← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. MASL TRADING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 38628/11, 16/10/2015

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. MASL TRADING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 38628/11, 16/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 38628/11 ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ -εναντίον-

  1. MASL TRADING LTD
  2. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΖΙΒΑΝΑΡΗΣ Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κυριακίδης Για τους Κατηγορουμένους 1και 2: κα Αγγελίδου Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ ·························· Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για παραβάσεις του Περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου του 1969 (Ν.40/69)(πλέον ο Νόμος) και των Περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων (Γενικοί) Κανονισμών του 1985 έως
  3. Εισαγωγικά αναφέρεται ότι, σε σχέση με το επίδικο υποστατικό δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι λειτουργεί. Επί του σημείου αυτού υπάρχει σύγκλιση θέσεων. Η διαφωνία των δύο πλευρών έγκειται στο ότι η Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι εφόσον το επίδικο υποστατικό λειτουργεί ως αθλητική εστία, ως τέτοια δεν εμπίπτει στην έννοια του ξενοδοχείου και επομένως οι διατάξεις του Περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου του 1969 (Ν.40/69)(πλέον ο Νόμος) δεν έχουν εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Από την άλλη η Κατηγορούσα Αρχή υποστηρίζει ότι το επίδικο υποστατικό λειτουργεί ως ξενοδοχείο και απαιτείται η εξασφάλιση άδειας λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Η Κατηγορούσα Αρχή στήριξε την υπόθεσή της σε δύο μάρτυρες τους Γιώργο Κωνσταντινίδη και Ευριπίδη Στυλιανού. Κατά την επίδικη ημερομηνία και οι δύο εργάζονταν στην Κατηγορούσα Αρχή. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο Γιώργος Κωνσταντινίδης (ΜΚ1), μέχρι και το 2014 εργαζόταν στον ΚΟΤ ως Λειτουργός Διασφάλισης Ποιότητας. Στα καθήκοντα του συμπεριλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, ο έλεγχος ξενοδοχειακών μονάδων. Σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, ήταν αυτός ο οποίος είχε στην κατοχή του το σχετικό φάκελο. Ήταν η θέση του ότι, στα πλαίσια των καθηκόντων του επισκέφθηκε το επίδικο υποστατικό. Ειδικότερα αναφέρθηκε στις ημερομηνίες 4/3/11, 28/6/11 και 4/10/
  4. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, κατά την τελευταία επίσκεψή του στο χώρο, την επίδικη ημερομηνία, στις 4/10/11, στην οποία ήταν παρών και ο Κατηγορούμενος 2, διαπίστωσε παραβιάσεις της σχετικής νομοθεσίας και ως προς τούτο κατάρτισε Δελτίο Επιθεώρησης, (Τεκμήριο 4), το οποίο ο Κατηγορούμενος υπέγραψε. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του, ήταν η θέση του ότι το επίδικο υποστατικό λειτουργεί ως ξενοδοχειακό κατάλυμα, χωρίς τη σχετική άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Κατά την πιο πάνω επιθεώρηση του, συνέλλεξε διάφορα τεκμήρια, τα οποία κατέθεσε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (όπως τα Τεκμήρια 5 και 6). Ανέφερε επίσης ότι σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή διενήργησε έρευνα σε ιστοσελίδα (www.booking.com), η οποία παρέχει υπηρεσίες κράτησης δωματίων ξενοδοχείων "on-line" και διαπίστωσε ότι το εν λόγω υποστατικό παρέχει αυτή την ευχέρεια σε όλους ανεξαιρέτως τους επισκέπτες της εν λόγω ιστοσελίδας. Εκτύπωσε τα αποτελέσματα αναζήτησης στην πιο πάνω ιστοσελίδα και ζήτησε να κατατεθούν ως τεκμήρια, τα οποία κατατέθηκαν με επιφύλαξη της αλήθειας του περιεχομένου τους (Τεκμήρια 7, 8 και 9). Κατέληξε, σημειώνοντας ότι το εν λόγω υποστατικό λειτουργεί ως ξενοδοχειακή μονάδα, χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Η αντεξέταση του μάρτυρα από την Υπεράσπιση, υπήρξε εκτενής και πολύωρη. Παρά τις σχετικές επισημάνσεις του Δικαστηρίου, δεν περιορίστηκε στα επίδικα θέματα, αλλά επεκτάθηκε και σε ζητήματα άλλα τα οποία δεν άπτονταν της παρούσας διαδικασίας. Κατά την αντεξέταση, η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι το επίδικο υποστατικό είναι αθλητική εστία στην οποία παραμένουν μόνο αθλητές και οι συνοδοί τους, δεν πρόκειται περί ξενοδοχείου και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται άδεια από τον ΚΟΤ. Η θέση του ΜΚ1, υπήρξε εκ διαμέτρου αντίθετη. Η θέση του ήταν ότι στα 28 χρόνια που εργάζεται στον ΚΟΤ, έχει κάνει πάρα πολλές επιθεωρήσεις ξενοδοχείων και είναι σε θέση να αντιληφθεί εάν κάποιο υποστατικό είναι ξενοδοχείο ή όχι. Το επίδικο υποστατικό, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του κατά τις επιθεωρήσεις που διενήργησε, λειτουργεί ως ξενοδοχείο. Ήταν η θέση του, ότι οι φιλοξενούμενοι που είδε κατά την επιθεώρησή του, δεν ήταν μόνο αθλητές αλλά και άλλα άτομα. Σε συνεχείς υποβολές περί του αντιθέτου, δηλαδή ότι μόνο αθλητές διαμένουν στο επίδικο υποστατικό και να προσδιορίσει ποιοι από όσους διέμεναν στο υποστατικό κατά την επίδικη ημερομηνία δεν ήταν αθλητές, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί, αλλά ξεκαθάρισε, ότι και οι αθλητές είναι πελάτες. Σε σχέση με το ζήτημα της ιστοσελίδας www.booking.com, του ζητήθηκαν διευκρινήσεις. Ο ΜΚ1, απάντησε ότι πρόκειται περί ιστοσελίδας, η οποία λειτουργεί σε συνεργασία με ξενοδοχειακές μονάδες, οι οποίες μέσω αυτής διαφημίζουν την επιχείρησή τους. Η εν λόγω ιστοσελίδα, όπως ανέφερε, είναι εύκολη στη χρήση και μπορεί ο καθένας μέσω αυτής, ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση να επιλέξει ξενοδοχείο της αρεσκείας του και να προχωρήσει σε κράτηση δωματίου. Μετά από σχετική ερώτηση, διευκρίνισε ότι, κατά την τελευταία του επιθεώρηση συνοδευόταν από τον επίσης επιθεωρητή του ΚΟΤ, Ευριπίδη Στυλιανού. Του έγιναν υποβολές σε σχέση με την εξουσία που έχουν για επιθεωρήσεις ξενοδοχείων σύμφωνα με το νόμο και ότι αυτή η εξουσία περιορίζεται μόνο στα αδειούχα ξενοδοχεία. Ο ΜΚ1, διευκρίνισε ότι η εξουσία τους αφορά όλα τα καταλύματα, είτε αυτά είναι αδειούχα, είτε όχι. Του έγιναν υποβολές ότι η χρήση του επίδικου υποστατικού, είναι σε απόλυτη ταύτιση με την πολεοδομική άδεια και με την άδεια οικοδομής. Επίσης, του υποβλήθηκε ότι η θέση του ΚΟΤ, είναι ότι για το επίδικο υποστατικό δεν είναι απαραίτητη η άδεια του ΚΟΤ και του επιδείχθηκε το Έγγραφο Α΄ προς αναγνώριση και ακολούθως Τεκμήριο 10, ημερομηνίας 29/7/
  5. Η θέση του παρέμεινε η ίδια, ότι δηλαδή κατά την ημέρα επιθεώρησής του, το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε ως ξενοδοχείο, χωρίς να έχει εξασφαλίσει ως προς τούτο, άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Ακολούθως, του έγιναν ερωτήσεις και υποβολές σε σχέση με το περιεχόμενο του φακέλου που διατηρεί ο ΚΟΤ, αναφορικά με το επίδικο υποστατικό και για το ότι δεν παρουσίασε όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την υποθεση. Η θέση του, ήταν ότι έφερε όλα τα έγγραφα τα οποία ήταν σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση. Σε σχέση με ερωτήσεις που του έγιναν για προηγούμενες επιθεωρήσεις απάντησε, ότι για όλες τις επιθεωρήσεις που διενήργησε κατάρτισε δελτίο επιθεώρησης. Κατά τις προηγούμενες επιθεωρήσεις, επισήμανε τις παραβάσεις και έδωσε χρονική προθεσμία συμμόρφωσης. Εφόσον διαπιστώθηκε κατά την τελευταία του επιθεώρηση, ότι το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε ως ξενοδοχείο χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια από τον ΚΟΤ, καταγγέλθηκε και ξεκίνησε η δικαστική διαδικασία. Επαναλαμβάνεται ότι, η αντεξέταση του ΜΚ1 υπήρξε εξαντλητική και παρά τις σχετικές επισημάνσεις του Δικαστηρίου, επεκτάθηκε σε γεγονότα, που δεν αφορούσαν τα επίδικα. Η θέση και άποψη του ΜΚ1, καθόλη την αντεξέταση του υπήρξε σταθερή, ότι δηλαδή κατά την ημέρα επιθεώρησης στις 4/10/2011, το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε ως ξενοδοχειακό κατάλυμα, χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ και ότι ακόμα και εάν οι διαμένοντες σε αυτό ήταν αθλητές και πάλι η ιδιότητα και μόνο των διαμενόντων στο υποστατικό, δεν είναι αρκετή για να εξαιρέσει το υποστατικό από το πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου. Ως δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε ο Ευριπίδης Στυλιανού (ΜΚ2), ο οποίος αφυπηρέτησε από τον ΚΟΤ το 2014 ως Ανώτερος Λειτουργός Επιθεώρησης. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, μεταξύ άλλων, διενεργούσε ελέγχους σε ξενοδοχειακές μονάδες, με σκοπό τη διαπίστωση της νόμιμης λειτουργίας αυτών. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, συνόδευσε τον ΜΚ1, σε επιθεωρήσεις στο επίδικο υποστατικό στις 4/3/2011 και 28/6/2011, όταν και διαπίστωσαν λειτουργία του υποστατικού κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας (δηλαδή χωρίς άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ) και έγιναν οι σχετικές συστάσεις. Κατά τη δεύτερη επιθεώρηση, ήταν παρών και ο Κατηγορούμενος
  6. Κατά την επίδικη ημερομηνία, δηλαδή στις 4/10/2011, μαζί με τον ΜΚ1, διενήργησαν εκ νέου επιθεώρηση, στην οποία επίσης ήταν παρών ο Κατηγορούμενος 2, κατά την οποία διαπίστωσαν λειτουργία του υποστατικού ως ξενοδοχείου, χωρίς άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Ετοιμάστηκε το σχετικό δελτίο επιθεώρησης (Τεκμήριο 4) και κινήθηκε η παρούσα διαδικασία. Το επίδικο υποστατικό ουδέποτε είχε άδεια λειτουργίας. Ήταν η θέση του ΜΚ2, ότι κατά τις δύο επιθεωρήσεις στις 28/6/2011 και 4/10/2011, ο Κατηγορούμενος 2, στην παρουσία του ανέφερε, ότι στο υποστατικό διαμένουν πέραν των αθλητών και άλλα άτομα, προκειμένου η επιχείρηση να είναι οικονομικά επικερδής. Κατά την επιθεώρηση στις 4/10/2011, ο Κατηγορούμενος του έκανε ξενάγηση στο υποστατικό και η θέση του ήταν ότι το υποστατικό δε λειτουργεί ως ξενοδοχείο, αλλά ως αθλητική εστία, ισχυρισμό τον οποίο ο ΜΚ2 δεν αποδέχεται. Αναφέρθηκε στα τεκμήρια τα οποία συνέλλεξε ο ΜΚ1 στην παρουσία του, όπως και στο ότι μετά από δικές του οδηγίες ο ΜΚ1, προχώρησε σε έρευνα στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα www.booking.com, στην οποία συμπεριλαμβανόταν το επίδικο υποστατικό παρέχοντας υπηρεσίες κράτησης δωματίων, χωρίς να γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε περιορισμό σε σχέση με τους φιλοξενούμενους. Κατέληξε λέγοντας ότι από την 30ετή του πείρα στον ΚΟΤ, είναι σε θέση να αντιληφθεί ποια υποστατικά λειτουργούν ως ξενοδοχεία και το επίδικο υποστατικό κατά την επίδικη ημερομηνία λειτουργούσε ως τέτοιο χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει σχετική άδεια από τον ΚΟΤ. Επίσης, η αντεξέταση του ΜΚ2, υπήρξε πολύωρη και εξαντλητική. Αναφέρθηκε στη διαδικασία κατάταξης ξενοδοχείου και στα στάδια που περιλαμβάνει η διαδικασία αυτή. Το επίδικο υποστατικό δεν έχει τύχει κατάταξης από τον ΚΟΤ. Επίσης αναφέρθηκε και στο ρόλο του «επιχειρηματία» για σκοπούς εφαρμογής του Νόμου. Του έγιναν ερωτήσεις για το περιεχόμενο του φακέλου που διατηρεί η Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με το επίδικο υποστατικό και η διαδικασία διακόπηκε, προκειμένου η δικηγόρος της Υπεράσπισης, μαζί με τον Κατηγορούμενο να μεταβούν στα γραφεία του ΚΟΤ και να επιθεωρήσουν το σχετικό φάκελο. Μετά την επιθεώρηση, έγιναν στον ΜΚ2 ερωτήσεις σε σχέση με το περιεχόμενο του φακέλου και διάφορα έγγραφα, τα οποία η Υπεράσπιση είδε κατά την επιθεώρηση του φακέλου. Η Υπεράσπιση ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο μάρτυρας να παρουσιάσει το φάκελο της υπόθεσης είτε διαζευκτικά συγκεκριμένα έγγραφα. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση, ημερομηνίας 23/4/2015, απέρριψε το αίτημα. Ακολούθως του έγιναν ερωτήσεις για την επίδικη ημέρα επιθεώρησης στις 4/10/
  7. Ανέφερε ότι συναντηθήκαν με Κατηγορούμενο 2, ο οποίος τους ξενάγησε στο χώρο και από την όλη του συμπεριφορά ήταν ξεκάθαρο ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος του χώρου. Στη συνέχεια του έγιναν υποβολές και ερωτήσεις αναφορικά με παράπονο του ΠΑΣΥΞΕ προς τον ΚΟΤ για τη λειτουργία του υποστατικού και για το γεγονός ότι το επίδικο υποστατικό είναι ιδιοκτησίας του ΓΣΠ και ζητήματα αναφορικά με το καθεστώς διαχείρισής του. Επίσης παρά την εξαντλητική του αντεξέταση η θέση και άποψη του ΜΚ2 παρέμεινε αναλλοίωτη, ότι δηλαδή κατά την επίδικη ημέρα επιθεώρησης, στις 4/10/2011, το επίδικο υποστατικό λειτουργούσε ως ξενοδοχείο χωρίς άδεια. Η θέση της Υπεράσπισης, ήταν ότι πρόκειται περί αδειούχας αθλητικής εστίας με αναφορές στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του υποστατικού, όπως επίσης έγινε αναφορά στην Πολεοδομική και Οικοδομική άδεια του επίδικου υποστατικού με εγκεκριμένη χρήση «αθλητική εστία». Ο ΜΚ2 διαφώνησε, επισημαίνοντας ότι η παροχή πρόσκαιρης διαμονής και οι λοιπές υπηρεσίες που παρέχονται στο υποστατικό το καθιστούν ξενοδοχείο, για τη νόμιμη λειτουργία του οποίου απαιτείται άδεια από τον ΚΟΤ. Σε σχέση με την υποβολή της Υπεράσπισης, ότι το έτος 2005, ο ΚΟΤ συγκατατέθηκε στην έκδοση άδειας οικοδομής με την επιστολή του ημερομηνίας 29/7/2005 (Τεκμήριο 10), η θέση του ΜΚ2, ήταν ότι παραβιάστηκαν ο όροι άδειας και για αυτό το υποστατικό καταγγέλθηκε. Η Υπεράσπιση ακολούθως πρόβαλε ισχυρισμούς ότι υπάρχει προκατάληψη και δυσμενής διάκριση σε σχέση με το επίδικο υποστατικό και με άλλους φοιτητικούς ξενώνες, θέση με τη οποία ο ΜΚ2 διαφώνησε. Τέλος του υποβλήθηκε ότι η θέση του Περικλέους ο οποίος ήταν υπεύθυνος κλάδου ξενοδοχείων στη Λευκωσία ήταν διαφορετική από τη θέση των ΜΚ1 και ΜΚ2, ότι δηλαδή θέση του Περικλέους ήταν ότι για το επίδικο υποστατικό δεν απαιτείται άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Η θέση του ΜΚ2, ήταν ότι από τη στιγμή που προωθήθηκε η παρούσα διαδικασία, αυτό σημαίνει συγκατάθεση από τον ΚΟΤ. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του ΜΚ2, η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεσή της. Το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, τους κάλεσε να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Ο Κατηγορούμενος 2, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, τον Ιανουάριο του 2010, η Κατηγορούμενη 1, κατόπιν συμφωνίας με το Γυμναστικό Σύλλογο τα Παγκύπρια (ΓΣΠ) ανέλαβε τη διαχείριση και λειτουργία του επίδικου υποστατικού. Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Σύμφωνα με την εν λόγω συμφωνία την εμπορική εκμετάλλευση του υποστατικού την έχουν από κοινού και τα δύο μέρη, ενώ την αποκλειστική διαχείριση και λειτουργία των υποστατικών ανέλαβε η Κατηγορούμενη 1, της οποίας διευθυντής είναι ο Κατηγορούμενος
  2. Ήταν η θέση του ότι σύμφωνα με τον όρο 3.01 της συμφωνίας, «τα δωμάτια των εστιών θα παραχωρούνται για διαμονή αποκλειστικά απο αθλούμενους, προπονητές, συνοδούς και από άλλους οι οποίοι δεν καθιστούν τις Εστιές στη κατηγορία ξενοδοχειακών μονάδων για την οποία χρειάζεται άδεια του ΚΟΤ ή άλλων αρμόδιων αρχών». Σημείωσε ότι, η οποιαδήποτε αλληλογραφία της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με το επίδικο υποστατικό απευθυνόταν στους ιδιοκτήτες ΓΣΠ, οι οποίοι τον ενημέρωναν αναλόγως. Τον Μάιο του 2010 ο Γενικός Διευθυντής του ΓΣΠ, τον ενημέρωσε για έλεγχο που θα πραγματοποιούσε ο ΚΟΤ στο επίδικο υποστατικό. Στις 6/5/2010, ο Γιώργος Περικλέους επισκέφτηκε το υποστατικό και ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 2, αναφορικά με παράπονα του ΠΑΣΥΞΕ. Ο Περικλέους τελειώνοντας τον έλεγχο διαβεβαίωσε τον Κατηγορούμενο 2, ότι το επίδικο υποστατικό δε χρειάζεται άδεια από τον ΚΟΤ. Ακολούθως αναφέρθηκε στις δύο επιθεωρήσεις που διενήργησαν οι ΜΚ1 και ΜΚ2 τον Μάρτιο και Ιούνιο
  3. Κατά την επιθεώρηση που έγινε στις 28/6/2011, ήταν παρών και η θέση του ήταν πως στα όσα του αναφέρθηκαν σε σχέση με το θέμα των αδειών του υποστατικού, η απάντησή του ήταν πως θα απευθυνόταν στον ανώτερό τους, Γιώργο Περικλέους. Όντως απευθύνθηκε στον Περικλέους, ο οποίος του ανάφερε ότι μίλησε με τους επιθεωρητές και τους είπε ότι λανθασμένα θεωρούν ότι το επίδικο υποστατικό χρειάζεται άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Ο Περικλέους του ανάφερε, ότι σύμφωνα με την επιστολή Μελέτη Αποστολίδη του 2005 (Τεκμήριο 10) σε συνδυασμό με τον όρο 512 της Πολεοδομικής Άδειας (ότι δηλ. η χρήση του υποστατικού θα είναι αθλητική εστία), δεν είναι απαραίτητη εξασφάλιση άδειας λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Καταλήγοντας, αναφέρθηκε στα γεγονότα της επίδικης ημερομηνίας επιθεώρησης 4/10/2011 και στις συζητήσεις που είχε με τους επιθεωρητές, σημειώνοντας ότι απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, ότι είπε, ότι προκειμένου να συμφέρει οικονομικά η επιχείρηση, σε αυτή διαμένουν και άλλοι πέραν των αθλητών. Εκείνη την ημέρα ήταν η θέση του, ότι στο ξενοδοχείο διέμεναν μόνο αθλητές και προς απόδειξη του ισχυρισμού του, αναφέρθηκε στα Τεκμήρια 17, 18 και
  4. Είναι η θέση του ότι η Κατηγορούμενη 1, πληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της προς το Δήμο Στροβόλου. Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 δέσμη φωτογραφιών, στις οποίες φαίνεται ο άμεσος συσχετισμός του υποστατικού με το στάδιο ΓΣΠ και ο αθλητικός χαρακτήρας του υποστατικού. Το επίδικο υποστατικό είναι αθλητική εστία και ως τέτοιο δεν υπόκειται στη δικαιοδοσία του ΚΟΤ. Κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2, του έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με τη συμφωνία Τεκμήριο 23 με τον ΓΣΠ, όπως και ερωτήσεις αναφορικά με την πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής του επίδικου υποστατικού, όπως και για τις άδειες που κατέχει το επίδικο υποστατικό. Ακολούθως του ζήτησε να παρουσιάσει την άδεια, η οποία επιτρέπει στο υποστατικό να λειτουργεί ως αθλητική εστία. Τέτοιας φύσεως άδεια δεν υπάρχει. Η αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2, υπήρξε επίσης πολύωρη, εξαντλητική και κινήθηκε γύρω από ζητήματα, τα οποία δεν αφορούν τα επίδικα θέματα. Η βασική θέση του Κατηγορουμένου, στην οποία παρέμεινε σταθερός καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, ήταν ότι αυτός, ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, διαχειριζόταν το υποστατικό στη βάση της συμφωνίας που είχε με το ΓΣΠ (Τεκμήριο 23), ως αθλητική εστία, σύμφωνα με την εγκεκριμένη χρήση, δυνάμει της πολεοδομικής άδειας (Τεκμήριο 15) και της άδειας οικοδομής (Τεκμήριο 16) και ότι σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις του ανώτερου λειτουργού του ΚΟΤ, Περικλέους, το υποστατικό δε χρειαζόταν άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ. Ως δεύτερος Μάρτυρας Υπεράσπισης, κατέθεσε ο ίδιος ο Γιώργος Περικλέους, Ανώτερος Τουριστικός Λειτουργός, ο οποίος σήμερα εκτελεί καθήκοντα Διευθυντή του Τμήματος Διασφάλισης Ποιότητας. Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του, τον Ιούλιο του 2005, ζητήθηκαν οι απόψεις του ΚΟΤ σε σχέση με το επίδικο υποστατικό. Αφού μελέτησε το ζήτημα με τον Μελέτη Αποστολίδη, ο οποίος υπηρετούσε στην Τεχνική Υπηρεσία του ΚΟΤ, αποφάσισαν από κοινού ότι η προτεινόμενη ανάπτυξη, εφόσον πρόκειται περί αθλητικής εστίας, δεν αφορά ξενοδοχείο και έτσι δεν είναι απαραίτητη άδεια από τον ΚΟΤ και ως εκ τούτου, δόθηκε η συγκατάθεση του ΚΟΤ στην έκδοση της άδειας οικοδομής για εγκεκριμένη χρήση του υποστατικού ως αθλητική εστία. Σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, ανέφερε ότι κατά διαστήματα έγιναν παράπονα από τον ΠΑΣΥΞΕ, σε σχέση με τη λειτουργία του και ότι ο ίδιος προέβηκε σε επιθεώρηση, κατά την οποία διαπίστωσε ότι το επίδικο υποστατικό δε λειτουργεί σαν ξενοδοχειακή μονάδα και ως εκ τούτου οι Νόμοι και οι Κανονισμοί του ΚΟΤ δεν εφαρμόζονται. Ανέφερε ότι το επίδικο υποστατικό δεν μπορεί για διάφορους λόγους να αδειοδοτηθεί από τον ΚΟΤ, ως ξενοδοχειακή μονάδα, λόγω του ότι βασικά κριτήρια και προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιας άδειας δεν πληρούνται. Για αυτό το λόγο όταν μίλησε με τους δύο επιθεωρητές ΜΚ1 και ΜΚ2, τους είπε ότι λανθασμένα εισηγούνται ότι το υποστατικό θα πρέπει να τύχει άδειας από τον ΚΟΤ. Οι επιθεωρητές (ΜΚ1 και ΜΚ2), μετά από νέο παράπονο του ΠΑΣΥΞΕ, επιθεώρησαν το υποστατικό στις 4/10/2011, προχώρησαν σε καταγγελία αυτού και κινήθηκε η παρούσα διαδικασία. Κατέληξε λέγοντας ότι η λειτουργία αθλητικής εστίας δεν εμπίπτει στα πλαίσια αρμοδιοτήτων του ΚΟΤ και ότι αυτή εμπίπτει στις αρμοδιότητες της κατά περίπτωση Πολεοδομικής και Τοπικής Αρχής. Σαν ΚΟΤ, όταν συμφώνως του Νόμου, ερωτηθήκαν για τις απόψεις τους πριν από τη χορήγηση Άδειας Οικοδομής, η θέση του ΚΟΤ, ότι η ανάπτυξη δεν θεωρείτο ξενοδοχειακή μονάδα και ως εκ τούτου δεν ήταν απαραίτητη η συγκατάθεση του ΚΟΤ, κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 34 τη σχετική επιστολή (ήδη κατατεθειμένη ως Τεκμήριο 10) μαζί με τα σχετικά επισυνημμένα έγγραφα. Η αντεξέταση του Περικλέους δεν αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα των πολύωρων αντεξετάσεων που έγιναν κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Ο Περικλέους αντεξετάστηκε εκτενώς. Η θέση και άποψή του καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασής του, ήταν ότι το παρόν υποστατικό δεν εμπίπτει στις πρόνοιες εφαρμογής του επίδικου Νόμου για αυτό το λόγο και ο ΚΟΤ συγκατατέθηκε στη χορήγηση άδειας οικοδομής. Με το πέρας της μαρτυρίας Περικλέους η Υπεράσπιση δήλωσε πως δεν θα έχει άλλο μάρτυρα. Η αγόρευση της Υπεράσπισης είναι πολυεπίπεδη. Μεταφέροντας επιγραμματικά τις θέσεις της Υπεράσπισης, κατά πρώτον εισηγείται ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι το επίδικο υποστατικό δεν διέπεται από τον Περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμο του 1969 (Ν.40/69). Επίσης είναι η θέση της ότι από συνδυασμό του άρθρου 2 με το άρθρο 3 του Νόμου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κτηριακά το υποστατικό είναι ξενοδοχείο γιατί οι εγκαταστάσεις του είναι βοηθητικές αυτών του σταδίου. Επιπλέον ο Υπεράσπιση θεωρεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όπως και την ενοχή των Κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τέλος, η Υπεράσπιση εισηγείται αντισυνταγματικότητα, των άρθρων 2 και 23Α του Νόμου ως αντίθετα με τα άρθρα 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την άλλη, μεταφέροντας επίσης επιγραμματικά τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτή καταγράφεται στην αγόρευσή της, η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται ότι έχει αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και περαιτέρω σημειώνει, ότι από μόνη της η ιδιότητα των διαμενόντων στο υποστατικό, δεν αρκεί για να εξαιρέσει το επίδικο υποστατικό από πεδίο εφαρμογής του Περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου του 1969 (Ν.40/69). Η μαρτυρία που έχει δοθεί και η οποία γίνεται αποδεκτή πριν «χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων, αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί εάν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α.) με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου (Miorage v Radivojenik
(1998)1 (Β) ΑΑΔ614) και να μην αποδεικνύει τίποτε (Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614)» (βλ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Σάντης, σελ.129). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ιδιαίτερη εντύπωση και όχι κατ΄ ανάγκη θετική, προκάλεσε η ένταση, οι αντιπαραθέσεις και ο ιδιαίτερος ζήλος με τον οποίο συμπεριφέρονταν οι μάρτυρες, παρουσιάζοντας στοιχεία έντονης προσωπικής αντιπαράθεσης μεταξύ τους, όπως επίσης και δόθηκε η εντύπωση ότι σε αυτό που αποσκοπούσε η μαρτυρία τους είναι να πείσουν ότι η δική τους άποψη και προσέγγιση επί του ζητήματος είναι η ορθή και όχι να πείσουν αναφορικά με την αλήθεια των γεγονότων για τα οποία κατέθεσαν. Το δεύτερο ζήτημα, το οποίο προκαλεί εντύπωση, επίσης όχι θετική είναι το γεγονός ότι όλη η μαρτυρία (πλην της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2), που δόθηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, ήταν από άτομα τα οποία είτε διετέλεσαν είτε είναι ακόμη στην υπηρεσία της Κατηγορούσας Αρχής. Οι δύο μάρτυρες κατηγορίας υπήρξαν υπάλληλοι του ΚΟΤ και ο βασικός μάρτυρας υπεράσπισης, είναι διευθυντής στον ΚΟΤ. Ο ίδιος ο οργανισμός, εμφανίζεται σε μια διαδικασία την οποία προωθεί ο ίδιος ως Κατηγορούσα Αρχή και από την άλλη διευθυντής του καταθέτει ως μάρτυρας υπεράσπισης, συνηγορώντας υπέρ της απόρριψης της υπόθεσης, ενώ ο ίδιος ως διευθυντής δεν απέτρεψε την προώθησή της ή έστω δεν προέβηκε σε διαδικασία διακοπής της. Η στάση αυτή είναι το ελάχιστο αντιφατική. Το λογικό ή το αναμενόμενο θα ήταν η Κατηγορούσα Αρχή, να αποφασίζει ποιες υποθέσεις θα προωθεί και να τις προωθεί ενιαία και όχι να καθίσταται το Δικαστήριο, βήμα για να λυθούν εσωτερικές διαφωνίες και αντιπαραθέσεις που δυνατόν να υπάρχουν στον ΚΟΤ. Όπως αναφέρεται πιο πάνω όλοι οι μάρτυρες κατέθεταν με ιδιαίτερο ζήλο και ένταση. Η όλη στάση των μαρτύρων αλλά και η περιρέουσα ατμόσφαιρα καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας δεν προκάλεσαν καλή εντύπωση. Παρά την άσχημη εντύπωση που προκάλεσαν οι μάρτυρες λόγω της εμπάθειας με την οποία κατέθεταν, δεν θα χαρακτήριζα ότι ψεύδονταν, καθότι το άσχημο της εντύπωσης προκύπτει από τη συμπεριφορά τους κατά το στάδιο της δια ζώσης μαρτυρίας τους και όχι από τα λεγόμενά τους. Οι δύο μάρτυρες κατηγορίας και ο Περικλέους (ΜΥ2), υπήρξαν έντονοι και υπερβολικοί ως προς τις θέσεις τους, όχι σε σχέση με τα γεγονότα, αλλά αναφορικά με την άποψή που είχε ο καθένας ως προς την ιδιότητα του επίδικου υποστατικού. Η άποψη, η προσωπική γνώμη που έχει ο καθείς είναι σίγουρα σεβαστή, αλλά σε μια δικαστική διαδικασία, αυτό που έχει σημασία και αυτό που εξετάζει το Δικαστήριο είναι η ύπαρξη γεγονότων, τα οποία υπάγονται σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, προκειμένου να διαπιστωθεί παράβαση ή όχι. Σημειώνεται, ότι σε σχέση με τα ίδια τα γεγονότα, δεν υπήρξε ουσιαστική διάσταση μεταξύ των όσων ανέφεραν. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, δέχομαι τα όσα ανέφεραν ο ΜΚ1 και ΜΚ2, σε σχέση με τις επιθεωρήσεις που διενήργησαν και σε σχέση με τα ευρήματά τους, όπως αυτά καταγράφονται στο δελτίο επιθεώρησης που αφορά την επίδικη ημερομηνία (Τεκμήριο 4). Δεν γίνονται αποδεκτοί οι ισχυρισμοί τους σε σχέση με την ιδιότητα των φιλοξενουμένων στο υποστατικό, εάν αυτοί ήταν αθλητές ή όχι, λόγω του ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, ικανοποιητική μαρτυρία με την οποία να φαίνεται αν όντως κάποιοι ποιοι από τους διαμένοντες στο υποστατικό κατά την επίδικη ημερομηνία ήταν αθλητές ή όχι. Ούτως ή άλλως και οι ίδιοι οι ΜΚ1 και ΜΚ2, δεν τοποθετήθηκαν επακριβώς επ΄ αυτού του ζητήματος, καθότι η θέση τους υπήρξε ότι, ανεξαρτήτως ιδιότητας των διαμένοντων στο υποστατικό (αθλητές ή μη), πάλι τυγχάνει εφαρμογής ο επίδικος Νόμος. Από την άλλη ο Περικλέους, επίσης δεν αμφισβήτησε το γεγονός των επιθεωρήσεων του επίδικου υποστατικού από τους ΜΚ1 και ΜΚ
  1. Η διαφωνία του έγκειτο στη διαφορετική άποψη που είχε σε σχέση με την προσέγγιση των επιθεωρητών, καθότι η θέση του ιδίου ήταν ότι δεν πρόκειται περί ξενοδοχείου. Δέχομαι τα όσα ανέφερε σε σχέση με το Τεκμήριο 34, δηλαδή το ότι ζητήθηκαν από την Πολεοδομική Αρχή οι απόψεις του ΚΟΤ και ετοιμάστηκε και αποστάληκε το Τεκμήριο 34, ως η επίσημη θέση του ΚΟΤ αναφορικά με το ζήτημα. Κατά τα λοιπά οι υπόλοιπες θέσεις του, αντανακλούν τη δική του άποψη σε σχέση με θέματα ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, οι οποίες δεν τυγχάνουν αξιολόγησης και ούτε γίνονται αποδεκτές. Ο Κατηγορούμενος 2, παρουσίασε μια εκδοχή στην οποία παρέμεινε σταθερός καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Ότι δηλαδή, ο ίδιος ανέλαβε την αποκλειστική διαχείριση του επίδικου υποστατικού, στη βάση συμφωνίας με τον ΓΣΠ και με δεδομένο, ότι για το υποστατικό είχε ήδη εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια και ακολούθως κατόπιν συναίνεσης του ΚΟΤ, άδεια οικοδομής με εγκεκριμένη χρήση του υποστατικού ως αθλητική εστία. Η θέση του, ήταν ότι καθόλο το χρονικό διάστημα διαχείρισης του επίδικου υποστατικού τελούσε με την πεποίθηση ότι η χρήση του, ήταν σύμφωνη με τις άδειες που εξέδωσε η Πολεοδομική Αρχή. Επίσης, δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι κατά την επίδικη ημερομηνία 4/10/2011, έγινε επιθεώρηση από τους επιθεωρητές. Στο μέτρο αυτό, αποδέχομαι την μαρτυρία του. Επαναλαμβάνεται, ότι σε σχέση με τα ίδια τα γεγονότα δεν υπάρχει ουσιώδης διάσταση στη μαρτυρία που έχει δοθεί. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι ως προς τα γεγονότα υπάρχει σύγκλιση θέσεων όλων των πλευρών. Επομένως, καταγράφω πιο κάτω τα πραγματικά γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν είτε ως κοινά αποδεκτά, είτε κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας και τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 10/1/2003 χορηγήθηκε Πολεοδομική Άδεια αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με τον όρο 512 της οποίας, η εγκεκριμένη χρήση καθορίζεται ως αθλητική εστία στα πλαίσια της λειτουργίας του αθλητικού κέντρου και όχι ως ανεξάρτητη χρήση (Τεκμήριο 15). Πριν από την έκδοση της Άδειας Οικοδομής, η αρμόδια Αρχή, ως όφειλε δυνάμει του Νόμου (άρθρο 5 του Νόμου) ζήτησε τις απόψεις του ΚΟΤ και ο ΚΟΤ, απάντησε ότι η συγκεκριμένη ανάπτυξη, δεν εμπίπτει εντός του πεδίου ελέγχου του και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ένσταση για την έκδοση άδειας οικοδομής (Τεκμήριο 10 και 34). Ο Δήμος Στροβόλου, προχώρησε στην έκδοση άδειας οικοδομής ημερομηνίας 16/5/2006, με εγκεκριμένη χρήση αθλητική εστία (Τεκμήριο 16). Η ανάπτυξη περατώθηκε και το υποστατικό, λειτουργεί παρέχοντας διαμονή επί πληρωμή, τουλάχιστον, σε αθλητές, προπονητές, συνοδούς. Ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού είναι ο ΓΣΠ. Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, είναι ο Κατηγορούμενος
  2. Η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, δυνάμει συμφωνίας με τον ΓΣΠ, ημερομηνίας 28/1/2010, ανέλαβε την αποκλειστική διαχείριση και λειτουργία του επίδικου υποστατικού και την από κοινού με τον ΓΣΠ, εμπορική εκμετάλλευση αυτού (Τεκμήριο 33). Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 διενήργησαν επιθεωρήσεις στο επίδικο υποστατικό στις 4/3/2011, 28/6/2011 και 4/10/
  3. Μετά την επιθεώρηση ημερομηνίας 4/10/2011, οι ΜΚ1 και ΜΚ2 κατάρτησαν το Δελτίο Επιθεώρησης (Τεκμήριο 4) και προχώρησαν στην καταγγελία του επίδικου υποστατικού ότι αυτό λειτουργεί χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή (ΚΟΤ). Κατά την ημέρα επιθεώρησης 4/10/2011, στο υποστατικό διέμεναν άτομα. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν είναι ικανοποιητική για την εξαγωγή ευρήματος, εάν επρόκειτο περί αθλητών ή όχι. Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, η καθαυτό λειτουργία του επίδικου υποστατικού δεν αμφισβητείται. Η Κατηγορούσα Αρχή ισχυρίζεται ότι ακόμα και αυτή η φύση της λειτουργίας του υποστατικού έστω και εάν θεωρηθεί ότι περιορίζεται ως αθλητική εστία και πάλι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του επίδικου Νόμου με την εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη της Υπεράσπισης, η οποία ισχυρίζεται ότι από μόνη της η εγκεκριμένη χρήση του επίδικου υποστατικού ως αθλητικής εστίας, δυνάμει των όρων της Πολεοδομικής Άδειας και της Άδειας Οικοδομής, με δεδομένες τις θέσεις του ΚΟΤ, όπως αυτές καταγράφονται στο Τεκμήριο 34, την εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής του επίδικου Νόμου και υποστηρίζει ότι αρμόδια αρχή σε σχέση με το υποστατικό είναι η αρχή έκδοσης της πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής, δηλαδή ο Δήμος Στροβόλου. Επαναλαμβάνεται ότι, στην ουσία οι μάρτυρες κατηγορίας και οι μάρτυρες υπεράσπισης δεν διαφωνούν ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Σε εκείνο που διαφοροποιούνται είναι εάν ο Νόμος, εφαρμόζεται ή όχι στην περίπτωση του επίδικού υποστατικού. Το υποστατικό λειτουργεί και παρέχει επί πληρωμή διαμονή σε πελάτες. Οι μεν μάρτυρες κατηγορίας, ισχυρίζονται ότι, ακόμα και εάν οι πελάτες είναι μόνο αθλητές, δεν νοείται να γίνεται διάκριση μεταξύ του είδους των πελατών, είτε είναι αθλητές, είτε όχι και από τη στιγμή που το υποστατικό συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του ξενοδοχείου, τότε εμπίπτει στα πλαίσια εφαρμογής του νόμου. Από την πλευρά του ο μάρτυρας υπεράσπισης Περικλέους, συμφώνησε ότι το υποστατικό λειτουργεί χωρίς άδεια από την Κατηγορούσα Αρχή, η θέση του όμως ήταν ότι τέτοια άδεια δεν είναι απαραίτητη εφόσον το υποστατικό είναι αθλητική εστία και όχι ξενοδοχείο και τέτοια άδεια δεν θα μπορούσε ποτέ να δοθεί, γιατί το υποστατικό δεν πληροί τα προαπαιτούμενα προκειμένου να λάβει έγκριση από τον ΚΟΤ, θέση με την οποία συμφωνεί ο ΚΟΤ συμφώνως της συγκατάθεσης που έδωσε στην αρμόδια αρχή πριν από την έκδοση της άδειας οικοδομής. Με προβλημάτισε ιδιαίτερα η μεθοδολογία, η οποία θα έπρεπε να ακολουθηθεί στην υπό εξέταση υπόθεση. Εάν το ζήτημα το οποίο ανακύπτει είναι ερμηνείας συγκεκριμένου κανόνα δικαίου και ειδικότερα του άρθρου 2 του Νόμου, σε σχέση με τον ορισμό της έννοιας του Ξενοδοχείου, η πιο ασφαλής μέθοδος θα ήταν η πορεία από τους κανόνες δικαίου προς τα πραγματικά περιστατικά. Εάν το ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί πριν από όλα είναι εάν κατά πόσο το επίδικο υποστατικό εμπίπτει ή όχι στο πεδίο εφαρμογής του επίδικου Νόμου, τότε η πορεία θα πρέπει να είναι αντίστροφη δηλαδή από τα πραγματικά περιστατικά προς τους κανόνες δικαίου. Ο ορισμός μια έννοιας αποσκοπεί στη σύλληψη των ουσιωδών εκείνων γνωρισμάτων, τα οποία απαιτείται αλλά και αρκεί να εμφανίζει ένα μεμονωμένο αντικείμενο έτσι ώστε να υπαχθεί στην έννοια αυτή και να δηλωθεί έγκυρα με τη λέξη που τη συμβολίζει. Ο ορθός ορισμός μιας έννοιας η οποία δηλώνεται στο κείμενο του νόμου, προκύπτει από τον ίδιο τον ορισμό που επέλεξε να δώσει ο νομοθέτης στον όρο αυτό, στο ίδιο το κείμενο του Νόμου. Σε περίπτωση ασάφειας, τότε σημαντικό είναι να ανατρέξει κανείς στη βούληση του νομοθέτη και στον ίδιο το σκοπό του Νόμου, έτσι ώστε το κείμενο να ερμηνεύεται με τρόπο που να επιτρέπει την εναρμόνιση της ερμηνευόμενης διατάξεως με το σύνολο του ισχύοντος δικαίου. Στην υπό εξέταση περίπτωση λοιπόν, αυτό που καλείται να κάνει το Δικαστήριο, είναι η προσέγγιση δύο πόλων, των γεγονότων δηλαδή της υπόθεσης (συγκεκριμένα γεγονότα) με τους κανόνες δικαίου (οι οποίοι έχουν γενικό χαρακτήρα), προκειμένου να καταλήξει σε συμπεράσματα. Ο ίδιος ο Νόμος, στο άρθρο 2, δίδει τον ορισμό του Ξενοδοχείου ως ακολούθως: «Ξενοδοχείον», «ξενοδοχειακή μονάς» ή «ξενοδοχειακόν κατάστημα» σημαίνει κατάστημα εν τω οποίω παρέχεται καθ' επάγγελμα και έναντι αμοιβής εις τους εις αυτό προσερχομένους στέγη προσκαίρου διαμονής μετά ή άνευ τροφής, ενδεχομένως δε και ψυχαγωγίας·» Από την πιο πάνω ερμηνευτική διάταξη, η οποία είναι πιστεύω σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας (de claris non fit interpretatio), για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος νόμου, στο ξενοδοχείο αποδίδονται τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: ύπαρξη υποστατικού καθ΄ επάγγελμα και έναντι αμοιβής στους προσερχόμενους στέγη πρόσκαιρης διαμονής με ή χωρίς τροφή (και ενδεχομένως ψυχαγωγίας). Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, από το ίδιο το πνεύμα του Νόμου, συνάγεται ότι περικλείει στο πεδίο εφαρμογής του, όλα τα υποστατικά τα οποία φέρουν τα χαρακτηριστικά 1 έως 5 πιο πάνω, χωρίς να αναφέρεται σε οποιαδήποτε εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του, αναλόγως πχ της ιδιότητας των φιλοξενουμένων στο υποστατικό. Από τη στιγμή που διαπιστώνεται η συνδρομή των διαλαμβανόμενων στο Νόμο, τότε η αναπόφευκτη λογική είναι ότι το υποστατικό χαρακτηρίζεται ως ξενοδοχείο και ως τέτοιο πρέπει να έχει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή. Εάν επομένως το επίδικο υποστατικό φέρει τα εν λόγω χαρακτηριστικά, τότε το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι ότι πρόκειται περί ξενοδοχείου σε σχέση με το οποίο έχει εφαρμογή ο Νόμος. Το ζήτημα όμως, δεν επιλύεται από μόνη την πιο πάνω διαπίστωση σε σχέση με τον ορισμό της έννοιας του Ξενοδοχείου. Ο ίδιος ο Νόμος, στο άρθρο 5
(3), υποχρεωτικά καθορίζει ότι, «Η υπό του Οργανισμού θεώρησις της μελέτης και των σχεδίων του ξενοδοχείου αποτελεί απαραίτητον προϋπόθεσιν χορηγήσεως της οικοδομικής αδείας χωρίς να δεσμεύη την επί τούτου αρχήν, προς άσκησιν του ελέγχου της αρμοδιότητος της.» Σύμφωνα λοιπόν με τον ίδιο το Νόμο, υποχρεωτικά ο ΚΟΤ, πριν από την έκδοση άδειας οικοδομής, μελετά τα σχέδια της προτεινόμενης ανάπτυξης. Έχοντας κατά νου τη διάταξη αυτή και με μια αντίστροφη πορεία πλέον, ξεκινώντας δηλαδή, από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει το Τεκμήριο 34 και ως αφετηρία εξέτασης της υπόθεσης είναι το Τεκμήριο 34. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμου του 1969 (Ν.40/69)πριν την έκδοση άδειας οικοδομής, μελέτες και σχέδια ξενοδοχείων υποβάλλονται στον ΚΟΤ, προκειμένου να δώσει τις απόψεις του. Σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, η διαδικασία αυτή έχει ακολουθηθεί και ο ΚΟΤ, με την επιστολή του ημερομηνίας 29/72005, δήλωσε στην Πολεοδομική Αρχή ότι δεν υπάρχει ένσταση στην έκδοση άδειας οικοδομής, λόγω του ότι η λειτουργία του υποστατικού δεν εμπίπτει στη νομοθεσία και τους κανονισμούς του ΚΟΤ. Ενόψει της θέσης αυτής του ΚΟΤ, ο Δήμος Στροβόλου, ως η αρμόδια αρχή προχώρησε και εξέδωσε την άδεια οικοδομής (Τεκμήριο 16), βάση της οποίας περατώθηκε το επίδικο υποστατικό. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου, ότι η διοικητική πράξη έκδοσης της άδειας οικοδομής, έγινε κατόπιν των παραστάσεων του ΚΟΤ, ότι για τη συγκεκριμένη χρήση δεν εφαρμόζονται οι Νόμοι και Κανονισμοί του ΚΟΤ και επομένως η αρμόδια αρχή (Δήμος Στροβόλου), προχώρησε και έκδωσε την άδεια οικοδομής (Τεκμήριο 16), κατόπιν της σχετικής θέσης του ΚΟΤ. Ο διοικούμενος, εφόσον περιορίζει τη χρήση του υποστατικού στη διαμονή ατόμων που έχουν αθλητική ιδιότητα τελεί υπό την εύλογη πεποίθηση ότι είναι καθόλα συμμορφούμενος με τη χρήση του υποστατικού ως αυτή καταγράφεται στις πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής. Εάν από την άλλη, η χρήση του υποστατικού δεν είναι πλέον αυτή για την οποία έχει εκδοθεί άδεια χρήσης, τότε πλέον το αδίκημα είναι η αλλαγή εγκεκριμένης χρήσης, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφαλαίου 96: «Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)», με αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 2 και 3
(2)του Κεφαλαίου 96, το Δήμο, στον οποίο ευρίσκεται το ακίνητο. (ως προς το θέμα της αρμόδιας αρχής, σχετική είναι η The Municipality of Paphos v. Andreas Karayiorgis
(1981)2 CLR 242) Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που η επίσημη θέση της Κατηγορούσας Αρχής (Τεκμήριο 34), είναι ότι το επίδικο υποστατικό δεν εμπίπτει στους Νόμους και Κανονισμούς της, εάν όντως διαμένουν άλλα άτομα εκτός από αθλητές στο επίδικο υποστατικό, τότε πρόκειται για παράβαση της άδειας οικοδομής και για μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του υποστατικού. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της και επομένως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. Η πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου σε σχέση ως προς το ποια θα ήταν η αρμόδια αρχή, στην περίπτωση αλλαγής χρήσης, καθιστά ανούσια την περαιτέρω εξέταση του θέματος ενδεχόμενης τροποποίησης του Κατηγορητηρίου με βάση το άρθρο 85 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, περί μη ενοχής των Κατηγορουμένων, σημειώνονται τα ακόλουθα, (άνευ συσχετισμού αυτών με την κατάληξη του Δικαστηρίου). Βασική αρχή στην ποινική διαδικασία, είναι η απόδειξη της Κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από την Κατηγορούσα Αρχή. Στην παρούσα υπόθεση υπήρξε το οξύμωρο, λειτουργοί του ΚΟΤ, ο οποίος είναι η Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάζονται και σαν μάρτυρες κατηγορίας και σαν μάρτυρες υπεράσπισης. Οι πρώην υπάλληλοι του ΚΟΤ, ΜΚ1 και ΜΚ2, ήταν οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, σύμφωνα με τη μαρτυρία των οποίων η Κατηγορούσα Αρχή επιδιώκει την καταδίκη των Κατηγορουμένων. Ο Περικλέους (ΜΥ1), νυν Διευθυντής Τμήματος Διασφάλισης Ποιότητας στον ΚΟΤ, έδωσε μαρτυρία ως μάρτυρας Υπεράσπισης, καταθέτοντας μάλιστα και τεκμήρια σύμφωνα με τα οποία ο ΚΟΤ δεν έχει καμία σχέση με το επίδικο υποστατικό και ότι αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του σχετικού νόμου. Αυτή η αντιφατική στάση του ΚΟΤ και οι διιστάμενες θέσεις που έχουν παρουσιαστεί από τους λειτουργούς του, κατ΄ ελάχιστον, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα σε σχέση με τα κίνητρα της ποινικής δίωξης. Η Υπεράσπιση περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο επίδικος Νόμος και συγκεκριμένα το άρθρα 2 και 23Α, είναι αντισυνταγματικά λόγω του ότι είναι σε αντίθεση με τα άρθρα 25, 26 και 28 του Συντάγματος. Με δεδομένη τη θέση της νομολογίας, όπως έχει εκφραστεί σε σωρεία αποφάσεων ότι: (βλ. Μεταξύ άλλων Board for Registration of Architects and Civil Engineers v.Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Επιτρ. Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62.), «Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς» και εφόσον με την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, για την επίλυση της διαφοράς δεν είναι αναγκαία απόφαση επί συνταγματικότητας του Νόμου, η σχετική εισήγηση της Υπεράσπισης απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτά θα υπολογιστούν σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό. (Υπ) ................................. Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.