ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ, Αρ. Υπόθεσης: 33977/13, 25/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 33977/13 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ -εναντίον- ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Σεπτεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ Τρυφωνίδου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ _________ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για παραβάσεις του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του
- Ειδικότερα, κατηγορείται ότι μεταξύ 12/2/2013 και 7/11/2013, παρέλειψε να πληρώσει εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που όφειλε να καταβάλει ως αυτοτελώς εργαζόμενος για την περίοδο από 1/10/2012 μέχρι 6/1/2013 και οι οποίες ανέρχονται σε συνολικά €663,
- Επίσης, κατηγορείται ότι από 12/2/2013 και μετέπειτα, παρέλειψε να πληρώσει πρόσθετο τέλος, αναφορικά με εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίες αφορούν επίσης την περίοδο από 1/10/2012 μέχρι 6/1/
- Η Κατηγορούσα Αρχή στήριξε την υπόθεσή της σε ένα μάρτυρα, το Νίκο Σωκράτους, ο οποίος είναι Ασφαλιστικός Λειτουργός, στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λευκωσίας, και μεταξύ άλλων, στα καθήκοντά του συμπεριλαμβάνεται ο έλεγχος της καταβολής εισφορών από τα αυτοτελώς εργαζόμενα πρόσωπα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος, έχει εγγραφεί ως αυτοτελώς εργαζόμενος δικηγόρος, στην επαγγελματική κατηγορία 2Α από τις 3/1/2005 (το σχετικό έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1). Για τη συγκεκριμένη κατηγορία, υπάρχει καθορισμένο κατώτατο εβδομαδιαίο ποσό ασφαλιστέων αποδοχών, επί του οποίου υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών. Ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις εισφορές του για την περίοδο από 1/10/2012 μέχρι 6/1/2013, οι οποίες ανέρχονται σε €663,
- Εξαιτίας της καθυστέρησης πληρωμής των εισφορών του, ο Κατηγορούμενος οφείλει να καταβάλει πρόσθετο τέλος, το οποίο επίσης οφείλει από 12/2/
- Μέχρι και τις 30/9/2012, ο Κατηγορούμενος κατέβαλλε κανονικά τις εισφορές του (σχετικές αποδείξεις κατατέθηκαν ως δέσμη Τεκμηρίου 6). Επίσης ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι, ο Κατηγορούμενος δεν έχει προσβάλει με οποιοδήποτε τρόπο την πράξη εγγραφής του ως αυτοτελώς εργαζόμενος στη συγκεκριμένη κατηγορία και ούτε υπέβαλε αίτηση για πληρωμή των εισφορών του με βάση το πραγματικό του εισόδημα για την επίδικη περίοδο μέσα στην καθορισμένη προθεσμία (δηλαδή μέχρι τις 6/1/2013), ούτε και υπέβαλε οποιαδήποτε δήλωση ότι, δεν απασχολήθηκε για οποιοδήποτε διάστημα μέσα στην εν λόγω περίοδο. Τέλος, ήταν η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει υποβάλει δήλωση τερματισμού της απασχόλησής του ως αυτοτελώς εργαζόμενος. Ο Κατηγορούμενος δεν έχει συμμορφωθεί και εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €824,21, το οποίο αφορά την εισφορά στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων πλέον το πρόσθετο τέλος, για την περίοδο που αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Κατά την αντεξέτασή του, η μαρτυρία του Σωκράτους παρέμεινε αναντίλεκτη. Τα γεγονότα τα οποία ανέφερε και τα οποία ήταν σχετικά με τα επίδικα θέματα δεν αμφισβητηθήκαν από τον Κατηγορούμενο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Σωκράτους, η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε πως αυτή είναι η υπόθεσή της. Την ίδια μέρα και αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία κατόπιν βεβαίωσης, συμφώνως του άρθρου 50 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Συνοψίζοντας τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος, η θέση του ήταν ότι η μη καταβολή των εισφορών και του πρόσθετου τέλους συνιστά από αυτόν πράξη πολιτικής ανυπακοής. Η απόφασή του να μην πληρώνει τις εισφορές του, πηγάζει από πληροφορίες που έχει συλλέξει αναφορικά με τη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εξαιτίας δανείου πέραν των €7.000.000.000 που έχει λάβει η Κυπριακή Δημοκρατία από το Ταμείο και το οποίο ως είναι η πεποίθησή του δεν θα επιστραφεί. Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν είναι βιώσιμο υποστηρίζει, και ως εκ τούτου αρνείται να καταβάλλει τις εισφορές του. Ακολούθως, ως μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε η Στέλλα Χατζηγεωργίου, Ανώτερος Λειτουργός Ελεγκτής, στην Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Οι ερωτήσεις που επιχειρήθηκαν να της τεθούν κατά την κυρίως εξέτασή της περιστρεφόταν γύρω από ζητήματα, τα οποία δεν είχαν σχέση με τα επίδικα θέματα. Με το πέρας της μαρτυρίας της Χατζηγεωργίου, ο Κατηγορούμενος δήλωσε πως αυτή ήταν η υπεράσπισή του. Η αγόρευση του Κατηγορουμένου υπήρξε εκτενής. Το μεγαλύτερο μέρος της αναλώθηκε περισσότερο σε ζητήματα ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος και νομικής θεωρίας, παρά στα επίδικα θέματα και τις αρχές που διέπουν την επίδικη διαφορά. Επίσης, ήγειρε διάφορα ζητήματα, αρκετά εκ των οποίων δεν τα πρόβαλε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είτε υπό τύπο υποβολών κατά την αντεξέταση, είτε στο στάδιο που έδωσε ο ίδιος μαρτυρία. «Οι αγορεύσεις των διαδίκων δεν αποτελούν μέσο προσαγωγής μαρτυρίας ή διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων (ΝΑ Theophanous (Matic) Laundries Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 739, Μισιρλής ν Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 ΑΑΔ 379), ούτε και μέθοδο αμφισβήτησης άλλων γεγονότων (Ζαχαρία ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3 (Α)ΑΑΔ 293)ή συστατικό στοιχείο απόδειξης της υπόθεσης ή οποιωνδήποτε συναφών επιχειρημάτων και εκεί όπου δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία θα πρέπει να αγνοούνται (βλ. Ιωσηφίδη ν Αστυνομίας Ποιν. Εφ.243/12 ημ. 2.5.14)»(Απόσπασμα από το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδα και Νικόλα Σάντη, ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 128) Επίσης, είναι δεδομένη η θέση της νομολογίας, σε σχέση με την υποχρέωση της Υπεράσπισης να προβάλει τις θέσεις της στους μάρτυρες, προκειμένου να μπορέσουν να τοποθετηθούν. Για αυτό το ζήτημα, παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 551: «Παραπονείται ευρύτερα η υπεράσπιση ότι το Κακουργιοδικείο θεώρησε ότι ουσιώδεις πτυχές της θέσης των εφεσειόντων δεν τέθηκαν υπόψη των μαρτύρων κατηγορίας και ως εκ τούτου είτε δεν εξετάστηκαν καθόλου από το Δικαστήριο, είτε θεωρήθηκαν ως εκ των υστέρων σκέψεις και ήταν εν πάση περιπτώσει απορριπτέες. Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599.» Ο Κατηγορούμενος, όχι μόνο δεν πρόβαλε τις θέσεις που αναφέρει πρώτη φορά με την αγόρευσή του κατά την αντεξέταση του μάρτυρα κατηγορίας, αλλά ούτε και κατά το στάδιο που έδιδε ο ίδιος μαρτυρία δεν ήγειρε ο ίδιος τον οποιοδήποτε ισχυρισμό σε σχέση με ζητήματα τα οποία προβλήθηκαν πρώτη φορά με την αγόρευσή του (πχ αδυναμία του να καταβάλει το ποσό των εισφορών). Αυτά τα ζητήματα τα οποία δεν στηρίζονται σε πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων έτσι ώστε να μπορούν να εξεταστούν και να αξιολογηθούν, μόνο θεωρητική αξία μπορεί να έχουν και δεν θα ληφθούν υπόψη. Κατά τα λοιπά μεταφέροντας επιγραμματικά τα όσα ανέφερε κατά την αγόρευσή του, επιχειρηματολογώντας γιατί η υπόθεση αυτή θα πρέπει να απορριφθεί, αυτά συνοψίζονται στα ακόλουθα: Δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι μπορούσε να καταβάλει τις εισφορές του και δεν τις κατέβαλε. Ότι με την άρνησή του να καταβάλει τις εισφορές που του αναλογούν, ασκεί το δικαίωμά του για πολιτική ανυπακοή Το άρθρο 85 του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, είναι αντισυνταγματικό, γιατί προσκρούει στο άρθρο 9 του Συντάγματος, εφόσον μεταβάλλει το δικαίωμά αξιοπρεπούς διαβίωσης σε υποχρέωση και επιπλέον επειδή θέτει τους πολίτες που έχουν χρηματικές διαφορές μεταξύ τους σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με το κράτος, μια και οι πολίτες μόνο αγωγές μπορούν να καταχωρήσουν ενώ το Κράτος προκειμένου να εισπράξει καταχωρεί ποινικές υποθέσεις. Το άρθρο 73
(6)(α) του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, είναι αντισυνταγματικό, γιατί είναι σε αντίθεση με το άρθρο 9 του Συντάγματος, λόγω του ότι η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη δεν εξυπηρετεί το σκοπό του άρθρου 9 του Συντάγματος. Το άρθρο 73
