← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 7/10/2015

Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 7/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:37 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32370/14 Δημοκρατία ν.

  1. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Θεόδωρου Αριστοδήμου
  3. Αντρέα Αρτέμη
  4. Ανδρέα Ηλιάδη
  5. Γιάννη Πεχλιβανίδη
  6. Γιάννη Κυπρή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 7 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου για Γενικόν Εισαγγελέα Για την Κατηγορούμενη 1: κα Σ. Πολυβίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δ. Αραούζος με κ. Ν. Μακρίδη και κ. Ν. Κωνσταντινίδη Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης με κ. Δ. Αραούζο Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Ε. Ευσταθίου με κ. Π. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενοι παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με προηγούμενη Eνδιάμεση Απόφαση μας ημερ. 30.9.15 κρίναμε ότι ο Μ.Κ.2, λειτουργός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς κατέχει τις γνώσεις και την εμπειρία για να καταθέσει ως εμπειρογνώμων σε ζητήματα τα οποία σχετίζονται με την υπόθεση, όπως τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς, τεχνικά θέματα και εξειδικευμένους όρους που αφορούν στη διαπραγμάτευση και κίνηση των χρηματοοικονομικών μέσων. Εντός των πιο πάνω πλαισίων κατά την κυρίως εξέταση του απάντησε μέχρι στιγμής σε σειρά ερωτήσεων που είχαν σχέση με τέτοια ζητήματα (π.χ. «ενεργή αγορά») και επεξήγησε όρους που περιλαμβάνονται σε έγγραφα (π.χ. στα Τεκμήρια 2-4, 65, 74 και 166). Σε κάποιο στάδιο η κα Ευθυβούλου ζήτησε από τον Μ.Κ.2 να δει το Παράρτημα 13 του Τεκμηρίου 72 και να εξηγήσει τους αριθμούς και όρους του πίνακα «Revised EBA Estimates». To Tεκμήριο 72 φέρεται να συνιστά πρακτικά της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Κατηγορουμένης 1 ημ. 14.6.
  7. Υπενθυμίζουμε ότι το εν λόγω Τεκμήριο, όπως και άλλα, κατατέθηκαν από τον Μ.Κ.1 υπό την ιδιότητα του χειριστή τεκμηρίων εφόσον ήταν το άτομο από την Αστυνομία στο οποίο δόθηκαν, με την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπόθεσης, όλα τα τεκμήρια και τα είχε υπό την κατοχή του. Ο κ. Αραούζος ήγειρε ένσταση προβάλλοντας ότι δεν μπορεί να δοθεί μαρτυρία επί εγγράφου που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν επικαλούμενος ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης και του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, ένεκα του τρόπου που εξασφαλίστηκε το Τεκμήριο
  8. Και αυτό γιατί, κατά την εισήγηση του, προήλθε από το Τεκμήριο 14 που είναι, κατά την έκφραση του, 'η πρωτογενής μαρτυρία', η οποία εξασφαλίστηκε από τον Μ.Κ.2 στη βάση των εξουσιών εξαναγκασμού της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Βασικά επικαλέστηκε την άμεση διασύνδεση του ενός εγγράφου με το άλλο υπό την έννοια ότι το Τεκμήριο 14 οδήγησε στο Τεκμήριο 72 και ότι αν δεν είχε προηγηθεί η εξασφάλιση του Τεκμηρίου 14 με βάση τις εξουσίες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και η παράδοση του από το Μ.Κ.2 στον Μ.Κ.1 η Αστυνομία δεν θα εξασφάλιζε αργότερα το Τεκμήριο 72, το οποίο το χαρακτήρισε ως την 'δευτερογενή μαρτυρία'. Ανέφερε περαιτέρω ότι ήταν εύλογα αναμενόμενη η στοιχειοθέτηση ποινικού αδικήματος και, συνεπώς, η καταχώριση ποινικής υπόθεσης στη βάση των όσων μεσολάβησαν αρχικά με την πρώτη έρευνα που διεξήχθη από τον Μ.