← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Deyan Veskov Zhelev κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32227/14, 13/11/2015

Δημοκρατία ν. Deyan Veskov Zhelev κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32227/14, 13/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:45 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Β.Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32227/14 Δημοκρατία ν

  1. Deyan Veskov Zhelev
  2. Gordona Stoyancha Jeleva Krastich Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα X.Κυθραιώτου για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενους 1 και 2: Καμιά εμφάνιση Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Με βάση την Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 6.10.2015 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι και στις οκτώ κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν: · μία κατηγορία για Εμπορία Ενήλικου Προσώπου κατά παράβαση του Ν.87(Ι)/07 (Κατηγορία 1), · δύο για Σεξουαλική Εκμετάλλευση Ενήλικου Προσώπου καταχρώμενοι την ευπαθή της θέση κατά παράβαση του ιδίου Νόμου (Κατηγορίες 2 και 3) · δύο για Σεξουαλική Εκμετάλλευση Ενήλικου Προσώπου μέσω απειλών και καταχρώμενοι την ευπαθή της θέση κατά παράβαση του ιδίου Νόμου (Κατηγορίες 4 και 5), · δύο κατηγορίες για Εκμετάλλευση Πόρνης κατά παράβαση του Άρθρου 164 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 (Κατηγορίες 6 και 7), και · μία κατηγορία για Εμπορία Ενήλικου Προσώπου κατά παράβαση του Ν.60(Ι)/14 (Κατηγορία 8). Γεγονότα Τα γεγονότα που αφορούν τις εν λόγω κατηγορίες καταγράφονται αναλυτικά στην προαναφερόμενη Απόφαση του Δικαστηρίου. Για τον σκοπό επιβολής ποινής κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε τα ακόλουθα: § Η Παραπονούμενη κατάγεται από τη Βουλγαρία και είναι μητέρα 4 παιδιών, εκ των οποίων το μεγαλύτερο βρίσκεται σε ίδρυμα λόγω νοητικών προβλημάτων. Η ίδια η Παραπονούμενη έχει τύχει ψυχιατρικής παρακολούθησης και λαμβάνει μέχρι σήμερα φαρμακευτική αγωγή. § Λόγω της κακής της οικονομικής κατάστασης η Παραπονούμενη κατέληξε να ασκεί πορνεία στη Βουλγαρία. Σε κάποιο στάδιο έλαβε μήνυμα από την Κατηγορούμενη 2 προτείνοντας της εργασία στην Κύπρο, πρόταση την οποία η Παραπονούμενη αποδέχθηκε και έφτασε στην Κύπρο στις 6.3.
  3. Άρχισε δουλειά στις 8.3.2014 αλλά οι Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 δεν της έδιναν το μερίδιο από τα χρήματα που είχαν συμφωνήσει, ενώ δεν άντεχε και τις συνθήκες εργασίας, και αποφάσισε να φύγει και να πάει να εργαστεί στη Λάρνακα. § Οι Κατηγορούμενοι επικοινώνησαν με την οικογένεια της Παραπονούμενης και ειδικά τη θυγατέρα της, απειλώντας ότι εάν η Παραπονούμενη δεν επιστρέψει σε αυτούς θα την σκοτώσουν. Μέσω εικονικού προφίλ που δημιούργησε η Κατηγορούμενη 2 ανακάλυψαν την Παραπονούμενη και της εισηγήθηκαν να επανέλθει κοντά τους μέχρι να μαζέψει χρήματα και να επιστρέψει στη Βουλγαρία. § Η Παραπονούμενη, παρά το ότι αρχικά συμφώνησε να επιστρέψει στους Κατηγορούμενους, άλλαξε γνώμη και προσπάθησε να φύγει από το σημείο όπου θα τους συναντούσε, αλλά οι Κατηγορούμενοι ανέκοψαν το ταξί στο οποίο αυτή επέβαινε και την τράβηξαν από μέσα μεταφέροντας την με το δικό τους όχημα στη Λευκωσία κατόπιν απειλών. § Έκτοτε οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τοποθέτησαν την Παραπονούμενη στο δικό τους διαμέρισμα, όπου την εξανάγκαζαν να κάνει σεξ με πελάτες, έπαιρναν δε τα χρήματα αυτοί και στην Παραπονούμενη έδιναν μόνο ένα μέρος αυτών. Η συμπεριφορά τους προς τη Παραπονούμενη ήταν πολύ κακή. Η ψυχολογική κατάσταση της Παραπονούμενης ήταν πολύ άσχημη και έκλαιγε με αποτέλεσμα να φεύγουν οι πελάτες, πράγμα που οδήγησε σε περαιτέρω απειλές από πλευράς Κατηγορουμένων ότι θα την κάνουν ναρκομανή, θα την πουλήσουν σε κάποια Βουλγάρα και θα κάνουν τη θυγατέρα της ναρκομανή και πόρνη. § Στις 25.4.2014 η Παραπονούμενη επικοινώνησε με την εξαδέλφη της ζητώντας της να ειδοποιήσει την Αστυνομία, πράγμα που αυτή έκανε. Την 26.4.2014 η Αστυνομία μετέβη στο διαμέρισμα των Κατηγορούμενων 1 και 2, όπου ανευρέθη η Παραπονούμενη. Προηγούμενες καταδίκες Το ζήτημα του ποινικού μητρώου των Κατηγορουμένων 1 και 2 αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των συνηγόρων. Όπως διεφάνη, η θέση της κας Κυθραιώτου ήταν ότι οι Κατηγορούμενοι βαρύνονται με τις πιο κάτω προηγούμενες καταδίκες: Κατηγορούμενος 1 - Υπόθεση αρ. 12801/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας όπου καταδικάστηκε σε δύο κατηγορίες κλοπής και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών. Οι ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων αυτών ήταν 7 και 8.3.2013 αντίστοιχα, και η ημερομηνία καταδίκης 24.7.