(6)(β) Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, προσκρούει στο άρθρο 59 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 59 του Συντάγματος το αξίωμα του Υπουργού είναι ασυμβίβαστο, μεταξύ άλλων, με κάθε δημόσιο ή δημοτικό αξίωμα ή θέση και η ανάθεση της διαχείρισης του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων στον Υπουργό Οικονομικών, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο συνιστά αξίωμα ασυμβίβαστο με το άρθρο 59 του Συντάγματος. Η Κατηγορούσα Αρχή, από την άλλη υπέβαλε ότι έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε σχέση δε με το ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Νόμου, η θέση της είναι ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για εξέταση του ζητήματος αυτού. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, έχει παρεισφρύσει μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, λόγω του ότι αυτή είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία αυτή στην οποία κάνω αναφορά, αφορά μαρτυρία την οποία επιχείρησε ο Κατηγορούμενος να εισάξει, η οποία δεν αφορά την επίδικη διαφορά και συνίσταται σε πληροφορίες και ή γεγονότα τα οποία διαμόρφωσαν την απόφασή του να μην καταβάλλει τις εισφορές του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η μαρτυρία αυτή θα παραγνωριστεί τελείως. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο επέσυρε την προσοχή του Κατηγορουμένου, αναφορικά με το είδος και τη φύση της παρούσας διαδικασίας και σε σχέση με το γεγονός ότι ζητήματα στα οποία αναφερόταν δεν άπτονταν και δεν είχαν σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Το Δικαστήριο, ρητά αναφέρει ότι δεν επηρεάστηκε και δεν έλαβε υπόψη του αυτή τη μαρτυρία και ότι ο αποκλεισμός της, δεν επηρεάζει δυσμενώς τον Κατηγορούμενο, λόγω του ότι η μαρτυρία αυτή εξ΄ ορισμού δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως παντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα. Η μαρτυρία που έχει δοθεί και η οποία γίνεται αποδεκτή πριν «χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων, αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί εάν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.180/10, ημ. 11.10.2012, ιωάννου ν Παλάζη 1(Α) ΑΑΔ276 κ.α.) με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου (Miorage v Radivojenik
(1998)1 (Β) ΑΑΔ614) και να μην αποδεικνύει τίποτε (Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614)» (βλ. ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, των Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Σάντης, σελ.129). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ1, μου έκανε καλή εντύπωση. Σε ότι αφορούσε τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης, είχε άμεση γνώση των γεγονότων για τα οποία μαρτύρησε τεκμηριώνοντας μάλιστα τους ισχυρισμούς του με την κατάθεση σχετικών τεκμηρίων. Κατά την αντεξέτασή του, του τέθηκαν ερωτήσεις οι οποίες δεν άπτονταν των επίδικων θεμάτων και με ειλικρίνεια απάντησε πως δεν γνώριζε. Οι θέσεις του δεν κλονίστηκαν στο ελάχιστο. Μου προκάλεσε την ασφαλή εντύπωση ότι τα όσα κατέθεσε και τα οποία άπτονταν των επίδικων θεμάτων, είναι αληθή. Όπως αναφέρω και πιο πάνω η μαρτυρία του ΜΚ1 αναφορικά με τα επίδικα θέματα παρέμεινε αναντίλεκτη. Επομένως, δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Ο Κατηγορούμενος, δεν έδωσε μαρτυρία με την οποία να αμφισβητεί τα επίδικα ζητήματα, παρά μόνο κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε σε ζητήματα και γεγονότα, βάση των οποίων διαμορφώθηκε η απόφασή του να μην καταβάλει τις εισφορές που του αναλογούν στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η μαρτυρία του από τη στιγμή που εκφεύγει παντελώς των επίδικων θεμάτων δεν θα ληφθεί υπόψη. Η μαρτυρία της ΜΥ1, ήταν παντελώς άσχετη με την επίδικη διαφορά και ως τέτοια, επίσης δεν έχει καμία αποδεικτική αξία. Επισημαίνω στο σημείο αυτό, ότι ο Κατηγορούμενος ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντιμετωπίζοντας Κατηγορία παράλειψης καταβολής