Δημοκρατία ν. Deyan Veskov Zhelev κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32227/14, 6/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσ
§ Την Κατηγορία 2 για σεξουαλική εκμετάλλευση ενήλικου προσώπου κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4 και 9(ε) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν. 87(Ι)/2007και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 8.3.2014 - 31.3.2014 εκπόρνευσαν την Yanita Lazarova
§ Την Κατηγορία 3 για σεξουαλική εκμετάλλευση ενήλικου προσώπου κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4 και 9(ε) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν. 87(Ι)/2007και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και συγκεκριμένα ότι σε άλλη ημερομηνία από αυτήν της Κατηγορίας 3 αλλά μεταξύ των ημερομηνιών 8.3.2014 - 31.3.2014 εκπόρνευσαν την Yanita Lazarova
§ Την Κατηγορία 4 για σεξουαλική εκμετάλλευση ενήλικου προσώπου κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4 και 9(α) και (ε) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν. 87(Ι)/2007και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 20.4.2014 - 26.4.2014 εκπόρνευσαν την Yanita Lazarova μέσω απειλών και
§ Την Κατηγορία 5 για σεξουαλική εκμετάλλευση ενήλικου προσώπου κατά παράβαση των Άρθρων 2, 4 και 9(α) και (ε) του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν. 87(Ι)/2007και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και συγκεκριμένα ότι σε άλλη ημερομηνία από αυτήν της Κατηγορίας 4 αλλά μεταξύ των ημερομηνιών 20.4.2014 - 26.4.2014 εκπόρνευσαν την Yanita Lazarova μέσω απειλών και
§ Την Κατηγορία 6 για εκμετάλλευση πόρνης κατά παράβαση των Άρθρων 164
(1)(α) και 164
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ 8.3.2014 και 31.3.2014 εν γνώσει τους απέζησαν μερικώς από τα κέρδη πορνείας που διεξήγαγε η Yanita Lazarova § Την Κατηγορία 7 για εκμετάλλευση πόρνης κατά παράβαση των Άρθρων 164
(1)(α) και 164
(3)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, και συγκεκριμένα ότι μεταξύ 20.4.2014 και 26.4.2014 εν γνώσει τους απέζησαν μερικώς από τα κέρδη πορνείας που διεξήγαγε η Yanita Lazarova § Την Κατηγορία 8 για εμπορία ενήλικου προσώπου κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6(β), 6(ε) και 15 του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.60(Ι)/2014και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και συγκεκριμένα ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 15.4.2014 και 26.4.2014 αλλά σε προγενέστερο χρόνο από το αδίκημα της Κατηγορίας 4, παρέλαβαν από τη Λάρνακα την Yanita Lazarova και τη μετέφεραν στην Επαρχία Λευκωσίας με σκοπό την εκπόρνευση της με τη χρήση βίας και
. Παραδεκτά Γεγονότα Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα εξής: ότι τα αντικείμενα που αναφέρονται στη σελίδα 6 του Εγγράφου 11 διακινήθηκαν και παραλήφθηκαν νομότυπα από τη μέρα λήψης και παραλαβής τους από την Αστυνομία μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από την Αστυνομία χωρίς να γίνει οποιαδήποτε επέμβαση σε αυτά εκτός από τις επιστημονικές εξετάσεις των οποίων έτυχαν από τον Μ.Κ.10 Δρα Μάριο Καριόλου. η ορθότητα της μεθοδολογίας που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.10 για να καταλήξει στα συμπεράσματα του Εγγράφου
- πέραν των τεκμηρίων τα οποία αναφέρονται πιο πάνω, ότι όλα τα Τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο έχουν παραληφθεί από την Αστυνομία και έχουν διακινηθεί νομότυπα και καμία επέμβαση δεν έγινε σε αυτά εκτός των επιστημονικών εξετάσεων που έγιναν από τον Δρα Μάριο Καριόλου του Ινστιτούτου Γενετικής. ότι οι Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 ενοικίασαν από το Constantinou Self Drive Cars το αυτοκίνητο μάρκας Mitsubishi Colt με αριθμό εγγραφής ZKNQ779 χρώματος ασημί μεταξύ των ημερομηνιών 31.3.2014 μέχρι 16.4.2014, και την 16.4.2014 ενοικίασαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΖΚΡΥ
- ότι η Yanita Lazarova είναι μέσης φυσιολογικής ευφυΐας. ότι η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε όσον αφορά στο αποτέλεσμα των κλινικών ψυχολόγων, το πρωτόκολλο που αφορά στο τεστ ερωτηματολόγιο ΜΜΡΙ 2 το οποίο δόθηκε στην παραπονούμενη είναι ορθό, όπως ορθό είναι και το αποτέλεσμα ότι αυτό δεν είναι έγκυρο. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ Κατά την ακρόαση προς απόδειξη της υπόθεσης η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 18 μάρτυρες, εκ των οποίων ο τελευταίος κλήθηκε μετά από σχετικό αίτημα της Υπεράσπισης, για αντεξέταση. Από τους πιο πάνω μάρτυρες, οι Μ.Κ.1, 2, 5, 6, 7, 8, 11, 14 και 17 ήσαν μέλη της Αστυνομίας και υπ΄αυτή την ιδιότητα τους ενεπλάκησαν στην διερεύνηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, οι Μ.Κ. 2 και 8 υπηρετούν στο ΤΑΕ Λευκωσίας και έλαβαν μέρος στην έρευνα στο διαμέρισμα των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις 26.4.2014, ο Μ.Κ.1 συνέλαβε την Κατηγορούμενη 2, οι Μ.Κ. 14 και 17 έλαβαν καταθέσεις, ενώ οι Μ.Κ.5 και 7 προέβησαν σε έρευνες στο διαδίκτυο. Η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε από το ΤΑΕ Λάρνακας ότι η Yanita Lazarova (εφεξης καλούμενη «η Παραπονούμενη») κρατείται παρά την θέληση της, την 26.4.2014 και περί ώρα 12.00 ομάδα μελών του ΤΑΕ Λευκωσίας στην οποία περιλαμβάνετο και ο Μ.Κ.11 μετέβη στο διαμέρισμα με αρ. 12 στην οδό Τάσσου Παπαδόπουλου 6 στον Άγιο Δομέτιο. Οι Κατηγορούμενοι τους άνοιξαν την πόρτα και στο βάθος του διαμερίσματος βρισκόταν η Παραπονούμενη, η οποία και άρχισε να κλαίει. Η Μ.Κ.6 περιέγραψε την ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης κατά την λήψη κατάθεσης από αυτήν ως κακή, έκλαιγε, ήταν νευρική, ανήσυχη και φοβισμένη ενώ, σύμφωνα με την Μ.Κ.6, η Παραπονούμενη δεν μιλούσε ούτε Αγγλικά ούτε Ελληνικά. Ο Μ.Κ.8 επίσης περιέγραψε με τον ίδιο τρόπο το πώς ανευρέθη η Παραπονούμενη στο διαμέρισμα των Κατηγορουμένων, και είπε ότι συνόδευσε αυτή στο Τμήμα, περιγράφοντας την ως πολύ ταραγμένη. Προέβη σε έρευνα του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΖΚΡΥ267, απ' όπου και παρέλαβε τεκμήρια. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μετέβησαν στο ΤΑΕ με το δικό τους αυτοκίνητο μαζί με τον Μ.Κ.11, ο οποίος συνέλαβε τον Κατηγορούμενο
- Ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάτε». Την Κατηγορούμενη 2 συνέλαβε δυνάμει Εντάλματος Συλλήψεως ο Μ.Κ.1 και αυτή απάντησε «Δεν θα πω τίποτε χωρίς την παρουσία του δικηγόρου μου». Ο Μ.Κ.17 έλαβε ανακριτικές καταθέσεις και παρειακά επιχρίσματα από αμφότερους τους Κατηγορούμενους. Κατηγόρησε αυτούς γραπτώς και ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «Δεν έχω καμία ανάμειξη με αυτά τα πράγματα» και η Κατηγορούμενη 2 «Δεν θα απαντήσω τίποτε, θα πω ότι αυτή διέμενε μόνο 4 μέρες στο σπίτι μου και ήρθε η Αστυνομία και μας πήρε εμένα και τον άντρα μου». Ο ίδιος μάρτυρας συνέλαβε τρίτο πρόσωπο επ' ονόματι Νεοκλή μετά από μαρτυρία ότι είχε αγοράσει το εισιτήριο της Παραπονούμενης και παράπονο αυτής για βιασμό. Αυτός ισχυρίστηκε ότι είναι ανίκανος προς συνουσία. Η Μ.Κ.14 ανέφερε ότι εργάζεται στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (εφεξής «ΓΚΕΠ»)και έλαβε κατάθεση από την Παραπονούμενη ενόσω αυτή βρισκόταν στο καταφύγιο. Περιέγραψε την ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης κατά τις 29 και 30.4.2014 ως άσχημη, και είπε ότι αυτή έκλαιγε, ήταν εσωστρεφής και φοβισμένη. Η 3η κατάθεση λήφθηκε μετά που προέκυψε ότι το εισιτήριο της Παραπονούμενης το είχε πληρώσει κάποιος Νεοκλής και τότε η Παραπονούμενη εξέφρασε παράπονο ότι ο προαναφερόμενος την είχε βιάσει. Η αναγνώριση της Παραπονούμενης ως θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης έγινε από τη Μ.Κ.14 με την καθορισμένη διαδικασία, και ακολούθως έγινε εισαγωγή αυτής στο καταφύγιο. Η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι εργάζεται στον Κλάδο Τηλεπικοινωνιών ως εξεταστής Δικανικού Εργαστηρίου στο Εργαστήριο Εξέτασης Ηλεκτρονικών Τεκμηρίων και εξέτασε καθ' υπόδειξη της Μ.Κ.14 δύο tablets και ένα κινητό. Από το tablet μάρκας ACER σε κόκκινη θήκη αντέγραψε τις 4 φωτογραφίες Τεκμήριο 23, και από το κινητό τηλέφωνο και την κάρτα SIM αυτού τύπωσε κατάλογο με τις επαφές (contacts) τα Τεκμήρια 24 και
- Ήταν η θέση της Μ.Κ.5 ότι ο χρήστης του tablet σίγουρα γνώριζε ότι οι φωτογραφίες Τεκμήριο 23 βρίσκονταν αποθηκευμένες σε αυτό, ένεκα του ότι είχε λάβει χώρα επεξεργασία τους με τη χρήση ειδικού προγράμματος. Η Μ.Κ.7 κατόπιν οδηγιών της Μ.Κ.14 προέβη σε έρευνα στο διαδίκτυο για την ιστοσελίδα «Escort Services Cyprus Tania 94231524» και στον λογαριασμό Facebook της Παραπονούμενης. Ο Μ.Κ.4 κ. Τάκης Μακρής ανέφερε πως είναι ο διαχειριστής των Πολυκατοικιών που βρίσκονται στην οδό Τάσσου Παπαδόπουλου αρ. 4 και 6, και ότι στις 10.10.2013 ενοικίασε το διαμέρισμα 12 στη δεύτερη πολυκατοικία, στους Κατηγορούμενους και
- Την 7.3.2014 οι Κατηγορούμενοι τον ρώτησαν κατά πόσο έχει και άλλο διαμέρισμα προς ενοικίαση και μαζί με την Παραπονούμενη επισκέφτηκαν το διαμέρισμα αρ. 24 στην οδό Τάσσου Παπαδόπουλου
- Κατά το τέλος του Μάρτη 2014 η Παραπονούμενη εγκατέλειψε το προαναφερόμενο διαμέρισμα, και ο Κατηγορούμενος 1 είπε στον Μ.Κ. 4 ότι θα πλήρωνε αυτός το ενοίκιο που αναλογούσε στην περίοδο που η Παραπονούμενη παρέμεινε εκεί. Η Μ.Κ.12 κα Νίνα Κωνσταντίνου ανέφερε ότι βοηθά τον σύζυγο της στο γραφείο ενοικιάσεων αυτοκινήτων Constantinou Self Drive Cars. Όπως είπε η Μ.Κ.12, την 31.3.2014 ήρθαν στο γραφείο οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και ενοικίασαν το αυτοκίνητο μάρκας Mitsubishi Colt με αριθμούς εγγραφής ZKNQ779 χρώματος ασημί. Πλήρωναν επί καθημερινής βάσης με μετρητά μέχρι και την 16.4.2014, όταν ενοικίασαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΖΚΡΥ
- Για τελευταία φορά οι Κατηγορούμενοι ήρθαν στο γραφείο της Μ.Κ.12 την 26.4.2014 ενώ μετά δεν απαντούσαν στα τηλεφωνήματα της. Η Μ.Κ.12 πληροφορήθηκε την 3.5.2014 ότι το αυτοκίνητο βρίσκεται στο ΤΑΕ. Ο Δρ Μάριος Καριόλου ανέφερε ότι είναι ο διευθυντής του Εργαστηρίου Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας (εφεξής Ε.ΔΙ.Γ.»), και υπό αυτήν του την ιδιότητα εξέτασε τα Τεκμήρια 3, 5, 6, 11, 12 και
- Από τα μωρομάντηλα και προφυλακτικά των Τεκμηρίων 3, 5 και 6 απομονώθηκε γενετικό υλικό άγνωστου άντρα, και από τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά γενετικό υλικό της Παραπονούμενης. Ήταν η θέση του Μ.Κ.10 ότι δεν προέκυψαν οποιαδήποτε στοιχεία σε επίπεδο γενετικού υλικού που να συνδέουν τους Κατηγορούμενους 1 και 2 με τα αντικείμενα. Ως Μ.Κ.15, 16, και 18 κλήθηκαν οι διερμηνείς κα Θεοδώρα Αμβροσίου, κα Εμιλία Στυλιανού και κα Μαργαρίτα Κωνσταντίνοβα. Η Μ.Κ.15 εκτέλεσε χρέη διερμηνέα κατά τη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων των Κατηγορουμένων 1 και 2 Τεκμήρια 39 και 41 αντίστοιχα, όπως επίσης και για τα Τεκμήρια 43, 45, 47, 49, 52 και
- Η Μ.Κ.18 μετέφρασε επίσης κατάθεση που δόθηκε από την Παραπονούμενη, και ήταν επίσης παρούσα κατά την έρευνα που έγινε στο σπίτι των Κατηγορουμένων. Η Μ.Κ.16 κλήθηκε από την Αστυνομία να εκτελέσει χρέη διερμηνέα για σκοπούς λήψης κατάθεσης από την Παραπονούμενη και στις συναντήσεις αυτής με τις ψυχολόγους και τη συνήγορο για την Κατηγορούσα Αρχή. Ήταν η θέση της Μ.Κ.16 ότι η Παραπονούμενη κατά την ώρα που έδινε καταθέσεις στην Αστυνομία ήταν πολύ ταραγμένη, φοβισμένη και έκλαιγε, ενώ μετά στις συναντήσεις με την κα Κυθραιώτου ήταν πιο ήσυχη, λόγω του ότι είχε ήδη πάει στη Βουλγαρία και βεβαιώθηκε ότι τα παιδιά της ήσαν ασφαλή. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι κατάγεται από τη Βουλγαρία και είναι μητέρα 4 παιδιών, ηλικίας 20, 17, 15 και 4 ετών, το μεγαλύτερο εκ των οποίων υποφέρει από νοητικά προβλήματα και βρίσκεται σε ίδρυμα από ηλικίας ενός έτους. Με τον σύζυγο της είναι σε διάσταση εδώ και τρία χρόνια. Η Παραπονούμενη περιέγραψε τα παιδικά της χρόνια ως δύσκολα, λόγω βίας που ασκείτο από τον πατέρα της, ενώ με την μητέρα της δεν είχε σχεδόν καμία επικοινωνία από τότε που αυτή χώρισε με τον πατέρα της, όταν η Παραπονούμενη ήταν μόλις 2 ετών. Όπως είπε, τα προβλήματα με τον σύζυγο της άρχισαν μετά την γέννηση του μικρού παιδιού τους όταν έμειναν και οι δύο άνεργοι. Πριν να γεννήσει το τρίτο της παιδί εργαζόταν ως πωλήτρια σε κατάστημα τροφίμων για 9 μήνες. Μετά που έχασε τον πατέρα και την πεθερά της, την οποία ένιωθε ως μητέρα της, η Παραπονούμενη περιήλθε σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και έτυχε ψυχιατρικής παρακολούθησης, σε ψυχιατρείο στη Σόφια ενώ της δόθηκε και φαρμακευτική αγωγή. Σήμερα εξακολουθεί να λαμβάνει το φάρμακο Remirta. Η Παραπονούμενη ανέφερε περαιτέρω ότι κατά την περίοδο που τύγχανε ιατρικής παρακολούθησης διέμενε με την αδελφή της. Όπως ανέφερε η οικονομική της κατάσταση ήταν πολύ άσχημη. Αναζητώντας δουλειά κατέληξε να εργάζεται ως συνοδός ανδρών για μία κυρία στη Βουλγαρία. Η εργασία αυτή βασικά ήταν να προσφέρεται σε άνδρες για σεξ. Την πρώτη φορά, όμως, που ήρθε πελάτης άρχισε να κλαίει και έφυγε. Όταν ηρέμησε επέστρεψε και άρχισε πλέον να εργάζεται ως πόρνη. Σε κάποιο στάδιο, ανέφερε, έλαβε ένα μήνυμα στο υπηρεσιακό της τηλέφωνο από την Κατηγορούμενη 2 η οποία την ρωτούσε αν ενδιαφέρετο για δουλειά στο εξωτερικό για να κάνει μασάζ και στοματικό έρωτα, και η Παραπονούμενη απάντησε καταφατικά. Η Κατηγορούμενη 2 της ανέφερε ότι αν έρθει στην Κύπρο θα έπαιρνε περισσότερα λεφτά. Επίσης της ανέφερε ότι εργάζετο με μια άλλη κοπέλα από την Βουλγαρία στο ίδιο μασατζίδικο και ότι επειδή έπρεπε εκείνη να πάει πίσω στη Βουλγαρία η Παραπονούμενη θα την αντικαθιστούσε. Της ανέφερε ακόμη ότι θα έμεναν μαζί και θα μοιράζονταν το ενοίκιο. Όσον αφορά το εισιτήριο της της είπε ότι θα στοίχιζε €160 και ότι θα της το αγόραζε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Την 6.3.2014 η Παραπονούμενη έφτασε στην Κύπρο και από το Αεροδρόμιο Λάρνακας την παρέλαβαν οι δύο Κατηγορούμενοι μαζί με ένα Κύπριο ηλικιωμένο άντρα στον οποίο θα εργάζετο η Παραπονούμενη. Αφού την μετέφεραν στο διαμέρισμα, όπως είπε η Παραπονούμενη ο άντρας αυτός την ανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα και σεξ χωρίς προφυλακτικό. Μετά που εκείνος έφυγε η Παραπονούμενη τηλεφώνησε κλαίγοντας στην Κατηγορούμενη 2, η οποία την επόμενη μέρα της εξήγησε ότι αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο ξεπλήρωσε το εισιτήριο της. Η Παραπονούμενη αντιλήφθηκε πλέον ότι και στην Κύπρο θα έκανε την ίδια δουλειά που έκανε προηγουμένως και στη Βουλγαρία. Όπως είπε στο Δικαστήριο, αν και αυτό δεν της άρεσε, θεώρησε ότι από τη στιγμή που ήρθε στην Κύπρο δεν είχε άλλη επιλογή. Οι Κατηγορούμενοι ακολούθως της δημιούργησαν ιστοσελίδα με το όνομα «Τάνια» στην οποία έβαλαν φωτογραφίες κάποιας άλλης κοπέλας (Τεκμήριο 17). Την 8.3.2014 η Παραπονούμενη άρχισε δουλειά και εισέπραττε η ίδια τα χρήματα από τους πελάτες, όμως μετά ερχόταν η Κατηγορούμενη 2 και τα έπαιρνε, δίνοντας της από αυτά €20 - €25 για μισή ώρα και €30 - €35 για μία ώρα. Σε κάποιο στάδιο, όπως ανέφερε η Μ.Κ.3, ένεκα του ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν τηρούσαν αυτά που της υποσχέθηκαν, η Παραπονούμενη αποφάσισε να φύγει από αυτούς και επικοινώνησε με τη φίλη της την Sandra η οποία εργαζόταν στη Λάρνακα σε μπαρ η οποία της πρότεινε να δουλέψει εκεί όπου εργαζόταν και η ίδια. Χωρίς να ενημερώσει τους Κατηγορούμενους, αφού φοβόταν ότι αυτοί δεν θα την άφηναν να φύγει, εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας της και πήγε να εργαστεί στο εν λόγω μπαρ. Τον καιρό δε που διέμενε στη Λάρνακα προσπάθησε να επικοινωνήσει με την εξαδέλφη της Μ.Κ.13, η οποία εργάζεται και διαμένει στη Λάρνακα για να της ζητήσει κάποια χρήματα και να αγοράσει εισιτήριο επιστροφής για Βουλγαρία. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στα πλαίσια της προσπάθειας αναζήτησης της Παραπονούμενης επικοινώνησαν με την οικογένεια της και ειδικά την θυγατέρα της, στέλνοντας μήνυμα ότι αν δεν επιστρέψει η Παραπονούμενη σε αυτούς θα τη σκοτώσουν. Η Κατηγορούμενη 2 δημιούργησε ένα εικονικό προφίλ στο Facebook μέσω του οποίου προσέγγισε την Μ.Κ.3, και, αφού της αποκαλύφθηκε, της είπε να κοντά τους ώστε να βγάλει κάποια χρήματα και να επιστρέψει στη Βουλγαρία. Η Παραπονούμενη συμφώνησε παρόλο που φοβόταν. Πήγε στις Φοινικούδες και περίμενε τους Κατηγορούμενους, αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και πήρε ένα ταξί για να φύγει και να πάει σε ένα φίλο της στα Λατσιά. Ισχυρίστηκε, όμως, ότι οι Κατηγορούμενοι ανέκοψαν το ταξί και ότι ο Κατηγορούμενος 1 την τράβηξε από μέσα βάζοντας την στο δικό του αυτοκίνητο, με το οποίο την μετέφεραν στη συνέχεια στη Λευκωσία. Κατά τη διαδρομή ο Κατηγορούμενος αρ. 1 της έλεγε ότι θα πρέπει να ευχαριστεί την Κατηγορούμενη αρ. 2 που δεν την σκοτώνει. Στη Λευκωσία πλέον οι Κατηγορούμενοι τοποθέτησαν την Παραπονούμενη στο δικό τους διαμέρισμα, όπου και την εξανάγκαζαν να κάνει σεξ με πελάτες. Έμεινε εκεί 4-5 μέρες μέχρι τις 26.4.
- Λόγω δε του ότι αυτή έκλαιγε και οι πελάτες έφευγαν, την απειλούσαν ότι αν δεν σταματήσει να κλαίει θα την κάνουν ναρκομανή και ότι θα την πουλήσουν σε κάποια Βουλγάρα, καθώς και ότι θα κάνουν την θυγατέρα της ναρκομανή και πόρνη. Της έκλεψαν δε και την ταυτότητα της. Την 25.4.2014 το βράδυ η Παραπονούμενη έστειλε ένα μήνυμα στη ξαδέλφη της Galina (Μ.Κ.13) η οποία διέμενε στη Λάρνακα λέγοντας της ότι βρίσκεται σε κίνδυνο, ότι οι Κατηγορούμενοι την κρατούν κλειδωμένη και θέλουν να την σκοτώσουν, και ζήτησε από εκείνη να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Το Σάββατο 26.4.2014 η Μ.Κ.13 της έστειλε μήνυμα ότι θα ερχόταν η Αστυνομία και της ζήτησε να τους ειδοποιήσει πότε θα βρίσκονταν στο διαμέρισμα, πράγμα που η Παραπονούμενη έκανε. Όταν η πόρτα κτύπησε οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 την έκλεισαν στο δωμάτιο, απ' όπου άκουσε την Αστυνομία. Τότε η Παραπονούμενη άνοιξε την πόρτα και η Αστυνομία την μετέφερε στον Σταθμό όπου και έδωσε καταθέσεις. Η Παραπονούμενη τόνισε πως ό,τι κατέθεσε στο Δικαστήριο τα είχε αναφέρει προηγουμένως στην εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Εξήγησε ότι ο λόγος ήταν επειδή είχε πάει στη Βουλγαρία, είχε δει την οικογένεια της, ηρέμησε, ήξερε ότι οι Κατηγορούμενοι ήταν υπό κράτηση και δεν μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε στους συγγενείς της. Κυρίως, τόνισε, εμπιστεύτηκε την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν φοβόταν να πει όλη την αλήθεια ξέροντας ότι εκείνη δεν θα την κατέκρινε για τη ζωή της για την οποία ντρέπεται. Η Μ.Κ.13 Galina Zlateva ανέφερε ότι είναι ξαδέλφη της Παραπονούμενης και διαμένει στη Λάρνακα. Με την Παραπονούμενη μιλούσαν τηλεφωνικώς μετά που η τελευταία ήρθε στην Κύπρο. Όπως ισχυρίστηκε η Μ.Κ.13 είχε αντιληφθεί ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν καλά, αλλά αυτή της είπε ότι θα έπρεπε να τα πουν από κοντά. Την Τετάρτη 9.4.2014 η Παραπονούμενη πήρε την Galina τηλέφωνο τρεις φορές μεταξύ των ωρών 22.30 και 23.00, αλλά αυτή δεν μπόρεσε να απαντήσει. Την Μεγάλη Πέμπτη η Παραπονούμενη της έστειλε γραπτό μήνυμα στο κινητό ζητώντας της να τη βοηθήσει να προβεί σε κράτηση εισιτηρίου ένεκα του ότι έπρεπε επειγόντως να φύγει από την Κύπρο. Στις 25.4.2014 η Παραπονούμενη της έστειλε άλλο μήνυμα στο οποίο έλεγε «Galina βοήθησε με, με απήγαγαν, τηλεφώνησε στην Αστυνομία, με έκαναν πόρνη, με κρατούν σε ένα διαμέρισμα, μου έκλεψαν την ταυτότητα μου, θέλουν να με σκοτώσουν». Σε ανταλλαγή περαιτέρω μηνυμάτων η Παραπονούμενη είπε στην Μ.Κ.13 ότι αυτοί που την κρατούν είναι ένα ζευγάρι Βούλγαροι, και της εξήγησε που βρίσκεται το κτίριο όπου κρατείται. Η Μ.Κ.13 τότε πήγε στην Αστυνομία και το δήλωσε, ενώ μέσω σειράς άλλων μηνυμάτων (Τεκμήριο 35) έγινε κατορθωτός ο εντοπισμός της Παραπονούμενης από την Αστυνομία. Η Μ.Κ.13 ανέφερε περαιτέρω ότι, μετά που η Παραπονούμενη είχε εισαχθεί στο καταφύγιο, είδε το προφίλ της τελευταίας στο Facebook, και ενημέρωσε τότε την Παραπονούμενη ότι κάποιος επεμβαίνει σε αυτό. Η Μ.Κ.9 Δρ Φωτούλα Λεοντίου ανέφερε ότι είναι Κλινική Ψυχολόγος και Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στα πλαίσια των καθηκόντων της ασχολείται με θύματα εμπορίας προσώπων. Επεξήγησε στο Δικαστήριο τους παράγοντες που διαδραματίζουν ρόλο για να καταστεί άτομο θύμα εμπορίας, και διατύπωσε την άποψη ότι το βασικότερο εργαλείο στη διαπίστωση αυτού είναι η Ψυχοδιαγνωστική Συνέντευξη. Η Παραπονούμενη παραπέμφθηκε από την Αστυνομία για αξιολόγηση, η οποία έγινε από την ίδια και την κα Μάρτια Λοϊζίδου. Έλαβαν χώρα τρεις συναντήσεις με την Παραπονούμενη στις οποίες αυτή αναφέρθηκε στην παιδική της ηλικία και στην βία που είχε ζήσει στα χέρια του πατέρα της, και στην κακή σχέση που είχε μετέπειτα με τον σύζυγο της. Όπως είπε η Μ.Κ.9, η Παραπονούμενη της ανέφερε ότι είχε έρθει στην Κύπρο για οικονομικούς λόγους μετά από πρόταση που της έγινε μέσω Facebook από την Κατηγορούμενη 2, καθώς και ότι γνώριζε ότι πιθανόν να χρειάζετο να κάνει σεξ. Πίστευε όμως ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε την εξαίρεση. Η Παραπονούμενη ανέφερε επίσης ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 την μετέφεραν σε ένα διαμέρισμα όπου την εξανάγκαζαν να δουλεύει ως πόρνη, καθώς και ότι δεχόταν απειλές. Η Μ.Κ.9 περιέγραψε τα πρωτόκολλα των τεστ στα οποία υπεβλήθη η Παραπονούμενη, και το πώς οι ψυχολόγοι έφτασαν στα συμπεράσματα τους από την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων αυτών. Επεξήγησε ότι το μη έγκυρο αποτέλεσμα στο τεστ ΜΜΡΙ-2 είναι ερμηνεύσιμο ως προς τη στάση της Παραπονούμενης, αλλά όχι την παθολογία της. Η κύρια στάση της Παραπονούμενης στο τεστ αυτό ήταν η απαισιοδοξία και η αίσθηση ότι δεν μπορεί να προχωρήσει σε ένα σχεδιασμό ο οποίος να τη βγάλει από τα προβλήματα της. Αποτέλεσε συμπέρασμα της Δρος Λεοντίου ότι η Παραπονούμενη είχε περισσότερα αισθήματα ενοχής παρά θυμού ή διάθεσης για εκδίκηση. Όπως είπε, πρόκειται για άτομο μέσης φυσιολογικής ευφυΐας, άτομο που σε όλη του τη ζωή είχε σχέσεις κακοποιητικές, παρουσιάζει συμπτώματα αγχώδους διαταραχής και αποπροσωποίησης, ήτοι απόσταση από συναίσθημα σε σχέση με τα γεγονότα. Χαρακτήρισε την Παραπονούμενη ως άτομο τραυματισμένο. Η Μ.Κ.9 εξήγησε ότι τα θύματα εμπορίας συχνά αισθάνονται ενοχές και ντροπή και αποφεύγουν να τα πουν όλα. Θεωρεί ότι η Παραπονούμενη δεν έκανε αναφορά σε γεγονότα τα οποία της ήταν τραυματικά, όπως η ύπαρξη του μεγάλου ιδρυματοποιημένου παιδιού της, ενώ από ανησυχία πως θα τη δουν οι άλλοι, έκρυβε όλα αυτά για τα οποία ντρεπόταν. Όσον αφορά στα φάρμακα, ήταν θέση της Μ.Κ.9 ότι η Παραπονούμενη μπορεί μεν να θεωρούσε ότι βρισκόταν υπό φαρμακευτική αγωγή, πλην όμως η φύση των φαρμάκων είναι τέτοια που επέβαλλε τη συστηματική ορθή λήψη αυτών για να δράσουν. Η Παραπονούμενη απέφευγε τη λήψη του ενός φαρμάκου και έκοβε κομμάτια από το άλλο λόγω του ότι δεν είχε πολλά, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μην θεωρείται ότι ευρίσκετο σε κανονική δόση θεραπείας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Μετά που οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία και τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, επέλεξαν αμφότεροι να προβούν σε ανόμωτες δηλώσεις, ενώ κάλεσαν και μάρτυρες. Ο Κατηγορούμενος 1 δήλωσε ότι δεν έχει κάνει όσα αναφέρονται στο Κατηγορητήριο, δεν είναι ένοχος, και εξέφρασε πίστη στη δικαιοσύνη και στην πραγματική αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Ως Μάρτυρας Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1 κλήθηκε ο κ. Μάριος Κωνσταντίνου, Κλινικός Ψυχολόγος με ειδικότητα στη Δικανική Νευροψυχολογία. Επεξήγησε γενικώς τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η εξαγωγή συμπερασμάτων από τον Ψυχολόγο. Ο Μ.Υ.1
(1)δέχτηκε ότι το τεστ Μινεσσότα είναι από τα πιο διαδεδομένα τεστ προσωπικότητας, ισχυρίστηκε όμως ότι, όταν οι κλίμακες εγκυρότητας δείχνουν ότι το τεστ είναι αναξιόπιστο, ένας ψυχολόγος δεν μπορεί να προχωρήσει στην εξαγωγή οποιουδήποτε άλλου συμπεράσματος από αυτό. Η Κατηγορούμενη 2, στη δική της ανόμωτη δήλωση, ανέφερε ότι είναι αθώα και δεν έχει κάνει τα όσα αναγράφονται στο Κατηγορητήριο. Είπε ότι όλα όσα ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη τα έκανε από μόνη της. Και αυτή εξέφρασε την πίστη της στη δικαιοσύνη, στα ίσα δικαιώματα και στο δικαίωμα υπεράσπισης. Η πλευρά της Κατηγορούμενης 2 κάλεσε 5 μάρτυρες. Η κα Μαρία Χριστοδούλου Μ.Υ.2
(3)Λειτουργός Ευημερίας κλήθηκε από το ΤΑΕ όταν η Παραπονούμενη εισήχθη στο καταφύγιο, ενώ η κα Παναγιώτα Σάκκαλου Μ.Υ.2
(4)Λειτουργός ήταν καθήκον κατά την επανεισδοχή της Παραπονούμενης σε αυτό τον Μάρτιο 2015. Η κα Μελίνα Περικλέους Μ.Υ.2
(1)Λειτουργός στο Καταφύγιο για σκοπούς σύνδεσης των θυμάτων με τις διάφορες υπηρεσίες ήταν παρούσα κατά την εισαγωγή της Παραπονούμενης στο καταφύγιο όταν αυτή έδωσε συγκατάθεση για αξιολόγηση από ψυχολόγο. Όπως είπε, η Παραπονούμενη λάμβανε ως επίδομα το ποσό των €17 εβδομαδιαίως ενώ το εισιτήριο για επιστροφή στη Βουλγαρία στοίχισε €168. Η κα Βούλα Κολοκοτρώνη Μ.Υ.2
(2)Συντονίστρια στο καταφύγιο επιβεβαίωσε ότι η Παραπονούμενη έλαβε το συνολικό ποσό των €68, ενώ η κα Χέλεν Παναγιωτίδου Μ.Υ.2
(5)Ιδρυματική Λειτουργός στο καταφύγιο ανέφερε ότι η Παραπονούμενη τον Μάρτιο 2015 έμεινε για μια εβδομάδα στο καταφύγιο, περίοδο κατά την οποία δεν την επισκέφτηκε κανείς, αλλά ούτε και η ίδια είχε κάποια συγκεκριμένη συνομιλία μαζί της. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων αξιολογήθηκε με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, καθοδηγούμενοι από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν πιο κάτω. Γενικά έχουμε αξιολογήσει τη μαρτυρία στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και σε καμία περίπτωση μικροσκοπικά ή αποσπασματικά[1] με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε έχοντας υπόψη όχι μόνο το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για την Υπεράσπιση αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Κρίνουμε σκόπιμο όπως η αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μαρτύρων Κατηγορίας μη γίνει με τη σειρά που αυτοί κατέθεσαν στο Δικαστήριο, αλλά στη βάση ενοτήτων και μίας κατά το δυνατόν χρονολογικής σειράς εξέλιξης γεγονότων. Α. Έρευνα στο διαμέρισμα των Κατηγορουμένων 1 και 2 Έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή τους Μ.Κ.2, 6, 8 και 11 διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μέλη του ΤΑΕ Λευκωσίας τα οποία υπό την υπηρεσιακή τους ιδιότητα μετέβησαν στις 26.4.2014 στο διαμέρισμα των Κατηγορουμένων 1 και 2, όπου και εντοπίστηκε η Παραπονούμενη. Εκεί παρελήφθησαν διάφορα αντικείμενα για εξετάσεις και λήφθηκε αριθμός φωτογραφιών τόσο του εσωτερικού χώρου του διαμερίσματος όσο και των διαφόρων αντικειμένων που παρελήφθησαν (βιβλιάριο φωτογραφιών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). Όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες έδωσαν μαρτυρία με σαφήνεια, ενώ η περιγραφή που ένας έκαστος έδωσε των διαδραματισθέντων συνέπιπτε με αυτήν που έδωσαν οι άλλοι. Ουδείς εκ των Μ.Κ.2, 6, 8 ή 11 κλονίστηκε από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθησαν. Τους θεωρούμε όλους αξιόπιστους και ειλικρινείς, και η μαρτυρία αυτών γίνεται δεκτή. Β. Σύλληψη των Κατηγορουμένων και Λήψη Καταθέσεων Ο Μ.Κ.1 υπήρξε ένας τυπικός μάρτυρας, η εμπλοκή του οποίου ουσιαστικά συνίστατο στην σύλληψη της Κατηγορουμένης
- Ο Μ.Κ.1 δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Κατηγορούμενο 1, ενώ η αντεξέταση του από τον συνήγορο της Κατηγορουμένης 2 περιορίστηκε στην προσπάθεια απόδειξης της θέσης της Κατηγορουμένης 2 ότι αυτή μεταφέρθηκε με χειροπέδες και δια της βίας στο ΤΑΕ προ της συλλήψεως της και ότι συνελήφθη παράνομα και ακολούθως εκδόθηκε το ένταλμα σύλληψης. Η θέση αυτή, όμως, παρέμεινε μετέωρη, αφού καμία μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς Υπεράσπισης που να την υποστηρίζει, ενώ ο Μ.Κ.1 παρέμεινε σταθερός στην δική του εκδοχή, την οποία και αποδεχόμαστε. Ο Μ.Κ.17 επεξήγησε με ικανοποιητικό τρόπο το λάθος που είχε γίνει με την συμπλήρωση των λανθασμένων στοιχείων στα Τεκμήρια 48 και
- Ούτως ή άλλως, η παράλειψη αυτή δεν επηρεάζει τα ευρήματα μας όσον αφορά στα επίδικα γεγονότα. Σημειώνουμε ότι ο Μ.Κ.17 επιβεβαίωσε τα όσα η Παραπονούμενη είπε στο Δικαστήριο αναφορικά με το τι αποκάλυπτε η ίδια σε κάθε κατάθεση, ενώ λογική ήταν και η τοποθέτηση του Μ.Κ.17 ότι δεν αποτελεί αρμοδιότητα της Αστυνομίας να αξιολογεί την αξιοπιστία μάρτυρα. Παρατηρούμε επίσης ότι μέρος της αντεξέτασης του Μ.Κ.17 αναλώθηκε σε προσπάθεια να καταδειχθεί ότι η διερμηνέας που μετέφρασε την κατάθεση της Παραπονούμενης δεν είχε τα προσόντα να το πράξει, θέση η οποία επίσης παρέμεινε μετέωρη, και είναι ούτως ή άλλως άνευ ουσίας δεδομένου ότι δεν αποτέλεσε θέση της Παραπονούμενης ότι διαφωνούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα όσα κατέγραφαν οι καταθέσεις της, οι οποίες να σημειώσουμε ότι δεν τέθηκαν ενώπιον μας ως Τεκμήρια. Ρωτήθηκε επίσης για το λόγο που δεν διώχθηκε το τρίτο άτομο που είχε συλληφθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ονόματι Νεοκλής Κυριάκου - για τον οποίο η Παραπονούμενη είχε ισχυριστεί ότι την είχε βιάσει - και έδωσε, κατά την άποψη μας, πειστικές εξηγήσεις. Μάλιστα δεν είχε καμία δυσκολία ή ενδοιασμό να παραδεχθεί ότι με τα σημερινά δεδομένα η απόφαση αυτή ήταν λανθασμένη. Το ίδιο ειλικρινής και κατατοπιστικός ήταν και σε σχέση με το περιεχόμενο της εισήγησης που είχε κάνει για τον παραπέρα χειρισμό της υπόθεσης υπό το φως των δεδομένων που είχε τότε ενώπιον του. Ήτοι το ότι η Παραπονούμενη είχε επαναπατρισθεί και οι Κατηγορούμενοι θα απελαύνοντο. Η αντεξέταση της Μ.Κ.14 επικεντρώθηκε στη διακίνηση των Τεκμηρίων, η νομιμότητα της οποίας και τελικώς έγινε παραδεκτή, ενώ επίσης έγινε προσπάθεια προσβολής της αξιοπιστίας της Παραπονούμενης και μέσω της Μ.Κ.
- Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.14 για τη λήψη των καταθέσεων από την Παραπονούμενη, δεν μπορεί παρά να παρατηρηθεί ότι η Μ.Κ.14 επεξήγησε, με τρόπο που συνάδει με τα όσα ανέφερε τόσο η Παραπονούμενη όσο και η Δρ Φωτούλα Λεοντίου, το γιατί η Παραπονούμενη να αποκρύψει πράγματα. Σημειώνουμε επίσης ως λογική την απάντηση της Μ.Κ.14 ότι δεν την αφορά το κατά πόσον η Παραπονούμενη ήταν πόρνη στη χώρα της πριν από τα επίδικα γεγονότα, αφού αυτό που είχε σημασία ήταν η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και το κατά πόσον οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εξώθησαν την Παραπονούμενη στην πορνεία. Παρά την θέση της Υπεράσπισης, δεν έχουμε πειστεί ότι η έρευνα στην οποία προέβη η Μ.Κ.14 δεν ήταν αμερόληπτη. Το αντίθετο διαπιστώσαμε. Ως αποτέλεσμα τα όσα η Μ.Κ.14 ανέφερε αποδεχόμαστε. Γ. Έρευνες στο διαδίκτυο Ο ρόλος των Μ.Κ.5 και 7 περιορίστηκε στη διενέργεια έρευνας στο διαδίκτυο κατόπιν ρητών οδηγιών της Μ.Κ.
- Αμφότερες έδωσαν τυπική μαρτυρία, ενώ η αντεξέταση τους ήταν επί γενικών και, σε πολλά σημεία, άσχετων θεμάτων. Τα όσα οι Μ.Κ.5 και 7 ανέφεραν αποδεχόμαστε. Δ. Ενοικιάσεις διαμερισμάτων και αυτοκινήτων Οι Μ.Κ.4 και 12 ήσαν αντικειμενικοί μάρτυρες και δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε κίνητρο από μέρους τους για παραποίηση γεγονότων. Εν πάση περιπτώσει οι ενοικιάσεις των αυτοκινήτων από μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2 έγιναν παραδεκτές. Ούτε και ο Μ.Κ.4 αντεξετάστηκε επί της ουσίας της μαρτυρίας του. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι ο Μ.Κ.4 επιβεβαίωσε την θέση της Παραπονούμενης ότι το συμβόλαιο ενοικίασης Τεκμήριο 19 πήρε ο Κατηγορούμενος 1, ενώ η αναφορά του Μ.Κ.4 ότι δεν έλαβε κανένα ενοίκιο από την Παραπονούμενη καταρρίπτει την εκδοχή που υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ότι οι Κατηγορούμενοι της έπαιρναν τα χρήματα ώστε να πληρώσουν τα ενοίκια της. Σε ό,τι αφορά τη θέση της Υπεράσπισης, ότι η Μ.Κ.12 απειλήθηκε από την Αστυνομία για παράνομη εργασία και μη καταβολή κοινωνικών ασφαλίσεων, την οποία η μάρτυρας ευθαρσώς απέρριψε, επισημαίνουμε ότι παρέμεινε και αυτή μετέωρη και ανεδαφική. Επιπλέον έχει αντικρουστεί από τη μαρτυρία του Μ.Κ.17 ο οποίος ήταν και ο μάρτυρας που έλαβε την κατάθεση της Μ.Κ.12 όταν ρωτήθηκε σχετικά στην κυρίως εξέταση και χωρίς το ζήτημα αυτό να απασχολήσει διόλου την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του. Ε. Μεταφράσεις Σε σχέση με την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν οι διερμηνείς Μ.Κ.15, 16 και 18, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν καταδείχθηκε στο Δικαστήριο από πλευράς Υπεράσπισης εσφαλμένη μετάφραση σε βαθμό που να έχει επηρεάσει την ουσία. Κάποια λάθη και απροσεξίες της Μ.Κ.15 στις καταθέσεις των Κατηγορουμένων 1 και 2 διορθώθηκαν κατά την μαρτυρία της, και η Μ.Κ.15 ξεκαθάρισε ότι οι καταγραφείσες απαντήσεις όντως δόθηκαν από τους Κατηγορούμενους. Σε σχέση με τη Μ.Κ.16 θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι σε αυτήν τέθηκαν υποβολές περί λανθασμένης μετάφρασης, αλλά και ότι υπήρξε επηρεασμός της Παραπονούμενης από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, οι οποίες παρέμειναν όλες μετέωρες και αναπόδεικτες. Δεν μπορεί επίσης να μην σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.16 ζητείτο από αυτή να αναφέρει κατά πόσον υπήρχαν αντιφάσεις μεταξύ των όσων η Παραπονούμενη ανέφερε στις Ψυχολόγους και στην Αστυνομία, θέμα που δεν αποτελεί αρμοδιότητα διερμηνέα. Η δε Μ.Κ.18 έδωσε μίαν παντελώς τυπική μαρτυρία, και υποβλήθηκε σε μίαν άνευ ουσίας αντεξέταση. Κατ' επέκταση, με τις πιο πάνω σημειώσεις, τη μαρτυρία των Μ.Κ.15, 16 και 18 αποδεχόμαστε. Στ. Μαρτυρία Μ.Κ.13 Η Μ.Κ.13 έδωσε την εντύπωση της ειλικρινούς και αυθόρμητης μάρτυρος η οποία με άνεση και φυσικότητα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτά που γνώριζε, η δε μαρτυρία της συνάδει πλήρως με τα όσα ανέφεραν οι Αστυφύλακες του ΤΑΕ για τα γεγονότα. Ειδικότερα, όμως, σημειώνουμε τα εξής: Το γεγονός ότι η Μ.Κ.13 γνώριζε ότι η Παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο στις 6.3.2014, αλλά η τελευταία δεν της είπε ούτε που έμενε ούτε και τι δουλειά έκανε, συνάδει με τα όσα ανέφερε η Παραπονούμενη, αλλά και επεξήγησε η Δρ Λεοντίου ως συνηθισμένη αντίδραση θυμάτων εμπορίας. Η προσπάθεια που έγινε μέσω της αντεξέτασης της Μ.Κ.13 να καταδειχθεί ότι η Παραπονούμενη είπε ψέματα για το παρελθόν της απέτυχε. Αντίθετα αυτά που η Μ.Κ.13 κατέθεσε επιβεβαιώνουν τα όσα προέβαλε ενώπιον μας η Παραπονούμενη. Η Μ.Κ.13 υποστήριξε το αληθές των όσων είπε η Μ.Κ.3, δίδοντας αυθόρμητες απαντήσεις σε όλες τις σχετικές ερωτήσεις. Μάλιστα η Μ.Κ.13 περιέγραψε ότι η Παραπονούμενη δεν ήθελε να της πει λεπτομέρειες για τη ζωή της και ότι ντρεπόταν. Σημειώνουμε δε ότι η θέση της Μ.Κ.13 ήταν ότι η Παραπονούμενη δεν της είχε πει ψέματα, αλλά απλώς παρέλειψε να της πει ορισμένα πράγματα, θέση η οποία συνάδει πλήρως με τα όσα εξήγησε στο Δικαστήριο η ψυχολόγος Μ.Κ.
- § Από τα γραπτά μηνύματα που η Παραπονούμενη έστειλε στο κινητό της Μ.Κ.13 προκύπτει η πεποίθηση της πρώτης ότι κινδύνευε άμεσα, αλλά και το πόσο τρομαγμένη ήταν. Ζ. Μαρτυρίες Εμπειρογνωμόνων Μ.Κ.9 και 10 και Μ.Υ.1
(1)Τόσο ο Δρ Μάριος Καριόλου, όσο και η Δρ Φωτούλα Λεοντίου από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, αλλά και ο κ. Μάριος Κωνταντίνου από πλευράς Κατηγορουμένου 1 κλήθηκαν στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα τους ως εμπειρογνωμόνων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας των οποίων ρυθμίζεται βάσει των αρχών που προκύπτουν από τη Νομολογία. Ως εκ τούτου, προέχει η εξέταση του κατά πόσο οι μάρτυρες αυτοί έχουν τα σχετικά προσόντα για να θεωρηθούν όντως εμπειρογνώμονες, ούτως ώστε να αξιολογηθεί και η βαρύτητα της μαρτυρίας τους. Όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολ. Εφ. 316/2010 ημερ. 21.2.2013, όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «. . . να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην υπόθεση Kayat (ανωτέρω), προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη [3]. Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Τα προσόντα του Μ.Κ.10 δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Υπεράσπισης, ενώ αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός ότι η μεθοδολογία που ο Δρ Καριόλου χρησιμοποίησε ήταν ορθή. Ως Έγγραφο 10 κατατέθηκε και υιοθετήθηκε το βιογραφικό σημείωμα του Μ.Κ.10, στο οποίο καταγράφονται τόσο τα ακαδημαϊκά του προσόντα, όσο και η πολύχρονη και ευρεία εμπειρία αυτού στον τομέα σε σχέση με τον οποίο έδωσε μαρτυρία. Δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να δεχτούμε τον Μ.Κ.10 ως εμπειρογνώμονα σε σχέση με την επιστημονική εξέταση των Τεκμηρίων που αναφέρεται στο Έγγραφο
- Πέραν τούτου, ο Μ.Κ.10 έθεσε όλο το αναγκαίο υπόβαθρο και δεδομένα ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι ο Μ.Κ.10 δεν αντεξετάστηκε από τον κ.Παφίτη, ενώ κατά την αντεξέταση του από τον κ. Καρεκλά δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση των ευρημάτων αυτού. Συνεπώς, τα όσα ο Μ.Κ.10 ανέφερε γίνονται δεκτά ως ευρήματα μας. Η Δρ Φωτούλα Λεοντίου κατέθεσε ως Έγγραφο 8 βιογραφικό σημείωμα, από το οποίο φαίνεται ότι κατέχει πτυχίο στην Ψυχολογία με ειδίκευση στην Κλινική Ψυχολογία και Ψυχοδιαγνωστική, Μεταπτυχιακό στην Κλινική Ψυχολογία και Ψυχοδιαγνωστική και Διδακτορικό στην έδρα της Κλινικής Ψυχολογίας. Έχει προβεί σε δημοσιεύσεις και ερευνητικές εργασίες με θέμα την διαταραχή ταυτότητας. Πέραν τούτων, έχει εκτενή και πολύχρονη πείρα ως Κλινική Ψυχολόγος και εξέτασε σχεδόν όλα τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης στην Κύπρο, τα οποία αριθμούνται σε πέραν των
- Αποτελεί συναφώς κατάληξη μας ότι η Δρ Φωτούλα Λεοντίου θεωρείται εμπειρογνώμονας για θέματα ψυχολογίας θυμάτων εμπορίας προσώπων. Όσον αφορά τη μαρτυρία της Μ.Κ.9, αρχικά τονίζουμε ότι η μαρτυρία η οποία προέρχεται από ειδήμονα ψυχίατρο ή ψυχολόγο εξετάζεται και η αποδοχή ή απόρριψη της μαρτυρίας του αποφασίζεται από το Δικαστήριο ανάλογα με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Ειδικότερα ερευνάται ο στόχος τέτοιας μαρτυρίας. Απαραβίαστη είναι η αρχή πως η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία, περί ενοχής ή μη του Κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής επέμβαση σ' αυτό το έργο[4]. Η Μ.Κ.9 μας έκανε εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας, έδωσε τεκμηριωμένες και σαφείς απαντήσεις σε όλα τα θέματα που της τέθησαν, και περιορίστηκε στα θέματα της ειδίκευσης της. Κατ' αρχάς έχουμε ικανοποιηθεί πλήρως ότι η Μ.Κ.9 προέβη σε μια ολοκληρωμένη εξέταση της Παραπονούμενης και ότι στα πλαίσια αυτής χρησιμοποίησε με κάθε δυνατό επαγγελματισμό διεθνώς αναγνωρισμένες μεθόδους και επιστημονικά εργαλεία διερεύνησης της ψυχολογικής κατάστασης. Περαιτέρω η Μ.Κ.9 μας έκανε πολύ καλή εντύπωση τόσο για την επιστημονική προσέγγιση που είχε στη διατύπωση των θέσεων της όσο και για τον απλό και κατανοητό τρόπο με τον οποίο μετέφερε στο Δικαστήριο τις θέσεις της δίδοντας, εκεί όπου χρειαζόταν, την αναγκαία τεκμηρίωση και επεξήγηση. Η γνώμη που εξέφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου στηριζόταν πάνω σε δεδομένα που με σαφήνεια και θετικότητα έδωσε στο Δικαστήριο, ούτως ώστε το Δικαστήριο με αυτό τον τρόπο να μπορεί να ελέγξει τη γνώμη της και να είναι σε θέση να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με αυτή. Με σαφήνεια αναφέρθηκε στο είδος της αξιολόγησης της ψυχολογικής κατάστασης της Παραπονούμενης και στα μέσα που χρησιμοποίησε για τον σκοπό αυτό, ήτοι τη ψυχοδιαγνωστική κλινική συνέντευξη και τα πρωτόκολλα, των τεστ στα οποία υπεβλήθη η Παραπονούμενη, και το πως οι ψυχολόγοι έφτασαν στα συμπεράσματα τους από την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων αυτών. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η επεξήγηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς του θύματος από πλευράς ειδικού ψυχολόγου εμπίπτει στο πεδίο της πραγματογνωμοσύνης της. Καθ' όλη τη διάρκεια της κατάθεσης της ενώπιον του Δικαστηρίου η μάρτυρας αυτή κατάφερε να επεξηγήσει πλήρως, χρησιμοποιώντας τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τη συμπεριφορά και τις αναφορές στις οποίες είχε προβεί η Παραπονούμενη κατά τη διάρκεια των προσωπικών συνεντεύξεων που είχε μαζί της αλλά και διάφορες συμπεριφορές και ενέργειες της Παραπονούμενης που της τέθηκαν εν είδει υποθετικών σεναρίων (assumed facts) για να εκφέρει την άποψη της. Ξεκαθαρίζουμε από την αρχή ότι σε καμία περίπτωση δεν στηριζόμαστε στη μαρτυρία της Μ.Κ.9 ως ενισχυτική εκείνης της Παραπονούμενης ως προς τη διάπραξη ή όχι αδικήματος και από ποιον. Η κύρια χρησιμότητα της μαρτυρίας της Μ.Κ.9 έγκειται στο γεγονός ότι δίδει επιστημονικές εξηγήσεις σε σχέση με συγκεκριμένες συμπεριφορές και στάση της Παραπονούμενης που της τέθηκαν, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σημειώνουμε ότι η αντεξέταση της Μ.Κ.9 δεν φάνηκε να έχει κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά συνιστούσε σε μεγάλο βαθμό μία αόριστη προσπάθεια αμφισβήτησης επί παντός θέματος. Πέραν των πιο πάνω, από τα όσα η Μ.Κ.9 ανέφερε στο Δικαστήριο σημειώνουμε τα εξής: Η Μ.Κ.9 επεξήγησε με πλήρη και σαφή τρόπο την μεθοδολογία την οποία χρησιμοποίησε για την αξιολόγηση της Παραπονούμενης, ενώ αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός το εύρημα της ότι η Παραπονούμενη είναι μέσης φυσιολογικής ευφυΐας, καθώς και ότι η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε όσον αφορά στο αποτέλεσμα των κλινικών ψυχολόγων, ότι το πρωτόκολλο που αφορά στο τεστ ερωτηματολόγιο ΜΜΡΙ 2 το οποίο δόθηκε στην Παραπονούμενη είναι ορθό, όπως ορθό είναι και το αποτέλεσμα ότι αυτό δεν είναι έγκυρο. Επεξήγησε με απόλυτα κατατοπιστικό και διαφωτιστικό τρόπο ότι το Ερωτηματολόγιο Προσωπικότητας Μινεσότα (MMPI-2) που χορηγήθηκε στην Παραπονούμενη δεν ήταν έγκυρο ως προς την ερμηνεία των κλινικών κλιμάκων που αφορούν την ψυχοπαθολογία διευκρινίζοντας παράλληλα ότι το μη έγκυρο αποτέλεσμα του έχρηζε ερμηνείας σε σχέση με τη στάση της αξιολογούμενης. Έπεισε ότι δεν τέθηκε θέμα κακής μετάφρασης κατά την συνέντευξη, αφού ήταν λογική η θέση της ότι αυτά που άκουσε συνήδαν με την ιστορία του ανθρώπου που είχε απέναντι της. Οι δε ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση για αυτό το θέμα δεν βασίστηκαν σε κάποια δεδομένα αλλά υπήρξαν εντελώς θεωρητικές. Υπενθυμίζουμε εδώ τις μετέωρες και ατεκμηρίωτες υποβολές της Υπεράσπισης προς τη διερμηνέα Μ.Κ.16 - η οποία χρησιμοποιήθηκε στις συναντήσεις της Παραπονούμενης με τις ψυχολόγους - για το ότι δεν έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και γνώσεις να μεταφράζει πιστά από τη Βουλγαρική στην Ελληνική τις οποίες η εν λόγω μάρτυρας απέρριψε με κατηγορηματικό τρόπο. Η Μ.Κ.9 δέχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση να πει οτιδήποτε σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης κατά τον χρόνο που αυτή έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο, αλλά μπορούσε να τοποθετηθεί μόνο σε σχέση με το χρόνο αξιολόγησης της. Σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης και της μαρτυρίας της Παραπονούμενης ήταν τα συμπεράσματα της Μ.Κ.9, τα οποία επεξήγησε με επάρκεια, ότι η Παραπονούμενη δεν είχε κάποιο σκοπό να πει ψέματα, αλλά βασικά ήθελε έντονα να φύγει από την Κύπρο. Όπως δε ανέφερε χαρακτηριστικά, η Παραπονούμενη δεν είχε μια φτιαχτή ιστορία να τους πει και ότι ήταν με μεγάλη δυσκολία που τους απαντούσε. Και δεν κυλούσε, όπως το έθεσε, ο λόγος σε ένα σενάριο του μυαλού. Επίσης και το ότι η Παραπονούμενη δεν παραπονέθηκε για το είδος της εργασίας που έκανε. Αυτό που δεν άντεξε ήταν τις συνθήκες. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η Μ.Κ.9 ήταν σαφής, και το αποδεχόμαστε, στην τοποθέτηση της κατά την αντεξέταση του κ. Παφίτη ότι δεν αποτελεί αρμοδιότητα του ψυχολόγου η διαπίστωση του κατά πόσον η Παραπονούμενη έλεγε την αλήθεια, αλλά μόνο κατά πόσο αυτό που η Παραπονούμενη έλεγε συνάδει με το συναίσθημα της εκείνη τη στιγμή. Ήταν ξεκάθαρη ότι με βάση τη ψυχοδιαγνωστική συνέντευξη δεν υπήρχε στην Παραπονούμενη κάποια οργανωμένη ψυχική διαταραχή απορρίπτοντας πειστικά την υποβολή ότι δεν ήταν δυνατόν να καταλήξει για την ψυχοπαθολογία της στα πλαίσια τριών συνεδριών. Στην υποβολή ότι είναι αδιανόητο επιστημονικά ένα ψυχικά ισορροπημένο άτομο να μην έχει παράπονο από τον βιαστή της, εξήγησε ότι στα θύματα υπάρχει μεγάλη ντροπή και ενοχή διευκρινίζοντας παράλληλα ότι ψυχικά υγιές είναι να έχεις, σε τέτοια περίπτωση, παράπονο. Σημείωσε, γενικά, ότι η Παραπονούμενη δεν θα πρέπει να κριθεί με βάση ένα ψυχικά υγιές πρόσωπο, αλλά ως ένα τραυματισμένο άτομο με ευάλωτο ψυχισμό. Τόνισε κατ' επανάληψη ότι η ψυχολογική έκθεση που ετοίμασε και οι απαντήσεις που έδωσε στα διάφορα ερωτήματα που της τέθηκαν βασίστηκαν στην επιστήμη της Κλινικής Ψυχολογίας για τον ψυχισμό ενός ανθρώπου και για την παθολογία του, για την κατανόηση των συμπεριφορών του. Κλήθηκε και κατά την αντεξέταση να δώσει εξηγήσεις για τη στάση της Παραπονούμενης προς την Αστυνομία - την οποίαν η Παραπονούμενη κάλεσε μέσω της Μ.Κ.13 - και ειδικότερα το λόγο για τον οποίον η Παραπονούμενη απέκρυψε γεγονότα δίδοντας άλλες πληροφορίες και η Μ.Κ.9 το έπραξε με επάρκεια και πληρότητα. Τόνισε συναφώς το στοιχείο της απελπισίας και σύγχυσης της Παραπονούμενης κατά την πρώτη επαφή της με την Αστυνομία, αλλά και το τι αναζητούσε τη δεδομένη στιγμή. Κρίνουμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσουμε σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά, όπου κληθείσα η Μ.Κ.9 να δώσει την επιστημονική της εξήγηση ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Νομίζω ότι η πρώτη επαφή με την Αστυνομία διατηρεί σύγχυση, διατηρεί την απελπισία που βίωσε, οπότε λέγονται κάποια πράγματα. Μετά λέγονται ακόμα κάποια και μετά λέγονται ακόμα κάποια. Το θέμα είναι τι αναζητά εκείνη τη στιγμή το θύμα. Αναζητά απλά να φύγει; Αναζητά να βρει μια καλύτερη δουλειά; Έχει σημασία τι αναζητά ή τι κατάλαβε ότι συμβαίνει, διότι καταλαβαίνετε ότι για να φτάσουν στην Αστυνομία, η συναισθηματική τους κατάσταση δεν είναι και η καλύτερη. Είτε κάλεσε την Αστυνομία που είναι το πιο σπάνιο μας γεγονός είτε η Αστυνομία εμφανίστηκε στο χώρο και τους μαζεύει είναι από μόνο του ως γεγονός στρεσογόνο. Άρα αυτό είναι, έχει σχέση με εκείνη την ώρα το πώς ένιωσε και τι μέσα στο μυαλό της σκεφτόταν, ότι θα ζητήσει ή τι σκεφτόταν ότι θα γίνει». Ως αποτέλεσμα, θεωρούμε τη μάρτυρα αξιόπιστη, τονίζοντας πως σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν διαπιστώσαμε να διακατέχεται από οποιαδήποτε προκατάληψη ή έλλειψη αντικειμενικότητας ένεκα της ενασχόλησης της με θύματα εμπορίας. Ήταν ξεκάθαρη ότι ο ρόλος της σε σχέση με τα θύματα εμπορίας εκπροσωπώντας τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Υγείας στην Παγκύπρια Συντονιστική Επιτροπή είναι να διευκολύνει τις Ιατρικές Υπηρεσίες και τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας να έχουν καλή φροντίδα τα θύματα όταν αυτά παραπέμπονται χωρίς να έχει οποιαδήποτε ενασχόληση με εκστρατείες καταπολέμησης ή οτιδήποτε άλλο. Περαιτέρω ενασχόληση με τις επιμέρους θέσεις της Μ.Κ.9 θα γίνει σε συνάρτηση με την αξιολόγηση της Παραπονούμενης που θα γίνει πιο κάτω. Σύμφωνα με το βιογραφικό του Μ.Υ.1 Εγγραφο 17, αυτός είναι κάτοχος Πτυχίου Ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο Valdosta State University, Μεταπτυχιακού στον τομέα της Κλινικής Παιδοψυχολογίας και Διδακτορικού στον ίδιο τομέα. Από το βιογραφικό φαίνεται η ενασχόληση του Μ.Υ.1
(1)με τα τεστ προσωπικότητας, παρά το ότι δεν προκύπτει κάποια συγκεκριμένη εμπειρία στον τομέα της εμπορίας προσώπων. Ειδικότερα, όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με την Μ.Κ.9, ο Μ.Υ.1 δεν είχε καμία προσωπική επαφή με την Παραπονούμενη, ή οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Σημειώνουμε δε ότι συμφώνησε και ο ίδιος ότι για να μπορεί ένας κλινικός ψυχολόγος να προβεί σε ευρήματα αξιολόγησης και να διαπιστώσει τη ψυχική κατάσταση ενός ατόμου θα πρέπει να έχει εξετάσει το εν λόγω άτομο, και ότι οτιδήποτε άλλο ανήκει στη σφαίρα του υποθετικού. Έδωσε μίαν αόριστη μαρτυρία, η οποία συνιστούσε βασικά μίαν ακαδημαϊκή συζήτηση χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική βαρύτητα ή χρησιμότητα για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Βασικά έδωσε απαντήσεις σε κάποια υποθετικά σενάρια που του τέθηκαν. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης ήταν εμφανές ότι προσπαθούσε σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν να υποβαθμίσει όσο μπορούσε τη σημασία που έχει η μη λεκτική συμπεριφορά στην αξιολόγηση του εξεταζόμενου χρησιμοποιώντας φράσεις όπως ότι λαμβάνεται υπ΄όψιν αυτό σε 'πολύ μικρότερο βαθμό' για να το διαφοροποιήσει κάπως στη συνέχεια λέγοντας 'σε μικρό βαθμό'. Υπήρξε επίσης απρόθυμος για αρκετή ώρα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης να πάρει μια σαφή θέση στο ξεκάθαρο ερώτημα που του τέθηκε κατά πόσο ο κλινικός ψυχολόγος μπορεί να ερμηνεύσει σε περίπτωση που το test δεν είναι έγκυρο (με βάση τις κλίμακες εγκυρότητας) τις κλίμακες εγκυρότητας στο τεστ Μινεσότα και τη στάση που κράτησε ο εξεταζόμενος απέναντι στο συγκεκριμένο τεστ ενώ, στο τέλος, υπήρξε και αντιφατικός. Συγκεκριμένα συμφώνησε τελικώς ότι ενώ δεν μπορούν να ερμηνευθούν οι κλινικές κλίμακες μπορούν να ερμηνευθούν οι κλίμακες εγκυρότητας. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεωρούμε ότι δεν μπορεί να δοθεί κάποια βαρύτητα στην μαρτυρία του. Η. Μαρτυρία Παραπονούμενης Πριν προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της Παραπονούμενης κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι όπου παραπονούμενο πρόσωπο με τη μαρτυρία του αποδίδει σε κατηγορούμενο τη διάπραξη αδικημάτων σεξουαλικής φύσης, η μαρτυρία του χρήζει ως θέμα πρακτικής και όχι ως θέμα νομοθετικής επιταγής ενισχυτικής μαρτυρίας. Οι λόγοι γι΄ αυτό οφείλονται στις αντιδράσεις της ανθρώπινης φύσης κυρίως της γυναικείας σε ό,τι αφορά τους κοινωνικούς κανόνες που αφορούν το σεξ. Είναι αυτή η φύση που φαίνεται να δημιουργεί τον πειρασμό σε ορισμένες γυναίκες (και όχι κατ' ανάγκη ενσυνείδητα) να προβάλλουν τον εαυτό τους για όλους τους λόγους που θα μπορούσε κάποιος να διανοηθεί ή ακόμη και χωρίς οποιοδήποτε λόγο ως θύμα με την επινόηση ψευδών ή υπερβολικών κατηγοριών ή εκδοχών[5].(βλ. επίσης R. v. Henry and Manning
(1969)53 Cr. App. R. 150[6]). Παρά την ύπαρξη αυτού του κανόνα πρακτικής η καταδίκη δυνατόν να στηριχθεί αποκλειστικά στη μαρτυρία κάποιας παραπονούμενης αφού προηγουμένως το Δικαστήριο έχει προειδοποιηθεί για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην αποδοχή της μαρτυρίας της χωρίς αυτή να ενισχύεται[7]. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Trussler v. Δημοκρατίας και Δημοκρατίας v. Trussler, Ποιν. Εφ. 65/12 και 70/12, ημερ. 16.1.13: «Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι, όπως έχει αναφερθεί αυτή του βιασμού, κατά παράβαση των άρθρων 144, 145 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ήτοι αδίκημα σεξουαλικής φύσης και όπως η νομολογία έχει καθιερώσει, ως θέμα πρακτικής ενδείκνυται ενίσχυση της μαρτυρίας του παραπονούμενου προσώπου. (Βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Πετεινός ν. Αστυνομίας
(1961)2 C.L.R. 330, Μεϊτάνης ν. Δημοκρατίας
(1967)2 C.L.R. 31 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1972)2 C.L.R. 81). Αυτό εδράζεται στα εγγενή ανθρώπινα ελαττώματα και αδυναμίες που πιθανόν να οδηγούν γυναίκες (όταν το αδίκημα αφορά γυναίκες) στην επινόηση ψευδών καταγγελιών για δικούς τους σκοπούς (βλ. Καϊλης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 251, 257). Παρόλα ταύτα η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν είναι απόλυτη. Το δικαστήριο εφόσον αποδέχεται τη μαρτυρία της παραπονούμενης για το σεξουαλικό αδίκημα μπορεί να ενεργήσει πάνω σ' αυτή, χωρίς ενισχυτική μαρτυρία, υπό την προϋπόθεση ότι προειδοποιεί τον εαυτό του για τους κινδύνους να βασισθεί αποκλειστικά σε τέτοια μαρτυρία χωρίς ενίσχυση.» Έχουμε βέβαια κατά νουν πως δεν υπάρχει νομικός κανόνας που να καθιστά αναγκαία την εξέταση του αξιόπιστου της μαρτυρίας παραπονούμενης προτού εξεταστεί το κατά πόσο οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που την ενισχύει είναι αξιόπιστη εφόσον δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο[8]. Η αξιοπιστία ενός μάρτυρα που χρειάζεται ενίσχυση κρίνεται όχι μόνον από την ίδια τη μαρτυρία του, αλλά και από ολόκληρη τη μαρτυρία στην υπόθεση. Σε μερικές περιπτώσεις αυτό που παρέχει αξιοπιστία στη μαρτυρία του παρέχει και την ενίσχυση. Ή για να το θέσουμε διαφορετικά, η ενίσχυση δεν πρέπει να εξετάζεται ως επόμενο της αξιοπιστίας της αλλά ωσάν να περιέχεται σ' αυτήν κατά την εξέταση της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση η μαρτυρία της Παραπονούμενης αναμφίβολα προβάλλει ως κύριο σημείο αναφοράς ένεκα της φύσης των επίδικων αδικημάτων. Συναισθανόμενοι πλήρως τη σημασία της μαρτυρίας της Παραπονούμενης την ακούσαμε και την παρακολουθήσαμε με απόλυτη προσήλωση και προσοχή κατά τη διάρκεια που κατέθετε ενώπιον μας και εξετάσαμε ενδελεχώς κάθε πτυχή της μαρτυρίας της. Είχαμε την ευκαιρία να δούμε και να καταγράψουμε νοητικά την εντύπωση μας καθ' όν χρόνο έδιδε μαρτυρία, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις της στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, τον τρόπο που απαντούσε, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων της, ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης, τη μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται αυτά που κατέθετε. Η Παραπονούμενη υπεβλήθη σε μια εκτεταμένη και εξουθενωτική αντεξέταση. Η μαρτυρία της διήρκεσε 5 δικασίμους ενώ η αντεξέταση της κάλυψε σχεδόν 4 δικασίμους. Στη διάρκεια δε αυτών των δικασίμων αντεξετάστηκε από τους δύο συνηγόρους Υπεράσπισης για διάστημα αρκετών ωρών. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, παρά τη διάρκεια της αντεξέτασης, μεγαλύτερο μέρος αυτής αναλώθηκε σε δευτερευούσης σημασίας ζητήματα και λεπτομέρειες παρά στα ουσιώδη της υπόθεσης γεγονότα. Και κυρίως χωρίς να υπάρχει μία σαφής γραμμή υπεράσπισης από μέρους αμφοτέρων των Κατηγορουμένων. Και τούτο παρά το γεγονός ότι επανειλημμένα της τέθηκε ότι αυτά που κατέθεσε ήταν ψέματα. Πλείστες δε υποβολές που έγιναν στην Παραπονούμενη από τους συνηγόρους Υπεράσπισης παρέμειναν μετέωρες και ατεκμηρίωτες αφού καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε για να τις αποδείξει. Μάλιστα κάποιες από αυτές καταρρίφθηκαν από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή μέσω άλλων Μαρτύρων Κατηγορίας ή ακόμη δεν υποστηρίχτηκαν από την ίδια τη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της Υπεράσπισης. Θα εξηγήσουμε στη συνέχεια της Απόφασης μας δίδοντας συγκεκριμένα παραδείγματα. Η μαρτυρία της Παραπονούμενης παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, καθότι αποτέλεσε θέση και της ίδιας ότι η αληθινή εκδοχή των γεγονότων δόθηκε μόνο στο Δικαστήριο, και όχι στις καταθέσεις που είχε δώσει προηγουμένως για την υπόθεση. Εκείνο το οποίο πρέπει εν πρώτοις να επισημανθεί είναι το ότι η εκδοχή την οποία η Παραπονούμενη προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρά τη μακρά και εξαντλητική αντεξέταση παρέμεινε σταθερή και συνεπής καθ 'όλη τη διάρκεια της εξέτασης της χωρίς, δηλαδή, να διαφοροποιείται σε οποιοδήποτε σημείο αυτής. Καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασής της ενώπιον του Δικαστηρίου διαπιστώσαμε ότι αφηγείτο τα σχετικά γεγονότα με απλό τρόπο χωρίς ωστόσο ο λόγος της να υστερεί σε θετικότητα και σαφήνεια. Η όλη έκφραση και ο τρόπος της ενώ κατέθετε ήταν φυσικός και ανεπιτήδευτος. Κατά τη διάρκεια δε της αντεξέτασης απαντούσε με αμεσότητα και χωρίς οποιαδήποτε αμφιταλάντευση ή ενδοιασμό τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν. Κυρίως χωρίς να τη διακρίνει οποιοδήποτε ίχνος αμφιβολίας για αυτά που έλεγε. Απαντώντας δε τις σχετικές ερωτήσεις κατά την κυρίως εξέταση αναφέρθηκε με απλό αλλά ταυτόχρονα ξεκάθαρο τρόπο στα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωής της από την παιδική της ηλικία μέχρι το στάδιο που οδηγήθηκε να εργαστεί ως πόρνη. Περιέγραψε συναφώς τα δύσκολα παιδικά της χρόνια όπου βίωσε την εγκατάλειψη της μητέρας της ενώ ήταν δύο χρονών και την βιαιότητα του πατέρα της κατά το μεγάλωμα της. Επίσης τη σχέση της με τον σύζυγο της και τον κλονισμό της όταν απέκτησαν το τρίτο τους παιδί. Αναφέρθηκε επίσης στα τέσσερα παιδιά που απέκτησε και στις ηλικίες τους όπως και στο πρόβλημα υγείας του πρώτου σε σειρά ηλικίας παιδιού της το οποίο δεν βρίσκεται υπό την φροντίδα της. Μέσα στα πλαίσια αυτά αναφέρθηκε και σε άλλα συμβάντα που την επηρέασαν αρνητικά και συγκεκριμένα τη ψυχική της υγεία όπως ο θάνατος του πατέρα της και της πεθεράς της την οποία ένοιωθε σαν μητέρα. Περιέγραψε δε τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπισε και τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε. Τέλος αναφέρθηκε στη δεινή οικονομική της θέση και τις περιστάσεις που την οδήγησαν να εργαστεί ως πόρνη στη χώρα της. Πέραν του ότι δεν διαπιστώσαμε να αμφισβητούνται από την Υπεράσπιση αμφοτέρων των Κατηγορούμενων οι πιο πάνω αναφορές της Παραπονούμενης διακρίναμε ότι η Παραπονούμενη προέβη ενώπιον μας σε μία εκ βαθέων και ειλικρινή αποκάλυψη της ίδιας της ζωής της χωρίς καμία προσπάθεια να αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός όσο άσχημο και δυσάρεστο και να ήταν για την ίδια. Αντιφάσεις με καταθέσεις Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε η Παραπονούμενη από αμφότερους του συνήγορους Υπεράσπισης αφορούσε στο ότι υπήρχαν αντιφάσεις μεταξύ των όσων η Παραπονούμενη ανέφερε στις καταθέσεις της, αλλά και μεταξύ των καταθέσεων και της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο. Θέση της Παραπονούμενης ήταν ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια, και παρέμεινε σταθερή στην εκδοχή της ότι σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 δεν είπε ψέματα. Είναι γεγονός πως οι αντιφάσεις σε σχέση με τις οποίες αντεξετάστηκε αφορούσαν ως επί το πλείστον σε γεγονότα της ζωής της Παραπονούμενης που προηγήθηκαν των επίδικων γεγονότων. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι οι καταθέσεις που έδωσε η Παραπονούμενη στην Αστυνομία δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ωστόσο συγκεκριμένα αποσπάσματα από αυτές της τέθηκαν κατά την αντεξέταση στα πλαίσια της προώθησης ύπαρξης προηγουμένων αντιφατικών δηλώσεων τα οποία η ίδια δέχθηκε ότι τα είχε αναφέρει και έδωσε στη συνέχεια τις εξηγήσεις της. Είναι επί αυτών των προηγουμένων δηλώσεων που προέκυψε ζήτημα προηγουμένων αντιφατικών δηλώσεων (previous inconsistent statements). Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Παραπονούμενη αποτελεί περίπτωση μάρτυρος η οποία έχει προβεί προηγουμένως, εκτός Δικαστηρίου, σε αντιφατικές καταθέσεις (previous inconsistent statements). Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης κρίνουμε σκόπιμο να θέσουμε το νομικό πλαίσιο το οποίο καθορίζει τον τρόπο που τα Δικαστήρια προσεγγίζουν την κατάθεση μαρτύρων οι οποίοι προβαίνουν σε αντιφατικές καταθέσεις εκτός Δικαστηρίου. Επί του θέματος δεν υπάρχει αρχή δικαίου η οποία εμποδίζει εκ προοιμίου το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρος ο οποίος σε προηγούμενη κατάθεσή του προς την Αστυνομία έδωσε μια εντελώς αντίθετη εκδοχή. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η αρμοδιότητα του πρωτόδικου δικαστηρίου ως του κριτή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, δε μπορεί να συμβιβαστεί με οποιαδήποτε αρχή η οποία περιορίζει εκ προοιμίου την ευχέρειά του να αξιολογήσει κατά τον τρόπο που το ίδιο το Δικαστήριο κρίνει επιβεβλημένο τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα που καταθέτει ενώπιόν του. Τούτο θα ήταν δυνατό μόνο αν ίσχυε αποδεικτικός κανόνας αποκλεισμού της μαρτυρίας των μαρτύρων οι οποίοι έχουν προβεί σε αντιφατικές καταθέσεις.» Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ 628 το πιο πάνω απόσπασμα από τη Μιχαηλίδης (ανωτέρω) αντανακλά τη σωστή προσέγγιση επί του υπό εξέταση θέματος. Στην ίδια υπόθεση υπεδείχθη ότι: «Το Δικαστήριο είναι ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις καθώς και οι προεκτάσεις τους συνιστούν γεγονότα που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Δεν εξουδετερώνουν, όμως, τη μαρτυρία του, ως το αντικείμενο αξιολόγησης (από το δικαστήριο) παραδεκτής, κατά το δίκαιο της αποδείξεως, μαρτυρίας.» Το Δικαστήριο, λοιπόν, ως ο κριτής της αξιοπιστίας των μαρτύρων έχει ευχέρεια να αποτιμήσει τις αντιφάσεις ως στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα. Τα κριτήρια για τέτοια αποτίμηση σχετίζονται άμεσα με τους διαφαινόμενους λόγους που οδήγησαν στην προβολή διϊσταμένων θέσεων και με την ετοιμότητα του μάρτυρα να καταφύγει σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος[9]. Τελικό κριτήριο αποτελεί η προσήλωση του μάρτυρος στην αλήθεια. Ενώ η ευχέρεια του Δικαστηρίου να αξιολογήσει ελεύθερα τη μαρτυρία είναι δεδομένη δεν διαφεύγει και παράλληλα την προσοχή μας ότι αναντίλεκτα η ύπαρξη αντιφατικών καταθέσεων εγείρει ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία ενός μάρτυρος και επιβάλλει την προσέγγιση της μαρτυρίας του με τη δέουσα προσοχή. Θεωρούμε κατάλληλο στάδιο να εξειδικεύσουμε τις πιο πάνω αντιφάσεις για τις οποίες ακόμα και η ίδια η Παραπονούμενη όταν ερωτήθηκε σχετικά, τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στη συνέχεια στην αντεξέταση, δεν είχε οποιοδήποτε ενδοιασμό ή δυσκολία να αναγνωρίσει ότι υπήρχαν σε προηγούμενες καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Δέχτηκε ότι απέκρυψε αρκετά πράγματα από την Αστυνομία τα οποία αφορούσαν και είχαν να κάνουν με τη δουλειά που έκανε στη Βουλγαρία πριν να έρθει στην Κύπρο, δηλαδή, την πορνεία. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια δέχθηκε ότι: · Ενώ στην κατάθεση της ισχυρίστηκε ότι στη Βουλγαρία συντηρείτο από την αδελφή της, αυτή η αναφορά δεν ήταν απόλυτα ακριβής εφόσον στην πραγματικότητα εν μέρει συντηρείτο με τα λεφτά της αδελφής της και εν μέρει από τα λεφτά που εξασφάλιζε μέσω της άσκησης πορνείας. · Ενώ στην κατάθεση της ισχυρίστηκε ότι μετά από αίτημα φιλίας στο facebook έγινε φίλη με κάποια ονόματι Μιλένα αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον εκείνη που της είχε στείλει μήνυμα στο υπηρεσιακό της τηλέφωνο ήταν η Κατηγορούμενη
- · Ενώ στην κατάθεση της ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούμενη 2 θα την βοηθούσε να βρεί δουλειά στην Κύπρο σε μπαρ η πραγματικότητα ήταν ότι η δουλειά θα ήταν σε μασατζίδικο. Ισχυρίστηκε δε ψευδώς ότι την πρώτη μέρα της άφιξης της στην Κύπρο είχε κοιμηθεί σε καναπέ του διαμερίσματος στο οποίο την βρήκε η Αστυνομία και όχι στο μασατζίδικο όπως ήταν η αλήθεια. Δέχτηκε επίσης ότι στην κατάθεση της είχε αναφέρει ότι την επομένη της αφίξεως της στην Κύπρο η Κατηγορούμενη 2 της είχε πει ότι δεν είχε δουλειές στο μπαρ, κάτι που δεν ανταποκρίνετο στη πραγματικότητα. · Ενώ στην κατάθεση της ισχυρίστηκε ότι όταν έφτασε στο αεροδρόμιο Λάρνακας η Κατηγορούμενη 2 ήταν με έναν άνδρα η πραγματικότητα ήταν ότι η Κατηγορούμενη 2 συνοδεύετο από δύο άνδρες ο ένας εκ των οποίων ήταν ο Κύπριος άνδρας στον οποίο θα εργαζόταν η Παραπονούμενη. · Ενώ στην κατάθεση της ισχυρίστηκε ότι ενώ στεκόταν στις Φοινικούδες στη Λάρνακα και περίμενε την Κατηγορούμενη 2 ήλθε ο Κατηγορούμενος 1 και την έβαλε στο αυτοκίνητο, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Συγκεκριμένα την τελευταία στιγμή είχε αλλάξει γνώμη και πήρε ταξί για να κατευθυνθεί σε ένα φίλο της στα Λατσιά. Όμως δεν έφτασε μακριά γιατί οι Κατηγορούμενοι την εντόπισαν και ο Κατηγορούμενος 1 με το αυτοκίνητο του εμπόδισε το ταξί, κατέβηκε κάτω και τράβηξε την Παραπονούμενη από το ταξί και την έβαλε στο δικό του αυτοκίνητο. · Ενώ στην κατάθεση της ισχυρίστηκε ότι την έκτη μέρα που έμενε στο διαμέρισμα κάλεσε ταξί και πήγε στη Λάρνακα για να δουλέψει σε ένα μπαρ που βρήκε μέσω του ιντερνέτ η πραγματικότητα ήταν ότι είχε επικοινωνήσει για αυτό το σκοπό με τη φίλη της Σάντρα η οποία εργάζετο στο μπαρ Ντε Νιρο στη Λάρνακα. Προσεκτική εξέταση των πιο πάνω αντιφάσεων σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις που έδωσε σχετικά η Παραπονούμενη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτές περιστρέφονται γύρω από το γεγονός ότι η Παραπονούμενη κατά το στάδιο που έδινε τις καταθέσεις της στην Αστυνομία ήθελε διακαώς να αποκρύψει το γεγονός ότι ήταν πόρνη στη Βουλγαρία. Χωρίς περιστροφές η Παραπονούμενη διακήρυξε ότι ντρεπόταν για το γεγονός αυτό. Πρόκειται για εξήγηση η οποία αδιαμφισβήτητα βρίσκει έρεισμα στη λογική. Επιπλέον επεξηγήθηκε και από ψυχολογικής απόψεως αφού ήταν θέση της Δρος Λεοντίου ότι τα θύματα εμπορίας αποκρύπτουν πράγματα σε σχέση με τα οποία νιώθουν ενοχές ή ντροπή. Η Δρας Λεοντίου εξήγησε με απόλυτα εμπεριστατωμένο και κατατοπιστικό τρόπο ότι η θέση αυτή δείχνει και τα αισθήματα ενοχής από τα οποία διακατέχετο η Παραπονούμενη, καθώς και την ανησυχία της όσον αφορά το πως θα τη δει το πρόσωπο που της υποβάλει τις ερωτήσεις. Ο χαρακτηρισμός «πόρνη», όπως συναφώς επισήμανε η Μ.Κ.9, είναι πολύ κακός για τα θύματα εμπορίας, τους προκαλεί ενοχές και νιώθουν ότι αν κάποιος τις σκεφτεί ως πόρνες τότε δεν θα τις βοηθήσει αλλά αντιθέτως θα ρίξουν σε εκείνες το φταίξιμο[10]. Όπως δε επεξηγήθηκε, τα θύματα εμπορίας αντιλαμβάνονται τους άλλους ως κριτές και περιγράφουν την ιστορία τους με τρόπο που οι ίδιες νομίζουν ότι είναι πιο αποδεκτός[11] ενώ αφαιρούν κομμάτια που δυνατόν να δημιουργήσουν αρνητική εικόνα γι αυτές. Και μέσα σε αυτά τα πλαίσια απέκρυψε ό,τι είχε σχέση με αυτή την ενασχόληση της ή οτιδήποτε ήταν δυνατόν να οδηγήσει στην αποκάλυψη του ότι ασκούσε πορνεία. Έτσι εξηγείται γιατί απέκρυψε ότι στη Βουλγαρία συντηρείτο εν μέρει και από τα λεφτά της πορνείας. Κατά τον ίδιο τρόπο ψευδώς αναφέρθηκε σε κάποια ονόματι Μιλένα. Δεν ήθελε να βγει στην επιφάνεια το γεγονός ότι είχε καταχωρημένη αγγελία στον ιστότοπο (internet site) 'Αδάμ και Εύα' στη Βουλγαρία για να μπορούν οι πελάτες να την βρίσκουν για σκοπούς αγοραίου έρωτα όπου είχε ανηρτημένο το υπηρεσιακό της τηλέφωνο στο οποίο επικοινωνούσαν οι πελάτες και στο οποίο είχε επικοινωνήσει μαζί της η Κατηγορούμενη
- Μέσα στα ίδια πλαίσια ισχυρίστηκε στην Αστυνομία ότι η Κατηγορούμενη 2 θα την βοηθούσε να βρει δουλειά σε μπαρ και όχι σε μασατζίδικο εφόσον το τελευταίο εύλογα θα παράπεμπε σε ενασχόληση με πορνεία. Για τον ίδιο δε λόγο απέκρυψε την παρουσία του ηλικιωμένου Κύπριου άνδρα στο αεροδρόμιο Λάρνακας εφόσον, σύμφωνα με τη συνεννόηση που είχε με την Κατηγορούμενη 2, ήταν σε αυτόν που θα εργαζόταν. Κατ' ανάλογο τρόπο απέκρυψε ότι είχε κοιμηθεί στο μασατζίδικο την πρώτη μέρα. Όσον αφορά δε την μη αναφορά στην κατάθεση της στην Σάντρα και το πώς πραγματικά εξασφάλισε εργασία σε μπαρ στη Λάρνακα, με δεδομένο ότι εκείνη ήταν φίλη και συνάδελφος της Παραπονούμενης στη Βουλγαρία θεωρούμε ότι και αυτό εντάσσεται στην όλη προσπάθεια της να μην βγει στην επιφάνεια το γεγονός ότι ασκούσε πορνεία στη χώρα της πριν να έρθει στην Κύπρο. Το ότι ενώπιον του Δικαστηρίου από την αρχή αναφέρθηκε στο γεγονός ότι πριν έρθει στην Κύπρο είχε ασκήσει πορνεία εξηγήθηκε, κατά την άποψη μας, με απόλυτα πειστικό τρόπο τόσο από τα όσα σχετικά είπε η Παραπονούμενη όσο και από την επιστημονική εξήγηση που έδωσε η Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα πειστική ήταν η θέση της Παραπονούμενης ότι, μετά που επέστρεψε στη Βουλγαρία και είδε ότι η οικογένεια της είναι καλά ηρέμησε, ενώ το ότι γνώριζε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι πλέον κρατούμενοι της έδωσε θάρρος να μιλήσει. Παρατηρούμε ότι οι αναφορές αυτές συνάδουν πλήρως και με την εξήγηση που έδωσε η Δρ Λεοντίου για την αλλαγή στην στάση της Παραπονούμενης. Η Μ.Κ.9 εξήγησε συναφώς ότι αποτελεί σύνηθες φαινόμενο θύματα εμπορίας να δίνουν πολλές καταθέσεις επειδή πιέζονται στο να προχωρήσει η υπόθεση γρήγορα. Και ότι, όταν πλέον αισθανθούν ασφάλεια, μπορούν σιγά-σιγά να επιστρέψουν στα τραύματα τους και να τα περιγράψουν[12]. Το γεγονός ότι η Παραπονούμενη δεν αναφέρθηκε εξαρχής στις καταθέσεις της στην Αστυνομία στον Κύπριο που είχε έρθει με τους Κατηγορούμενους να την παραλάβει από το αεροδρόμιο αποτέλεσε ένα από τα ζητήματα που η Υπεράσπιση επικαλέστηκε για να κλονίσει την αξιοπιστία της. Ήδη έχουμε σχολιάσει το θέμα από την άποψη ότι η απόκρυψη του γεγονότος αυτού είχε άμεση σχέση με την εργασία που θα έκαμνε η Παραπονούμενη στην Κύπρο, δηλαδή σε μασατζίδικο. Υπήρχε όμως ακόμη ένας λόγος σύμφωνα με τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Όπως ισχυρίστηκε μετά το βιασμό της από αυτόν ήθελε να ξεχάσει[13] ή καλύτερα να διαγράψει το συμβάν και ότι ήταν ένας τρόπος - η πράξη αυτή του βιασμού - να πληρώσει το εισιτήριο της, όπως της είχαν πει οι Κατηγορούμενοι. Χωρίς αμφιβολία το γεγονός του βιασμού είναι από μόνο του ένα τραυματικό γεγονός οπότε το ότι η Παραπονούμενη ήθελε να το ξεχάσει το θεωρούμε απόλυτα λογικό. Πρόκειται δε και για ισχυρισμό που επεξηγήθηκε και από επιστημονικής άποψης από πλευράς της Μ.Κ.9 η οποία τόνισε περαιτέρω ότι το γεγονός ότι η Παραπονούμενη θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο αποπλήρωσε το εισιτήριο της συνάδει με την ύπαρξη ενοχών, το ότι πρέπει να πληρώνει και ότι οι πόρνες με αυτόν τον τρόπο πληρώνουν[14]. Η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι στην Αστυνομία και στις ψυχολόγους δεν είπε ψέματα, αλλά απλώς απέκρυβε κάποια πράγματα. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «κάποια σαν και έσβησαν και κάποια έκρυψα γιατί δεν έπρεπε να τα πω». Η Δρ Λεοντίου εξήγησε με εμπεριστατωμένο τρόπο ότι η θέση αυτή δείχνει και τα αισθήματα ενοχής από τα οποία διακατείχετο η Παραπονούμενη, καθώς και την ανησυχία της όσον αφορά το πως θα την δει το πρόσωπο που την ερωτούσε. Η τοποθέτηση αυτή της Μ.Κ.9 επεξηγεί το γιατί η Παραπονούμενη να έχει αποκρύψει πράγματα τόσο στις καταθέσεις που έδωσε όσο και στις ψυχολόγους. Η Παραπονούμενη ερωτήθηκε επίμονα γιατί δεν επικοινώνησε με φίλους της να τους αναφέρει το πρόβλημα της και να την βοηθήσουν από την αιχμαλωσία των Κατηγορουμένων που ισχυρίστηκε. Η απάντηση της ότι δεν μπορούσε να το κάνει επειδή οι φίλοι της στο facebook δεν γνώριζαν τι δουλειά έκανε κρίνεται απόλυτα πειστική. Δεδομένης της θέσης της Παραπονούμενης ότι ντρεπόταν για την δουλειά που έκανε, λογικό συνακόλουθο ήταν το ότι δεν είπε στην Galina για την δουλειά, αφού δεν ήθελε να μάθουν οι συγγενείς της. Όσον αφορά δε το ερώτημα γιατί δεν χρησιμοποίησε τα λεφτά της για να αγοράσει εισιτήριο επιστροφής για Βουλγαρία, εν πρώτοις η Παραπονούμενη ξεκαθάρισε ότι δεν είχε λεφτά αρκετά για να αγοράσει εισιτήριο. Εξ ου και προσπάθησε ανεπιτυχώς να εξασφαλίσει κάποια χρήματα από την ξαδέλφη της και να τη βοηθήσει να αγοράσει το εισιτήριο επιστροφής. Ο ισχυρισμός της αυτός επιβεβαιώνεται πλήρως από την Μ.Κ.13 η οποία μάλιστα εξέφρασε τη λύπη της που δεν μπόρεσε να την βοηθήσει λόγω του ότι, όπως ανέφερε δεν είχε τότε ούτε την οικονομική ευχέρεια, ούτε και το χρόνο. Έπειτα η Παραπονούμενη με χαρακτηριστικό τρόπο περιέγραψε την κατάσταση της σε μία ξένη χώρα όπου δεν γνώριζε την πόλη, δεν ήξερε που να πάει και πώς να πάει και, κυρίως, δεν γνώριζε τη γλώσσα. Με δεδομένο ότι επρόκειτο για ένα άτομο φοβισμένο σε μια ξένη χώρα το οποίο ήταν και ψυχολογικά ευάλωτο οι εξηγήσεις που έδωσε κρίνονται, κατά τη γνώμη μας, απόλυτα πειστικές. Η Παραπονούμενη με κατηγορηματικό και αποστομωτικό τρόπο απέρριψε την υποβολή της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1 ότι είχε την ευκαιρία να φύγει από το διαμέρισμα των Κατηγορούμενων. Η θέση της αυτή επιβεβαιώθηκε εξάλλου από τα ίδια τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. Ήταν κατόπιν της συνδρομής της εξαδέλφης της, Μ.Κ.13, που ενημερώθηκε η Αστυνομία και τελικώς την εντόπισε[15]. Μέσα στα ίδια πλαίσια απόλυτα πειστικές ήταν και οι απαντήσεις που έδωσε στον συνήγορο της Κατηγορούμενης 2 όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ζήτησε βοήθεια πηγαίνοντας είτε σε ένα φαρμακείο, είτε σε ένα περίπτερο για να καλέσουν, εκ μέρους της, Αστυνομία. Το πιο κάτω απόσπασμα από τα πρακτικά είναι χαρακτηριστικό:[16] «E. Εφόσον σε κάποιους δεν αρέσει η αλήθεια, όταν ήσουν σε αυτές τις βόλτες είχες την καλύτερη ευκαιρία, αφού δεν ήξερες να ειδοποιείς την Αστυνομία, να πεις ότι "θα αγοράσω προφυλακτικά" και να ζητήσεις βοήθεια από το φαρμακείο να σου φέρουν την Αστυνομία. Γιατί δεν έκανες κάτι τέτοιο; κα Κυθραιώτου: Φυσικά λαμβάνει ως δεδομένο ότι είναι στο φαρμακείο που πήγαινε. Ο κ. Καρεκλάς συνεχίζει: E. Ή στο φαρμακείο ή στο περίπτερο ή κάπου για να πιάσει προφυλακτικά. A. Και όταν τηλεφωνήσω στην Αστυνομία τι θα πω εγώ στην Αστυνομία; Εγώ ξέρω μόνο μια λέξη, τίποτε άλλο». Και στη σελίδα 249 των πρακτικών: «...Η υποβολή μου είναι, με τις λέξεις που ήξερες μπορούσες να ζητήσεις από κάποιον καταστηματάρχη την ώρα που θα αγόραζες προφυλακτικά να σου φέρει την Αστυνομία να σε βοηθήσει. Τουλάχιστον τη λέξη "help" τη γνωρίζουν στη Βουλγαρία πολύ καλά. A. Αυτή η λέξη δεν είναι αρκετή κάποιος να σε βοηθήσει. Όλα πρέπει να κάνει η εξάδελφη μου; E. Όμως δεν το δοκίμασες. A. Δεν υπήρχε τρόπος, δεν θα μπορούσα να επικοινωνήσω με την Αστυνομία, δεν υπήρχε τρόπος. Σκεφτόμουν αλλά δεν υπήρχε τρόπος.» Στα πλαίσια της αντεξέτασης η Υπεράσπιση αμφοτέρων των Κατηγορουμένων, όπως ήδη επισημάναμε ανωτέρω, αναλώθηκε και σε υποβολές οι οποίες, όπως προέκυψε, παρέμειναν μετέωρες και άνευ οποιασδήποτε τεκμηρίωσης εφόσον δεν έτυχαν μετά την απόρριψη τους από την Παραπονούμενη οποιασδήποτε εμπέδωσης μέσω μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ησαΐας v. Ιωαννίδης Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.640 στη σελίδα 647: «..... επρόκειτο για υποβολή του συνηγόρου η οποία από μόνη της δεν έχει καμιά αποδεικτική αξία, αφού δε συνιστά μαρτυρία. Μέσω μιας υποβολής προς ένα μάρτυρα, τίθεται απλά μια θέση ή ένας ισχυρισμός προς αυτόν, τον οποίο ο μάρτυρας μπορεί είτε να τον αποδεχτεί, οπότε τότε καθίσταται μαρτυρία προερχόμενη από τον ίδιο το μάρτυρα, είτε να τον απορρίψει, οπότε αυτός παραμένει ένας απλός ισχυρισμός, ο οποίος αν δεν εμπεδωθεί αργότερα με άλλη μαρτυρία, ασφαλώς και θα παραμείνει μετέωρος. Στην προκείμενη περίπτωση, η υποβολή εκείνη απορρίφθηκε εμφαντικά από τον παραπονούμενο και αργότερα δεν προσήχθη μαρτυρία από το πρόσωπο που θα μπορούσε να δώσει τη σχετική με το θέμα μαρτυρία, οπότε πολύ ορθά σχολίασε το Δικαστήριο ότι παρέμεινε απλά μια μετέωρη υποβολή». (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παραθέτουμε κάποια παραδείγματα αναφορικά με τις πιο πάνω τεθείσες υποβολές: § Ότι η Παραπονούμενη είχε συλληφθεί και αχθεί ενώπιον Δικαστηρίου για πορνεία[17]. § Ότι η Παραπονούμενη είχε καταγγείλει την Κρασιμύρα στην Αστυνομία στη Βουλγαρία ότι την προήγαγε[18]. Το ότι η Υπεράσπιση εξαρχής δεν είχε οτιδήποτε υπόψη της επί του θέματος προκύπτει και από το γεγονός ότι ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 ζητούσε από την Παραπονούμενη να του δώσει το τηλέφωνο της Κρασιμύρα για να το διερευνήσει. § Ότι από τον Μάιο του 2014 μέχρι το στάδιο που ήλθε και κατέθεσε στο Δικαστήριο έπαιρνε λεφτά από την Κυπριακή Δημοκρατία[19]. Είναι δε απόλυτα σχετικό να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι στη μαρτυρία της Μ.Κ.14 αναφέρθηκε ότι το μόνο ποσό που δίδετο στην Παραπονούμενη ενόσω βρισκόταν στο καταφύγιο ήταν το ποσό των €17 εβδομαδιαίως[20]. Τέτοια ήταν και η μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια η Υπεράσπιση της Κατηγορούμενης
- Το ότι δηλ. η Παραπονούμενη λάμβανε το ποσό των €17 εβδομαδιαίως κατά τη διάρκεια της διαμονής της στο καταφύγιο[21]. § Ότι επικοινώνησε με τη Σάντρα την ίδια μέρα που ήλθε στην Κύπρο[22]. § Ότι λέει ψέματα ότι πρόσφατα άρχισε δουλειά στην αγορά Ιλιγάντσι[23]. Και για αυτό το ζήτημα διεφάνη ότι η Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 1 δεν είχε οτιδήποτε υπόψη της εφόσον ζητούσε από την Παραπονούμενη να του δώσει το τηλέφωνο του καταστήματος όπου εργάζετο. § Ότι ανευρέθηκε στην κατοχή της (την ημέρα που την εντόπισε η Αστυνομία) ποσό πέραν των €500[24]. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε εδώ ότι το ζήτημα αυτό δεν απασχόλησε καθόλου την Υπεράσπιση εφόσον δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε αστυνομικός είχε σχέση με τον εντοπισμό της Παραπονούμενης. § Ότι κάτω από το διαμέρισμα όπου εργαζόταν υπήρχε κατάστημα με πρόσβαση στο διαδίκτυο το οποίο η Παραπονούμενη επισκέφτηκε πολλές φορές για να επικοινωνεί με τους πελάτες της[25]. Πρόκειται για θέση η οποία καταρρίφτηκε από τον Μ.Κ.4 Τάκη Μακρή στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του και δεν έτυχε αμφισβήτησης κατά την αντεξέταση. § Ότι ο λόγος του τσακωμού της Παραπονούμενης με την Σάντρα ήταν γιατί χάθηκαν τα χρυσαφικά της τελευταίας[26]. § Ότι μίλησε με άτομο που εργαζόταν σε περίπτερο απ' όπου η Παραπονούμενη αγόρασε προφυλακτικά και με το οποίο μιλούσε στα Ρωσικά[27]. § Ότι το άτομο που τη βίασε - ο Κύπριος - δεν μπορούσε να έχει στύση[28]. § Ότι η Παραπονούμενη δέχθηκε δύο πελάτες στο μασατζίδικο που διανυκτέρευσε την πρώτη μέρα που ήρθε στην Κύπρο[29]. Πέραν των αβάσιμων και αστήρικτων υποβολών στη διάρκεια της εκτενούς αντεξέτασης υπήρξε ενασχόληση με άσχετα και ενίοτε με ενοχλητικά και προσβλητικά για την Παραπονούμενη ζητήματα που δεν είχαν σχέση με την υπόθεση. Για παράδειγμα ουδόλως αφορά στα επίδικα θέματα ο λόγος που χώρισε η Παραπονούμενη με το σύζυγο της και κατ'επέκταση τι αναφορές έκανε για αυτό το θέμα είτε στις ψυχολόγους που την εξέτασαν είτε στην Αστυνομία[30]. Ούτε βεβαίως κρίνονται σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στην Παραπονούμενη - και ούτε προέκυψε οποιαδήποτε σχετικότητα στην πορεία - και συγκεκριμένα κατά πόσο ανέφερε στις ψυχολόγους: · Ότι αγαπούσε τον πατέρα της και είχε καλή σχέση · Ότι αυτός ήταν δύσκολος άνθρωπος και είχε με διάφορους προβλήματα · Πόσα αδέλφια είχε η Παραπονούμενη · Ότι τα αδέλφια της ήταν ετεροθαλή Προσβλητικές και υποτιμητικές προς την Παραπονούμενη υπήρξαν ερωτήσεις όπως για παράδειγμα αν ξέρουν τα παιδιά της ότι διετέλεσε ή ότι είναι σήμερα πόρνη, ή κατά πόσον έχει πει η ίδια στο μικρό της παιδί, ηλικίας 4 ετών, και στο μεγάλο της, ηλικίας 17 ετών, ότι είναι πόρνη. Μέσα στα ίδια πλαίσια εντάσσονται και οι ερωτήσεις αν παίρνει ναρκωτικά και στη συνέχεια, μετά την κατηγορηματική της άρνηση, η ερώτηση αν είπε στους ψυχίατρους ότι είχε πρόβλημα με ναρκωτικά. Όπως προέκυψε επρόκειτο για ερωτήσεις χωρίς οποιοδήποτε υπόβαθρο οι οποίες υποβλήθηκαν με σκοπό προφανώς να ενοχλήσουν την αντεξεταζόμενη και σε μια προσπάθεια δημιουργίας αρνητικών εντυπώσεων και κάμψης του ηθικού της. Βασική θέση της Υπεράσπισης υπήρξε ότι η Παραπονούμενη ασκούσε πορνεία στην Κύπρο με τη θέληση της. Βεβαίως επισημαίνουμε ότι βασικές πτυχές της εκδοχής της Παραπονούμενης σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, οι οποίες εξειδικεύονται ως εξής: § Ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι την παρέλαβαν από το αεροδρόμιο. § Ότι την παρέλαβαν από τη Λάρνακα και την μετέφεραν στο δικό τους διαμέρισμα όπου την εντόπισε αργότερα η Αστυνομία. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Παραπονούμενη δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1 για το ότι οι Κατηγορούμενοι αποζούσαν από τα κέρδη πορνείας της Παραπονούμενης. Ενώ η εκδοχή της Κατηγορούμενης 2, όπως τέθηκε κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης από τον κ. Καρεκλά, ήταν ότι η Κατηγορούμενη 2 κανένα μερίδιο θα έπαιρνε, ούτε θα έβρισκε πελάτες. Αν έτσι είχαν τα πράγματα και η πραγματικότητα ήταν ότι η Παραπονούμενη αυτοβούλως ήλθε στην Κύπρο για να ασκεί η ίδια την πορνεία διερωτόμαστε για το λόγο που οι Κατηγορούμενοι την παρέλαβαν από το αεροδρόμιο και αργότερα, όταν αυτή είχε πάει στη Λάρνακα, την μετέφεραν πίσω στη Λευκωσία όπου διέμενε πλέον στο δικό τους διαμέρισμα. Υπογραμμίζουμε ότι το γεγονός ότι η Παραπονούμενη ήρθε στην Κύπρο, ασκούσε πορνεία και είχε επαφή με την Κατηγορούμενη 2, ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από το συνήγορο της Κατηγορουμένης
- Μάλιστα ήταν θέση της Υπεράσπισης της Κατηγορούμενης 2 ότι ήταν η ίδια η Παραπονούμενη που ήρθε σε επαφή μαζί της για να την βοηθήσει να εργαστεί ως πόρνη στην Κύπρο. Θέση η οποία εύλογα οδηγεί στο ερώτημα για ποιο λόγο η Παραπονούμενη να αναζητήσει ειδικά τη βοήθεια της Κατηγορούμενης 2 για να έλθει να ασκήσει πορνεία στην Κύπρο. Υπήρχε και συνέχεια στην εκδοχή αυτή. Ότι δηλαδή η Κατηγορούμενη 2 προσπαθούσε πάντοτε να βοηθήσει την Παραπονούμενη να κάνει την δουλειά που είχε επιλέξει, δηλ. την πορνεία. Έπειτα η εκδοχή της Υπεράσπισης της Κατηγορούμενης 2 ότι αυτή εισέπραττε χρήματα από την Παραπονούμενη για να πληρώνει το ενοίκιο αυτής, πέραν του ότι στερείται λογικής, δεν βρίσκει έρεισμα στην προσαχθείσα μαρτυρία. Το αντίθετο προέκυψε. Η μαρτυρία του Μ.Κ.4, η οποία δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση, ήταν σαφής. Τέτοια πληρωμή για το διαμέρισμα 14 στο οποίο διέμενε η Παραπονούμενη δεν έγινε ποτέ. Είναι επίσης σημαντικό να επισημάνουμε ότι ενώ στην Αστυνομία - στην γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 42) - ο μεν Κατηγορούμενος 1 ισχυρίστηκε ότι την Παραπονούμενη την 'μάζεψαν' από το δρόμο γιατί δεν είχε που να μείνει, η δε Κατηγορούμενη 2 - στην Γραπτή Κατηγορία (Τεκμήριο 50) - ισχυρίστηκε ότι η Παραπονούμενη διέμενε μόνο τέσσερεις μέρες στο σπίτι της και ήρθε η Αστυνομία, κανένας από τους Κατηγορούμενους, δεν έχει προωθήσει τέτοιους ισχυρισμούς κατά το στάδιο της αντεξέτασης της Παραπονούμενης. Επαναλαμβάνουμε. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ουδόλως έχει αμφισβητηθεί ότι την παρέλαβαν από το αεροδρόμιο, ακολούθως αυτή διέμενε στο διαμέρισμα δίπλα τους και αργότερα, όταν αυτή είχε πάει στη Λάρνακα, την μετέφεραν πίσω στη Λευκωσία όπου διέμενε πλέον στο δικό τους διαμέρισμα μαζί τους. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν κατά την αντεξέταση της από τον κ. Παφίτη να πείσει ότι η Παραπονούμενη έκανε σεξ με τη θέληση της, η Παραπονούμενη ήταν πειστική ότι βρισκόταν σε μίαν κατάσταση όπου πίστευε και ένιωθε ότι δεν είχε επιλογές. Με χαρακτηριστικό τρόπο περιέγραψε την κατάσταση της σε μία ξένη χώρα όπου δεν γνώριζε κανένα και δεν μιλούσε τη γλώσσα, με αποτέλεσμα να νιώθει ότι έπρεπε να κάνει ό,τι της έλεγαν οι Κατηγορούμενοι και αυτό έπραξε. Πολύς λόγος έγινε και από τους δύο συνηγόρους Υπεράσπισης για κατασκευασμένη εκδοχή από μέρους της Παραπονούμενης και αποτέλεσμα επηρεασμού. Στην περίπτωση του κ. Παφίτη δεν αναφέρθηκε ρητά η πηγή του επηρεασμού αλλά η σχετική υποβολή έγινε αφού προηγήθηκε σειρά ερωτήσεων σχετικά με τις επαφές που η Παραπονούμενη είχε με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και αφορούσαν συγκεκριμένα ζητήματα όπως τη διάρκεια των επαφών αυτών και τα λεχθέντα στη διάρκεια τους. Ενώ στην περίπτωση του κ. Καρεκλά υπήρξε ρητή υποβολή προς την Παραπονούμενη ότι η εκδοχή της ήταν αυτά που της είπε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στη διάρκεια των συναντήσεων που είχε μαζί της. Με δεδομένο ότι η εκδοχή για εμπλοκή των Κατηγορουμένων στα επίδικα αδικήματα δόθηκε από την Παραπονούμενη από την αρχή όταν, δηλαδή, αυτή έδωσε τις καταθέσεις της στην Αστυνομία και το κύριο που δεν είχε αναφερθεί σε αυτές ήταν ότι είχε διατελέσει προηγουμένως πόρνη στη χώρα της θεωρούμε παράλογο να θέλει ενώπιον του Δικαστηρίου να προωθήσει αναληθώς την εκδοχή ότι ήταν πόρνη. Και μάλιστα κατόπιν επηρεασμού και καθ' υπόδειξη της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής! Το αντίθετο θα ανέμενε κάποιος εάν το κίνητρο της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής πράγματι ήταν να δασκαλευτεί η Παραπονούμενη να πει ψέματα. Να καθοδηγηθεί να υιοθετήσει πλήρως τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία αποφεύγοντας έτσι τη δημιουργία οποιωνδήποτε αντιφάσεων κατά την αντεξέταση της. Διερωτόμαστε πραγματικά για το λόγο που θα μπορούσε να υπάρχει στο να αποφασίσει η Παραπονούμενη να πει στο Δικαστήριο ότι ήταν πόρνη αν κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Αντίθετα, το γεγονός ότι το έπραξε αποδεικνύει ότι η Παραπονούμενη ήταν πλέον αποφασισμένη να πει ενώπιον του Δικαστηρίου όλη την αλήθεια χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε. Έπειτα οι υποβολές για καθοδήγηση της Παραπονούμενης από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με το τι θα έλεγε στο Δικαστήριο παρέμειναν όλες αναπόδεικτες και ατεκμηρίωτες ενώ καταρρίφθηκαν και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.16 Εμιλίας Στυλιανού, μεταφράστριας της οποίας τη μαρτυρία κρίναμε πλήρως αξιόπιστη. Μία από τις υποβολές της Υπεράσπισης (της Κατηγορούμενης 2) ήταν ότι ήταν η ίδια η Παραπονούμενη που είχε δημιουργήσει την ιστοσελίδα 'Τάνια' και είχε βάλει τον αριθμό του τηλεφώνου της Κατηγορούμενης
- Πέραν του ότι η Παραπονούμενη ήταν κατηγορηματική στη θέση της ότι την ιστοσελίδα την είχε δημιουργήσει η Κατηγορούμενη 2, εξήγησε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό εν πάση περιπτώσει να κάνει ενόψει του ότι δεν γνώριζε ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά. Κατ' επανάληψη ρωτήθηκε για το ζήτημα της γνώσης της είτε της αγγλικής, είτε της ελληνικής και έδωσε, κατά την άποψη μας, ειλικρινείς και πειστικές απαντήσεις. Μάλιστα ο ισχυρισμός της αυτός επιβεβαιώθηκε και από Μάρτυρες Κατηγορίας που είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή μαζί της στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, όπως η Μ.Κ.6 Αστ.1912 Μ. Ξενή, ο Μ.Κ.8 Αστ.119 Χ. Χαραλάμπους, η Μ.Κ.14 Μ. Κωνσταντίνου και η διερμηνέας Μ.Κ.16 Εμιλία Στυλιανού. Επανερχόμενοι στον ισχυρισμό της Παραπονούμενης ότι η Κατηγορούμενη 2 είχε δημιουργήσει στο διαδίκτυο μία ιστοσελίδα με το όνομα 'Τάνια' και με φωτογραφίες μιας κοκκινομάλλας με τηλέφωνο επικοινωνίας τον αριθμό 94231524 που ανήκε στην Κατηγορούμενη 2, επισημαίνουμε ότι πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος προεβλήθη από την Παραπονούμενη εξ' αρχής όταν αυτή έδωσε την πρώτη της κατάθεση στην Αστυνομία. Δεν διαφεύγει δε την προσοχή μας ότι, όπως εξηγήθηκε από την Μ.Κ.14, ήταν κατόπιν αυτού του ισχυρισμού που οδηγήθηκε η Αστυνομία στην αναζήτηση και εντοπισμό της εν λόγω ιστοσελίδας (Τεκμήριο 38). Σημαντικό είναι και το γεγονός, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία της Μ.Κ.7 Αστ.162 Κ.Πάρπα, ότι η εν λόγω ιστοσελίδα δημιουργήθηκε στις 7/3/14 - μία μέρα μετά την άφιξη της Παραπονούμενης στην Κύπρο - και αφού προηγήθηκε την ίδια μέρα η αναφορά της Κατηγορούμενης 2 προς την Παραπονούμενη ότι θα της δημιουργούσε ένα ιστότοπο με φωτογραφίες. Η περιγραφή της Παραπονούμενης των όσων έλαβαν χώρα κατά την έρευνα της Αστυνομίας την 26.4.2014 στο διαμέρισμα των Κατηγορουμένων 1 και 2 ταυτίζεται πλήρως με την περιγραφή που έδωσαν οι Αστυνομικοί που έλαβαν μέρος στην έρευνα αυτή. Συγκεκριμένα, ταυτίζεται η θέση της Παραπονούμενης ως προς το που την βρήκαν οι Αστυνομικοί και τι έγινε όταν οι Κατηγορούμενοι άνοιξαν την πόρτα. Όλα αυτά τα γεγονότα παρέμειναν αδιαμφισβήτητα εφόσον η Υπεράσπιση σε κανένα στάδιο δεν υποστήριξε ότι αυτά εξελίχθηκαν με διαφορετικό τρόπο από εκείνο που περιέγραψαν οι πιο πάνω αναφερόμενοι μάρτυρες. Η θέση δε της Παραπονούμενης ότι τα προφυλακτικά βρίσκονταν στο κομοδίνο, και ότι τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά πετάγονταν στο μπάνιο, συνάδει πλήρως με τα ευρήματα της Αστυνομίας και τις ενώπιον μας φωτογραφίες Τεκμήριο
- Περαιτέρω η περιγραφή από την Παραπονούμενη των γεγονότων που έλαβαν χώρα σχετικά με την επαφή που είχε με την εξαδέλφη της Μ.Κ.13 και ειδικότερα αυτά που αφορούν στον εντοπισμό της από την Αστυνομία στο διαμέρισμα των Κατηγορούμενων στις 26/4/14 συνάδει απόλυτα με τα όσα κατέθεσε η Μ.Κ.
- Από τα πιο πάνω προκύπτει, επομένως, ότι είναι η ίδια η Παραπονούμενη που ζήτησε τη βοήθεια και εμπλοκή της Αστυνομίας με τη συνδρομή της εξαδέλφης της Μ.Κ.13 ούτως ώστε να καταφέρει να αποδράσει από τους Κατηγορούμενους. Αν λοιπόν η πραγματικότητα ήταν ότι η Παραπονούμενη ασκούσε την πορνεία στην Κύπρο με τη θέληση της - όπως ήταν η εκδοχή της Υπεράσπισης - χωρίς κανένας από τους Κατηγορούμενους να την εξαναγκάζει να το πράξει, χωρίς απειλές αλλά αντιθέτως η Κατηγορούμενη 2 της συμπεριφερόταν 'πάντοτε με αγάπη' και προσπαθούσε πάντοτε να την βοηθήσει να κάνει τη δουλειά που η Παραπονούμενη είχε επιλέξει - ως ήταν η εκδοχή εκ μέρους της Κατηγορούμενης 2 - λογικά δεν θα είχε απολύτως κανένα λόγο να ζητήσει την εμπλοκή της Αστυνομίας. Αντιθέτως ο τρόπος που ενήργησε η Παραπονούμενη επιβεβαιώνει την εκδοχή που προώθησε σε βάρος των Κατηγορουμένων. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι τελικώς η Παραπονούμενη επέλεξε να επιστρέψει στους Κατηγορούμενους. Θέση της ήταν ότι την ξεγέλασε η Κατηγορούμενη 2 ότι θα έπρεπε να δουλέψει μόνο για λίγες μέρες ώστε να αγοράσει το εισιτήριο της επιστροφής. Τόνισε, όμως, ότι εκείνο που καθόρισε την απόφαση της ήταν οι απειλές που είχε δεχθεί η οικογένεια της και ειδικά η θυγατέρα της, θέση η οποία πείθει, ειδικά αφού προέκυψε ξεκάθαρα ότι η Παραπονούμενη φοβόταν τον Κατηγορούμενο
- Δεν είναι, κατά την άποψη μας, άνευ σημασίας το ότι την τελευταία στιγμή είχε μετανιώσει και είχε πάρει ταξί με σκοπό να πάει σε ένα φίλο της στα Λατσιά. Στην πραγματικότητα η επιστροφή της Παραπονούμενης στους Κατηγορούμενους δεν ήταν προϊόν μιας ελεύθερης επιλογής αλλά απόφαση η οποία υπαγορεύθηκε από τα δεδομένα που είχε μπροστά της και τα πιεστικά διλήμματα στα οποία είχε τεθεί. Η Παραπονούμενη, όταν ρωτήθηκε για την γυναίκα που την μύησε στην πορνεία στη Βουλγαρία, έπεισε ότι πάντα την ενοχλούσε που έκανε σεξ επ' αμοιβή, δεν της ήταν εύκολο και της κατέστρεψε τη ψυχολογία της. Αυτός ήταν και ο λόγος που το σταματούσε, αλλά λόγω κακής οικονομικής κατάστασης αναγκαζόταν να το ξανακάνει. Ο ισχυρισμός της Παραπονούμενης ότι από αυτή τη γυναίκα δεν έχει παράπονο συνάδει με την αναφορά της ότι το βασικό παράπονο της από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 ήταν η πολύ άσχημη συμπεριφορά τους, και οι απειλές που της γίνονταν και της προκαλούσαν άγχος. Επεξήγησε ότι στη Βουλγαρία την πορνεία έκανε με τη θέληση της, ενώ στην Κύπρο οι Κατηγορούμενοι την εξανάγκασαν να το κάνει[31]. Το πώς νοιώθει η Παραπονούμενη για τη γυναίκα από τη Βουλγαρία επεξηγήθηκε και από ψυχολογικής απόψεως εφόσον με βάση την εμπεριστατωμένη μαρτυρία της Μ.Κ.9 επισημάνθηκε ότι τα θύματα εμπορίας συχνά νιώθουν ότι το άτομο που τις μύησε στην πορνεία τις έβγαλε από τη δύσκολη θέση.[32] Η αποδοχή της Παραπονούμενης της πρότασης που της είχε κάνει η Κατηγορούμενη 2, μία άγνωστη σε αυτήν ομοεθνής της, ενόσω ευρίσκετο στη Βουλγαρία για να έρθει να εργαστεί στην Κύπρο σε ινστιτούτο μασάζ στο οποίο θα έκανε μασάζ και στοματικό έρωτα επεξηγήθηκε πειστικά, κατά την άποψη μας, από την Παραπονούμενη. Χρειαζόταν λεφτά για να συντηρεί την οικογένεια της. Η δε πρόταση που της έγινε αφορούσε σε εξασφάλιση περισσοτέρων λεφτών από ό,τι εξασφάλιζε στη Βουλγαρία στα πλαίσια άσκησης της πορνείας. Ενώ οι υπηρεσίες που θα προσέφερε θα συμπεριελάμβαναν μόνο στοματικό έρωτα. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι στη δική της αντίληψη ο στοματικός έρωτας δεν ήταν το ίδιο με το σεξ[33]. Πρόκειται για ζήτημα που ανάγεται σε κοινωνικές αντιλήψεις που θεωρούν ως το σεξ μόνο τη δίοδο μέσω των γεννητικών οργάνων, όπως το επεξήγησε η Μ.Κ.9[34]. Οι εξηγήσεις που έδωσε η Παραπονούμενη έχουν υποστηριχθεί και από ψυχολογικής άποψης αφού ήταν θέση της Μ.Κ.9 ότι στην περίπτωση της Παραπονούμενης υπήρχε έντονο το στοιχείο της παρορμητικότητας[35] το οποίο αποτελεί συχνό φαινόμενο στα θύματα εμπορίας[36]. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι αντιφάσεις προέκυψαν ανάμεσα στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία και σε αυτά που είπε στο Δικαστήριο και για ζητήματα που δεν ήταν σημαντικά και δεν είχαν να κάνουν με την άσκηση της πορνείας στη χώρα της. Με άλλα λόγια για ζητήματα που δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο λόγο να αποκρύψει ή να διαφοροποιήσει. Όπως ό λόγος που σταμάτησε από την κουζίνα ενός κέντρου όπου εργαζόταν στη Σόφια. Ενώ στην πρώτη κατάθεση που έδωσε - ημερομηνίας 26.4.14 - είχε ισχυριστεί ότι είχε σταματήσει γιατί δεν υπήρχε δουλειά, ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι η πραγματικότητα ήταν ότι είχε αναγκαστεί να σταματήσει επειδή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί λόγω της υπνηλίας που αισθανόταν από τα χάπια που έπαιρνε στα πλαίσια της θεραπείας της. Επί του προκειμένου δεν παραγνωρίζουμε τη θέση της ότι είχε πολύ στρες όταν έδινε καταθέσεις στην Αστυνομία, πράγμα που συνάδει και με τη διάγνωση της Μ.Κ.9 ότι πάσχει από αγχώδη διαταραχή. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την Μ.Κ.9, η Παραπονούμενη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρισκόταν τότε υπό φαρμακευτική αγωγή ένεκα της λανθασμένης δόσης που λάμβανε, ενώ όταν πλέον έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο λάμβανε φάρμακα που την βοηθούσαν να μην έχει στρες. Επίσης, ως αναφέρεται και πιο πάνω, είχε ήδη καθησυχαστεί σε σχέση με την ασφάλεια της οικογένειας της και της ίδιας. Η ψυχολογική της κατάσταση και το άγχος που ένιωθε στη διάρκεια λήψης των καταθέσεων δεν διαπιστώσαμε να έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση ενώ επιβεβαιώθηκε και από διάφορους Μάρτυρες Κατηγορίας που είχαν επαφή μαζί με την Παραπονούμενη σε εκείνο το ανακριτικό στάδιο, όπως η Μ.Κ.6 η οποία ήταν αστυνομικός που είχε λάβει την πρώτη της κατάθεση και η διερμηνέας Μ.Κ.18 η οποία είχε βοηθήσει στη λήψη της εν λόγω κατάθεσης. Σταθμίσαμε κάθε πτυχή της μαρτυρίας της και κάθε απάντηση που έδωσε χωρίς να κατατεμαχίζουμε τη μαρτυρία της επικεντρώνοντας την προσοχή μας στα σημεία εκείνα που αποτέλεσαν τον πυρήνα της υπόθεσης. Προχωρήσαμε και συγκρίναμε τη μαρτυρία της Παραπονούμενης με εκείνη των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας και εντοπίσαμε επιβεβαίωση στα σημεία που έχουμε ήδη εκθέσει σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης μας. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν δεν μας προξενεί οποιαδήποτε αρνητική εντύπωση η όλη στάση της Παραπονούμενης και το γεγονός ότι δεν αποκάλυψε όλα τα γεγονότα στις πρώτες της καταθέσεις. Αντιθέτως όλα αυτά μας δίνουν πλήρως ικανοποιητικές εξηγήσεις και δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι η Παραπονούμενη, αισθανόμενη πλέον ασφαλής και αποφασισμένη να πει τα γεγονότα όπως ακριβώς διαδραματίστηκαν, χωρίς αναστολές και ενοχές για το παρελθόν της, είπε όλη την αλήθεια στην προφορική της μαρτυρία ενώπιον μας υποστηρίζοντας την με σθένος και απόλυτη σταθερότητα μέχρι τέλους. Ενδεικτικά, επισημαίνουμε τα πιο κάτω: Το ότι δεν έκανε αναφορά στο πρώτο της παιδί ήταν θέση της Παραπονούμενης ότι οφείλετο στο ότι της είναι δυσάρεστο να μιλά για το θέμα. Η εξήγηση αυτή βρίσκει έρεισμα στη λογική, ενώ επεξηγήθηκε και από ψυχολογικής απόψεως, αφού ήταν θέση της Δρ Λεοντίου ότι τα θύματα εμπορίας αποκρύπτουν πράγματα σε σχέση με τα οποία νιώθουν ενοχές ή ντροπή. Έλαβε χώρα επανειλημμένη αντεξέταση επί του ότι η Παραπονούμενη είχε εργαστεί ως πόρνη στην Βουλγαρία. Το θέμα αυτό η Παραπονούμενη είχε παραδεχθεί εξ αρχής, και πρέπει να τονιστεί ότι η ιδιότητα της αυτή δεν μειώνει την βαρύτητα των όσων είπε. · Ούτε και μπορούσε να επικοινωνήσει, ως ισχυρίστηκε, με οποιοδήποτε φίλο της για να την βοηθήσει να φύγει, αφού οι φίλοι της στο facebook δεν ήξεραν τι δουλειά έκανε. Ήταν θέση της Δρ Λεοντίου ότι το ιστορικό της Παραπονούμενης είναι συνηθισμένο σε άτομα που καθίστανται θύματα εμπορίας. Το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν βίαιος και η απουσία μητέρας, είναι δεδομένα που υφίστανται σε πολλές περιπτώσεις τέτοιες. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.9 επεξήγησε ότι: o Η Παραπονούμενη δεν είχε αίσθηση χρόνου, πράγμα που σύμφωνα με την Μ.Κ.9 δείχνει το πόσο άσχημα ζούσε σε συνδυασμό με το ότι ζούσε την κακή αυτή κατάσταση καθημερινά, αφού όταν υπάρχει μία άσχημη σταθερή ρουτίνα ο χρόνος χάνεται. o Οι παρορμητικές αντιδράσεις χωρίς να σκεφτούν τις συνέπειες είναι συχνό φαινόμενο θυμάτων εμπορίας. o Ο μηχανισμός αποπροσωποποίησης παρουσιάζεται σε θύματα εμπορίας, τα οποία δεν κάνουν επαφή με το συναίσθημα την ώρα της πράξης. Η αποπροσωποίηση προστατεύει τον ψυχισμό ώστε να μπορέσει να λάβει χώρα το κακοποιητικό γεγονός. o Τα θύματα εμπορίας αποκαλύπτουν σιγά-σιγά κομμάτια της ιστορίας τους όταν νιώσουν ασφάλεια, πράγμα που έγινε και στην περίπτωση της Παραπονούμενης. o Τα θύματα εμπορίας συχνά νιώθουν ότι το άτομο που τις μύησε στην πορνεία τις έβγαλε από τη δύσκολη θέση, πράγμα που επεξηγεί το πως νιώθει η Παραπονούμενη για τη γυναίκα από τη Βουλγαρία, αλλά και το ότι δεν μίλησε άσχημα για την Κατηγορούμενη 2, αφού είναι σύνηθες να νιώθει ότι την βοήθησε να βγάλει χρήματα. o Το ότι η Παραπονούμενη δεν ανέφερε αρχικά τον βιασμό επεξηγείται επιστημονικά από το ότι συνιστά τραυματικό γεγονός. Επίσης, το γεγονός ότι η Παραπονούμενη θεωρεί ότι με αυτόν τον τρόπο αποπλήρωσε το εισιτήριο της συνάδει με την ύπαρξη ενοχών, το ότι πρέπει να πληρώνει και ότι οι πόρνες με αυτόν τον τρόπο πληρώνουν. Εξετάζοντας λοιπόν με προσοχή το σύνολο της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και γενικά την όλη της συμπεριφορά από τη θέση του μάρτυρα, δεν έχουμε καμία απολύτως αμφιβολία ότι η Παραπονούμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο τα αληθινά γεγονότα και, συνεπώς, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Ανόμωτες Δηλώσεις Κατηγορουμένων 1 και 2 Οι ανόμωτες δηλώσεις στις οποίες προέβησαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 λαμβάνονται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου.[37] Εάν και δεν αξιολογούνται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία. Λαμβάνονται υπ' όψιν ώστε να δώσουν μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφόσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Η επιλογή αυτή των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε καμία περίπτωση, και ούτε φυσικά και στην προκειμένη, μπορεί να οδηγήσει στην εξαγωγή αρνητικών συμπερασμάτων ή ακόμη και ενδείξεων ενοχής[38]. Στην υπόθεση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία[39]. Εξετάζοντας με τη δέουσα προσοχή το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης των Κατηγορουμένων επισημαίνουμε ότι στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 1 συνίστατο απλώς στη διακήρυξη από μέρους του ότι δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση χωρίς να δίδει οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση, με αποτέλεσμα να στερείται οποιουδήποτε περιεχομένου γεγονότων. Η αναφορά του Κατηγορουμένου 1 έγινε χωρίς ταυτόχρονα να συνοδεύεται από οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή να αναφέρει οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση της Κατηγορούμενης 2 και αυτή βασικά διακήρυξε την αθωότητα της και το ότι ουδεμία εμπλοκή έχει στην παρούσα υπόθεση, ενώ προέβαλε και τον ισχυρισμό ότι όλα όσα ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη τα έκανε μόνη της. Και στην περίπτωση της Κατηγορούμενης 2 δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα. Ενόψει τούτου δεν θεωρούμε ότι οι ανώμοτες δηλώσεις του Κατηγορουμένων έχουν οποιαδήποτε αξία ενώ δεν έχουν κλονίσει με οποιοδήποτε τρόπο το αξιόπιστο της εκδοχής που προώθησε μέσω της μαρτυρίας της η Κατηγορούσα Αρχή. Μάρτυρες Υπεράσπισης που κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένης 2 Ο συνήγορος για την Κατηγορούμενη 2 κάλεσε στο Δικαστήριο πέντε μάρτυρες. Εκείνο το οποίο προέκυψε ήταν ότι δεν υπήρχε κάποια συγκεκριμένη Υπεράσπιση για την υποστήριξη της οποίας να ήταν βοηθητική η προσκόμιση της μαρτυρίας αυτής, αντίθετα φάνηκε να επρόκειτο περί μίας προσπάθειας διερεύνησης μήπως προκύψει κάτι που να βοηθά την θέση της Κατηγορούμενης 2. Δεδομένου ότι όλες οι μάρτυρες είναι υπάλληλοι του Κράτους, ο δε συνήγορος διορισμένος με νομική αρωγή, θα πρέπει να ασκείται περισσότερη φειδώ πριν την κατασπατάληση δημοσίου χρήματος. Συγκεκριμένα παρατηρούμε ότι οι Μ.Υ.2
(2)και 2
(3)δεν θυμούνταν καν την περίπτωση της Παραπονούμενης, η Μ.Υ.2
(5)δεν είχε καμία συγκεκριμένη συνομιλία με την Παραπονούμενη όσο αυτή βρισκόταν στο καταφύγιο, και η Μ.Υ.2
(4)έδωσε μαρτυρία για την επανεισδοχή της Παραπονούμενης στο καταφύγιο κατά τον Μάρτιο 2015 όταν επανήλθε στην Κύπρο για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Σε ό,τι αφορά την αναφορά της ότι στη συνομιλία που είχε με την Παραπονούμενη στην αγγλική γλώσσα φαινόταν η τελευταία να αντιλαμβάνεται δεν αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία εφόσον στη συνέχεια διευκρίνισε ότι αυτό προέκυψε από το γεγονός ότι η Παραπονούμενη της απαντούσε στη γλώσσα της 'ντα, ντα' δείχνοντας να γνωρίζει τη διαδικασία συμφωνώντας, ωστόσο, στο τέλος ότι μπορεί η ίδια να αντιλήφθηκε λάθος. Εκείνο δε το οποίο προκαλεί ακόμα περισσότερη εντύπωση ήταν το ότι, μετά από τόση αντεξέταση στην οποία υπέβαλε ο συνήγορος άλλους μάρτυρες με σκοπό να καταδείξει ότι η Παραπονούμενη κρατείτο στο καταφύγιο ενάντια στη θέληση της, και ότι είχε οικονομικό όφελος από το να δώσει μαρτυρία εναντίον των Κατηγορουμένων, κάλεσε την Μ.Υ.2
(3)ως μάρτυρα η οποία επιβεβαίωσε ότι η Παραπονούμενη είχε δώσει συγκατάθεση για εισαγωγή της στο καταφύγιο, και την Μ.Υ.2
(1)η οποία επιβεβαίωσε ότι η Παραπονούμενη λάμβανε μόνο το ποσό των €17 ανά εβδομάδα για όσο καιρό βρισκόταν στο καταφύγιο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης προχωρούμε στη συνέχεια στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου ü Η κα Yanita Lazarova κατάγεται από τη Βουλγαρία και είναι μητέρα 4 παιδιών, ηλικίας 20, 17, 15 και 4 ετών, το μεγαλύτερο εκ των οποίων υποφέρει από νοητικά προβλήματα και βρίσκεται σε ίδρυμα από ηλικίας ενός έτους. Με τον σύζυγο της είναι σε διάσταση. Τα παιδικά της χρόνια υπήρξαν δύσκολα, λόγω βίας που ασκείτο από τον πατέρα της, ενώ με την μητέρα της δεν είχε σχεδόν καμία επικοινωνία από τότε που αυτή χώρισε με τον πατέρα της, όταν η Παραπονούμενη ήταν μόλις 2 ετών. Τα προβλήματα με τον σύζυγο της άρχισαν μετά την γέννηση του μικρού παιδιού τους όταν έμειναν και οι δύο άνεργοι. ü Μετά που έχασε τον πατέρα και την πεθερά της, η Παραπονούμενη περιήλθε σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και έτυχε ψυχιατρικής παρακολούθησης, ενώ της δόθηκε και φαρμακευτική αγωγή. Σήμερα εξακολουθεί να λαμβάνει το φάρμακο Remirta. Κατά την περίοδο που τύγχανε ιατρικής παρακολούθησης διέμενε με την αδελφή της στη Σόφια μέχρι τις 6.3.
- Η οικονομική της κατάσταση ήταν πολύ άσχημη και ζούσε με το μισθό της αδελφής της και τα επιδόματα που λάμβανε για τα παιδιά. Αναζητώντας δουλειά κατέληξε να εργάζεται ως συνοδός ανδρών για μία κυρία στη Βουλγαρία. Η εργασία αυτή βασικά ήταν να προσφέρεται σε άνδρες για σεξ. Την πρώτη φορά, όμως, που ήρθε πελάτης άρχισε να κλαίει και έφυγε. Όταν ηρέμησε επέστρεψε και άρχισε πλέον να εργάζεται ως πόρνη. Για τους σκοπούς της εργασίας της υπήρχε αγγελία καταχωρημένη σε ένα ιστότοπο με το όνομα «Αδάμ και Εύα» με τις φωτογραφίες της και τον αριθμό του υπηρεσιακού της τηλεφώνου. Αυτή την δουλειά έκανε για ένα χρόνο με διαλείμματα. ü Σε κάποιο στάδιο έλαβε ένα μήνυμα στο υπηρεσιακό της τηλέφωνο από την Κατηγορούμενη 2 η οποία την ρωτούσε αν ενδιαφέρετο για δουλειά στο εξωτερικό, και η Παραπονούμενη απάντησε καταφατικά. Η Κατηγορούμενη 2 της είπε ότι εάν έρθει στην Κύπρο θα έπαιρνε πολύ περισσότερα λεφτά από ό,τι στη Βουλγαρία. Της εξήγησε το είδος της δουλειάς που θα έκανε λέγοντας της ότι θα έκανε μασάζ και στοματικό έρωτα, και θα χρέωνε το ποσό των €70 για μισή ώρα και €100 για μίαν ώρα, από τα οποία η Παραπονούμενη θα κρατούσε τα μισά. Λόγω του ότι η Παραπονούμενη είχε ανάγκη τα λεφτά για να συντηρήσει τα παιδιά της αποδέχτηκε την πρόταση της Κατηγορούμενης
- Όσον αφορά το εισιτήριο της η Κατηγορούμενη 2 της είπε ότι θα στοίχιζε €160, και ότι θα της το αγόραζε κάποιο τρίτο πρόσωπο. ü Την 6.3.2014 η Παραπονούμενη έφτασε στην Κύπρο και από το αεροδρόμιο την παρέλαβαν οι δύο Κατηγορούμενοι μαζί με ένα Κύπριο άντρα. Αφού την μετέφεραν στο διαμέρισμα, ο άντρας αυτός την ανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα και σεξ χωρίς προφυλακτικό. Η Παραπονούμενη τηλεφώνησε κλαίγοντας στην Κατηγορούμενη 2, η οποία την επόμενη μέρα της εξήγησε ότι αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο ξεπλήρωσε το εισιτήριο της. Την μετέφερε μετά σε ένα άλλο διαμέρισμα, και η Παραπονούμενη αντιλήφθηκε πλέον ότι και στην Κύπρο θα έκανε την ίδια δουλειά που έκανε προηγουμένως και στη Βουλγαρία. Θεώρησε ότι από τη στιγμή που ήρθε στην Κύπρο δεν είχε άλλη επιλογή. Στη συνέχεια η Κατηγορούμενη 2 την μετέφερε στο διαμέρισμα που διέμενε με τον Κατηγορούμενο 1 και συζήτησαν οι Κατηγορούμενοι με την Παραπονούμενη με ποιο τρόπο θα δούλευαν. Η Κατηγορούμενη 2 της εξήγησε ότι εκείνη θα συνομιλούσε με τους πελάτες στο τηλέφωνο ενόψει του ότι η Παραπονούμενη δεν γνώριζε τη γλώσσα ενώ η τελευταία θα τους υποδέχετο. Όσον αφορά τα λεφτά θα τα μοιράζονταν. Της είπε και τα ποσά που θα πλήρωναν οι πελάτες. Συγκεκριμένα για μισή ώρα η τιμή ήταν €70 ενώ για μια ώρα €
- Θα της εύρισκαν ένα διαμέρισμα και θα της δημιουργούσαν ένα ιστότοπο με φωτογραφίες. Οι Κατηγορούμενοι ακολούθως της δημιούργησαν ιστοσελίδα με το όνομα «Τάνια» στην οποία έβαλαν φωτογραφίες κάποιας άλλης κοπέλας. (Τεκμήριο 17). ü Στις 8.3.2014 η Παραπονούμενη άρχισε δουλειά και εισέπραττε η ίδια τα χρήματα από τους πελάτες, όμως μετά ερχόταν η Κατηγορούμενη 2 και τα έπαιρνε, δίνοντας της από αυτά €20 - €25 για μισή ώρα και €30 - €35 για μία ώρα. Δεν λάμβανε τα μισά όπως της είχαν υποσχεθεί γιατί οι Κατηγορούμενοι της έλεγαν ότι χρειάζονταν λεφτά για βενζίνη και για το ενοίκιο του διαμερίσματος τα οποίο είχαν ενοικιάσει και ότι μετά θα της τα επέστρεφαν. Το διαμέρισμα αυτό ευρισκόταν στη διπλανή πολυκατοικία με εκείνη όπου ευρίσκετο το διαμέρισμα των Κατηγορούμενων. Σε εκείνο δε το διαμέρισμα δεχόταν πελάτες για να κάνει σεξ. Είχε υπογράψει στο ενοικιαστήριο έγγραφο του εν λόγω διαμερίσματος (Τεκμήριο 19). Από τις 8 Μαρτίου 2014 που ξεκίνησε αυτή τη δουλειά εργάστηκε για περίπου 3 εβδομάδες. Σε αυτό το διάστημα είχε καθημερινά 4-5 ή 5-6 πελάτες. Δούλευε από τις 10 το πρωί μέχρι 11-12 το βράδυ. Υπήρχαν και περιπτώσεις που ενώ κοιμόταν την ξυπνούσαν για να εργαστεί. ü Σε κάποιο στάδιο, ένεκα του ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν τηρούσαν αυτά που της υποσχέθηκαν, η Παραπονούμενη αποφάσισε να φύγει από αυτούς και επικοινώνησε με τη φίλη της την Sandra η οποία εργαζόταν στη Λάρνακα στο μπαρ De Niro η οποία της πρότεινε να δουλέψει εκεί όπου εργαζόταν και η ίδια. Χωρίς να ενημερώσει τους Κατηγορούμενους, αφού φοβόταν ότι αυτοί δεν θα την άφηναν να φύγει, εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας της και πήγε να εργαστεί στο εν λόγω μπαρ στη Λάρνακα. ü Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στα πλαίσια της προσπάθειας αναζήτησης της Παραπονούμενης επικοινώνησαν τότε με την οικογένεια της και ειδικά την θυγατέρα της, στέλνοντας μήνυμα ότι αν δεν επιστρέψει η Παραπονούμενη σε αυτούς θα την σκοτώσουν. Η Κατηγορούμενη 2 δημιούργησε ένα εικονικό προφίλ στο Facebook μέσω του οποίου προσέγγισε την Παραπονούμενη και, αφού της αποκαλύφθηκε, της είπε να επιστρέψει κοντά τους ώστε να βγάλει χρήματα και να επιστρέψει στη Βουλγαρία. Η Παραπονούμενη συμφώνησε παρόλο που φοβόταν. Πήγε στις Φοινικούδες και περίμενε τους Κατηγορούμενους, αλλά τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και πήρε ένα ταξί για να φύγει και να πάει σε ένα φίλο της στα Λατσιά. Οι Κατηγορούμενοι όμως, ανέκοψαν το ταξί και ο Κατηγορούμενος 1 την τράβηξε από μέσα βάζοντας την στο δικό του αυτοκίνητο, με το οποίο την μετέφεραν στη συνέχεια στη Λευκωσία. Κατά τη διαδρομή ο Κατηγορούμενος 1 της έλεγε ότι θα πρέπει να ευχαριστεί την Κατηγορούμενη 2 που δεν την σκοτώνει ο ίδιος. Και ότι όσες κοπέλες έκαναν αυτό που είχε κάνει η Παραπονούμενη δεν είναι σήμερα ζωντανές. ü Στη Λευκωσία πλέον οι Κατηγορούμενοι τοποθέτησαν την Παραπονούμενη στο δικό τους διαμέρισμα, όπου και την εξανάγκαζαν να κάνει σεξ με πελάτες. Έμεινε εκεί 4-5 μέρες μέχρι τις 26.4.
- Η διαδικασία που ακολουθείτο με τους πελάτες ήταν η ίδια όπως και προηγουμένως. Η Κατηγορούμενη 2 μιλούσε με τους πελάτες στο τηλέφωνο και τους εξηγούσε τι υπηρεσίες υπάρχουν και που να έρθουν. Όσον αφορά τα λεφτά οι πελάτες τα έδιναν στην Παραπονούμενη και στη συνέχεια έρχονταν οι Κατηγορούμενοι και τα έπαιρναν, ενώ έδιναν σε αυτή ένα μέρος, δηλ. €20 - €25 για μισή ώρα και €30 - €35 για μια ώρα. Η συμπεριφορά των Κατηγορουμένων απέναντι στην Παραπονούμενη ήταν ακόμα χειρότερη από προηγουμένως. Στην περίοδο αυτή είχε περίπου 4-5 ή 5-6 πελάτες κάθε μέρα. Λόγω δε του ότι αυτή έκλαιγε και οι πελάτες έφευγαν την απειλούσαν ότι αν δεν σταματήσει να κλαίει θα την κάνουν ναρκομανή και ότι θα την πουλήσουν σε κάποια Βουλγάρα, καθώς και ότι θα κάνουν την θυγατέρα της ναρκομανή και πόρνη. Της έκλεψαν την ταυτότητα της. ü Την 25.4.2014 το βράδυ η Παραπονούμενη έστειλε ένα μήνυμα στη ξαδέλφη της Galina η οποία διέμενε στη Λάρνακα λέγοντας της ότι βρίσκεται σε κίνδυνο, ότι οι Κατηγορούμενοι την κρατούν κλειδωμένη και θέλουν να την σκοτώσουν, και ζήτησε από τη Μ.Κ.13 να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Η Μ.Κ.13 τότε πήγε στην Αστυνομία και το δήλωσε, ενώ μέσω σειράς άλλων μηνυμάτων (Τεκμήριο 35) η Παραπονούμενη είπε στην Μ.Κ.13 ότι αυτοί που την κρατούν είναι ένα ζευγάρι Βούλγαροι, και της εξήγησε που βρίσκεται το κτίριο όπου κρατείται με αποτέλεσμα να γίνει κατορθωτός ο εντοπισμός της Παραπονούμενης από την Αστυνομία. Το Σάββατο 26.4.2014 η Μ.Κ.13 της έστειλε μήνυμα ότι θα ερχόταν η Αστυνομία και της ζήτησε να τους ειδοποιήσει πότε θα βρίσκονταν στο διαμέρισμα, πράγμα που η Παραπονούμενη έκανε. Όταν η πόρτα χτύπησε οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 την έκλεισαν στο δωμάτιο, απ' όπου άκουσε την Αστυνομία. Τότε η Παραπονούμενη άνοιξε την πόρτα και η Αστυνομία την μετέφερε στον Σταθμό όπου και έδωσε καταθέσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Þ Εμπορία Ενήλικου Προσώπου Η 1η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι αφορά το αδίκημα της εμπορίας ενηλίκων προσώπων κατά παράβαση του Άρθρου 5(ε) του περί της Καταπολέμησης Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμου (N.87(I)/2007) που έχει ως εξής: «
- Όποιος στρατολογεί, μεταφέρει, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει πρόσωπο, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω- (α) ............... (β) ............... (γ) ............... (δ) ............... (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, (στ) .......... είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε έτη.» Η 8η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι αφορά το αδίκημα της εμπορίας ενηλίκων προσώπων κατά παράβαση του Άρθρου 6 εδάφια (β) και (ε) του Ν.60(Ι)/2014 - ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 15/4/14 - που έχει ως εξής: «
- Όποιος στρατολογεί, προσλαμβάνει, μεταφέρει, διακινεί, μεταβιβάζει, υποθάλπει ή παραλαμβάνει ενήλικο πρόσωπο, στεγάζει ή υποδέχεται, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο ή και την εξουσία επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση του, μέσω: (α) ....... (β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, ή/ και (γ) ...... (δ) ........ (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης, τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, ή/ και (στ) .......... (ζ) .......... (η) ........... είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη». · Στρατολόγηση-Μεταφορά-Παραλαβή Όσον αφορά την ερμηνεία των όρων «στρατολογεί» και «στρατολόγηση» θα πρέπει καταρχάς να γίνει αναφορά στη γραμματική ερμηνεία τους. Όπως πολύ πρόσφατα έχει αναφερθεί στην υπόθεση Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Ποιν. Εφ. 207/12, ημερ. 24.6.14 (απόφαση πλειοψηφίας) αυτό που επιβάλλουν οι κανόνες ερμηνείας είναι την απόδοση σε κάθε πρόνοια πρωτίστως της γραμματικής της έννοιας. Το ρήμα «στρατολογώ» από πλευράς κυριολεκτικής γραμματικής ερμηνείας σημαίνει την κατάταξη νεοσυλλέκτων στο στρατό και μεταφορικά τη συγκέντρωση ή προσέλκυση συνεργατών για ορισμένο σκοπό[40]. Την ίδια έννοια έχει και ο αντίστοιχος αγγλικός όρος "recruit"[41]. Βασικά ο όρος στρατολόγηση έχει την έννοια της κατάταξης ή καλύτερα της ένταξης στο δυναμικό μιας ομάδας. Ειδικά όσον αφορά τη χρήση του ως νομικού όρου, στην Ολλανδική υπόθεση Supreme Court, 18 April 2000, LJN:2D1788 δόθηκε σαφής ερμηνεία του όρου «στρατολογεί». Κρίθηκε ότι σημαίνει οποιαδήποτε πράξη η οποία καταλήγει στο να στρατολογηθεί ένα πρόσωπο ώστε αυτό να ωθηθεί να εισέλθει στην πορνεία σε άλλη χώρα χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η μέθοδος στρατολόγησης περιόρισε την ελευθερία επιλογής. Αυτό σημαίνει ότι μια γυναίκα η οποία υπήρξε ήδη πόρνη μπορεί να τύχει στρατολόγησης για να δουλέψει ως πόρνη σε άλλη χώρα[42]. «In 2000, the Supreme Court[43] gave a clear interpretation of the term 'recruiting' in the sense that it means 'any act that results in a person being recruited in order to induce that person to enter prostitution in another country, without the necessity of showing that the method of recruitment curtailed freedom of choice'. The term 'recruiting' must be read in the context of the provision. This means that a person who was already working in prostitution can still be recruited to work as a prostitute in another county.» Όπως λέχθηκε σχετικά με το θέμα αυτό στην υπόθεση Den Bosch του Ολλανδικού Court of Appeal, 25 October 2010: «Counsel's argument that the case referred to in Article 273f
(1)
(3)DCC cannot arise because [victim 1] was already working in prostitution when she was transported to Antwerp and was therefore not induced to enter prostitution, is rejected by the court. The simple fact of (repeatedly) bringing another person from the Netherlands to Belgium to work as a prostitute involves taking that other person with the intention of inducing that other person to make herself available for prostitution in another country. In that context, it is irrelevant whether the woman concerned, at the time when she was taken in the aforementioned manner, is or was already working in the sex industry.» Όσον αφορά την έννοια του όρου «μεταφέρει» στην Ολλανδική υπόθεση Supreme Court, 20 December 2005, LJN:AV3425, το Δικαστήριο το ερμήνευσε με ευρύτητα. Κρίθηκε δε ότι η πληρωμή ενός εισιτηρίου και η παραλαβή ενός προσώπου από το αεροδρόμιο ήταν αρκετή. Δεν είναι αναγκαίο να υφίσταται έλλειψη συγκατάθεσης σε σχέση με την μεταφορά δηλ. το θύμα να ενεργούσε ακούσια. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε Ολλανδική Νομολογία η οποία αναφέρεται στο εγχειρίδιο Trafficking in Human Beings - Case Law on trafficking in human beings 2009-2012, An Analysis. Στα πλαίσια αυτού του εγχειριδίου αναλύονται σημαντικές έννοιες και όροι της σχετικής με το θέμα Ολλανδικής Νομοθεσίας οι οποίοι επίσης απαντώνται στη δική μας Νομοθεσία. Όπως αναφέρεται στη σελ. 70 του εγχειριδίου: «The Supreme Court has also interpreted 'taking with' broadly: paying for a ticket and collecting a person from Schiphol Airport is sufficient. There does not have to be an element of involuntariness with respect to the term 'taking with' either[44].» Αυτό υποστηρίζεται από την υπόθεση Den Bosch του Ολλανδικού District Court, 24 May 2012, LJN:BW6451, όπου ένας από τους λόγους που ο κατηγορούμενος αθωώθηκε ήταν επειδή η απλή παραλαβή θυμάτων από το αεροδρόμιο δεν συνιστούσε μεταφορά. Δεν ήταν δε καθαρό κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν επίσης ενεργά αναμεμειγμένος στην αγορά των εισιτηρίων[45]. Στην υπόθεση Gronignen του Ολλανδικού District Court 14 October 2010, LJN:B00437, κρίθηκε ότι η συνοδεία ενός προσώπου που θα έφτανε στην Ολλανδία από άλλη χώρα ήταν αρκετή για να θεωρηθεί ότι συνιστούσε μεταφορά. Όπως λέχθηκε: «Accompanying a person who will land in the Netherlands from another country is sufficient to constitute 'taking with'. Any person who accompanies that other person on parts of a journey during which the border with the Netherlands is crossed from another country, is guilty of 'taking with'.» Σεξουαλική Εκμετάλλευση Ενήλικου Προσώπου Η 2η, 3η, 4η, και 5η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι αφορούν το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ενηλίκων προσώπων κατά παράβαση του Άρθρου 9(α) και (ε) του Νόμου 87(Ι)/07 που έχει ως εξής: «
- Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει πρόσωπο μέσω- (α) απειλών, (β) ......... (γ) ......... (δ) ......... (ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση, (στ) .............. είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.» Επισημαίνουμε ότι και οι τέσσερεις πιο πάνω κατηγορίες βασίζονται στο εδάφιο (ε) του Άρθρου 9 ενώ οι κατηγορίες 4 και 5 βασίζονται και στο εδάφιο (α) του Άρθρου
- Στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 δίδεται και ο ορισμός του όρου «εμπορία προσώπων» που έχει ως εξής: «εμπορία προσώπων» σημαίνει τη στρατολόγηση, μεταφορά, μεταβίβαση, υπόθαλψη ή παραλαβή προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής ή μεταβίβασης του ελέγχου επί του προσώπου, μέσω απειλών ή χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού, απαγωγής, δόλου, εξαπάτησης, κατάχρησης εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του ή παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου με σκοπό την εκμετάλλευση αυτού.» Εντός αυτού του ευρέος ορισμού περιλαμβάνονται λοιπόν τα στοιχεία της στρατολόγησης, μεταφοράς, μεταβίβασης, υπόθαλψης ή παραλαβής από άλλο με σκοπό την εκμετάλλευση. Με βάση το ίδιο Άρθρο ο όρος «εκμετάλλευση» περιλαμβάνει και την εκπόρνευση ή άλλης μορφής σεξουαλική εκμετάλλευση. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, όπως εξειδικευμένα αναφέρεται και στο προοίμιο του, τόσο ο Ν.87(Ι)/07 όσο και ο Ν.60(Ι)/2014θεσπίστηκε τόσο για σκοπούς εναρμόνισης με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής Συμβάσεων που έγιναν στα πλαίσια του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έχουμε, λοιπόν, την άποψη πως ελλείψει ημεδαπής νομολογίας τα πιο πάνω έγγραφα, καθώς και νομολογία άλλων Κρατών, ιδίως Ευρωπαϊκών, παρέχουν καθοδήγηση όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω Νομοθεσίας. Κατάχρηση Ευπαθούς Θέσης Στο Εγχειρίδιο 'Abuse of a position of vulnerability and other "means" within the definition of trafficking in persons' του γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) το οποίο εκδόθηκε το 2013 στις σελίδες 13-14 αναφέρονται τα εξής αναφορικά με τον όρο 'ευπαθής θέση': «. In the context of trafficking, "vulnerability" is typically used to refer to those inherent, environmental or contextual factors that increase the susceptibility of an individual or group to being trafficked. These factors are generally agreed to include human rights violations such as poverty, inequality, discrimination and gender‐based violence - all of which contribute to creating economic deprivation and social conditions that limit individual choice and make it easier for traffickers and exploiters to operate. More specific factors that are commonly cited as relevant to individual vulnerability to trafficking (and occasionally extrapolated as potential indicators of trafficking), include gender, membership of a minority group, and lack of legal status. Children have been identified as inherently vulnerable to trafficking, with factors such as being unaccompanied when travelling or lacking birth registration being seen as additional factors of vulnerability. It is further agreed that factors shaping vulnerability to trafficking tend to impact differently and disproportionately on groups that already lack power and status in society, including women, children, migrants, refugees and the internally displaced. Such conclusions have been generally borne out in studies of trafficking patterns and victim profiles. However, vulnerability to trafficking is certainly not fixed, predetermined or even fully "known". A multitude of factors operate to shape the context within which trafficking takes place and the capacity of the individual to respond. A genuine understanding of vulnerability will thereby almost always require situation‐specific analysis. A definition of vulnerability that captures many of these points was provided in the outcome document of a judicial summit dealing with access to justice that was held in Brazil in 2008: Vulnerable people are defined as those who, due to reasons of age, gender, physical or mental state, or due to social, economic, ethnic and/or cultural circumstances, find it especially difficult to fully exercise their rights before the justice system as recognised to them by law