  4. Κατηγορούμενη 2 - Υπόθεση αρ. 12800/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας όπου καταδικάστηκε στην κατηγορία της κλοπής από κατοικία και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 45 ημερών. Η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος ήταν 10.1.2013, και η ημερομηνία καταδίκης 28.7.
  5. - Υπόθεση αρ. 12801/14 του Ε.Δ. Λευκωσίας όπου καταδικάστηκε σε δύο κατηγορίες κλοπής και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών. Οι ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων αυτών ήταν 7 και 8.3.2013 αντίστοιχα, και η ημερομηνία καταδίκης 24.7.
  6. Η κα Κυθραιώτου εισηγήθηκε ότι, με δεδομένο ότι η διάπραξη των αδικημάτων στις πιο πάνω υποθέσεις έλαβε χώρα πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, και η καταδίκη σε εκείνες ολοκληρώθηκε πριν από αυτή της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει με βάση τη Νομολογία να θεωρηθούν προηγούμενες καταδίκες. Αντίθετη ήταν η θέση των (τότε) συνηγόρων των Κατηγορουμένων 1 και
  7. Ο κ. Παφίτης ανέφερε ότι, εφόσον οι καταδίκες αυτές προέκυψαν μετά τη σύλληψη των Κατηγορουμένων σε σχέση με τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να θεωρηθούν μεταγενέστερες. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι με δεδομένο ότι οι Κατηγορούμενοι συνελήφθησαν μετά την καταγγελία της Παραπονούμενης στην υπό εκδίκαση υπόθεση, η επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής να μην περιλάβει όλες τις κατηγορίες σε ένα κατηγορητήριο συνιστά κατάχρηση. Ο κ. Καρεκλάς περιόρισε την εισήγηση του στο ότι η παρούσα θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από την καθιερωμένη νομολογιακή θέση, και ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Στην υπόθεση Νίκη Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας

(2011)2 Α.Α.Δ.282 στην οποία παρέπεμψε και η ευπαίδευτος συνήγορος για την Κατηγορούσα Αρχή, στην Εφεσείουσα είχε επιβληθεί ποινή στην υπόθεση αρ. 14316/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ενώ τελούσε υπό κράτηση σε σχέση με υπόθεση Κακουργιοδικείου. Όταν μετέπειτα κρίθηκε ένοχη και στην υπόθεση του Κακουργιοδικείου, η προαναφερόμενη υπόθεση είχε ληφθεί υπόψη ως προηγούμενη καταδίκη. Το Εφετείο ανέφερε τα εξής: «Η εφεσείουσα παραπονείται επίσης ότι λανθασμένα το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την προηγούμενη καταδίκη αυτής για αδίκημα διάρρηξης και κλοπής διότι ενώ τελούσε υπό κράτηση για την υπό κρίση υπόθεση, της επεβλήθη ποινή στην υπόθεση αρ. 14316/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το Κακουργιοδικείο ασχολήθηκε ειδικά με παρόμοια εισήγηση που έγινε ενώπιον του ότι δεν θα έπρεπε αυτή η καταδίκη να προσμετρήσει ως προηγούμενο, διότι η ποινή των τεσσάρων μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης και κλοπής που διαπράχθηκε στις 15.2.07 της επεβλήθη στις 14.10.09, διαρκούσης, δηλαδή, της ακρόασης στην παρούσα υπόθεση. Το Κακουργιοδικείο ορθά ανεφέρθη σε νομολογία (Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286), όπου τέθηκε ως θέμα αρχής, ότι εάν η διάπραξη αδικήματος λάβει χώραν πριν τη διάπραξη δεύτερου αδικήματος, η δε καταδίκη για το πρώτο αδίκημα ολοκληρώθηκε πριν τη δεύτερη καταδίκη, τότε η καταδίκη αυτή αποτελεί προηγούμενο που μπορεί να προσμετρήσει στην επιβολή της ποινής στη μεταγενέστερη υπόθεση. Το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι τα ενώπιον του αδικήματα είχαν διαπραχθεί, σύμφωνα και με το κατηγορητήριο, στις 12.9.
  1. Η κατηγορία της διάρρηξης και κλοπής που οδήγησε στην καταχώρηση της υπόθεσης αρ. 14316/08, είχε έναυσμα εγκληματική συμπεριφορά από μέρους της εφεσείουσας που διαπράχθη στις 15.2.
  2. Η καταδίκη στην εν λόγω υπόθεση έγινε στις 14.10.09, πριν δηλαδή την καταδίκη στην υπό κρίση υπόθεση που είχε λάβει χώραν στις 18.1.
  3. Στα πλαίσια αυτά σαφώς η υπόθεση αρ. 14316/08 αποτελεί προηγούμενο και ορθά λήφθηκε υπόψη. Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος για να αποστεί το Εφετείο από τη σαφή αυτή νομολογία, η οποία και επιβεβαιώνεται ως ορθή». Επανερχόμενοι στην παρούσα υπόθεση σημειώνουμε ότι τα αδικήματα διαπράχθησαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός των μηνών Μαρτίου και Απριλίου
  4. Τα αδικήματα των υποθέσεων 12800/14 και 12801/14 διαπράχθησαν τον Ιανουάριο 2013 και Μάρτιο 2013 αντίστοιχα, και η καταδίκη σε εκείνες τις υποθέσεις ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο 2014, ήτοι πριν από την καταδίκη στην παρούσα. Αποτελεί, συναφώς, κατάληξη μας ότι οι πιο πάνω καταγραφείσες καταδίκες αποτελούν προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορούμενων 1 και
  5. Αγορεύσεις για μετριασμό Μετά την απόσυρση των συνηγόρων για τους Κατηγορούμενους οι τελευταίοι επέλεξαν να προχωρήσουν αυτοπροσώπως με τις αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ο Κατηγορούμενος 1 εστιάστηκε στον χρόνο που αυτός τελεί υπό κράτηση μέχρι και σήμερα. Όπως είπε, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος από την ημερομηνία κατά την οποία συνελήφθησαν οι Κατηγορούμενοι, αφού αυτός ήταν και ο χρόνος που η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να καταχωρίσει και την υπό εκδίκαση υπόθεση. Αναφορά έγινε επίσης στο γεγονός ότι δεν διώχθηκε το πρόσωπο που η Παραπονούμενη είχε καταγγείλει για βιασμό της. Ήταν θέση του Κατηγορούμενου 1 ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι η Παραπονούμενη επέλεξε από μόνη της να έρθει στην Κύπρο για την εν λόγω εργασία, αλλά και το γεγονός ότι η Παραπονούμενη ήταν πόρνη πριν από τη διάπραξη των αδικημάτων, με την εισήγηση ότι η ζημιά που ένα τέτοιο άτομο μπορεί να πάθει από εξώθηση του στην πορνεία δεν είναι του ιδίου μεγέθους με αυτή που θα υποστεί μία άλλη γυναίκα. Η Κατηγορούμενη 2 αναφέρθηκε στην παιδική της ηλικία, στο ότι ο πατέρας της τους εγκατέλειψε όταν η ίδια ήταν μόλις 7 ετών και στο ότι ένα χρόνο αργότερα απεβίωσε η μητέρα της, με αποτέλεσμα να τη μεγαλώσουν ο παππούς και η γιαγιά της. Τον σύζυγο της τον υπεραγαπά και νιώθει ότι είναι ο μοναδικός δικός της άνθρωπος, εξασκεί δε μεγάλη επιρροή επ' αυτής, πράγμα που αποτελεί, εισηγήθηκε, και τον βασικό λόγο για τον οποίο βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου. Η ίδια δεν ήταν ο ιθύνοντας νους, ενώ ισχυρίστηκε ότι καμία ζημιά ή πόνο προκάλεσε στην Παραπονούμενη, αντιθέτως την βοηθούσε να βρει δουλειά, στα πλαίσια της δουλειάς που η δεύτερη ήξερε να κάνει. Εξέφρασε προς το Δικαστήριο τη μεταμέλεια της, επισήμανε το ότι βρίσκεται υπό κράτηση από την ημερομηνία της σύλληψης της και ζήτησε όπως το Δικαστήριο εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της όποιας ποινής φυλακίσεως της επιβάλει. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι υιοθέτησαν το περιεχόμενο των εκθέσεων του Γραφείου Ευημερίας, αναφορά στο περιεχόμενο των οποίων θα γίνει πιο κάτω. Επισημαίνουμε ότι τα όσα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ανέφεραν και τα οποία δεν βρίσκονται σε συμφωνία με την Απόφαση του Δικαστηρίου δεν θα ληφθούν υπόψη. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος 1 επέμενε ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι αθώα, ενώ η Κατηγορούμενη 2 ότι η ίδια δεν προκάλεσε καμία ζημιά ή πόνο στην Παραπονούμενη. Η Κατηγορούμενη 2 έχει βρεθεί ένοχη κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ενώ τα όσα υπέστη η Παραπονούμενη ένεκα των πράξεων των Κατηγορουμένων καταγράφονται λεπτομερώς στην Απόφαση ημερ. 6.10.
  6. Νομική Πτυχή Αναμφίβολα τα αδικήματα στα οποία οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι είναι από τα πλέον σοβαρά και αυτό αντανακλάται στη μέγιστη ποινή που προνοείται για καθένα από αυτά από το σχετικό Νόμο. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της Εμπορίας Ενήλικου Προσώπου βάσει του Αρ. 5(ε) του Ν. 87
(1)07 (Κατηγορία 1) προβλέπεται ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη, για το αδίκημα της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ενήλικου Προσώπου βάσει του Αρ. 9(α) και (ε) του ιδίου Νόμου (Κατηγορίες 2, 3, 4 και 5) προβλέπεται ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη, για το αδίκημα της Εκμετάλλευσης Πόρνης βάσει του Αρ. 164 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (Κατηγορίες 6 και 7) προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 έτη και για το αδίκημα της Εμπορίας Ενήλικου Προσώπου βάσει του αρ. 6 του Ν. 60
(1)/14 προβλέπεται ποινή φυλακίσεως που δεν υπερβαίνει τα 10 έτη (Κατηγορία 8). Η εμπορία προσώπων αποτελεί μιαν αποτρόπαια μορφή παραβίασης των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπονομεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Έχει δυστυχώς λάβει διεθνώς μεγάλες διαστάσεις και θεωρείται ένα από τα σοβαρότερα αδικήματα που διαπράττονται στο πλαίσιο του οργανωμένου εγκλήματος. Και αυτό δεν είναι διόλου τυχαίο. Η εξασφάλιση τεράστιου κέρδους που διοχετεύεται σε διεθνή δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος αναμφίβολα συνιστά την κινητήρια δύναμη για την εμφάνιση και τη ραγδαία εξάπλωση αυτού του φαινομένου το οποίο υποθάλπεται βεβαίως από την αναζήτηση σεξουαλικών υπηρεσιών. Σε αδικήματα αυτού του είδους οι δράστες βασικά εκμεταλλεύονται την ευάλωτη θέση του θύματος είτε αυτή αφορά την οικονομική του εξαθλίωση, είτε το χαμηλό μορφωτικό ή νοητικό του επίπεδο και γενικότερα την απελπισία του και την έλλειψη οιασδήποτε προοπτικής για εξεύρεση μιας αξιοπρεπούς εργασίας. Κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε σε επίσημα παγκόσμια δεδομένα, τα οποία ενδυναμώνουν τις πιο πάνω παρατηρήσεις και διαπιστώσεις μας. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών Global Report on Trafficking in Persons του 2012 με παραπομπή σε δεδομένα του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO - International Labour Organization) - του 2005 τουλάχιστον 12.3 εκατομμύρια άνθρωποι ανά το παγκόσμιο υπήρξαν θύματα αναγκαστικής δουλείας (forcedlabour) ενώ ο υπολογιζόμενος κατ΄ ελάχιστον αριθμός ανθρώπων σε αναγκαστική δουλεία ένεκα εμπορίας ανήλθε σε 2.45 εκατομμύρια ανά πάσα στιγμή. Το ίδιο έτος ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας δημοσίευσε - όπως αναφέρεται πάλι στην πιο πάνω Έκθεση των Ηνωμένων Εθνών - την πρώτη εκτίμηση των παγκοσμίων κερδών που αποκομίζονται από τα 2.45 εκατομμύρια άτομα υπό αναγκαστική δουλεία. Εκτιμήθηκε ότι τα κέρδη ανέρχονται σε US$31.6 δισεκατομμύρια το χρόνο. Παραπέμπουμε σχετικά στη σελ. 68 της πιο πάνω Έκθεσης στην οποία αναφέρονται τα εξής: "The first minimum estimate of victims of forced labour and trafficking in persons in the world was published by the ILO in
  1. This report presented estimates for the number of victims of forced labour, as well as a specific estimate for victims of trafficking in persons as one form of forced labour. According to this report, at least 12.3 million people were victims of forced labour worldwide and the estimated minimum number of persons in forced labour as a result of trafficking in persons was 2.45 million, at any moment in time. In the same year, ILO published the first estimation of the global profits generated from the world's 2.45 million forced labourers who have been trafficking amounting to US$31.6 billion per year." Το 2012 ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας έδωσε νέα ποσοστά για τον αριθμό των θυμάτων αναγκαστικής δουλείας. Σύμφωνα με αυτά για την περίοδο 2002-2011 ο αριθμός των θυμάτων αναγκαστικής δουλείας εκτιμήθηκε σε 20.9 εκατομμύρια. Από τον αριθμό αυτό 4.5 εκατομμύρια (22%) αποτελούν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης[1]. Στις Εκθέσεις της η Europol εκτιμά ότι η εμπορία προσώπων είναι η τρίτη προσοδοφόρα εγκληματική δραστηριότητα μετά τη διακίνηση όπλων και ναρκωτικών. Όπως αναφέρεται από την Europol σε σχετικό ενημερωτικό δημοσίευμα της το 2007, η εμπορία ανθρώπων θεωρείται ως η πιο γοργά αναπτυσσόμενη επιχείρηση στον κόσμο η οποία οδηγεί στη συγκομιδή τεράστιων ποσών σε διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις, ενώ γενικώς παραμένει μικρού κινδύνου και ταυτόχρονα ψηλών απολαβών δραστηριότητα για τους εγκληματίες που εμπλέκονται σε αυτή[2]. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής«ΕΔΑΔ») Case of Rantsev v. Cyprus and Russia (Application No. 25965/04), η οποία αφορούσε προσφυγή πατέρα 20χρονης Ρωσίδας χορεύτριας αναφορικά με τον ανεξήγητο θάνατο αυτής στην Κύπρο το 2001, η εμπορία προσώπων αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο το οποίο αναπτύχθηκε ραγδαίως τα τελευταία χρόνια. Έγινε δε αναφορά στο Πρωτόκολλο του Παλέρμο του 2000 και στη Σύμβαση του 2005 - Anti-Trafficking Convention[3] - επισημαίνοντας ότι αυτά τα Διεθνή Έγγραφα καταδεικνύουν την αυξανόμενη αναγνώριση σε διεθνές επίπεδο της έξαρσης αυτού του φαινομένου και της ανάγκης λήψης μέτρων για καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό την παρ. 278 που έχει ως εξής: «
  2. The Court notes that trafficking in human beings as a global phenomenon has increased significantly in recent years (see paragraphs 89, 100, 103 and 269 above). In Europe, its growth has been facilitated in part by the collapse of former Communist blocs. The conclusion of the Palermo Protocol in 2000 and the Anti-Trafficking Convention in 2005 demonstrate the increasing recognition at international level of the prevalence of trafficking and the need for measures to combat it.» Επιπλέον το ΕΔΑΔ τόνισε ότι η εμπορία προσώπων ισοδυναμεί με τη χρήση των ανθρώπων ως αντικειμένων που αγοράζονται και πωλούνται και υποβάλλονται σε αναγκαστική εργασία. Συχνά για ελάχιστη ή και καθόλου πληρωμή, συνήθως εντός της βιομηχανίας σεξ, αλλά και αλλού. Εξυπακούει δε στενή παρακολούθηση των δραστηριοτήτων των θυμάτων, ενώ συνεπάγεται και τη χρήση βίας και απειλών εναντίον τους. Τονίσθηκε επίσης ότι η εμπορία προσώπων, χωρίς αμφιβολία, απειλεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και αξίες, οι οποίες προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής «ΕΣΔΑ»). Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τις παρ. 281 και 282 της Απόφασης: «281.The Court considers that trafficking in human beings, by its very nature and aim of exploitation, is based on the exercise of powers attaching to the right of ownership. It treats human beings as commodities to be bought and sold and put to forced labour, often for little or no payment, usually in the sex industry but also elsewhere (see paragraphs 101 and 161 above). It implies close surveillance of the activities of victims, whose movements are often circumscribed (see paragraphs 85 and 101 above). It involves the use of violence and threats against victims, who live and work under poor conditions (see paragraphs 85, 87 to 88 and 101 above). It is described by Interights and in the explanatory report accompanying the Anti-Trafficking Convention as the modern form of the old worldwide slave trade (see paragraphs 161 and 266 above). The Cypriot Ombudsman referred to sexual exploitation and trafficking taking place "under a regime of modern slavery" (see paragraph 84 above).
  3. There can be no doubt that trafficking threatens the human dignity and fundamental freedoms of its victims and cannot be considered compatible with a democratic society and the values expounded in the Convention. In view of its obligation to interpret the Convention in light of present-day conditions, the Court considers it unnecessary to identify whether the treatment about which the applicant complains constitutes "slavery", "servitude" or "forced and compulsory labour". Instead, the Court concludes that trafficking itself, within the meaning of Article 3(a) of the Palermo Protocol and Article 4(a) of the Anti-Trafficking Convention, falls within the scope of Article 4 of the Convention.» Δυστυχώς, και η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση στην πιο πάνω τάση, αφού τα αδικήματα εμπορίας προσώπων έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στη χώρα μας. Η σεξουαλική εκμετάλλευση, εμπορία και διακίνηση γυναικών υπό καθεστώς σύγχρονης δουλείας αποτελεί δυστυχώς μια μορφή σοβαρής εγκληματικής ενέργειας που λαμβάνει χώρα και στην Κύπρο. Οι πιο πάνω αναφορές μας προκύπτουν, μεταξύ άλλων, και από την προαναφερόμενη απόφαση του ΕΔΑΔ. Στην υπόθεση αυτή το ΕΔΑΔ αποφάσισε ότι υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 4 της ΕΣΔΑ (απαγόρευση της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας) ένεκα της μη παροχής στο θύμα πρακτικής και αποτελεσματικής προστασίας έναντι της εμπορίας και της εκμετάλλευσης γενικώς και ένεκα της παράλειψης στη λήψη των αναγκαίων ειδικών μέτρων προς προστασία της[4]. Στην παρ. 294 της απόφασης του ΕΔΑΔ έγινε η ακόλουθη αναφορά η οποία είναι ενδεικτική του μεγέθους του προβλήματος της εμπορίας προσώπων στον τόπο μας . Την παραθέτουμε: "It is clear from the Ombudsman's 2003 report that here has been a serious problem in Cyprus since the 1970s involving young foreign women being forced to work in the sex industry (see paragraph 83 above). The report further noted the significant increase in artistes coming from former Soviet countries following the collapse of the USSR (see paragraph 84 above). In her conclusions, the Ombudsman highlighted that trafficking was able to flourish in Cyprus due to the tolerance of the immigration authorities (see paragraph 89 above). In his 2006 report, the Council of Europe's Commissioner for Human Rights also noted that the authorities were aware that many of the women who entered Cyprus on artiste's visas would work in prostitution (see paragraph 96 above). There can therefore be no doubt that the Cypriot authorities were aware that a substantial number of foreign women, particularly from the ex-USSR, were being trafficked to Cyprus on artistes visas and, upon arrival, were being sexually exploited by cabaret owners and managers." Μέσα από τα προαναφερόμενα έγγραφα το παρόν Δικαστήριο αντλεί γνώση του γεγονότος ότι η Κύπρος αποτελεί χώρα προορισμού αλλά και χώρα μετάβασης (a source and destination country) για άνδρες και γυναίκες που υποβάλλονται σε αναγκαστική εργασία και εμπορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Τα θύματα εμπορίας σεξουαλικής εκμετάλλευσης στην Κύπρο προέρχονται κυρίως από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και Ασίας.[5] Μέσα στα πλαίσια αντιμετώπισης αυτού του υπό έξαρση και ανησυχητική εξάπλωση φαινομένου της οργανωμένης σεξουαλικής εκμετάλλευσης και της εμπορίας προσώπων, η Κύπρος έχει υπογράψει και κυρώσει με νόμο όλες τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις που αφορούν σε θέματα πορνείας ή σωματεμπορίας και άλλες συναφείς παράνομες δραστηριότητες. Διαπιστώνεται με άλλα λόγια μια συνεχής προσπάθεια εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας μας ούτως ώστε αφενός να εναρμονίζεται και να συμμορφώνεται με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Δημοκρατίας και αφετέρου να μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις νέες μορφές που παρουσιάζονται στην εκμετάλλευση και εμπορία ανθρώπων. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θεσπίστηκε λοιπόν ο περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμος του 2007 (Ν.87(Ι)/07) ο οποίος αντικατέστησε τον προηγούμενο σχετικό Ν.3(Ι)/
  4. Δεν διαφεύγει την προσοχή μας το γεγονός ότι για σκοπούς εναρμόνισης με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων με την Οδηγία 2011/36/ΕΕ, προσφάτως θεσπίστηκε ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.60(Ι)/
  5. Αυτός εντάσσεται μέσα στο σύνολο των νομοθετικών μέτρων που η Κύπρος έλαβε στα πλαίσια εντατικοποίησης των μέτρων. Όπως προκύπτει και από τον τίτλο της Οδηγίας 2011/36/ΕΕ ένας από τους σκοπούς της ήταν η αντικατάσταση της Απόφασης-Πλαίσιο 2002/629/ΔΕΥ, η οποία είχε αποτελέσει μια από τις βάσεις θέσπισης του Ν.87(Ι)/
  6. Η Απόφαση-Πλαίσιο όσον αφορά τις ποινές προέβλεπε ότι το αδίκημα της εμπορίας έπρεπε να τιμωρείται από τα κράτη-μέλη με φυλάκιση ανώτατης διάρκειας όχι μικρότερης των 8 ετών και ο Νομοθέτης μας επέλεξε τότε να προβλέψει φυλάκιση μέχρι 15 έτη. Με δεδομένη αυτή την παλαιότερη ποινολογική μεταχείριση, αλλά και τις αιτιολογικές σκέψεις
(7)και
(12)της νέας Οδηγίας (2011/36/ΕΕ) που αναφέρονται αφενός σε πιο σθεναρή πρόληψη-δίωξη και αφετέρου σε αυστηρότητα των κυρώσεων η οποία να αντικατοπτρίζει την όλο και μεγαλύτερη ανησυχία στα κράτη-μέλη[6], είναι αλήθεια ότι ξαφνιάζει κάπως η πρόσφατη επιλογή του δικού μας Νομοθέτη να καθορίσει πλέον ως μέγιστη ποινή για την εμπορία τα 10 έτη, αφού παλαιότερα με το ελάχιστο ανώτατο όριο στα 8 έτη είχε επιλεγεί η 15ετής φυλάκιση. Ίσως αυτό οφείλεται σε παρερμηνεία ή παρανόηση του άρθρου 4.2 της νέας Οδηγίας, το οποίο καθόρισε το ελάχιστο όριο της ανώτατης διάρκειας σε 10 έτη. Αφήνουμε το θέμα αυτό ως εδώ. Σημειώνουμε όμως ότι ο νέος Νόμος, ως μεταγενέστερο νομοθέτημα, τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση μόνο σε σχέση με την Κατηγορία
  1. Σε σχέση με προηγούμενες παρόμοιες υποθέσεις η έρευνα μας στην ημεδαπή νομολογία δεν αποκάλυψε τέτοια αυθεντία, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πανομοιότυπη ή έστω και παραπλήσια με την υπό κρίση περίπτωση, ώστε να μπορεί να προσφέρει κάποια καθοδήγηση στο Δικαστήριο. Ανάλυση Παρούσας Υπόθεσης Στρεφόμενοι τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί η βάναυση μεταχείριση της οποίας έτυχε η Παραπονούμενη στα χέρια των Κατηγορουμένων, και ιδιαίτερα του Κατηγορουμένου
  2. Στοχευμένα, η Κατηγορούμενη 2 επικοινώνησε με την, μέχρι τότε άγνωστη της, Παραπονούμενη ενώ αυτή βρισκόταν στην Βουλγαρία, και της πρότεινε να έρθει στην Κύπρο να εργαστεί. Της εξήγησε ότι εάν ερχόταν θα έκανε μασάζ και στοματικό έρωτα για περισσότερα χρήματα απ' ότι έπαιρνε στη Βουλγαρία. Δυστυχώς, με την άφιξη της, η Παραπονούμενη βρέθηκε σχεδόν αμέσως αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, αφού αναγκάστηκε παρά τη θέληση της να κάνει σεξ με κάποιο πρόσωπο το οποίο οι Κατηγορούμενοι είχαν φέρει μαζί τους στο αεροδρόμιο για να την παραλάβουν, η δε Κατηγορούμενη 2 εξήγησε στην Παραπονούμενη ότι αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο αποπλήρωσε το εισιτήριο της. Όταν η Παραπονούμενη άρχισε κανονικά εργασία οι Κατηγορούμενοι της έπαιρναν τα πλείστα χρήματα που εισέπραττε, ενώ αναγκαζόταν να δέχεται μεταξύ 4 έως 6 πελάτες τη μέρα, σε σημείο που ενίοτε οι Κατηγορούμενοι την ξυπνούσαν ενώ κοιμόταν για να εργαστεί. Η συμπεριφορά των Κατηγορουμένων έγινε πολύ χειρότερη μετά την προσπάθεια της Παραπονούμενης να φύγει από κοντά τους, αφού τότε επικοινώνησαν με την οικογένεια της και απειλούσαν ότι θα τη σκοτώσουν. Όταν δεν κατάφεραν να ξαναπιάσουν την Παραπονούμενη με τη βία, ο Κατηγορούμενος 1 την εκφόβιζε λέγοντας της ότι άλλες κοπέλες που του έκαναν τα ίδια δεν ζουν πλέον. Ακολούθησε πιο απάνθρωπη συμπεριφορά, αφού η ταραγμένη πλέον ψυχολογικά Παραπονούμενη έκλαιγε όταν έρχονταν πελάτες, με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι να την απειλούν ότι αν δεν σταματήσει να κλαίει θα κάνουν τόσο αυτή όσο και τη θυγατέρα της ναρκομανή, την κόρη της πόρνη, ενώ της έλεγαν ότι θα την πουλήσουν σε μία Βουλγάρα. Θα λέγαμε ότι οι Κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν χωρίς έλεος την ιδιάζουσα κατάσταση της Παραπονουμένης, η οποία ήταν ένα άτομο με ευάλωτο ψυχισμό και μεγάλα οικονομικά προβλήματα, το οποίο βρισκόταν σε μία ξένη χώρα αλλά δεν μιλούσε ούτε Ελληνικά ούτε Αγγλικά, και είχε πρωταρχική ανάγκη την εξασφάλιση των αναγκαίων μέσων διαβίωσης τόσο της ίδιας όσο και των παιδιών της. Αυτό το γνώριζαν οι Κατηγορούμενοι και το εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο. Αρχικά μέσω υποσχέσεων ότι θα βγάλει χρήματα για να συντηρεί την οικογένεια της και μετά δι' απειλών, η Παραπονούμενη βρέθηκε σε ένα καθεστώς φόβου, βίας και απειλών όπου στην πραγματικότητα δεν είχε άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην εξουσία των Κατηγορουμένων 1 και
  3. Οι Κατηγορούμενοι λοιπόν μεταχειρίστηκαν την Παραπονούμενη όχι ως ανθρώπινο ον αλλά ως αντικείμενο εκμετάλλευσης προς εξασφάλιση χρηματικού οφέλους αδιαφορώντας πλήρως για τις αναμενόμενες αρνητικές συνέπειες που μια τέτοια συμπεριφορά προκαλεί στο επηρεαζόμενο άτομο ή στην οικογένεια αυτής, την οποία και ενέπλεξαν στις απειλές. Η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός προς το άτομο της Παραπονούμενης καταπατήθηκαν βάναυσα και κατάφωρα. Καταλήγοντας θεωρούμε σημαντικό να επισημάνουμε ότι αποτέλεσε συμπέρασμα της Κλινικού Ψυχολόγου κας Φωτούλας Λεοντίου ότι η Παραπονούμενη είναι ένα άτομο τραυματισμένο, με αισθήματα ενοχής, το οποίο τελούσε υπό καθεστώς απελπισίας και σύγχυσης κατά την ανεύρεση της από την Αστυνομία. Αυτό αποτελεί αναμφίβολα ακόμη ένα επιβαρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση και αντιπροσωπευτικό της σοβαρότητας των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν. Δεν μπορούμε δε να μην παρατηρήσουμε ότι κατά τη διάρκεια της δίκης η Παραπονούμενη υποβλήθηκε σε μία βάναυση, τόσο από πλευράς έκτασης όσο και περιεχομένου, αντεξέταση από τους συνήγορους Υπεράσπισης. Όπως επισημάναμε και στην Απόφαση μας ημερ. 6.10.2015, στην Παραπονούμενη υποβλήθηκε σωρεία ερωτήσεων που μοναδικό στόχο είχαν να την προσβάλουν και μειώσουν ως άτομο, όπως για παράδειγμα, ο υποτιμητικός τρόπος με τον οποίο αναφέρονταν οι συνήγοροι σε αυτήν ως πόρνη, και το κατά πόσο τα παιδιά της γνωρίζουν ότι είναι πόρνη. Στην υπόθεση Γιάγκου (Μόγγολος) ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67 η μακρά και βασανιστική αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν τα δύο θύματα του βιασμού από τον ίδιο τον εφεσείοντα φαίνεται ότι επίδρασε ως επιβαρυντικός παράγοντας στον καθορισμό της ποινής. Κατά συνέπεια τόσο η εγγενής φύση των επίδικων αδικημάτων όπως ήδη την προσδιορίσαμε όσο και οι συνθήκες διάπραξης τους καθιστούν την υπό εξέταση περίπτωση ιδιαιτέρως σοβαρή ούτως ώστε να καθίσταται αναγκαία η επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Έχοντας αναφερθεί στη σοβαρότητα των αδικημάτων με αναφορά σε σχετική νομολογία δεν διαφεύγει την προσοχή μας το καθήκον του Δικαστηρίου στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής για εξατομίκευση της. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όπου διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων λαμβάνονται μεν υπόψη αλλά στον βαθμό και την έκταση που δεν εξουδετερώνουν τον χαρακτήρα αυτό[7]. Οι όποιες προσωπικές περιστάσεις δεν πρέπει να αποπροσανατολίζουν και να εξουδετερώνουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής[8]. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων, αμφότεροι υιοθέτησαν τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, σύμφωνα με τις οποίες: Ο Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 28 ετών και πριν από τη σύλληψη του εργαζόταν ως ελαιοχρωματιστής. Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης της Βουλγαρίας, και ήρθε στην Κύπρο με τη σύζυγο του, Κατηγορούμενη 2, τον Μάιο του
  1. Η Κατηγορούμενη 2 είναι ηλικίας 21 ετών και απόφοιτος ιδιωτικού Αγγλικού σχολείου στη Βουλγαρία με άριστη επίδοση. Ο πατέρας της εγκατέλειψε την οικογένεια όταν η ίδια ήταν 7 ετών και τον επόμενο χρόνο απεβίωσε και η μητέρα της. Η ίδια και η αδελφή της μεγάλωσαν με τους μητρικούς παππούδες της. Παντρεύτηκε τον Κατηγορούμενο 1 σε ηλικία 18 ετών και ήρθαν στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας το Μάιο του
  2. Όσον αφορά το ιστορικό τους δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι ουδείς εκ των Κατηγορουμένων έχει προς όφελος του το λευκό ποινικό μητρώο εφόσον βαρύνεται ο μεν Κατηγορούμενος 1 με μία προηγούμενη καταδίκη, η δε Κατηγορούμενη 2 με δύο προηγούμενες καταδίκες. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αποστερεί από τον Κατηγορούμενο την επιείκεια εκείνη που ένα Δικαστήριο θα ήταν διαφορετικά διατεθειμένο να επιδείξει. Τούτου λεχθέντος επισημαίνουμε παράλληλα τη νομολογιακή αρχή ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών δεν πρέπει από την άλλη να χρησιμοποιείται ως δικαιολογούσα τέτοια ποινή που θα έδιδε την εντύπωση ότι ο δράστης τιμωρείται για δεύτερη φορά. Οι προηγούμενες όμως καταδίκες είναι ενδεικτικές της στάσης και του σεβασμού του Κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας. Εκείνο το οποίο βασικά προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο Κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει τη μείωση την οποία θα είχε ως Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο. Είναι λοιπόν μέσα σε αυτά τα πλαίσια που θα ληφθούν υπόψη οι προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορουμένων, δηλαδή του περιορισμού του βαθμού επιείκειας που θα μπορούσε στην περίπτωση ενός Κατηγορουμένου με λευκό ποινικό μητρώο να επιδειχθεί. Και οι δύο Κατηγορούμενοι έκαναν αναφορά στην μεγάλη, κατά την άποψη τους, περίοδο για την οποία τελούν υπό κράτηση. Είναι γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθησαν την 26.4.2014 μετά από παράπονο που είχε υποβληθεί σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η υπόθεση αυτή, όμως καταχωρίστηκε μόλις την 1.12.2014, ημερομηνία κατά την οποία εξεδόθη διάταγμα για κράτηση των Κατηγορουμένων μέχρι τη δίκη τους. Κατά την περίοδο μεταξύ της σύλληψης τους και της 1.12.2014 οι Κατηγορούμενοι εξέτισαν τις ποινές που τους επιβλήθηκαν στις υποθέσεις αρ. 12800/14 και 12801/14, και αφού αποφυλακίστηκαν στις 24.10.2014, μετέπειτα κρατήθηκαν στα Κρατητήρια της Μεννόγειας με σκοπό την απέλαση τους. Τελικώς δεν απελάθηκαν, και προωθήθηκε η παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, το γεγονός αυτό θα ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Μια από τις εισηγήσεις της Κατηγορούμενης 2 ήταν η αναφορά αυτής περί μεταμέλειας. Η μέχρι τώρα συμπεριφορά της όμως δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Η Κατηγορούμενη 2 αρνήθηκε μέχρι τέλους τη διάπραξη των αδικημάτων, και ακόμα και στην αγόρευση της προς μετριασμό της ποινής επέμενε ότι δεν προκάλεσε κανένα πόνο ή ζημιά στην Παραπονούμενη. Βρέθηκε τελικά ένοχη μετά από ακρόαση. Και αφού προηγουμένως η Παραπονούμενη αναγκάστηκε να βιώσει ξανά, μέσα από τη μαρτυρία της, τα ιδιαίτερα οδυνηρά γι΄ αυτήν συμβάντα. Η ίδια επισήμανση ισχύει και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο
  3. Τονίζοντας τα πιο πάνω δεν αγνοούμε βεβαίως την πάγια νομολογιακή αρχή ότι η άρνηση των κατηγοριών είναι απόλυτο και αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου. Η πιο πάνω παραπομπή του Δικαστηρίου στο στοιχείο της καταδίκης μετά από ακρόαση γίνεται με αναφορά στη νομολογιακή αρχή ότι ένας Κατηγορούμενος που παραδέχεται ενοχή δύναται να αναμένει κάποια αναγνώριση υπό τη μορφή μείωσης της ποινής η οποία διαφορετικά θα επιβαλλόταν εάν καταδικαζόταν μετά από μη παραδοχή[9]. Πέραν τούτου, παρά το ότι το πρόσωπο που εκτόξευε τις απειλές προς την Παραπονούμενη και το οποίο της προκαλούσε φόβο ήταν ο Κατηγορούμενος 1, από τα γεγονότα της υπόθεσης διαφαίνεται ότι ο ρόλος της Κατηγορούμενης 2 δεν ήταν μειωμένος, όπως εισηγήθηκε. Αντιθέτως, χρησιμοποιώντας απλώς διαφορετικό τρόπο μεταχείρισης, η Κατηγορούμενη 2 ήταν που προσέγγισε την Παραπονούμενη τόσο για να έρθει στην Κύπρο όσο και για να επιστρέψει σε αυτούς μετά που είχε φύγει, παραπλανώντας την με ψεύτικες υποσχέσεις. Μέσω αυτής της συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης 2 η Παραπονούμενη κατέληξε και τις δύο φορές υπό τον έλεγχο αμφοτέρων των Κατηγορουμένων. Διαφαίνεται, συνεπώς, ότι έκαστος Κατηγορούμενος είχε το δικό του ρόλο προσδοκώντας όμως και οι δύο στον ίδιο τελικό στόχο. Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καθιστούν την ποινή φυλάκισης αναπόφευκτη. Όσον αφορά το ύψος της αυτή θα αντανακλά κατά τρόπο ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Με αυτά κατά νουν επιβάλλουμε στους Κατηγορούμενους τις ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 + 2 Κατηγορία 1 Ποινή φυλάκισης 8 ετών. Κατηγορίες 2 και 3 Ποινή φυλάκισης 5 ετών σε κάθε Κατηγορία. Κατηγορίες 4 και 5 Ποινή φυλάκισης 6 ετών σε κάθε Κατηγορία. Κατηγορίες 6 και 7 Ποινή φυλάκισης 3 ετών σε κάθε Κατηγορία. Κατηγορία 8 Ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι ποινές για τον κάθε Κατηγορούμενο να συντρέχουν μεταξύ τους. Η έκτιση των ποινών να αρχίζει από την 1.12.2014 που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τελούν υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Τα έξοδα €405 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια 10 και 35 να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Τα Τεκμήρια 3-9, 11-13 και 16 κατάσχονται προς καταστροφή από την Αστυνομία μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για έφεση ή την αποπεράτωση τυχόν ασκηθείσας έφεσης. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Β.Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]Δέστε την Έκθεση Eurostat Methodologies and Working Papers Trafficking in human beings
(2013)της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην παράγρ. 2.4 στη σελ. 18, κάτω από τον τίτλο "Data at the global level." [2]Δέστε Europol "Trafficking Human Beings in the European Union: A Europol Perspective", May 2007 όπου αναφέρεται ότι: "The traffic in human beings is considered to be the fastest growing criminal business in the world generating massive profits for international criminal organisations. In general it remains a low risk - high reward enterprise for the criminals involved." [3]Κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση ενάντια στην Εμπορία Ανθρώπων (Κυρωτικός) Ν.38(ΙΙΙ)/
  1. [4]«
  2. Holds that there has been a violation of Article 4 of the Convention by Cyprus by not affording to Ms Rantseva practical and effective protection against trafficking and exploitation in general and by not taking the necessary specific measures to protect her." [5]Δέστε επίσης την Έκθεση του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών του 2013 σχετικά με τις προσπάθειες των κυβερνήσεων για την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων (Trafficking In PersonsReportJune 2013) στην οποία επισημαίνεται ότι διακίνηση για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης πραγματοποιείται σε χώρους όπως καμπαρέ, μπαρ κτλ. [6]«
  3. ..Βασικοί στόχοι της παρούσας οδηγίας είναι η πιο σθεναρή πρόληψη, η δίωξη και η προστασία των δικαιωμάτων των θυμάτων. Η παρούσα οδηγία επεξηγεί επίσης τα πλαίσια στα οποία παρουσιάζονται οι διάφορες μορφές εμπορίας και στοχεύει στη διασφάλιση των πλέον αποτελεσματικών μέτρων αντιμετώπισης της κάθε μορφής της. ......... .................
  4. Η αυστηρότητα των κυρώσεων στην παρούσα οδηγία αντικατοπτρίζει την όλο και μεγαλύτερη ανησυχία στα κράτη μέλη σχετικά με την ανάπτυξη του φαινομένου της εμπορίας ανθρώπων....» [7]Δέστε Βαρνάβα Ευγενίου Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2Α.Α.Δ. 57. [8]Δέστε Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. BISCO
(1991)2 A.A.Δ. 16, Atallah v. Δημοκρατίας
(1992)2 A.A.Δ. 94, Ali Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 143, Moustafa Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Περικλέους v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 και Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128. [9]Δέστε Ghafariv. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442, 447 και Κλείτου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 113. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.