πάντοτε του Κατηγορουμένου, μπορεί να δοθεί καταφατική απάντηση για το νομικώς ορθό της ενέργειας του Κατηγορουμένου. Φαίνεται ότι ικανοποιείται το κριτήριο με κάτι αρκετά λιγότερο. Στο τελευταίο απόσπασμα που παραθέσαμε από τον Glanville Williams (ανωτέρω) το ζήτημα της αυτοάμυνας αναφέρεται μάλλον σαν παράδειγμα. ".....For example, if, under the influence of his delusion, he supposes another man to be in the act of attempting to take away his life, and he kills that man, as he supposes in self-defence, he would be exempted from punishment. If his delusion was that the deceased had inflicted a serious injury to his character and fortune, and he killed him in revenge for such supposed injury, he would be liable to punishment." Αυτό που συνάγεται είναι ότι στις περιπτώσεις αυτές είναι ότι ο κατηγορούμενος κρίνεται στη βάση της εικόνας η οποία σχηματίζεται στο δικό του μυαλό για τα γεγονότα, δηλαδή στην ουσία στη βάση της ψευδαίσθησης ως προς αυτά (delusion). Για αυτό στην περίπτωση κατά την οποίαν φονεύει κάποιον πιστεύοντας απατηλώς ότι υπεραμύνετο της δικής του ζωής θα αθωωθεί, ενώ αν το έπραξε επειδή θίγηκε για κάτι προσβλητικό που άκουσε, δηλαδή εκδικητικά, τότε θα καταδικαστεί επειδή απλούστατα τα γεγονότα τα οποία έστω και απατηλώς υπήρχαν στο μυαλό του δεν θα αποτελούσαν οποιαδήποτε δικαιολογία για την πράξη αυτή (όχι μόνον από τον ίδιο, αλλά από οποιονδήποτε). Παρατηρούμε λοιπόν ότι το ευεργέτημα ή πλεονέκτημα που προσφέρεται σε κάποιον φρενοπαθή εστιάζεται στο να κριθεί ποινικώς με βάση τα γεγονότα τα οποία απατηλώς υπήρχαν στο μυαλό του και όχι με τα πραγματικώς διατρέξαντα. Αυτή μάλλον ήταν η προσέγγιση και του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αρκετά παλιά υπόθεση Ioannis S. HjiSolomou v. The Republic
(1964)C.L.R.
- O Κατηγορούμενος απαλλάγηκε της κατηγορίας για φόνο λόγω φρενοπάθειας. Παραθέτουμε το πιο κάτω κρίσιμο, κατά την άποψη μας, απόσπασμα από την απόφαση στη σελ.178: "The mental specialist was definite in his opinion. In all probability, according to him, the accused was labouring under a persecutory illusion at the time of the crime ; the illusion that he was in danger from the victim ; probably an imminent danger. As he had stated in his evidence to the trial Court, (p. 32 GH) the doctor was confident that when he saw the accused at the Mental Hospital, the latter was not feigning. And that his (accused's) psychic affliction had " started before or at least on the morning of the 26th December " (p. 32F). Apparently under the strain of events in those days, and fatigue, the appellant lost his mental balance ; and was acting under the influence of a mental affliction............................................................................................ Acting as he was in a state of insanity, the appellant was incapable of understanding that he was in no danger from his good neighbour and friend who had not betrayed him and who was actually sharing with him whatever danger there may have been. Labouring under the affliction of his mind, described to us by the medical witness, the appellant was incapable of understanding that he was not killing a dangerous enemy, but his own companion and friend. " (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Διαπιστώνουμε και από την πιο πάνω απόφαση λοιπόν πως παρότι δεν γίνεται αναφορά σε αυτοάμυνα, εντούτοις είναι σαφής η διαπίστωση περί ύπαρξης αυταπάτης (illusion) στο μυαλό του εφεσείοντος ότι εκείνη τη στιγμή ευρίσκετο σε επικείμενο κίνδυνο (imminent danger) και αυτό που αντιλαμβανόταν ο ίδιος ήταν ότι φόνευε έναν επικίνδυνο εχθρό. Στην παρούσα περίπτωση ο Κατηγορούμενος βρέθηκε σε κατάσταση υποτροπής στην οποία περιέρχεται συνήθως όταν δεν ακολουθεί τη θεραπευτική του αγωγή. Η κατάσταση αυτή ευθύνεται για το παραλήρημα στο οποίο περιέπεσε και κυρίως για τις ψευδαισθήσεις που δημιουργήθηκαν και υπό το κράτος των οποίων έδρασε. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκε το ανήλικο παιδί ως μια φίλη του η οποία υπέστη ήδη σατανική «επίθεση», ότι ευρίσκετο σε κίνδυνο και ότι του ζητούσε βοήθεια. Ο ίδιος θεωρούσε ότι με την ενέργεια του αυτή εκπλήρωνε ένα δικό του καθήκον διάσωσης. Θεωρούμε λοιπόν ότι υπό τις περιστάσεις αυτές ο ίδιος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης του, δηλαδή της αρπαγής του παιδιού, στερείτο λόγω νόσου της ικανότητας να αντιληφθεί τι πραγματικά έπραττε λόγω της ασθένειας του, ήτοι ψυχιατρικής διαταραχής, και κατά συνέπεια κρίνουμε πως δεν πρέπει να του καταλογισθεί η πράξη αυτή ή να κριθεί ποινικά υπεύθυνος (criminally responsible) ακριβώς εξαιτίας της φρενοπάθειας αυτής. Καταληκτικά είναι η απόφαση μας ότι με βάση τα πιο πάνω έχει αποδειχθεί η φρενοπάθεια του Κατηγορουμένου και ως εκ τούτου αυτός δικαιούται σε αθώωση λόγω φρενοπάθειας. Ως αποτέλεσμα όλων των ανωτέρω βρίσκουμε ότι ο Κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη για την οποία κατηγορείται όμως αθωώνεται λόγω φρενοπάθειας η οποία υφίστατο κατά την τέλεση της συνεπεία ψυχιατρικής διαταραχής. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα διαρκούς νοσηλείας σε ασφαλές ψυχιατρικό κέντρο σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 10 (στ) και 11 του Ν.77(Ι)/
- (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9256/15 Δημοκρατία v. Αγγέλου Καλογήρου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λουκά Κατηγορούμενος παρών Δικαστήριο: ............................. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα διαρκούς νοσηλείας σε ασφαλές ψυχιατρικό κέντρο σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 10 (στ) και 11 του Ν.77(Ι)/
- (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΣΗ [1] '
- Whoever takes or entices any minor under sixteen years of age, if a male, or under eighteen years of age, if female, or any person of unsound mind, out of the keeping of the lawful guardian of such minor, or person of unsound mind, without the consent of such guardian, is said to kidnap such minor or person from lawful guardianship.' [2] Δέστε και το αγγλικό κείμενο του Ποινικού Κώδικα το οποίο είναι και το αυθεντικό '
- A person is not criminally responsible for an act or omission if at the time of doing the act or making the omission he is through any disease affecting his mind incapable of understanding what he is doing, or of knowing that he ought not to do the act or make the omission. But a person may be criminally responsible for an act or omission, although his mind is affected by disease, if such disease does not in fact produce upon his mind one or other of the effects above mentioned in reference to that act or, omission'. [3] Δέστε Άρθρο 70
(4)του ΚΕΦ. 155. '
(4)Στις περιπτώσεις που πρόσωπο αθωώνεται κατόπιν δίκης δυνάμει του άρθρου 12 του Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο καταγράφει στην απόφαση του ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που συνιστά το αδίκημα, αλλά αθωώνεται λόγω ψυχικής διαταραχής και ακολούθως εκδίδει διάταγμα για κράτηση του σε κρατικό ψυχιατρικό κέντρο σύνηθες ή ασφαλούς κράτησης για τη νοσηλεία ψυχικά ασθενών προσώπων ανάλογα με την κατάσταση του κατηγορουμένου'. [4] Έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα από τους Νόμους 49(Ι)/2003 και 26(Ι)/2007. [5] Δέστε Άρθρο 70
(5)του ΚΕΦ. 155 [6] 11. « Κάθε πρόσωπο συμπεραίνεται ότι έχει σώες τις φρένες και ότι έχει σώες τις φρένες σε δεδομένο χρόνο, μέχρι απόδειξης του αντίθετου». [7] Δέστε Blackstone´s Criminal Practice,
(2003), σελ45- 46, Α3.
- [8] Georges Codere 12 Cr.App.R.21 'The Court is of opinion that in using the language "nature and quality" the judges were only dealing with the physical character of the act, and were not intending to distinguish between the physical and moral aspects of the act. That is the law as it has been laid down by judges in, many directions to juries, and as the Court understands it to be at the present time'. [9]' In the opinion of the court there is no doubt that in the McNaghten rules "wrong" means contrary to law and not "wrong" according to the opinion of one man or of a number of people on the question whether a particular Act might or might not be justified'. [10] (A) The defendant must have been suffering from a 'defect of reason, from disease of the mind'. (B) If he was, there are two or perhaps three further questions for the jury. 1.Is it the case that, in consequence of the defect of reason, the defendant did not know the nature and quality of his act? 2.If he did, did he know it was wrong? 3.Was he under delusion?-if that question can ever arise, having regard to question
- [11] Δέστε επίσης Blackstone´s Criminal Practice
(2003), σελ.47, Α3.16. [12]Δέστε Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57, Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation Π.Ε. 316/10, ημερ. 21.2.13 και Σιακόλα ν. Αστυνομία Π.Ε. 53/11, ημερ. 24.1.13. [13]Δέστε Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)SC.34, Anastasiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fouris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου κ.α.Π.Ε. 89/09, ημερ. 29.3.13. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο