← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Αντρέας Χρίστου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17266/15, 14/9/2015

Δημοκρατία ν. Αντρέας Χρίστου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17266/15, 14/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:31 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17266/15 Δημοκρατία v.

  1. Αντρέας Χρίστου, 2.Αντρέας Αγκκαθιάρης, 3.Χρίστος Ελ Φαλλάχ. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Δημοκρατία: κα Χατζηαθανασίου με κα Παπαμιχαήλ Για τον κατηγορούμενο 3: κ. Χατζηλοΐζου, για να ακούσει απόφαση ο κ.Σ.Καραολής Κατηγορούμενος 3 παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει από κοινού με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες κατηγορίες: · Την Κατηγορία 1 για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 και συγκεκριμένα ότι στις 2/7/15 στο Ζύγι και στα Λατσιά αντίστοιχα συνωμότησαν μεταξύ τους και με άλλα πρόσωπα να διαπράξουν τα αδικήματα που περιγράφονται στις κατηγορίες 2 και
  2. · Την Κατηγορία 2 για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 6

(1)
(2), 30, και το Άρθρο 6
(2)Β του Πρώτου Παραρτήματος- Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, και συγκεκριμένα ότι την 2.7.2015 είχαν στην κατοχή τους 3485,25 γραμμάρια κάνναβης. · Την Κατηγορία 3 για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1)(β), 6
(3),30, 30Α και του Μέρους Ι του Πρώτου και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, και συγκεκριμένα ότι την 2.7.15 είχαν στην κατοχή τους το ελεγχόμενο φάρμακο που αναφέρεται στη 2η κατηγορία με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης τις κατηγορίες 4 και 6 και ο Κατηγορούμενος 1 επίσης την Κατηγορία 5: Κατόπιν σχετικού αιτήματος της Υπεράσπισης των Κατηγορούμενων 1 και 2 η υπόθεση παρέμεινε για απάντηση στις 22.9.15 ενώ για τον Κατηγορούμενο 3 ο οποίος αρνήθηκε τις κατηγορίες η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 7.12.
  1. Στο αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση όλων των Κατηγορούμενων δεν υπήρξε ένσταση από μέρους των Κατηγορούμενων 1 και 2 αλλά υπήρξε ένσταση από πλευράς του Κατηγορούμενου
  2. Προς υποστήριξη του αιτήματος της η κα Χατζηαθανασίου επικαλέστηκε τον κίνδυνο της φυγοδικίας και υιοθέτησε τα όσα είχε υποστηρίξει στα πλαίσια αιτήματος της για κράτηση των Κατηγορούμενων που έγινε την προηγούμενη δικάσιμο στις 5/8/
  3. Υπενθυμίζουμε ότι κατ' εκείνη τη δικάσιμο ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 δεν είχε ενστεί στο σχετικό αίτημα επιφυλάσσοντας παράλληλα το δικαίωμα του να το πράξει την επόμενη δικάσιμο. Το Δικαστήριο στη βάση των όσων είχαν τεθεί ενώπιον του με την απόφαση του ημερ.5/8/15 έκρινε δικαιολογημένο το αίτημα κράτησης και για τους τρείς Κατηγορούμενους. Ο κ. Χατζηλοίζου βασικά επικεντρώθηκε στον παράγοντα που αφορά στις πιθανότητες καταδίκης όπως προκύπτουν από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό όπως και το νέο δεδομένο που υπήρξε στο μεσοδιάστημα και αναφέρεται στα αποτελέσματα εξετάσεων σε επίπεδο γενετικού υλικού συμφώνως των οποίων ο Κατηγορούμενος 3 δεν συνδέθηκε με τα επίδικα ναρκωτικά. Ήταν η εισήγηση του με αναφορά κυρίως στην κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 (Τεκμήριο Στ) ότι αυτό το κριτήριο δεν ικανοποιείται στην προκειμένη περίπτωση. Νομική Πτυχή Όπως είναι πάγια νομολογημένο[1] αναβαλλομένης της υπόθεσης το διάταγμα κράτησης ενός υποδίκου ισχύει μέχρι την επόμενη ημερομηνία της εμφάνισής του στο Δικαστήριο ενώ η παράταση της κράτησης συναρτάται με νέα απόφαση του Δικαστηρίου και η ανάγκη αιτιολόγησης του διατάγματος κράτησης ενυπάρχει σε αυξημένο βαθμό για κάθε νέα περίοδο κράτησης και εφόσον πρόκειται για νέα διαταγή κράτησης η επανεξέτασης όλων των δεδομένων δεν είναι άτοπη.[2] Επισημαίνουμε παράλληλα ότι, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρήσει την απόφασή του είτε να απολύσει τον Κατηγορούμενο είτε να διατάξει την κράτηση του, εκτός αν τεθούν ενώπιον του νέα στοιχεία ή γεγονότα που μεσολάβησαν, που να δικαιολογούν την επανεξέταση του θέματος με νέα αίτηση είτε της Υπεράσπισης, είτε της Κατηγορούσας Αρχής. Τα νέα αυτά στοιχεία και γεγονότα ίσως δικαιολογήσουν την απόλυση κρατηθέντος Κατηγορουμένου ή την κράτηση Κατηγορουμένου που αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση.[3] Η στέρηση της ελευθερίας κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση προτού δικαστεί συνιστά εξαιρετικό μέτρο. Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να παραμείνει ελεύθερος εκτός αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της κράτησης του οπότε δικαιολογείται εξαίρεση από τον κανόνα. Το Δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα παραμείνει ελεύθερος ή θα τεθεί υπό κράτηση σταθμίζει τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης στη βάση των καθιερωμένων από τη νομολογία κριτηρίων.΄ Το ερώτημα αν ένας Κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του εξετάζεται με αναφορά: (α) Στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο (β) Στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) Στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν αλλά δύνανται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογούν την κράτηση[4]. Όσον αφορά δε τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη η ύπαρξη του εξετάζεται στη βάση συγκεκριμένων παραγόντων και συγκεκριμένων εγγενών στοιχείων της ίδιας της υπόθεσης την οποία αυτός αντιμετωπίζει. Οι σχετικοί παράγοντες είναι: (α) Η σοβαρότητα του αδικήματος αντικειμένου της κατηγορίας (β) Η εκτιμούμενη πιθανότητα για καταδίκη του, με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία και (γ) Η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί. Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της[5]. Σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα, δηλ. χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το δε εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος[6]. Άλλοι σχετικοί παράγοντες που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται[7], όπως επίσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου μπορούν να ληφθούν υπόψη, χωρίς όμως όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης[8]. Η στάθμιση όλων αυτών των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά. Στη στάθμιση αυτή αποτιμάται και ο παράγοντας του χρόνου ο οποίος συνιστά στοιχείο που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο καθόσον αφορά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και επομένως και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη[9]. Εξέταση παραγόντων Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος της προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής σε περίπτωση καταδίκης του. Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα είναι πολύ σοβαρές και σε περίπτωση καταδίκης θα επιφέρουν αναπόφευκτα (και ανάλογα βέβαια με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορούμενου) πολυετείς ποινές φυλάκισης. Τούτου δοθέντος η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη. Όπως έχει αναγνωρισθεί στη νομολογία όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του[10]. Όσον αφορά στο θέμα της πιθανότητας καταδίκης τονίζουμε ότι εξετάζοντας το δεν προβαίνουμε με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τις κατηγορίες, έργο που επιτελείται στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο.» Τονίζουμε ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ούτε και μπορεί να εξεταστεί η οποιαδήποτε βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις καταθέσεις που ενοχοποιούν τον Κατηγορούμενο. Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 στο στάδιο που ένα Δικαστήριο αποφασίζει ζήτημα κράτησης: «... δεν εξετάζεται αν παρουσιάστηκε ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως εισηγήθηκαν οι δικηγόροι των εφεσειόντων, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη.». Παρομοίως, στην Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 423, επαναλήφθηκε ότι δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε δε ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του Κατηγορούμενου.» Ουσιαστικά αυτό που προκύπτει είναι πως το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και τέθηκε ενώπιον μας μέσω των πιο πάνω Τεκμηρίων εκτιμάται μόνο στην όψη του και χωρίς οποιοδήποτε συμπέρασμα, χωρίς οριστικές διαπιστώσεις, με ένα μόνο σκοπό. Να διαπιστωθεί κατά πόσο πιθανολογείται στη βάση αυτών των μαρτυριών καταδίκη και, βεβαίως, χωρίς να υπεισερχόμαστε σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας των μαρτύρων, αντιφάσεων κ.λ.π ζητήματα τα οποία ανάγονται στο πεδίο εξέτασης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης[11]. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε το ακόλουθο μαρτυρικό υλικό: § Η κατάθεση του Κατηγορούμενου 1, ημερομηνίας 3/7/201 (Τεκμήριο Α). § Η κατάθεση του Αστυφύλακα, Σ. Θεοδοσίου, ημερομηνίας 3/7/2015 (Τεκμήριο Β) § Η κατάθεση του Αστυφύλακα 2862 Β. Ζαβρού ημερομηνίας 3/7/2015 (Τεκμήριο Γ). § Βιβλιάριο φωτογραφιών (Τεκμήριο Δ). § Η Έκθεση του Κρατικού Χημείου ( Τεκμήριο Ε). § Η κατάθεση του Κατηγορούμενου 3, ημερομηνίας 10/7/2015, (Τεκμήριο ΣΤ). Στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος 1 (Τεκμήριο Α) αναφέρεται μεταξύ άλλων στα ακόλουθα: i. Εξηγώντας την εμπλοκή του στην κατοχή ναρκωτικών, ανάφερε ότι την επίδικη ημέρα (ο Κατηγορούμενος 1) συνάντησε στο Ζύγι τους συγκατηγορούμενους του και άλλα δύο πρόσωπα και ο Κατηγορούμενος 2 του είπε να συναντηθούν στα Λατσιά. Στη συνέχεια της ίδιας μέρας συναντήθηκαν με σκοπό να περιμένουν τον άνθρωπο που θα τους έδιδε τα ναρκωτικά. ii. Τη συνεννόηση με τον προμηθευτή την έκανε ο Κατηγορούμενος 2 τηλεφωνικώς. iii. Ο Κατηγορούμενος 1 επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο μάρκας JUKE που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 2 με συνοδηγό τον Κατηγορούμενο 3 και ανέμεναν τηλεφώνημα από τον προμηθευτή. iv. Ο Κατηγορούμενος 1 με οδηγίες του Κατηγορούμενου 2 οδήγησε τη μοτοσυκλέτα του μέχρι το σταθμό βενζίνης Petrolina στα Λατσιά ακολουθούμενος από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 οι οποίοι ευρίσκονταν στο αυτοκίνητο. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος 1 στάθμευσε και επιβιβάστηκε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Αφού διαφοροποιήθηκε ο τόπος όπου θα γινόταν η παράδοση των ναρκωτικών πήγαν και οι τρείς τους στον κυκλικό κόμβο των Λατσιών. Εκεί συναντήθηκαν με ένα αυτοκίνητο μάρκας MAZDA στο οποίο επέβαιναν δύο άτομα και ο οδηγός αφού κατέβηκε από αυτό όπως και ο Κατηγορούμενος 2 από το JUKE, ο πρώτος έδωσε στον Κατηγορούμενο 2 δύο σακούλια. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 2 επιβιβάστηκε στο JUKE έχοντας τα ναρκωτικά τα οποία τοποθετήθηκαν σε δύο τσάντες. Η εξέλιξη των γεγονότων και οι λεπτομέρειες της ανακοπής που ακολούθησε από την Αστυνομία περιγράφονται στις καταθέσεις των Αστυνομικών. Ειδικότερα σχετική με την ανακοπή του Κατηγορούμενου 1 με τη μοτοσυκλέτα του είναι η κατάθεση Τεκμήριο Β, ενώ για την ανακοπή των Κατηγορούμενων 2 και 3 οι οποίοι επέβαιναν στο JUKE σχετική είναι η κατάθεση Τεκμήριο Γ. Αναφέρεται δε, μεταξύ άλλων, ότι έγινε η καταδίωξη, ότι υπήρξε κτύπημα αυτοκινήτων της Αστυνομίας, σύγκρουση, ότι το όχημα JUKE προσπάθησε αφότου σταμάτησε να ξαναδιαφύγει, και ότι βρέθηκαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου ναρκωτικά μέσα στην πορτοκαλί τσάντα. Επίσης ότι μέσα στο αυτοκίνητο JUKE βρέθηκαν ίχνη κάνναβης μέσα σε πλαστικό σπαστήρα. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 σε συνδυασμό με τη μαρτυρία των αστυνομικών, αλλά και του ίδιου του Κατηγορούμενου 3 αναφέρεται σε δραστηριότητα που ξεκίνησε από τις 16.30 περίπου από τη Λεμεσό μέχρι και τις 20.35 που έγινε η ανακοπή. Πρώτος σταθμός ήταν τα Μcdonalds στη Λευκωσία, πλην όμως έγινε και μετακίνηση σε πάρκο όπου περίμεναν για μια ώρα λαμβάνοντας μέτρα για να μην είναι συνεχώς στον ίδιο χώρο. Επέστρεψαν στα McDonalds και κατόπιν τηλεφωνικών οδηγιών από τον προμηθευτή μετακινήθηκαν σε κυκλικό κόμβο στην Carlsberg, στη συνέχεια στο Σταθμό Petrolina όπου υπήρξε νέα συνομιλία του Κατηγορούμενου 2 την οποίαν όταν άκουσε ο Κατηγορούμενος 1 κατάλαβε ότι ήταν με τον προμηθευτή ο οποίος και πάλι άλλαξε τον τόπο όπου θα γινόταν η παράδοση σε άλλο κυκλικό κόμβο, όπου και τελικά έγινε η παραλαβή και εντός ολίγου εντός του αυτοκινήτου έγινε επανατοποθέτηση μέρους της κάνναβης σε τσάντα και σακκούλι ενόσω ο Κατηγορούμενος 3 επέβαινε ως συνοδηγός. Υπήρξαν δε αρκετές συνεννοήσεις λόγω παρεξήγησης ως προς τα χρήματα και την ποσότητα κάνναβης. Στην κατάθεση του ο Κατηγορούμενος 3 χωρίς να διαφοροποιείται σε σχέση με τον τρόπο που συναντήθηκαν και διακινήθηκαν διαχωρίζει τη θέση του από τους συγκατηγορούμενους του και προβάλλει την εκδοχή ότι δεν συμμετείχε σε αυτήν τη συναλλαγή και ότι είχε μπει στο αυτοκίνητο γιατί του είπε ο Κατηγορούμενος 2 όταν τον πήρε τηλέφωνο να έλθει μαζί του να πάνε βόλτα στη Λευκωσία για να πάρει κάτι λεφτά (Τεκμήριο ΣΤ). Δύο περαιτέρω στοιχεία θεωρούμε σκόπιμο ενδεικτικά και μόνο να επισημάνουμε από την κατάθεση του Κατηγορούμενου 3, έχοντας υπόψιν μας το σύνολο της κατάθεσης του αλλά και το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Αναφέρει ότι όταν έφθασαν στον σταθμό βενζίνης Petrolina στα Λατσιά άκουσε τον Κατηγορούμενο 1 'να κατσιαρίζει κάτι πίσω με την σακούλα, όπου την ώρα που γύρισα πίσω, είδα το Αντρέα να κλείνει κάτι στην τσάντα τζαί γύρισα τζαί είπα του Αγκαθιάρη που με έφερες να με πλέξεις'. Επίσης όταν χτυπήθηκε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε από το αστυνομικό όχημα και ήταν οδηγός ο Κατηγορούμενος 1, αναφέρει ότι γύρισε ο Ανδρέας, δηλαδή ο Κατηγορούμενος 2 και του είπε «Επιάαν μας». Υπό το φως όλων των πιο πάνω στοιχείων από το ενώπιον μας τεθέν μαρτυρικό υλικό χωρίς, βεβαίως, να αξιολογείται η βαρύτητα του και έχοντας κατά νου ότι δεν αποτελεί κώλυμα στην παρούσα διαδικασία να ληφθεί υπόψιν ως μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου 3 η κατάθεση του συγκατηγορούμενου του (Κατηγορούμενου 1) κρίνουμε ότι η πιθανολόγηση καταδίκης στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 3 είναι υπαρκτή, ιδιαίτερα εφόσον παρουσιάζεται να είναι παρών από την αρχή της 4ωρης δραστηριότητας των τριών η οποία φαίνεται να περιλαμβάνει πολλές διακινήσεις, προφυλακτικά μέτρα, συνομιλίες, συνεννοήσεις, παραλαβή, επανατοποθέτηση της κάνναβης σε άλλες συσκευασίες, και αναφορές σε χρήματα που θα έδιδαν σε αυτόν που θα έφερνε τα ναρκωτικά. Εκτιμώντας τον κίνδυνο ο Κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη του οι προσωπικές περιστάσεις του και η σχέση του με την Κύπρο λόγω καταγωγής, οικογένειας και εργασίας λαμβάνονται υπόψη[12]. Όσον αφορά τους δεσμούς του Κατηγορούμενου με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες κάθε Κατηγορούμενου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Η σημασία, βεβαίως, της ύπαρξης δεσμών με την χώρα στην οποία διώκεται ένας Κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του Κατηγορουμένου στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο Κατηγορούμενος τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.α.
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορούμενου εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον Κατηγορούμενο, απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Κρασοπούλης κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 450, η απόφαση διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών πιθανής καταδίκης δεν είναι εύκολη όταν μάλιστα υπάρχουν ισχυροί δεσμοί οι οποίοι συνδέουν τον υπόδικο με τη χώρα του, τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τον τόπο όπου μονίμως διαμένει. Από την άλλη όμως, επισημάνθηκε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως εντελώς απίθανο και να αποκλείεται. Έτσι όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής. Τονίσθηκε δε ότι είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που έχουμε συνεκτιμήσει και συνυπολογίσει όλα όσα έχουν τεθεί αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 3. Κρίνουμε δε ότι οι δεσμοί του Κατηγορούμενου 3 δεν είναι τέτοιοι που, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα της υπόθεσης, εξουδετερώνουν το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει. Πρέπει, περαιτέρω, να υπογραμμισθεί ότι το χρονικό διάστημα κράτησης ενός κατηγορουμένου μέχρι την ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης του είναι παράγοντας που ασφαλώς δεν πρέπει να παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο όταν εξετάζει αίτημα για κράτηση ή παράταση της κράτησης του. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν ζήτημα το οποίο ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζονται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε περίπτωσης. Σε σχέση με το θέμα αυτό υπάρχει πολλή νομολογία από το Ανώτατο Δικαστήριο η οποία δείχνει καθαρές κατευθύνσεις. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 έχει αναφερθεί ότι ο χρόνος κρίθηκε ως μετρήσιμος παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και ότι το μήκος του πρέπει να σταθμίζεται έναντι του βαθμού πρόβλεψης του ενδεχομένου που προορίζεται να αποτελέσει το έρεισμα για κράτηση. Τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Χ'Δημητρίου (ανωτέρω) υιοθετήθηκαν και μεταγενέστερα στην Π. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596, στη Χριστούδια ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 1, στη Γ.Ε. ν. Μανουσαρίδη, Δολεσίδη και Θεοδωρίδη
(2001)2 Α.Α.Δ. 639, όπου μάλιστα στην τελευταία υπόθεση οι εφεσίβλητοι οι οποίοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες αρκετά σοβαρές, όπως και στην προκειμένη, η απόλυση τους με όρους κρίθηκε λανθασμένη και το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν έφεσης που ασκήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα, αποφάσισε την κράτηση τους για οκτώ μήνες μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης τους. Επίσης στην Fuat Adnan ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 183 κρίθηκε δικαιολογημένη η κράτηση του εφεσείοντα για περίοδο 6 μηνών επί τη βάσει του ότι ο κίνδυνος μη προσέλευσης του στη δίκη ήταν υπαρκτός. Λαμβάνοντας αυτά, επαναλαμβάνουμε, ότι έχουμε πάντα κατά νου ότι παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα μας, αντίθετα με την περίπτωση της κράτησης για διερεύνηση αδικήματος, δεν προβλέπει συνολικό χρόνο κράτησης, αυτό δεν δίνει δικαίωμα για επ' αόριστο κράτηση. Και ποτέ δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ο κατ΄ εξαίρεση χαρακτήρας της κράτησης ατόμου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που επιτάσσει τη γρήγορη εκδίκαση των υποθέσεων. Υπό το φως όλων όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω και καθοδηγούμενοι από τη σχετική Νομολογία θεωρούμε ότι ο χρόνος ο οποίος μεσολαβεί μέχρι την επόμενη δικάσιμο δεν εκφεύγει από τα λογικά πλαίσια. Σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 1 και 2 θα υιοθετήσουμε τα όσα έχουν αναφερθεί στην προηγούμενη μας Απόφαση χωρίς να χρειαστεί να επαναλάβουμε οτιδήποτε. Το θέμα του χρόνου που μεσολαβεί ήδη έχει εξετασθεί ανωτέρω. Με βάση όλα τα πιο πάνω διατάσσουμε την κράτηση του Κατηγορούμενου 3 μέχρι την επόμενη δικάσιμο. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε Ψύλλας ν. Δημοκρατίας (Aρ.3)
(2002)2 A.A.Δ 388 [2] Δέστε Σπανού κ.α. v. Δημ. Π.Ε. 26/13 ημερ. 29.3.13 [3] Δέστε Papacleovoulou v. The Police
(1978)2 C.L.R. 446, Savva and Another (No.2) v. The Police
(1977)2 C.L.R. 292. [4] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ 7, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 538. [5] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 [6] Δέστε Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. [7] Δέστε Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [8] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7. [9] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596. [10] Δέστε Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 600, Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ 139, Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2008)2 Α.Α.Δ 790. [11] Δέστε Στέλλα Μαλά ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.
  1. [12] Δέστε Χριστόδουλος Νικήτα κ.α ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 195/10 και 196/10 ημερ. 18.2.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.