Κ.2 μαζί με δύο άλλους Ερευνώντες Λειτουργούς και την κατάληξη που υπήρξε σε αυτή όπως και το ότι μετά την ακύρωση της διεξήχθη στη συνέχεια δεύτερη έρευνα. Τούτου δοθέντος και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει 'ασυλία' (immunity) για την μετέπειτα χρήση μαρτυρίας και εγγράφων που εξασφαλίστηκαν στα πλαίσια της έρευνας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, υποστήριξε ότι η χρήση του Τεκμηρίου 72 οδηγεί σε παραβίαση της αρχής της μη ενοχοποίησης. Προς διαλεύκανση δε των συνθηκών λήψης των πιο πάνω εγγράφων ο κ. Αραούζος εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης. Ο κ. Τριανταφυλλίδης υιοθετώντας την ένσταση του κ. Αραούζου υποστήριξε ότι ασχέτως της πηγής προέλευσης του Τεκμηρίου 72 θα πρέπει να αποδειχθεί η νομιμότητα της λήψης του με αποτέλεσμα να προκύπτει ανάγκη διενέργειας δίκης εντός δίκης. Η κα Πολυβίου εισηγήθηκε ότι δεν έχει τεθεί το υπόβαθρο για την αποδοχή του Τεκμηρίου 14, δηλαδή ο Μ.Κ.2 δεν εξήγησε πώς αυτό έχει περιέλθει στην κατοχή του και ότι αν διερευνηθεί ο τρόπος λήψης του πιθανότατα το Δικαστήριο να μην το δεχθεί ως τεκμήριο. Η απόφαση κατά πόσο μαρτυρία μπορεί να γίνει δεκτή ή όχι αποτελεί νομικό ζήτημα και ανήκει αποκλειστικά στο Δικαστήριο. Η αποδεκτότητα συγκεκριμένης μαρτυρίας συχνά εξαρτάται από το πώς έχει εξασφαλιστεί. Αν το πραγματικό αυτό υπόβαθρο ή, καλύτερα, οι συνθήκες εξασφάλισης μιας τέτοιας μαρτυρίας είναι υπό αμφισβήτηση, το Δικαστήριο, θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Εξυπακούεται ότι η καταφυγή σε διεξαγωγή δίκης εντός δίκης θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν κάτι τέτοιο κρίνεται απόλυτα απαραίτητο[1]. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα "Α Practical Approach to Criminal Procedure", 3η έκδοση, by Christopher J. Emmins, στη σελíδα 110: "The admissibility of a piece of evidence often depends upon the factual question of how it was obtained. If that factual question is itself in dispute, the judge must hear evidence on the matter, again in the absence of the jury... The judge's ruling on the admissibility of the disputed evidence will involve a decision on the facts (how was the evidence obtained?), and a decision in law (given the way the evidence was obtained, is it admissible, inadmissible or admissible subject to a discretion to exclude it?)." Δεν μας έχει υποδειχθεί και δεν θεωρούμε ότι υπάρχει καθιερωμένη γενική αρχή στο δίκαιο της απόδειξης ότι μαρτυρία η οποία εξασφαλίζεται στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης έρευνας ή υπόθεσης δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί κατ΄ουδένα τρόπο σε άλλην έρευνα ή υπόθεση. Κατά τη γνώμη μας το θέμα εξετάζεται στην κάθε περίπτωση ξεχωριστά αναλόγως των περιστάσεων και πάντοτε σε συνάρτηση με συγκεκριμένο ατομικό δικαίωμα, παράβαση νόμου ή κανονισμών. Ως εκ τούτου, ενόψει της διασύνδεσης των ενστάσεων με συγκεκριμένο δικαίωμα, προτού εξετασθεί η αναγκαιότητα ή μη διενέργειας δίκης εντός δίκης πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η εμβέλεια του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης και ειδικότερα το κατά πόσον τυγχάνει εφαρμογής σε προϋπάρχοντα έγγραφα έχει εξεταστεί σε έκταση από το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της Ενδιάμεσης Απόφασης μας ημερ. 6.8.15 εν σχέσει με άλλα τεκμήρια, χωρίς να προβληθεί τότε ζήτημα Δίκης εντός Δίκης. Κρίνουμε σκόπιμο, επομένως, να επαναλάβουμε τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην εν λόγω Απόφαση μας υπό τον τίτλο «Ζητήματα Δίκαιης Δίκης» και τα οποία μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η αρχή ότι το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο κατοχυρώνεται ρητά από το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος και το Άρθρο 6

(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής «η ΕΣΔΑ»), εμπεριέχει, σιωπηρά, το δικαίωμα της σιωπής και, συνακόλουθα, το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, έχει αναγνωρισθεί τόσο από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής «το ΕΔΑΔ»)[2]. · Το ΕΔΑΔ, στην Saunders v. The U.K.
(1997)23 EHRR 313 αφού επισήμανε ότι το δικαίωμα της σιωπής και εκείνο της μη αυτοενοχοποίησης εμπίπτει στην έννοια της δίκαιης διαδικασίας («fair procedure») όπως αυτή κατοχυρώνεται στο Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, αποφάνθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορουμένου χωρίς καταφυγή σε μαρτυρία που λαμβάνεται με εξαναγκασμό ή πίεση και ότι σε αυτά τα πλαίσια το δικαίωμα συνδέεται στενά με το τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 6
(2)της ΕΣΔΑ. · Το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης δεν περιορίζεται μόνο σε ενοχοποιητικές δηλώσεις δεδομένου ότι μη ενοχοποιητικές δηλώσεις ή απλή παράθεση γεγονότων πιθανόν μεταγενέστερα να χρησιμοποιηθούν σε ποινική διαδικασία προς υποστήριξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, όπως π.χ. προς το σκοπό αμφισβήτησης ή δημιουργίας αμφιβολίας σε άλλες δηλώσεις ή μαρτυρία του Κατηγορουμένου ή την υποβάθμιση της αξιοπιστίας του με οποιοδήποτε τρόπο. Εκείνο δε που έχει σημασία είναι η χρήση στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης της μαρτυρίας η οποία εξασφαλίστηκε με εξαναγκασμό. · Στην Saunders (ανωτέρω) έγινε διάκριση μεταξύ δηλώσεων που προκύπτουν από τον Κατηγορούμενο και υλικού που εξασφαλίζεται μεν από τον Κατηγορούμενο μέσω εξαναγκασμού ή πίεσης αλλά έχει προέλευση ανεξάρτητη από τη θέληση του Κατηγορουμένου όπως έγγραφα και γενετικό υλικό. Το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης αφορά μόνο τη δική του προφορική μαρτυρία και όχι γενικά μαρτυρικό υλικό το οποίο, αν και έχει ως πηγή του τον Κατηγορούμενο, εν τούτοις υπάρχει εξ αντικειμένου και ανεξάρτητα από τη θέληση του[3]. Από τις πιο πάνω αρχές και τη σχετική νομολογία τόσο του ΕΔΑΔ όσο και του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου ξεκάθαρα προκύπτει ότι το δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης δεν εκτείνεται μέχρι του σημείου να καλύπτει μαρτυρικό υλικό που εξασφαλίστηκε μέσω εξαναγκασμού μεν από τον κατηγορούμενο, αλλά το οποίο υφίστατο ανεξαρτήτως της βούλησης του ("..existence independent of the will ..."). Στην προαναφερθείσα Ενδιάμεση Απόφαση μας ημερ. 6.8.15 διαχωρίσαμε τη θέση μας για το Τεκμήριο 16 ενόψει του ότι υπήρχε μαρτυρία για την εξασφάλιση του από την Τράπεζα Κύπρου, την οποία μάλιστα μαρτυρία χρησιμοποίησαν και οι Κατηγορούμενοι ως υπόβαθρο για την προώθηση των ενστάσεων τους. Ήταν δε ακριβώς στην πιο πάνω νομική βάση που εξετάσαμε την επιχειρούμενη τότε διεύρυνση του σκοπού κατάθεσης του και κρίναμε ότι ως προϋπάρχον έγγραφο δεν έθετε ζήτημα παραβίασης της ως άνω αρχής. Σημειώνουμε πως επρόκειτο και πάλι για πρακτικά αλλά της Midi Committee Ελλάδος ημερ. 12.6.12. Για το Τεκμήριο 14 είχαμε σημειώσει πως δεν υπήρχε τότε αναφορά στην γραπτή μαρτυρία για την προέλευση του, οπότε ήταν πρόωρη η εξέταση του κατά πόσον είχε επηρεαστεί το εν λόγω δικαίωμα οποιουδήποτε των Κατηγορουμένων. Είναι δε γεγονός πως μεταγενέστερα, ήτοι λίγο πριν την έγερση των εξεταζομένων ενστάσεων, ο Μ.Κ.2 αναφερόμενος στο Τεκμήριο 14 είπε πως το εξασφάλισε επίσης από την Τράπεζα Κύπρου, θέση στην οποίαν και πάλι στηρίζονται οι συνήγοροι που προέβαλαν ένσταση, και βεβαίως δεν είναι κάτι που αμφισβητείται από την Κατηγορούσα Αρχή. Αντιθέτως είναι και η δική της θέση. Απαντώντας και στην τοποθέτηση της κας Πολυβίου πρέπει να παρατηρήσουμε πως δεν συμφωνούμε ότι θα ήταν δυνατό να διαταχθεί Δίκη εντός Δίκης χωρίς συγκεκριμένο λόγο ένστασης, απλώς με σκοπό να διερευνηθούν γενικώς και αορίστως οι συνθήκες λήψης, λόγω ελπίδας ή πιθανότητας εντοπισμού παρανομίας. Κατά συνέπειαν, ενόψει των πιο πάνω τα ουσιώδη ερωτήματα που τίθενται είναι τα ακόλουθα: α) Ανεξαρτήτως της κρίσης μας για το Τεκμήριο 16 στη βάση των όσων είχαμε ενώπιον μας, διαφοροποιείται ή είναι δυνατό να διαφοροποιηθεί η κατάσταση ως προς το Τεκμήριο 14 στη βάση του ότι λήφθηκε από την Τράπεζα Κύπρου; β) Ο κ.Αραούζος έχει δίκαιο πως υπήρξε αναφορά από τον Μ.Κ.1 ότι η Αστυνομία παρέλαβε το υλικό από την Τράπεζα Κύπρου με τη γνώση που απέκτησε εξετάζοντας στοιχεία που απέστειλε η Επιτροπή. Ακόμα λοιπόν και αν κατόπιν Δίκης εντός Δίκης διαφανεί αυτό ως γεγονός, είναι δυνατό, στην περίπτωση που δεν διαφοροποιείται η κατάσταση για το Τεκμήριο 14, να διαφοροποιηθεί για το Τεκμήριο 72 εξαιτίας του ότι η Αστυνομία το παρέλαβε από την Τράπεζα μετά που έλαβε γνώση για τα στοιχεία της Επιτροπής; Ως προς το πρώτο ερώτημα δεν απαιτείται, πιστεύουμε, ιδιαίτερη ανάλυση για να καταδειχθεί ότι αναμφίβολα και τα πρακτικά του Τεκμηρίου 14 -ημερ.14.6.12- συνιστούν υλικό το οποίο προϋπήρχε της ημερομηνίας που εξασφαλίστηκαν από την Επιτροπή. Υπενθυμίζουμε ότι, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.2 στην πρώτη παράγραφο του Εγγράφου 3, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς φέρεται να είναι στις 4.2.13 που αποφάσισε τη διεξαγωγή έρευνας για ενδεχόμενη παράβαση από μέρους της Κατηγορούμενης 1 του Άρθρου 11
(1)(α) του Ν.116(Ι)/
  1. Ακόμα και αν υπήρξε προηγούμενη έρευνα η οποία ακυρώθηκε εκ των υστέρων και πάλι είναι αυτονόητο πως αν είχαν ληφθεί τα συγκεκριμένα πρακτικά, αυτό σημαίνει πως και πάλι προϋπήρχαν. Κατά συνέπεια και τα εν λόγω πρακτικά υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις αποτελούσαν προϋπάρχον υλικό κατά την ημερομηνία που εξασφαλίστηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στα πλαίσια της διοικητικής έρευνας που διεξήχθη. Τούτου δοθέντος σαφέστατα δεν δύναται σε οποιαδήποτε περίπτωση να λεχθεί ότι τα εν λόγω πρακτικά συντάχθηκαν ή δημιουργήθηκαν επειδή κάμφθηκε η βούληση οποιουδήποτε των Κατηγορουμένων λόγω του εξαναγκασμού, ήτοι της απειλής προστίμου. Ως προς το δεύτερο ερώτημα είναι προφανές πως η εισήγηση του κ.Αραούζου προϋποθέτει παραβίαση του Άρθρου 6 στη διαδικασία λήψης του Τεκμηρίου 14 από την Επιτροπή. Αυτό εννοεί όταν εισηγείται ότι «..δεν νοείται να δίδεται μαρτυρία πάνω σε ένα έγγραφο που εξασφάλισε η Αστυνομία το οποίο είναι πανομοιότυπο με το έγγραφο που εξασφάλισε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά παράβαση του Άρθρου 6». Όμως είναι προφανές πως ακόμα και εάν ληφθούν τα γεγονότα που εισηγείται στο ύψιστο τους σημείο αυτά έχουν κριθεί με την προηγούμενη μας απόφαση και δεν θεωρούμε ότι υπάρχει οτιδήποτε το οποίο είναι δυνατό να διαφοροποιήσει την κατάσταση. Δεδομένης δηλαδή της μη παραβίασης του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ κατά τη λήψη του Τεκμηρίου 14 από την Επιτροπή δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί παραβίαση κατά τη λήψη του ίδιου εγγράφου σε μιαν άλλη μεταγενέστερη ξεχωριστή διαδικασία ποινικής διερεύνησης υπό τις οδηγίες άλλης Αρχής. Η πιο πάνω διαπίστωση κρίνουμε ότι είναι καθοριστική για την κατάληξη μας ότι δεν προκύπτει καν η ανάγκη διεξαγωγής Δίκης εντός Δίκης. Η ερώτηση υπεβλήθη επί του Τεκμηρίου
  2. Ακόμη και να προέκυπτε ως γεγονός μέσω της διαδικασίας της Δίκης εντός Δίκης η προέλευση του Τεκμηρίου 72 και η τυχόν σύνδεση του με οποιονδήποτε των Κατηγορουμένων - που ούτως ή άλλως αποτελούν ζητήματα για τα οποία επί του παρόντος δεν υπάρχει ενώπιον μας σχετική μαρτυρία - και πάλι κάτι τέτοιο ουδεμία σημασία θα μπορούσε να έχει, ούτε θα διαφοροποιούσε την κατάληξη του Δικαστηρίου. Ως αποτέλεσμα είναι η κατάληξη μας ότι δεν μπορεί να εγερθεί ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος της μη αυτοενοχοποίησης σε σχέση με το πιο πάνω Τεκμήριο, στη βάση των όσων έχουν προβληθεί. Όσον αφορά το θέμα που ήγειρε ο κ. Τριανταφυλλίδης αναφορικά με τη νομιμότητα λήψης του Τεκμηρίου 72 λέμε ότι δεν μπορεί να εξετασθεί στο παρόν στάδιο για τον απλούστατο λόγο ότι δεν επιχειρήθηκε η διεύρυνση σκοπού του εν λόγω Τεκμηρίου από τον μάρτυρα που το εξασφάλισε. Στο παρόν στάδιο ο Μ.Κ.2 κλήθηκε να αναφερθεί στο περιεχόμενο και να ερμηνεύσει συγκεκριμένους όρους που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  3. Κατ΄ επανάληψη το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να επισημάνει τον περιορισμένο σκοπό κατάθεσης των Τεκμηρίων αυτών, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το Τεκμήριο
  4. Είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση που τελικώς το εν λόγω Τεκμήριο δεν επιτραπεί να κατατεθεί και για το περιεχόμενο του τα όσα θα αναφερθούν από τον Μ.Κ.2 σε σχέση με αυτό θα παραμείνουν μετέωρα και δεν θα μπορούν να ληφθούν υπόψιν, δεδομένου ότι τέτοιο έγγραφο δεν μπορεί να αξιολογηθεί για οτιδήποτε άλλον σκοπό πέραν του περιορισμένου σκοπού για τον οποίο κατατέθηκε.[4] Εκλαμβάνουμε την αναφορά ενός εμπειρογνώμονα στο περιεχόμενο ενός Τεκμηρίου το οποίο δεν έχει καταστεί Τεκμήριο για όλους τους σκοπούς ως επιτρεπτή ενέργεια και μαρτυρία κατά τον τρόπο που θα ήταν επιτρεπτή και στην περίπτωση ενός Τεκμηρίου για Αναγνώριση, υπό την έννοια ότι κατ΄αναλογίαν η μαρτυρία που αναφέρεται στο περιεχόμενο του εγγράφου καταγράφεται, πλην όμως παραμένει ανενεργή μέχρι να υπάρξει διεύρυνση του σκοπού του για να μπορεί πλέον να μετατραπεί σε κανονικό τεκμήριο και η σχετική μαρτυρία να καταστεί ενεργή[5]. Ως εκ τούτου οι σχετικές ενστάσεις και εισηγήσεις απορρίπτονται. Η ερώτηση επιτρέπεται. (Υπ) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ) Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. (Υπ) M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ [1] R v. Flemming
(1987)86 Cr App R 32 [2] Δέστε, μεταξύ άλλων, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής (Αρ.1)
(1994)3 Α.Α.Δ. 1, Funke & Others v. France [1993] 16 EHRR 297 και Saunders v. United Kingdom [1997] 23 EHRR
  1. [3]Παραπέμπουμε στην παρ. 69: «
  2. The right not to incriminate oneself is primarily concerned, however, with respecting the will of an accused person to remain silent. As commonly understood in the legal systems of the Contracting Parties to the Convention and elsewhere, it does not extend to the use in criminal proceedings of material which may be obtained from the accused through the use of compulsory powers but which has an existence independent of the will of the suspect such as, inter alia, documents acquired pursuant to a warrant, breath, blood and urine samples and bodily tissue for the purpose of DNA testing». [4] Δέστε «Το Δίκαιο της Απόδειξης», Ηλιάδη & Σάντη, σελ.
  3. [5] Δέστε υπ. Μελάς v. Κυριάκου
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 826 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.