εισφορών. Ο ίδιος αμφισβήτησε μεν την υποχρέωσή του να καταβάλλει τις εισφορές του στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για τους λόγους που ανέφερε, αλλά δεν έχει εμπράκτως αμφισβητήσει την υποχρέωσή του αυτή με οποιοδήποτε άλλο νομικό τρόπο ή μέσο. Δεν έχει ζητήσει να διαγραφεί από το μητρώο κοινωνικών ασφαλίσεων, δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο δυνάμει των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 81 του Νόμου την επιβολή του ποσού το οποίο σήμερα κατηγορείται ότι παρέλειψε να καταβάλει. Το κύρος της ίδιας της επίδικης πράξης δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο. Έχοντας κατά νου τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω σε σχέση με τη μαρτυρία ως αυτή έχει αξιολογηθεί, μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος έχει από 3/1/2005 εγγραφεί ως αυτοτελώς εργαζόμενος δικηγόρος, στην επαγγελματική κατηγορία 2Α. Το ποσό της εισφοράς που όφειλε να καταβάλει για την περίοδο από 1/10/2012 μέχρι 6/1/2013 είναι €663,
- Δεν κατέβαλε το πιο πάνω ποσό. Από 12/2/2013 και μετέπειτα, παρέλειψε να πληρώσει πρόσθετο τέλος αναφορικά με εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίες αφορούν επίσης την περίοδο από 1/10/2012 μέχρι 6/1/
- Δεν υπάρχει σε εκκρεμότητα η οποιαδήποτε διαδικασία στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, με την οποία ο Κατηγορούμενος να αμφισβητεί το ύψος της οφειλής του, ή την κατάταξή του στην επαγγελματική κατηγορία 2Α. Ο Κατηγορούμενος, όπως αναφέρω και πιο πάνω, ενώ είχε γνώση της εγγραφής του στη συγκεκριμένη κατηγορία, επέλεξε να μην αμφισβητήσει τη συγκεκριμένη πράξη με τον ενδεδειγμένο τρόπο σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Νόμο (άρθρο 81), με την καταχώρηση είτε ιεραρχικής προσφυγής ή προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Όπως επίσης, δεν αμφισβήτησε ούτε το ύψος του επίδικου ποσού εισφοράς ακολουθώντας τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Η επίδικη πράξη είναι τελειωμένη και εκείνο που το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας διαφοράς είναι η καταβολή ή μη των αναφερόμενων στο Κατηγορητήριο εισφορών. Οτιδήποτε άλλο εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου για κακοδιαχείριση του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δεν δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας καθότι δεν αποτελούν επίδικο θέμα. Αντιθέτως με τα όσα διατείνεται ο Κατηγορούμενος, ζούμε σε ένα δημοκρατικό κράτος και υπάρχουν μηχανισμοί και τρόποι ελέγχου των θεσμών. Η παρούσα διαδικασία όμως, δεν προσφέρεται ως τέτοια. Ο Κατηγορούμενος, διατείνεται ότι για την κατηγορία την οποία κατηγορείται, η Κατηγορούσα Αρχή είχε υποχρέωση να αποδείξει την ένοχη διάνοια αυτού (mens rea). Διαφωνώ με αυτή την προσέγγιση. Το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος είναι αυστηρής ποινικής ευθύνης, υπό την έννοια ότι αυτό που απαιτείται είναι η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Αντικειμενική υπόσταση, συνίσταται στη συνδρομή των αντικειμενικών εξωτερικών γνωρισμάτων του αδικήματος. Στο υπό εξέταση αδίκημα δεν απαιτείται η διάγνωση υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (mens rea). Πρόκειται για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, δηλαδή ο Κατηγορούμενος τιμωρείται εφόσον συντρέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, χωρίς να είναι απαραίτητο για τις πράξεις του να απαιτείται η συνδρομή στοιχείων τα οποία ευρίσκουν αντίκρισμα στον εσωτερικό του κόσμο. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 78/2014, 79/2014, ημερ. 3/9/2015, έχουν λεχθεί τα ακόλουθα αναφορικά με τα αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης: "Τόσο το ίδιο το νομοθέτημα, όσο και το επιμέρους άρθρο 23, δημιουργούν αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης, της φύσης των γνωστών άλλως πως και ως ρυθμιστικών (regulatory) αδικημάτων, που αποβλέπουν στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε τέτοιας φύσης αδικήματα η εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο. Gammon (Hong Kong) Ltd v. A.G.
(1984)1 All E.R. 347, 362, Karaoglanian v. Police
(1984)2 C.L.R. 161, Οικονομίδης ν. Διευθ. Κοινων. Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235, 240-241. Στην Sea Island Τours Ltd κ.α. ν. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού
(1995)2 Α.Α.Δ. 196, η παράβαση αφορούσε σε όρο της άδειας της 1ης εφεσείουσας που της απαγόρευε να χρησιμοποιεί για διαμονή πελατών, μη αδειούχα από τον ΚΟΤ, διαμερίσματα. .................................. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του 1ου εφεσείοντος, επέτρεψε όμως την έφεση του 2ου. Ο Νικολάου, Δ., δίδοντας την απόφαση του Δικαστηρίου ανέφερε και τα ακόλουθα: «Το πώς προσεγγίζεται ερμηνευτικά μια ποινική διάταξη προκειμένου να διαγνωστεί το κατά πόσο επιβάλλει ή όχι αυστηρή ευθύνη, εξετάστηκε από το Εφετείο, με αναφορά σε Αγγλική νομολογία, στην υπόθεση Hailis v. The Police
(1982)2 C.L.R. 99 όπου τέθηκαν οι ακόλουθες γενικές κατευθυντήριες γραμμές τις οποίες συνοψίζουμε, προσθέτοντας και κάποιες επεξηγήσεις. Το θέμα κρίνεται κατ' αρχήν από το λεκτικό της διάταξης και έπειτα, εν αμφιβολία, από τη φύση του νομοθετήματος - ρυθμιστικής ή αυστηρώς ποινικής - όπως και από το πρόβλημα προς το οποίο το νομοθέτημα απευθύνεται για επίλυση - αν π.χ. ανάγεται σε τομέα που αφορά, γενικά θα λέγαμε, την κοινή ευημερία: βλ. σχετικά την πολύ σημαντική απόφαση της Νομικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Alphacell Ltd v. Woodward [1972] 2 All E.R. 475, απόφαση που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην National Rivers Authority v. Yorkshire Water Services Ltd [1995] 1 All E.R. 225.» Βεβαίως, στην υπό εξέταση περίπτωση τα πιο πάνω θεωρητική και μόνον αξία έχουν, από τη στιγμή που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε έστω στο ελάχιστο τη μαρτυρία του ΜΚ1, αντιθέτως, κατά την αντεξέτασή του είπε αυτολεξεί «...ναι γράφτηκα ως αυτοεργοδοτούμενος, το αποδέχομαι και επίσης αν θέλετε μπορώ να σας απαντήσω, δεν έχω καταβάλει εισφορές από το 2012 όπως με κατηγορείτε». Επομένως αποτελεί κοινό έδαφος ότι, ο Κατηγορούμενος: (α)εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοτελώς εργαζόμενος, (β)δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο το ποσό το οποίο κατηγορείται ότι παρέλειψε να πληρώσει και (γ)όντως δεν έχει καταβάλει το ποσό αυτό. Όπως αναφέρεται πιο πάνω στα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος έχει εγγραφεί από 3/1/2005 εγγραφεί ως αυτοτελώς εργαζόμενος δικηγόρος, στην επαγγελματική κατηγορία 2Α. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 «Για κάθε περίοδο εισφοράς μέσα στην οποία πρόσωπο απασχολήθηκε ως αυτοτελώς εργαζόμενος, υπάρχει υποχρέωση για καταβολή εισφοράς από τον αυτοτελώς εργαζόμενο και από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.». Το δε ποσό της εισφοράς που καταβάλλεται ορίζεται από το άρθρο 12 του Νόμου. Σύμφωνα δε, με το άρθρο 85
(1)του Νόμου: «Κάθε εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος ο οποίος παραλείπει ή αμελεί να καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά ή πρόσθετο τέλος είναι ένοχος αδικήματος» Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, αυτό που οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο προκειμένου να ικανοποιηθεί ότι αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος είναι: Ότι ο Κατηγορούμενος υπέχει υποχρέωσης καταβολής εισφοράς στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο Κατηγορούμενος με την εγγραφή του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοτελώς εργαζόμενος, έχει υποχρέωση καταβολής της εισφοράς που του αντιστοιχεί, η οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, επαναλαμβάνω η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί ανέρχεται σε €663,
- Για την πρώτη κατηγορία, η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει τη μη πληρωμή του ποσού των €663,16 που αντιστοιχεί σε εισφορά κοινωνικών ασφαλίσεων για την περίοδο από 1/10/2012 μέχρι 6/1/
- Το ποσό αυτό δεν έχει καταβληθεί και η μη καταβολή αυτού δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο. Για τη δεύτερη κατηγορία η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει τη μη καταβολή του πρόσθετου τέλους, αναφορικά με εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίες αφορούν επίσης την περίοδο από 1/10/2012 μέχρι 6/1/
- Το πρόσθετο τέλος δεν έχει καταβληθεί και η μη καταβολή αυτού δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο. Η μεγάλη κοινωνική σημασία της επίδικης νομοθεσίας, η οποία έχει θεσπιστεί με σκοπό την προώθηση του κοινού καλού και ευημερίας, έχει καταγραφεί και στη νομολογία μας. Παραθέτω στο σημείο αυτό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση ΙΩΣΗΦ ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΣ κ.α. ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2014, 149/2014, 25/7/2014, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, επισήμανε και τόνισε τη σημασία του επίδικου νόμου: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως νομοθεσίες όπως αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, πουθενά αλλού δεν στοχεύουν παρά μόνο στην καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την ευημερία των πολιτών. Η διαβίωση ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας μας, εξαρτάται σε ένα μεγάλο βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, από την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία Δημόσιων Ταμείων, όπως αυτών που προβλέπει ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος. Αποτελεί καθήκον όλων μας η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας αυτών των Ταμείων.» O Κατηγορούμενος αναφέρθηκε πολλές φορές στο ζήτημα του εάν ο επίδικος νόμος είναι ηθικός ή όχι και στη δικαστική συνείδηση. Αν και αυτό το θέμα δεν είναι επίδικο ζήτημα, ούτε και άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το οποίο ερμηνεύει και εφαρμόζει νόμους, ακολούθως σημειώνονται τα ακόλουθα αυτονόητα. Τα ήθη, είναι το σύνολο μη νομικών κανόνων που ρυθμίζουν κοινωνική συμπεριφορά ατόμου και παρουσιάζουν έντονη πολυμορφία. Τα πρότυπα συμπεριφοράς τα οποία καθορίζονται από του κανόνες ηθών ποικίλουν ανάλογα με τις συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες. Από την άλλη, οι νομικοί κανόνες έχουν κύριο γνώρισμα τη σταθερή και ενιαία ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων. Ο νομικός κανόνας υπάρχει στην κοινωνική πραγματικότητα και ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, σκοπός των Νόμων είναι να εγγυηθούν την ευημερία και προκοπή της πόλεως μαζί με την ευδαιμονία των πολιτών της. Ο Πρωταγόρας στον Πλατωνικό διάλογο Θεαίτητος φέρεται να διδάσκει «.καλά μεν και αισχρά και δίκαια και άδικα και όσια και μη, οία αν εκάστη πόλις ο ιηθείσα θήται νόμιμα αυτή, ταύτα και είναι τη αλήθεια εκάστη» (και ωραία και άσχημα, και δίκαια και άδικα, και ιερά και ανίερα, είναι για κάθε πόλη αληθώς εκείνα, τα οποία έκαστη νομίζει ως τέτοια και τα θεσπίζει καθιστώντας τα νόμιμα). Ο Νόμος, ο οποίος είναι η έκφραση της γενικής βούλησης, είναι η εγγύηση για την ίση μεταχείριση των πολιτών. Η ενιαία ερμηνεία και η ομοιόμορφη εφαρμογή του Νόμου, αποτελούν τα εχέγγυα για την αντικειμενική δικαστική κρίση και από τη στιγμή που ο νόμος θεωρείται η εγγύηση για την ελευθερία και ισότητα, ο Δικαστής δεσμεύεται απόλυτα από αυτόν. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, σε σχέση με την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εφαρμόζει το Νόμο, θα αναφερθώ στη δήλωση του Κατηγορουμένου, με την οποία καλεί το Δικαστήριο να ακούσει τη συνείδησή του, να κηρύξει τον επίδικο νόμο αντισυνταγματικό και να αθωώσει τον Κατηγορούμενο. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσείων, v. ΛΟΥΚΑ ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΥ, Εφεσιβλήτου.
(2008)2 Α.Α.Δ 319, το οποίο ομιλεί αφ΄ εαυτού: «Οι Δικαστές δεν σχολιάζουν τέτοιου είδους αντιδράσεις για τον απλό λόγο ότι η δικαστική τους συνείδηση είναι άβατη. Οι Δικαστές συνεχίζουν το έργο τους και απονέμουν το δίκαιο σύμφωνα με τις αέναες αρχές της δικαιοσύνης, όπως έχουν θεσμοθετηθεί στο Σύνταγμα, στους Νόμους και στις Διεθνείς Συμβάσεις. Ο σεβασμός στους δημοκρατικούς θεσμούς της Πολιτείας είναι ίδιον των πολιτών με στοιχειώδη πολιτική αγωγή. Η ανταπόκριση των Δικαστηρίων και η άμυνα τους σε περίπτωση κρίσης των θεσμών είναι ακριβώς η συνέχιση του έργου τους για την υπεράσπιση, κυρίως των ατομικών δικαιωμάτων που έχει ο άνθρωπος σε μια δημοκρατική και καλά αναπτυγμένη κοινωνία.» Ο Κατηγορούμενος, όπως αναφέρω και πιο πάνω στη σύνοψη της αγόρευσής του, έχει προωθήσει εισήγηση περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 73
(6)(α), 73
(6)(β) και 85 του Περί Κοινωνικών ασφαλίσεων Νόμου του 2010. Είναι γεγονός ότι μετά την κλασική πλέον, απόφαση Ibrahim Mustafa and others v The Attorney-General of the Republic
(1964)1 CLR 195 , η απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε κατώτερο δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης. (Χρίστος Ορφανίδης κ.α. ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Α. 168). Η πλούσια, ομολογουμένως νομολογία επί του θέματος, έχει θέσει τις βασικές αρχές πάνω στις οποίες οφείλει να κινείται ένα Δικαστήριο, στα πλαίσια ελέγχου ή όχι συνταγματικότητας νόμου. Βλ. Μεταξύ άλλων Board for Registration of Architects and Civil Engineers v.Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, Πιτσιλλίδης κ.ά. ν. Επιτρ. Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R.
- Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΟΦΥΤΑΣ ΑΡΣΙΩΤΟΥ, Πολιτική Αiτηση Αρ. 38/2013, 13/2/2014, καταγράφονται οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο αντισυνταγματικότητας νόμου: «
- Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
- Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
- Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.» Πριν προχωρήσω σε εξέταση του εν λόγω ισχυρισμού του Κατηγορουμένου, ως έχει λεχθεί και στην πρόσφατη απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υποθέσεις Αρ. 1480/2011 κ.α., ημερ.11/6/2014: "Το πρώτο που θα πρέπει να υπομνηστεί, είναι ότι όταν τίθεται θέμα αντισυνταγματικότητας οποιασδήποτε πρόνοιας Νόμου, σύμφωνα με τη νομολογία υπάρχει τεκμήριο συνταγματικότητας και προτού το Δικαστήριο κηρύξει την πρόνοια ως αντισυνταγματική, οφείλει να ικανοποιηθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας" Κάνοντας υπαγωγή των πιο πάνω αρχών στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης, το ουσιώδες άρθρο για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, είναι το άρθρο 85, το οποίο είναι ξεκάθαρο ότι αναφέρεται στη δημιουργία αδικήματος σε περίπτωση παράλειψης καταβολής των οφειλομένων εισφορών. Ο Κατηγορούμενος, επικαλείται γενικά και αόριστα αντισυνταγματικότητα του εν λόγω άρθρου, προβάλλοντας ισχυρισμό ότι η δημιουργία ποινικού αδικήματος σε σχέση με παράλειψη καταβολής εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ευρίσκεται σε παράβαση του άρθρου 9 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, γιατί μετατρέπει το δικαίωμά αξιοπρεπούς διαβίωσης σε υποχρέωση και αυτό συνιστά διαστρέβλωση του άρθρου 9 του Συντάγματος. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Κουλουντής Γιαννάκης και Άλλος ν. Βουλής των Αντιπροσώπων,
(1997)1 ΑΑΔ 1026: "Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας είναι δικανικός και δεν αναφέρεται ούτε στη σοφία ούτε στη σκοπιμότητα ή τις επιπτώσεις του νόμου (Τhe Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640). Ο ασκούμενος από τα δικαστήρια έλεγχος είναι έλεγχος συνταγματικής νομιμότητας. Δεν επιτρέπεται να επεκταθεί και μετατραπεί σε έλεγχο σκοπιμότητας, πολύ δε περισσότερο σε πολιτικό έλεγχο των πράξεων της νομοθετικής εξουσίας (Νικολάου, ανωτέρω). Την ευθύνη για τη σοφία του νόμου φέρει μόνο η Βουλή των Αντιπροσώπων." Είναι σαφές, ότι ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι, η δημιουργία υποχρέωσης καταβολής των εισφορών, με συνεπακόλουθη τη νομοθετική διάταξη, η οποία προνοεί κυρώσεις σε περίπτωση μη καταβολής αυτών, παραβιάζει το δικαίωμα του Κατηγορουμένου για αξιοπρεπή διαβίωση κατά παράβαση του άρθρου 9 του Συντάγματος, δεν είναι ικανοποιητικός προκειμένου να δικαιολογήσει την απαίτηση του Κατηγορουμένου να προχωρήσει το Δικαστήριο σε έλεγχο της συνταγματικότητας του άρθρου 85 του Νόμου. Ούτε και είναι αντιληπτό πως παραβιάζει την επιταγή του άρθρου 9 του Συντάγματος, η δημιουργία αδικήματος παράλειψης καταβολής εισφορών, οι οποίες έχουν καταστεί καταβλητέες δυνάμει του Νόμου. Ούτε το δικαίωμα του Κατηγορουμένου για αξιοπρεπή διαβίωση, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 9 του Συντάγματος περιορίζεται ή εν πάση περιπτώσει δεν έχει τεθεί ο παραμικρός ισχυρισμός, ότι αυτό το δικαίωμα περιορίζεται από το άρθρο 85 του Νόμου. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι το άρθρο 85 του Νόμου προκαλεί δυσμενή διάκριση μεταξύ των πολιτών και του κράτους. Αυτό γιατί, εάν υπάρχει αστικής φύσης διαφορά μεταξύ δύο πολιτών, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να καταχωρήσουν αγωγή και όχι να εισπράξουν τα οφειλόμενα μέσω ποινικής διαδικασίας. Ενώ, στην περίπτωση του άρθρου 85, σε περίπτωση μη πληρωμής των εισφορών, τότε δημιουργείται ποινικό αδίκημα και επομένως το κράτος είναι σε ευνοϊκότερη θέση από τους πολίτες, οι οποίοι προκειμένου να διεκδικήσουν το λαβείν τους το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι την καταχώρηση αγωγής. Στο επιχείρημα αυτό του Κατηγορουμένου, αντιπαραβάλλεται το γεγονός ότι ο Περί Κοινωνικών ασφαλίσεων Νόμος του 2010, έχει θεσπιστεί κατ΄ επιταγή του άρθρου 9 του Συντάγματος, ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτού, σκοπό έχει την: «εφαρμογή συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, κατ' επιταγήν του Άρθρου 9 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας." Δεν αναφέρεται σε αστικής φύσεως διαφορές, στις οποίες η απαίτηση πριν από την έκδοση της απόφασης δεν θεωρείται δεδομένη και στις οποίες δεν υπάρχει υποχρέωση πληρωμής βάση θεσμοθετημένης νομοθετικής διάταξης. Το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, αφορά παράλειψη καταβολής εισφορών τις οποίες όφειλε να καταβάλει και δεν συνίσταται στην οποιαδήποτε αστικής φύσεως διαφορά με το δημόσιο. Η υποχρέωση καταβολής εισφορών στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζεται στο άρθρο 11 του Νόμου και συνιστά αδίκημα σύμφωνα με το άρθρο 85 του Νόμου. Η παράλειψη καταβολής αυτών, έχει αντίκτυπο όχι σε ένα μεμονωμένο ιδιώτη, αλλά πλήττει την ίδια τη ρίζα, τον πυρήνα και το σκοπό του Νόμου και κατ΄ επέκταση το ίδιο το άρθρο 9 του Συντάγματος. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, έχει αναφερθεί πολλές φορές στη σημασία του συστήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο αποκάλεσε κορυφαία κοινωνική κατάκτηση. Επισημαίνοντας μάλιστα τη σημασία αυτού, ανάφερε ότι είναι ίσως η μόνη κοινωνική διαδικασία σύμφωνα με την οποία γίνεται ανακατανομή πλούτου, μια και ο καθένας συνεισφέρει αναλόγως των εισοδημάτων του προκειμένου, μεταξύ άλλων, να επωφεληθούν και οι αδύναμες ομάδες πληθυσμού. Ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, η εισήγηση του Κατηγορουμένου, περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 85 του Περί Κοινωνικών ασφαλίσεων του 2010, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Από τη στιγμή που δεν τίθεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας σε σχέση με το ουσιώδες άρθρο και ενόψει της δεδομένης αρχής όπως καταγράφεται πιο πάνω ότι τα Δικαστήρια δεν εξετάζουν σε θεωρητικό επίπεδο ζητήματα αντισυνταγματικότητας των Νόμων, η εξέταση της θέσης του Κατηγορουμένου περί αντισυνταγματικότητας: (α) του άρθρου 73
(6)του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, γιατί έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 9 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα έκαστου πολίτη για αξιοπρεπή διαβίωση, εφόσον το άρθρο 73
(6), δεν εξυπηρετεί το σκοπό αξιοπρεπούς διαβίωσης, και (β) του άρθρου 73
(6)(β) του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010, λόγω του ότι η ανάθεση της διαχείρισης του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο στον Υπουργό Οικονομικών, συνιστά αξίωμα σε αντίθεση με το άρθρο 59 του Συντάγματος δεν είναι απαραίτητή για σκοπούς επίλυσης της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς και επομένως η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, παρεμβάλλω ότι, αφενός σε σχέση με τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 73
(6)(α), τυχόν έλεγχος αυτού ως έχει τεθεί θα σήμαινε και έλεγχο της σκοπιμότητας του Νόμου, κάτι το οποίο εκφεύγει του πλαισίου δικανικού ελέγχου συνταγματικότητας νόμων, όπως αυτός καθορίζεται από τη νομολογία. Αφετέρου δε, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 73
(6)(β) του Νόμου, είναι σαφές ότι το άρθρο 59 του Συντάγματος αναφέρεται σε θεσμοθετημένα αξιώματα. Επίσης το άρθρο 41 του Συντάγματος, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 59 για το ορισμό του αξιώματος ή θέσεως, ξεκάθαρα προβλέπει ασυμβίβαστο με άλλο αξίωμα ή θέση έπ΄ αμοιβή. Πέραν του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Υπουργός Οικονομικών κατέχει οποιαδήποτε θέση έπ΄ αμοιβή στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, είναι σαφές από τον ίδιο τον επίδικο Νόμο, ότι η οποιαδήποτε εμπλοκή του δεν συνίσταται στην κατοχή θεσμοθετημένου αξιώματος ή οποιασδήποτε θέσης έπ΄ αμοιβή, αλλά πρόκειται για ανάθεση καθηκόντων δυνάμει του Νόμου. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, από τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου όπως αυτή έχει αξιολογηθεί και από τα τεκμήρια που έχουν παρουσιαστεί, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις δύο κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο