← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. KRASHIAS FOOTWEAR INDUSTRY LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9649/11, 6/10/2015

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. KRASHIAS FOOTWEAR INDUSTRY LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9649/11, 6/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9649/11 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ -εναντίον-

  1. KRASHIAS FOOTWEAR INDUSTRY LIMITED
  2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΡΑΣΙΑΣ
  3. ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΚΡΑΣΙΑΣ
  4. ΠΑΥΛΟΣ ΚΡΑΣΙΑΣ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 6 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιτσίδου. Για τους Κατηγορουμένους 1,2,3 και 4: κ Σ. Αγγελίδης Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ ·························· Στην υπό εξέταση υπόθεση οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μια κατηγορία για παραβάσεις των άρθρων 94 και 115

(1)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004), ως ακολούθως: «Οι Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στον Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, εντός 21 ημέρων από τη λήψη της σχετικής κοινοποίησης ημερομηνίας 29/6/2007 την οποία παρέλαβαν στις 26/7/2007 στη Λευκωσία το συνολικό ποσό ύψους €323.189 (189.154 ΛΚ) το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό του δασμού αντιντάπινκ €255.489, (149.531ΛΚ) στο ποσό φόρου προστιθέμενης αξίας €38.321 (22.428 ΛΚ) και στο ποσό χρηματικής επιβάρυνσης €29.379 (17.195 ΛΚ) πλέον τόκους». Για να γίνει κατανοητό το ιστορικό πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, παρακάτω καταγράφονται με εξαιρετική συντομία, τα βασικά γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση αυτή, όπως αυτά προκύπτουν από κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Η Κατηγορούσα Αρχή, στις 29/6/2007, ενημέρωσε τους Κατηγορουμένους, για την οφειλή τους προς την Κυπριακή Δημοκρατία, αναφορικά με δασμούς και φόρους, όπως αυτοί καταγράφονται πιο πάνω στις Λεπτομέρειες Αδικήματος. Εναντίον της επίδικης πράξης, επιβολής δασμών και φόρων, ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η προσφυγή με αριθμό 1353/
  1. Στις 3 Αυγούστου 2009, η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε. Κατά της απόφαση αυτής ασκήθηκε η αναθεωρητική έφεση με αριθμό 142/
  2. Στις 26 Νοεμβρίου 2013, η έφεση απορρίφθηκε. Η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 27/4/2011, μετά δηλαδή την πρωτόδικη απόφαση στην προσφυγή. Η παράλειψη καταβολής των ποσών των δασμών, φόρων και χρηματικής επιβάρυνσης δεν έχει αμφισβητηθεί, αλλά από την Υπεράσπιση έχουν προβληθεί λόγοι, σύμφωνα με τους οποίους, η επίδικη πράξη είναι παράνομη. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, για την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία, έδωσε μία μάρτυρας η κα Αγγέλα Μαυρή (πλέον Μαυρή), Εξεταστής Τελωνείων, στο Τελωνείο Λευκωσίας, η οποία έχει προσωπική και άμεση σχέση με την υπόθεση. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε η Μαυρή, η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία, η οποία έχει συσταθεί στις 22.9.1977 σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 με αριθμό εγγραφής ΗΕ9959 και οι Κατηγορούμενοι 2,3 και 4 είναι διευθυντές αυτής. Η Κατηγορούμενη εταιρεία, μέσω του διευθυντού της, υπέβαλε αίτηση για εγγραφή στο Τελωνειακό Μητρώο, προκειμένου να πραγματοποιεί πράξεις αναφορικά με είσοδο ή εισαγωγή και έξοδο ή εξαγωγή στη και από τη Δημοκρατία, για τις οποίες εφαρμόζονται οι τελωνειακές διαδικασίες (Τεκμήριο 4). Η αίτηση έγινε αποδεκτή και στην εταιρεία αποδόθηκε ο αριθμός τελωνειακής εγγραφής 10009959Β (Τεκμήριο 5). Σε σχέση με τα γεγονότα, τα οποία οδήγησαν στην επιβολή των επίδικων φόρων, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 4, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 1, έδωσε εξουσιοδότηση σε τελωνειακούς πράκτορες, όπως υποβάλλουν σε τελωνειακό λειτουργό μέσω του συστήματος ΘΗΣΕΑ ηλεκτρονικές διασαφήσεις εισαγωγής, προκειμένου να τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία ποσότητα υποδημάτων και στρατιωτικών αρβυλών (Τεκμήρια 6, 7 και 8). Σε μεταγενέστερο έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι σε 24 περιπτώσεις, υπήρχαν αναληθείς δηλώσεις σε σχέση με τη δασμολογητέα αξία και δασμολογική ταξινόμηση των εμπορευμάτων και με βάση τις διαπιστώσεις αυτές εκδόθηκε η διοικητική απόφαση με την Εκ των Υστέρων Βεβαίωση Τελωνειακής Οφειλής και Άλλης Τελωνειακής Οφειλής με αρ.613/07, ημερομηνίας 29/6/2007, σύμφωνα με την οποία οφείλονται στην Κυπριακή Δημοκρατία εισαγωγικοί δασμοί, δασμοί αντινταμπινκ και φόρος προστιθέμενης αξίας συνολικού ποσού ΛΚ178.842,00, καθώς και χρηματική επιβάρυνση ΛΚ17.884,00, πλέον τόκους. Η Βεβαίωση αυτή κοινοποιήθηκε στην Κατηγορούμενη αρ.1 με επιστολή ημερομηνίας 29/6/2007(Τεκμήριο 9) και οι Κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση αυτής στις 26/7/2007 (Τεκμήριο 10). Το κύρος της πράξης αυτής, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, αμφισβητήθηκε με την καταχώρηση προσφυγής και ακολούθως έφεσης, οι οποίες απορρίφθηκαν. Από την ημερομηνία κοινοποίησης της επιστολής, οι Κατηγορούμενοι κατέβαλαν έναντι της βεβαιωθείσας οφειλής ποσό €14.298,00 (ΛΚ8.369,00) και παραμένει οφειλόμενο ποσό €323.189,00 (ΛΚ189.154,00) μου αντιστοιχεί σε δασμό αντινταπινκ €255.489,00 (ΛΚ149.531,00), φόρο προστιθέμενης αξίας €38.321,00 (ΛΚ22.428,00), χρηματική επιβάρυνση €29.379,00 (ΛΚ17.195,00), πλέον τόκο ο οποίος υπολογίστηκε μέχρι τις 19/2/2015 σε €162.201,00(Τεκμήριο 14). Η αντεξέταση της Μαυρή, υπήρξε εκτενής και πολύωρη. Ο δικηγόρος για την Υπεράσπιση, αμφισβήτησε το κύρος της πράξης επιβολής των δασμών και την ισχύ του Κανονισμού με τον οποίο επιβάλλεται ο δασμός αντινταπινκ. Περαιτέρω σε σχέση με τις επίδικες διασαφήσεις, οι θέση του ήταν ότι αυτές αφορούσαν υποδήματα τα οποία θα κατέληγαν στην εθνική Φρουρά, σύμφωνα με κατακύρωση προσφοράς από την Κυπριακή Δημοκρατία προς την Κατηγορούμενη 1 και ως εκ τούτου τα προϊόντα δεν θα κατέληγαν σε ελεύθερη κυκλοφορία, έτσι ώστε να μπορέσει η Κατηγορούμενη 1 να διαμορφώσει ανάλογα τις τιμές τους. Επίσης, υποβλήθηκαν στη Μαυρή οι θέσεις των Κατηγορουμένων για παραβάσεις κατά την επιβολή της διοικητικής πράξης επιβολής των φόρων και δασμών, είτε του Ευρωπαϊκού Δικαίου είτε του Περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν.158(Ι)/1999). Μετά το πέρας της μαρτυρίας της Μαυρή, η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεσή της. Το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η Κατηγορούσα πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, τους κάλεσε να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Μαρτυρία έδωσε ο Κατηγορούμενος 4, Παύλος Κρασιάς. Κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέρθηκε στην προκήρυξη προσφοράς από τη Δημοκρατία για την προμήθεια υποδημάτων στην Εθνική Φρουρά, έδωσε λεπτομέρειες σε σχέση με το Διαγωνισμό, την προσφορά που έγινε και στις διαδικασίες παράδοσης των εμπορευμάτων. Κατά το στάδιο κατακύρωσης της προσφοράς, δεν υπήρχε δασμός αντινταπινκ, αυτό ήταν κάτι το οποίο επιβλήθηκε αργότερα, δυνάμει του σχετικού Κανονισμού. Εάν γνώριζαν για την επιβολή δασμού αντινταπινκ, τότε θα σταματούσαν την εισαγωγή και θα κατέβαλαν το σχετικό πρόστιμο για παράβαση της συμφωνίας, ποσό το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, θα ήταν σαφώς μικρότερο από το ποσό που καλούνται σήμερα να καταβάλουν. Ανέφερε ότι μετά την επιβολή των δασμών ασκήθηκε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και ότι οι Κατηγορούμενοι δεν έδωσαν κάποια εγγυητική προκειμένου να ανασταλεί η οποιαδήποτε ποινική δίωξη μέχρι την απόφαση στην προσφυγή τους. Περαιτέρω σημείωσε, ότι παρά το γεγονός ότι δεν συνέτρεχε λόγος για αναστολή της διαδικασίας, το Κατηγορητήριο τους επιδόθηκε 9/6/2011, δηλαδή 4½ χρόνια μετά την επιβολή των δασμών. Επίσης, είπε ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ζητήθηκαν από τους ίδιους σε κάποιες περιπτώσεις αναβολές, λόγω του ότι ανέμεναν απάντηση από ΕΕ για αναστολή υπόθεσης και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση. Ακολούθως αναφέρθηκε στις διαδικασίες ελέγχου από το Τελωνείο. Κατέληξε, σημειώνοντας τη μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και το γεγονός ότι ουδέποτε κλήθηκε από το διοικητικό όργανο προκειμένου να ακουστεί πριν την επιβολή των δασμών. Κατά την αντεξέτασή του, επισημάνθηκε από τη δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, στον Κατηγορούμενο ότι κάποια ποσά έχουν καταβληθεί και αυτός συμφώνησε. Ρωτήθηκε ποιος αποφάσισε για αυτό και απάντησε, η Εταιρεία και διευκρίνησε ότι εννοεί όλοι οι Κατηγορούμενοι, όπως επίσης δήλωσε ότι όλοι οι Κατηγορούμενοι από κοινού αποφάσισαν την μη πληρωμή των υπολοίπων ποσών. Ακολούθως, του έγιναν διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με τη διαδικασία και το ιστορικό της υπόθεσης αυτής. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 4, η Υπεράσπιση δήλωσε πως δεν θα καλέσει άλλο μάρτυρα. Με τις αγορεύσεις της, η πλευρά των Κατηγορουμένων προβάλλει τις ακόλουθες θέσεις και επιχειρήματα, σύμφωνα με τα οποία η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί και οι Κατηγορούμενοι να αθωωθούν και απαλλαγούν (μεταφέρονται οι επικεφαλίδες οι οποίες συνιστούν και σύνοψη εκάστης θέσης): Υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση και εκδίκαση της υπόθεσης. Υπεροχή και Δεσμευτικότητα του Ευρωπαϊκού Δικαίου Παράβαση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 2913/92, η σχέση του με τον επίδικο νόμο και εισήγηση ότι η παράβαση του εν λόγω Κανονισμού αποτελεί ουσιώδες πλήγμα στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ζητήματα που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων. Μη ορθή εφαρμογή του Κανονισμού 384/96 κατά παράβαση των υποχρεώσεων του Τελωνείου. Ο Κανονισμός 1472/06, έχει ήδη εξεταστεί και ακυρωθεί σε αίτηση αναιρέσεως από το ΔΕΚ τουλάχιστον δύο φορές. Η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν νομιμοποιείται να επιβάλει δασμούς ενόψει του ότι τα προϊόντα αφορούν την Εθνική Φρουρά και την ασφάλεια και την άμυνα του Κράτους και άρα υπόκεινται στην εξαίρεση του άρθρου 346 (πρώην 296 ΣΕΚ) της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2004/18 και του Νόμου 12(Ι)/2006. Η μονομερής τροποποίηση των όρων σύμβασης μεταξύ των Κατηγορουμένων και του Κράτους, λόγω μη εφαρμογής εκ των υστέρων ευρωπαϊκού Κανονισμού. Παραβίαση του Δικαιώματος Ακρόασης πριν την επιβολή δυσμενούς τιμωρητικού μέτρου κατά παράβαση του Νόμου 158(ι)/99 και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από την πλευρά της η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε τη θέση ότι έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της. Διαφωνεί με την προσέγγιση της Υπεράσπισης περί καθυστέρησης στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορούμενων και κάνει αναφορά στις νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, έχει παρεισφρύσει μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, λόγω του ότι αυτή είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία αυτή στην οποία γίνεται αναφορά, αφορά μαρτυρία την οποία επιχείρησαν οι Κατηγορούμενοι να εισάξουν, η οποία δεν αφορά την επίδικη διαφορά και συνίσταται σε ζητήματα τα οποία άπτονται, είτε του κύρους της επίδικης πράξης, είτε ερμηνείας και εφαρμογής της συμφωνίας που είχαν με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η μαρτυρία αυτή θα παραγνωριστεί τελείως. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο επέσυρε την προσοχή της Υπεράσπισης, αναφορικά με το είδος και τη φύση της παρούσας διαδικασίας όπως επίσης και για το γεγονός ότι ζητήματα στα οποία αναφερόταν δεν άπτονταν και δεν είχαν σχέση με τα επίδικα ζητήματα δεν θα ληφθούν υπόψη. Η Κατηγορούσα Αρχή, επίσης σε διάφορα στάδια της διαδικασίας, έφερε ένσταση στην παρουσίαση μαρτυρίας άσχετης με τα επίδικα ζητήματα. Η μαρτυρία που έχει δοθεί και η οποία γίνεται αποδεκτή πριν «χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων, αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί εάν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α.) με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου (Miorage v Radivojenik
(1998)1 (Β) ΑΑΔ614) και να μην αποδεικνύει τίποτε (Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614)» (βλ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Σάντης, σελ.129). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Η μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, Μαυρή, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Δίδει την ασφαλή αίσθηση ότι είναι γνώστης του αντικειμένου της, των διαδικασιών και της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών. Οι απαντήσεις της ήταν σαφείς και συγκεκριμένες χωρίς περιστροφές και δισταγμούς. Σε σχέση με τα επίδικα θέματα η μαρτυρία της ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Αποδέχομαι στην ολότητά της τη μαρτυρία της. Ο Κατηγορούμενος 4 από την άλλη, σαφώς και γνώριζε τα γεγονότα επί των οποίων κατέθετε, η μαρτυρία του όμως περιστράφηκε σε ζητήματα άλλα από τα επίδικα θέματα. Αναφέρθηκε σε έκταση στα γεγονότα τα οποία προηγήθηκαν της επιβολής των επίδικων δασμών, γεγονότα τα οποία δεν άπτονται της παρούσης διαδικασίας. Σε σχέση με το ίδιο το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται, την παράλειψη δηλαδή, καταβολής των δασμών και φόρων, ό ίδιος συμφώνησε ότι αυτοί δεν έχουν πληρωθεί και ότι η απόφαση της μη πληρωμής ήταν απόφαση η οποία λήφθηκε από κοινού με τους υπόλοιπους Κατηγορουμένους. Οι ισχυρισμοί του οι οποίοι δεν άπτονται των επίδικων θεμάτων, δεν θα ληφθούν υπόψη ως άσχετοι με την υπό εξέταση υπόθεση. Δέχομαι ως αληθή τη δήλωσή του ότι δεν έχουν πληρωθεί τα ποσά των δασμών και φόρων που έχουν επιβληθεί και ότι η παράλειψη πληρωμής ήταν συνειδητή κοινή απόφαση των Κατηγορουμένων. Από τη μαρτυρία ως έχει αξιολογηθεί σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 29/6/2007, με την εκ των Υστέρων Βεβαίωση Τελωνειακής Οφειλής και άλλης Οφειλής με αριθμό 613/07, ενημερώθηκε η Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, ότι οφείλει στην Κυπριακή Δημοκρατία εισαγωγικούς δασμούς, δασμούς αντινταμπινκ και φόρο προστιθέμενης αξίας συνολικού ποσού ΛΚ178.842,00, καθώς και χρηματική επιβάρυνση ΛΚ17.884,00, πλέον τόκους (Τεκμήριο 9). Τα οφειλόμενα ποσά βεβαιώθηκαν σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία (Τεκμήριο 9). Οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 είναι διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας. (Τεκμήριο 3) Οι Κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση της πιο πάνω αναφερόμενης πράξης στις 26/7/2007 (Τεκμήριο 10), κατά της οποίας καταχώρησαν την προσφυγή με αριθμό 1353/07 και την αναθεωρητική έφεση 142/2009. Αμφότερες απορρίφθηκαν και η επίδικη πράξη επιβολής δασμών και φόρων έχει επικυρωθεί και παράγει έννομα αποτελέσματα. Η μη καταβολή των επίδικων φόρων και δασμών έγινε εν γνώσει και με τη συναίνεση των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, δηλαδή των Κατηγορούμενων 2, 3 και 4. Μέχρι σήμερα παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €323.189,00 που αντιστοιχεί σε δασμό αντιντάμπινγκ ύψους €255.489,00, φόρος προστιθέμενης αξίας ύψους €38.321,00, χρηματική επιβάρυνση ύψους €29.379,00, πλέον τόκο, ο οποίος μέχρι τις 19/2/2015 ανέρχεται σε €162.201,00 (Τεκμήριο 14) Το αδίκημα το οποίο οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι τέλεσαν είναι παράλειψη καταβολής οφειλομένου δασμού κατά παράβαση των άρθρων των άρθρων 94 και 115
(1)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004), τα οποία έχουν ως ακολούθως: 94. Κάθε πρόσωπο που παραλείπει, αρνείται ή αμελεί να καταβάλει στο Διευθυντή, εντός είκοσι μίας ημερών, από τη λήψη της σχετικής κοινοποίησης οποιοδήποτε ποσό δασμού ή και φόρου που βεβαιώθηκε σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβλήθηκαν σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι ένα χρόνο ή και στις δύο αυτές ποινές. 115.-
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα το οποίο προνοείται στην τελωνειακή ή στην άλλη νομοθεσία από νομικό πρόσωπο με τη συναίνεση ή συνέργεια ή από αμέλεια συμβούλου, διευθυντού, γραμματέα, ή άλλου παρομοίου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή υπό προσώπου φερομένου ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, αυτός μαζί με το νομικό πρόσωπο λογίζεται ένοχος του ποινικού αδικήματος αυτού και υπόκειται ωσαύτως σε ποινική δίωξη και ανάλογη ποινή.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος "σύμβουλος" σε σχέση με νομικό πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου δικαίου, η διαχείριση του οποίου είναι εμπεπιστευμένη στα μέλη του, σημαίνει μέλος του νομικού αυτού προσώπου ή οργανισμού.
(3)Πρόσωπο που σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)υπέχει ποινική ευθύνη για τελούμενο από νομικό πρόσωπο αδίκημα, ευθύνεται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή κεχωρισμένως σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία. Το αδίκημα που δημιουργεί το άρθρο 94, είναι αδίκημα «απόλυτης ευθύνης». Δεν απαιτείται η συνδρομή mens rea για τη διάπραξή τους, αλλά μόνο actus reus. Για τα αδικήματα απόλυτης ευθύνης έχει λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298: «Για τη διάγνωση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης, για το οποίο δεν απαιτείται η απόδειξη mens rea, εκτός από το λεκτικό της νομοθετικής πρόνοιας που δημιουργεί το αδίκημα, σημασία έχει και η φύση του αδικήματος. Για παράδειγμα πράξεις που απαγορεύονται από το Νόμο και τιμωρούνται απ' αυτόν, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας πολιτικής, ή δημόσιας ευημερίας, όχι σπάνια αποτελούν αντικείμενο αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (Δέστε: Sherras v. De Rutzen [1895] 1 Q.B. 918. Δέστε επίσης: Hailis v. The Police
(1982)2 C.L.R. 99 και Sea Island Travel & Tours Ltd κ.ά. ν. Κ.Ο.Τ.
(1995)2 Α.Α.Δ. 196). Από το λεκτικό της προαναφερόμενης πρόνοιας, από τη φύση του νομοθετήματος και από το πρόβλημα το οποίο το νομοθέτημα αποσκοπεί να επιλύσει, που είναι η αποφυγή καταβολής του νενομισμένου φόρου, συνάγεται ότι το αδίκημα που δημιουργήθηκε με την προαναφερόμενη νομοθετική πρόνοια είναι ουσιαστικά αδίκημα αυστηρής ευθύνης, για το οποίο δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη mens rea αλλά μόνον η απόδειξη του actus reus.» Επίσης στο σύγγραμμα Blackstones, Criminal Pratctice, 2003, στη σελίδα 64 αναφέρονται τα ακόλουθα: «A4.1. Some offences do not require proof of mens rea in respect of one or more elements of actus reus. In respect of these elements, the offence is one of strict liability. Most such offences, such as public nuisance(Stephens
(1866)LR 1 QB 702), criminal libel and blasphemous libel (Lemon [1979] AC 617), are offrences of strict liability at least in part. ........................................................................ A4.2...................................Lord Reid also recognized, however, that strict liability is often applies to a class of quasi-criminal offenses, those reffered to by Wright J in Sherras v De Rutzen [1895] 1 QB 918 as acts which are not criminal in real sense but which are prohibited, by a penalty, in the public interest». Σύμφωνα με όσα καταγράφω πιο πάνω, προκειμένου να αποδειχτούν τα αδικήματα τα οποία κατηγορείται η Κατηγορούμενη 1 ότι διέπραξε, δεν απαιτείται η συνδρομή απόδειξης της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, παρά μόνο το γεγονός της πραγματικής υπόστασης. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του αδικήματος σε σχέση με τους διευθυντές της Κατηγορούμενης 1, Κατηγορούμενους 2, 3 και 4, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 115 του Νόμου, απαιτείται περαιτέρω η απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (συναίνεση ή συνέργεια ή από αμέλεια) και επομένως σε σχέση με αυτούς θα πρέπει να αποδειχτεί η γνώση (ένοχη διάνοια) αυτών. Έχοντας παραθέσει, τα ουσιώδη άρθρα σημειώνω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι ξεκάθαρα και συνίστανται:
  1. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1: (α) στη μη καταβολή δασμού ή και φόρου (ο οποίος βεβαιώθηκε σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία ή τον επίδικο νόμο) (β) εντός 21 ημερών από τη λήψη της σχετικής κοινοποίησης
  2. Σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4: (α) στη μη καταβολή δασμού ή και φόρου (ο οποίος βεβαιώθηκε σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία ή τον επίδικο νόμο) (β) εντός 21 ημερών από τη λήψη της σχετικής κοινοποίησης (γ) με τη συναίνεση ή συνέργεια ή αμέλεια αυτών στη διάπραξη των υπό (α) και (β) πιο πάνω Αναφορικά με το κύρος της πράξης επιβολής των επίδικων δασμών και φόρων, επισημαίνεται και τονίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο, καμία δικαιοδοσία έχει να εξετάσει τον οποιοδήποτε τέτοιο ισχυρισμό. Η επίδικη πράξη έχει καταστεί τελεσίδικη μετά από την επικύρωσή της και σε δεύτερο βαθμό με την αναθεωρητική έφεση 142/2009 και βέβαια το παρόν Δικαστήριο είναι καθόλα αναρμόδιο να υπεισέλθει και εξετάσει το κύρος της επίδικης πράξης. Αυτό που εξετάζεται είναι εάν οι Κατηγορούμενοι έχουν παραλείψει να καταβάλουν τα επίδικα ποσά και το βαθμό συμμετοχής των Κατηγορούμενων 2,3 και
  3. Για σκοπούς απόδειξης του παρόντος Κατηγορητηρίου, είναι αρκετή η συνδρομή των συστατικών στοιχείων των άρθρων 94 και 115 του Νόμου. Είναι πάγια και ξεκαθαρισμένη η θέση της νομολογίας, όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων (μεταξύ άλλων, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού,
(1994)2 Α.Α.Δ. 145, Γιαννάκης Ιωάννου και άλλοι ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
  1. του Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
  2. του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)3 Α.Α.Δ. 493, Μάριος Ι. Κυριακίδης, Ιάκωβος Αβρααμίδης ν. Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75, Άριστος Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128 κ.α.), ότι εκφεύγει από το δικαιοδοτικό πλαίσιο του ποινικού Δικαστηρίου, η διερεύνηση της νομιμότητας διοικητικής πράξης. Ενδεικτικά καταγράφω πιο κάτω, απόσπασμα από την Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού,
(1994)2 Α.Α.Δ. 145: «Το θέμα απασχόλησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο που έκρινε ότι μια τέτοια αντίκρυσή του θα ξέφευγε από το δικαιοδοτικό πλαίσιο ενός ποινικού δικαστηρίου. Η επισήμανση είναι σωστή. Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να γίνει αναφορά στην απόφαση στην Ποινική έφεση αρ.5763 Ηλία Αδάμου Ηλία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλογάγου
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. με αφορμή τη συζήτηση παρόμοιου θέματος (τη νομιμότητα όρου άδειας που αφορούσε στην παραχώρηση γης τον οποίο έθεσε η διοίκηση) το δικαστήριο θεώρησε αναγκαίο να προβεί σε μια γενική υπόμνηση που είναι χρήσιμη και για όλες τις περιπτώσεις που εκκρεμούν διοικητικά διαβήματα: «Η εισήγηση προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιοδοσίας στο ποινικό δικαστήριο να διερευνήσει τη νομιμότητα διοικητικής πράξης πράγμα που ρητά αποκλείεται από το Σύνταγμα. Αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλήψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην αναθεώρηση πράξεων της Διοίκησης και να τις ακυρώσει για λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 146.
  2. Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάση του άρθρου 146.1, όπως και πρόσφατα επαναλάβαμε, διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου & Άλλων
(1994)3 ΑΑΔ 453.) Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου».» Στην παρούσα υπόθεση έχουν επιβληθεί φόροι και δασμοί στην Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία. Η πράξη έχει κοινοποιηθεί στους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4, γεγονός το οποίο προκύπτει από το ίδιο το γεγονός της καταχώρησης προσφυγής. Οι Κατηγορούμενοι εν γνώσει τους, έχουν παραλείψει να καταβάλουν τους επιβληθέντες δασμούς και φόρους. Επομένως, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος έτσι όπως αυτά καταγράφονται πιο πάνω έχουν όχι μόνο αποδειχθεί, αλλά στην ουσία τους δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους Κατηγορούμενους. Δεν αμφισβητήθηκε ούτε η επιβολή των δασμών και τελών, ούτε η κοινοποίηση αυτών, ούτε η μη πληρωμή αυτών, εν γνώσει των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν το κύρος της πράξης επιβολής. Είναι δεδομένη η νομολογιακή αρχή και αυτονόητο θα πρόσθετα, ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται στα πλαίσια κάθε υπόθεσης αποκλειστικά και μόνο με τα επίδικα θέματα στη βάση της ισχύουσας νομοθεσίας. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση συνεπάγεται και εκτροχιασμό της ακροαματικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν για την πράξη συμφώνα με την οποία όφειλαν να καταβάλουν τους αναφερόμενους στο Κατηγορητήριο δασμούς και φόρους. Επέλεξαν, ως σαφέστατα είχαν δικαίωμα, να αμφισβητήσουν την πράξη αυτή. Η προσφυγή τους απορρίφθηκε και η επίδικη πράξη επικυρώθηκε τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ΄ έφεσιν. Οι ζημίες τις οποίες επικαλούνται ότι έπαθαν από τη συμφωνία με την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν εξετάζονται από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο έχει συγκεκριμένη δικαιοδοσία και η οποία περιορίζεται στη συνδρομή ή όχι των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως αυτά καθορίζονται στα άρθρα 94 και 115
(1)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94(Ι)/2004). Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί των Κατηγορουμένων για ζημίες και για θέματα τα οποία άπτονται ερμηνείας και εφαρμογής της συμφωνίας που είχαν με την Κυπριακή Δημοκρατία, συνιστούν διαφορά αστικής φύσεως. Για τα οποιαδήποτε παράπονα εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με την επικύρωση προσφοράς και τη μεταξύ τους συμφωνίας, είχαν και έχουν άλλους τρόπους και μέσα να τα προωθήσουν. Σίγουρα όμως το παρόν Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο βήμα. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης όπως αυτοί έχουν προβληθεί με τις αγορεύσεις, σε σχέση με τα σημεία 3, 4, 5, 6, 7 και 9 πιο πάνω, αφορούν ζητήματα τα οποία άπτονται του κύρους της επίδικης πράξης επιβολής δασμών και φόρων και επομένως, ως τέτοια δεν εξετάζονται από το παρόν Δικαστήριο, καθώς κάτι τέτοιο εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου ελέγχου του. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης, όπως αυτοί αναφέρονται στα σημεία 2 και 8, παρατηρώ ότι αυτοί αφορούν παράπονα των Κατηγορουμένων σε σχέση με τη συμφωνία στην οποία είχαν συμβληθεί με την Κυπριακή Δημοκρατία και ειδικότερα, επικαλούνται ζημίες και μονομερή τροποποίηση των όρων αυτής από την Κυπριακή Δημοκρατία. Είναι ξεκάθαρο ότι, επίσης, αυτοί οι ισχυρισμοί δεν άπτονται των επίδικων θεμάτων, ούτε και μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο το μόνο που δύναται να πράξει στα πλαίσια της υπόθεση αυτής, είναι να εξετάσει τη συνδρομή ή μη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως αυτό καταγράφεται στο Κατηγορητήριο. Οι οποιεσδήποτε τυχόν απαιτήσεις των Κατηγορουμένων για ζημίες ή για παραβάσεις συμφωνίας, τους δημιουργούν σαφέστατα δικαίωμα καταφυγής στα Δικαστήρια, στα πλαίσια βεβαίως άλλης διαδικασίας Σημειώνεται επίσης ότι, ισχυρισμοί ότι η επιβληθείσα φορολογία ήταν παράνομη, δεν μπορούν να τελεσφορήσουν καθότι τέτοια εξέταση θα σήμαινε και έλεγχο της επίδικης πράξης, η οποία έχει ήδη ελεγχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, στα πλαίσια προσφυγής η οποία ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχει επικυρωθεί. Η Υπεράσπιση περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι η διαδικασία αυτή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης, τόσο στην καταχώρηση του Κατηγορητηρίου όσο και στην εκδίκαση της υπόθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει απασχολήσει σε διάφορες περιπτώσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά καταγράφω τις αποφάσεις στις υποθέσεις Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδη ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ v. ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΙΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ.
(2004)2 Α.Α.Δ 223, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Δεν είναι όμως αυτά που υποστηρίζει η δική μας νομολογία, (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203) μήτε και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το εύλογο διάστημα αποφασίζεται με καθιερωμένα κριτήρια όπως, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η σημασία για εκείνον που υποβάλλει το αίτημα, η στάση των αρχών και η συμπεριφορά του ιδίου του αιτούντος. Στη Σειρά «Θεσμικά Κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης» των Donna Gomien, David Harris, Leo Zwaak, σε επιμέλεια και μετάφραση των Γαβριήλ Αμίτση και Έφης Τσατσαρέλη, διαβάζουμε τα εξής σχετικά: «Η συνολική διάρκεια της διαδικασίας είναι προφανώς αντικειμενικό γεγονός, εφόσον βέβαια είναι γνωστά τα χρονικά της ορόσημα, υπεισέρχονται όμως και άλλοι παράγοντες όταν χρειάζεται να εκτιμηθεί ο εύλογος χαρακτήρας της προθεσμίας. Η Επιτροπή και το Δικαστήριο εφάρμοσαν ειδικότερα τα ακόλουθα κριτήρια: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα.» ............................................................................................................................................................................... (Σε μετάφραση): «To εύλογο του χρόνου της δικαστικής διαδικασίας τόσο στις ποινικές όσο και μη ποινικές υποθέσεις, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Δεν υπάρχει δογματικά καθορισμένο διάστημα. Παράγοντες που πάντοτε λαμβάνονται υπόψη είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του αιτητή και η συμπεριφορά των αρμοδίων διοικητικών και δικαστικών αρχών. Κανένας ειδικός παράγοντας δεν είναι καθοριστικός. Η ορθή προσέγγιση είναι, η εξέταση πρώτα των παραγόντων ξεχωριστά και μετά να υπολογιστούν οι σωρευτικές τους επιπτώσεις. Μολονότι, ειδικές περιπτώσεις αργοπορίας που βαρύνουν την πολιτεία μπορεί να μη φαίνονται εύλογες, δυνατόν να κριθούν εύλογες, αν οι πιο πάνω παράγοντες προσμετρήσουν. Δεν εφαρμόζεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αρχή αναφορικά με το χρονικό τούτο διάστημα, τουλάχιστον ρητά, όταν υπολογίζεται το εύλογο του χρόνου. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απλά υπολογίζει το ίδιο το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Όταν δε το κάνει αυτό, πρέπει να έχει υπόψη του ότι το Άρθρο 6 απαιτεί μόνο τέτοια ταχύτητα η οποία θα είναι συμβατή με τον ορθό τρόπο απονομής της Δικαιοσύνης». Οι ίδιες αρχές επαναλαμβάνονται και στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Pedersen and Baadgaard v. Denmark (Application No. 49017/99), 19.6.
  1. Στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου των Λόρδων: Attorney-General's Reference (No.2/2001), δημοσιευμένη στους Times Law Report, 11.12.2003, αποφασίστηκε πως ποινική διαδικασία δυνατό να ανασταλεί γιατί υπήρξε παραβίαση της αρχής πως η εκδίκαση της υπόθεσης θα έπρεπε να περατωθεί σε εύλογο χρονικό διάστημα σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αλλά τούτο μπορεί να γίνει μόνο εφόσον δεν θα ήταν πλέον δυνατή η διεξαγωγή δίκαιης δίκης, ή για κάποιο πειστικό λόγο θα ήταν άδικο να προχωρήσει η δίκη εναντίον του κατηγορουμένου. Να θυμίσουμε επίσης πως η διακοπή της δίκης δεν είναι η μόνη και αποκλειστική θεραπεία που παρέχει το Δικαστήριο, όταν αποφανθεί πως η δίκη δεν περατώθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Ανάλογα με την περίπτωση, τέτοια διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει και σε άλλου είδους θεραπεία π.χ. κατά την επιμέτρηση της ποινής σε ποινική δίκη στη μείωση της. Τέτοια θεραπεία, καθώς καταδεικνύει η νομολογία μας δόθηκε πολλές φορές.» Προχωρώντας σε υπαγωγή των περιστατικών τις υπόθεσης αυτής στις πιο πάνω νομολογημένες αρχές αναφορικά με το ζήτημα του εύλογου χρόνου, σημειώνονται τα ακόλουθα:
  2. Στους Κατηγορούμενους έχουν επιβληθεί δασμοί και φόροι κατόπιν τελωνειακού ελέγχου και με την Εκ των Υστέρων Βεβαίωση Τελωνειακής Οφειλής και Άλλης Τελωνειακής Οφειλής με αρ.613/07, ημερομηνίας 29/6/2007 απαιτήθηκε η καταβολή ποσών που αφορούν εισαγωγικούς δασμούς, δασμούς αντινταμπινκ και φόρο προστιθέμενης αξίας συνολικού ποσού ΛΚ178.842,00, καθώς και χρηματική επιβάρυνση ΛΚ17.884,00, πλέον τόκους (Τεκμήριο 9).
  3. Οι Κατηγορούμενοι, δεν έχουν αμφισβητήσει ότι έλαβαν γνώση της επίδικης πράξης επιβολής φόρου από τις 26/7/
  4. Το κύρος της πράξης το αμφισβήτησαν καταχωρώντας προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  5. Στη διαδικασία αυτή η Κατηγορούσα Αρχή, εκπροσωπήθηκε και επιχειρηματολόγησε υπέρ της επίδικης πράξης.
  6. Το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του, επικυρώνοντας την επίδικη πράξη και απορρίπτοντας την προσφυγή.
  7. Κατά τις απόφασης αυτής καταχωρήθηκε έφεση και στο μεταξύ, η Κατηγορούσα Αρχή, προχώρησε και με την καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής διαδικασίας.
  8. Η Κατηγορούσα Αρχή, εκπροσωπήθηκε τόσο στην πρωτόδικη διαδικασία όσο και στη διαδικασία της αναθεωρητικής έφεσης επιχειρηματολογώντας υπέρ της επίδικης πράξης.
  9. Με τη στάση της η Κατηγορούσα Αρχή σε καμία περίπτωση έδειξε ότι αποποιήθηκε της αξίωσής της για είσπραξη των επιβληθέντων δασμών και φόρων.
  10. ΟΙ Κατηγορούμενοι, σε αυτή τη διαδικασία όπως προκύπτει από τα πρακτικά αλλά όπως και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 4, δήλωσε ενόρκως, ζήτησαν σε διάφορες περιπτώσεις αναβολή, εν αναμονή περατώσεως διαδικασίας που ξεκίνησαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και εν αναμονή της απόφασης στην έφεση που άσκησαν. Με βάση τα πιο πάνω συνάγεται ότι, οι Κατηγορούμενοι δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι τελούσαν σε οποιαδήποτε ανησυχία σε σχέση με την τύχη ή την υπόθεσή τους, μια και ήταν από την αρχή ξεκάθαρο ότι η Κατηγορούσα Αρχή επέμενε στην είσπραξη των μη καταβληθέντων δασμών και φόρων. Ακόμα και μετά την επικύρωση κατ΄ έφεση της επίδικης πράξης οι Κατηγορούμενοι επέλεξαν να μην πληρώσουν την οφειλή τους, αλλά εξακολουθούν να αμφισβητούν την επίδικη πράξη μέσω αυτής της διαδικασίας, αν και το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να υπεισέλθει και εξετάσει το κύρος της επίδικης πράξης. Οι Κατηγορούμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει με οποιοδήποτε τρόπο το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται. Παραδέχονται τη μη καταβολή των δασμών και των φόρων, παραδέχονται ότι είχαν γνώση της επιβολής των εν λόγω επιβαρύνσεων και παρόλαυτα ακόμα και μετά την επικύρωση της επίδικης πράξης επέλεξαν να μην πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους και εξακολουθούν να αμφισβητούν ακόμη το κύρος της με επιχειρήματα που άπτονται του διοικητικού δικαίου. Επαναλαμβάνω και τονίζω, ότι οι Κατηγορούμενοι γνώριζαν από τις 26/7/2007 για την υποχρέωσή τους να καταβάλουν τους επιβληθέντες δασμούς και φόρους, όπως επίσης γνώριζαν ότι σε περίπτωση παράληψής τους να πληρώσουν, η Κατηγορούσα Αρχή θα προχωρούσε στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους, όπως ρητά τους αναφέρεται στο Τεκμήριο
  11. Επέλεξαν να μην πληρώσουν και εξακολουθούν να μην πληρώνουν ακόμα και μετά που η πράξη επιβολής έχει επικυρωθεί κατ΄ έφεση. Με όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη φύση του αδικήματος, τη γνώση των Κατηγορουμένων σε σχέση με την υποχρέωσης που υπείχαν, τη συνειδητή άρνησή τους να πληρώσουν και την επιμονή τους να αμφισβητούν την επίδικη πράξη, μετά που αυτή έχει καταστεί τελεσίδικη, θεωρώ ότι η εισήγηση για καθυστέρηση στην περάτωση της υπόθεσης σε βαθμό που να δικαιολογεί την απόρριψη της δεν μπορεί να επιτύχει. Η καθυστέρηση που υπήρξε δυνατόν να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, με βάση όμως τα γεγονότα της υπόθεσης, σίγουρα δεν μπορεί να θεμελιώσει λόγο για απόρριψη της διαδικασίας. Από τη μαρτυρία όπως έχει αξιολογηθεί και από τα ευρήματα όπως έχουν αναφερθει πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4, κρίνονται ένοχοι στην Κατηγορία την οποία αντιμετωπίζουν. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.