Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σάββας ΛΟΥΚΑ, Αρ. Υπόθεσης: 15003/2013, 27/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15003/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σάββας ΛΟΥΚΑ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο : κ. Π. Σαββίδης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298
(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες του Αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 30.6.2008 στη Λευκωσία με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Λοΐζο Γεωργίου το ποσό των €20.
- Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν σε κρεοπωλείο, ανέφερε ψευδώς στον Γεωργίου ότι η τιμή αγοράς των χοίρων θα αυξανόταν και τον έπεισε να του δώσει το πιο πάνω ποσό δήθεν για να αγοράσει χοίρους σε χαμηλή τιμή για να τους πωλήσουν όταν θα ανέβαινε η τιμή τους για να βγάλουν κέρδος, ενώ ο Κατηγορούμενος δεν έπραξε κάτι τέτοιο και απλώς οικειοποιήθηκε το πιο πάνω ποσό. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες και κατατέθηκε αριθμός τεκμηρίων. Δηλώθηκε δε, και εγκρίθηκε, ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 30.6.2008 ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε την επιταγή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ με εκδότη την Νέα Σ.Π.Ε. Λακατάμιας και δικαιούχο τον παραπονούμενο Λοΐζο Γεωργίου (Μ.Κ. 3) στο κατάστημα της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ στη Λευκωσία, παραλαμβάνοντας σε μετρητά το ποσό αυτής εκ €20.
- Ο αστυφύλακας 4644 Μάριος Καννάουρος (Μ.Κ. 1) του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας, κατέθεσε όσον αφορά τις δικές του ενέργειες για την εξέταση της υπόθεσης. Έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο στις 13.9.2012 όπου ο τελευταίος κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο για το επίδικο αδίκημα, αλλά και για πλαστογραφία και ότι ήταν πτωχεύσας. Η θέση του παραπονουμένου ήταν ότι η συμφωνία των μερών ημερ. 30.6.2008 ήταν όπως ο παραπονούμενος δώσει στον Κατηγορούμενο Λ.Κ. 12.000 και τέλος Ιουλίου 2008 ο Κατηγορούμενος θα του επέστρεφε το εν λόγω ποσό και επιπλέον ποσό εκ Λ.Κ. 8.000 κέρδος. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του παραπονουμένου στην αστυνομία ήταν ότι ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε την επιταγή, αφού προηγουμένως πλαστογράφησε στο πίσω μέρος της επιταγής την υπογραφή του παραπονουμένου. Ο παραπονούμενος κατήγγειλε επίσης ότι έμαθε εκ των υστέρων ότι κατά τον χρόνο της συμφωνίας-συναλλαγής, ο Κατηγορούμενος ήταν πτωχεύσας και δεν του το είχε αποκαλύψει. Ο Μ.Κ. 1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο στις 28.11.2012, ως Τεκμήριο 3 τη γραπτή κατηγορία που του είχε προσάψει για το επίδικο αδίκημα αλλά και για άλλα, όπως πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ως Τεκμήριο 4 την επίδικη επιταγή και ως Τεκμήριο 5 απόδειξη είσπραξης-εξαργύρωσης της επιταγής. Ο Μ.Κ. 1 έστειλε την επιταγή και δείγματα υπογραφής του παραπονουμένου και του Κατηγορουμένου για γραφολογικές εξετάσεις και στις 11.12.2012 παρέλαβε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 6) σύμφωνα με την οποία η γραφή του ονόματος του παραπονουμένου στο πίσω μέρος της επιταγής ανήκει στον ίδιο τον παραπονούμενο. Στη συνέχεια διερευνήθηκε από άλλο ανακριτή υπόθεση εναντίον του παραπονουμένου για δημόσια βλάβη εφόσον είχε καταγγείλει ψευδώς ότι η υπογραφή του στο πίσω μέρος της επιταγής ήταν πλαστογραφημένη. Ο κ. Γιώργος Λοϊζου (Μ.Κ. 2), υιός του παραπονουμένου, κατέθεσε ότι τον Ιούνιο του 2008 ενοικίασε μια ταβέρνα όπου ερχόταν και ο πατέρας του για παρέα. Πλησίον της ταβέρνας υπάρχει ένα κρεοπωλείο με υπεύθυνο τον Κατηγορούμενο, τον οποίο γνώριζε εξ όψεως. Για ένα χρόνο περίπου προμηθευόταν κρέατα για την ταβέρνα από το κρεοπωλείο του Κατηγορουμένου, αλλά ή συνεργασία διεκόπη λόγω οικονομικών διαφορών. Το καλοκαίρι του 2010 που έκλεισε η ταβέρνα, ο πατέρας του, του εκμυστηρεύθηκε ότι το 2008 είχε δώσει στον Κατηγορούμενο €20.500 βάσει συμφωνίας που είχαν κάνει. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος θα αγόραζε με τα χρήματα αυτά χοίρους σε χαμηλή τιμή και όταν τους πωλούσε, θα έδινε το κέρδος στον πατέρα του Μ.Κ.
- Ο Κατηγορούμενος δεν τήρησε τη συμφωνία και ο πατέρας του Μ.Κ. 2 πήγαινε και έβρισκε τον Κατηγορούμενο για να του δίνει λίγα-λίγα τα χρήματα πίσω. Ο Μ.Κ. 2 κατέθεσε επιπλέον ότι ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε χρέος προς τον Κατηγορούμενο εφόσον τα κρέατα τα οποία αγόραζε από το κρεοπωλείο του ήταν εξοφλημένα. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι είχε εξεύρει την ταβέρνα για να την ενοικιάσει μέσω του πατέρα του και του Κατηγορουμένου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι μέχρι 8.1.2009 είχε χρεωστικό υπόλοιπο στο κρεοπωλείο εκ €3.785 και μέχρι 20.8.2009 που τερματίστηκε η συνεργασία €8.
- Δήλωσε ότι είχε εξοφλήσει σχεδόν όλες τις αγορές αλλά είχε παραμείνει μια διαφορά σε σχέση με μία επιταγή που είχε εκδώσει ο Μ.Κ. 2 προς όφελος του κρεοπωλείου, την οποία ο Κατηγορούμενος οπισθογράφησε προς όφελος τρίτου προσώπου και όταν παρουσιάσθηκε στην τράπεζα για πληρωμή δεν υπήρχαν τα αναγκαία κεφάλαια στον λογαριασμό του Μ.Κ. 2 και τοποθετήθηκε το όνομά του στο ΚΑΠ. Ισχυρίστηκε, όμως, ότι στη συνέχεια εξόφλησε το ποσό της επιταγής σε μετρητά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν του παρουσιαζόταν ως υπεύθυνος ή ιδιοκτήτης του κρεοπωλείου, το οποίο ανήκε στη μητέρα του Κατηγορουμένου, εφόσον ο τελευταίος πάντοτε βρισκόταν στο κρεοπωλείο και χειριζόταν όλες τις παραγγελίες, παραλαβές και παραδόσεις κρεάτων. Ο κ. Λοίζος Γεωργίου (Μ.Κ. 3), παραπονούμενος, συνταξιούχος, ανέγνωσε την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στην εν λόγω κατάθεση, αναφέρει ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο το 2007 στον ιππόδρομο όπου εργαζόταν ο Μ.Κ.
- Περί τα μέσα Ιουνίου 2008 ο υιός του Μ.Κ. 3 ενοικίασε την ταβέρνα δίπλα από το κρεοπωλείο του Κατηγορουμένου. Περί τα τέλη Ιουνίου 2008 ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ. 3 ότι χρειαζόταν χρήματα για να δώσει προκαταβολή για την αγορά χοίρων για το κρεοπωλείο του, καθότι οι τιμές θα ανέβαιναν εάν καθυστερούσε. Ζήτησε από τον Μ.Κ. 3 το ποσό των Λ.Κ. 12.000, εφόσον δεν είχε ακόμη εισαχθεί το ευρώ, με τη συνεννόηση ότι τέλη Ιουλίου 2008 θα του επέστρεφε τις Λ.Κ. 12.000, πλέον Λ.Κ. 8.000 περίπου κέρδος, σύνολο Λ.Κ. 20.000, καθότι ο Κατηγορούμενος θα αγόραζε φθηνά τους χοίρους και θα τους πωλούσε με τη νέα τιμή και θα μοίραζαν το κέρδος. Στις 30.6.2008 ο Μ.Κ. 3 μετέβη στη Συνεργατική και απέσυρε €20.500 από τον λογαριασμό του, σε επιταγή της Συνεργατικής στο όνομά του (Τεκμήριο 4 η επιταγή). Είχε αλλάξει το νόμισμα σε ευρώ εκείνες τις μέρες. Επέστρεψε στο κρεοπωλείο και παρέδωσε την επιταγή στον Κατηγορούμενο ως είχαν συμφωνήσει. Μετά από ένα μήνα, ρώτησε τον Κατηγορούμενο τι γίνεται με τα χρήματα, καθότι του είχε υποσχεθεί ότι θα του επέστρεφε το ποσό που του είχε δώσει μαζί με το κέρδος. Ο Κατηγορούμενος ζητούσε συνεχώς χρόνο για να αποπληρώσει τα χρήματα. Μεταξύ 11.8.2010 και 24.12.2011, ο Κατηγορούμενος είχε καταβάλει στον Μ.Κ. 3 συνολικά €2.
- Κάθε φορά που κατέβαλλε κάποιο ποσό έναντι της οφειλής, ο Μ.Κ. 3 το σημείωνε σε ένα δευτεράκι (Τεκμήριο 9 αντίγραφο της σημείωσης). Αρχές του 2012 πληροφορήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο παράδοσης των χρημάτων, ήταν πτωχεύσας. Ο Μ.Κ. 3 προσθέτει στην κατάθεσή του ότι δεν είχε οπισθογραφήσει την επιταγή που παρέδωσε στον Κατηγορούμενο στις 30.6.2008, καθότι είχαν συνεννοηθεί να την οπισθογραφήσει την επόμενη μέρα όταν θα υπέγραφαν κάποιο έγγραφο για τα χρήματα που του έδωσε. Κατά την προφορική του μαρτυρία, ο Μ.Κ. 3 πρόσθεσε ότι παραδίδοντας την επιταγή στον Κατηγορούμενο, διευθέτησε συνάντηση με δικηγόρο στον οποίο θα μετέβαιναν την επόμενη μέρα για υπογραφή συμφωνίας ή εγγράφου για τα χρήματα. Επισκέφθηκαν δυο-τρεις φορές τον δικηγόρο αλλά ο Κατηγορούμενος πάντοτε πρόβαλλε δικαιολογίες για να μην υπογράψει οτιδήποτε και έλεγε ότι θα επέστρεφε τα χρήματα σύντομα. Ανέφερε επιπλέον ότι θυμόταν ότι δεν είχε οπισθογραφήσει την επιταγή, αλλά παραδέχθηκε κάποια κατηγορία σε ποινική υπόθεση και του επιβλήθηκε πρόστιμο. Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι είχε τονίσει στον Κατηγορούμενο ότι η συμφωνία τους δεν αφορά τον υιό του και να μη συνδέσει τη συμφωνία με τις «φασαρίες» που είχε ο Κατηγορούμενος με τον υιό του Μ.Κ.
- Δέχθηκε ότι τα χρήματα της επιταγής προήλθαν από λογαριασμό εταιρείας του, η οποία ασχολείτο με αγοραπωλησίες ακινήτων. Επέμεινε ότι δεν είχε οπισθογραφήσει την επιταγή, και ότι στη συνέχεια είχε βρει υπογραφή παρόμοια με τη δική του, δηλαδή πλαστογραφημένη. Δέχθηκε ότι είχε παραδεχθεί ενοχή σε ποινική υπόθεση για δημόσια βλάβη, ήτοι ότι είχε δώσει ψευδή κατάθεση στην αστυνομία ότι η υπογραφή στο πίσω μέρος της επιταγής δεν είναι δική του, αλλά επέμεινε ότι είχε αναγκαστεί να παραδεχθεί και ότι δεν υπέγραψε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η συμφωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο ήταν άλλη, με σκοπό να πάρει τα χρήματα για δική του χρήση για οφειλές που δεν ήθελε να μάθουν τα παιδιά του ότι είχε. Ειδικότερα, αρνήθηκε ότι είχε ζητήσει χάρη από τον Κατηγορούμενο να του εξαργυρώσει την επιταγή, για να μη μάθουν τα παιδιά του ότι θα έπαιρνε χρήματα από τον λογαριασμό της εταιρείας για να πληρώσει οφειλές για τις οποίες δεν ήθελε να γνωρίζουν τα παιδιά του, αλλά και για να πληρώσει κάποια χρέη της κόρης του με την οποία ο υιός του ήταν σε αντιπαράθεση. Συναφώς, η θέση της υπεράσπισης, την οποία αρνήθηκε, ήταν ότι ο Μ.Κ. 3 μετέβη στη Συνεργατική με τον Κατηγορούμενο και περίμενε έξω μέχρι να εξαργυρώσει ο Κατηγορούμενος την επιταγή και να παραδώσει τα μετρητά στον Μ.Κ.
- Αρνήθηκε επίσης ότι διώχθηκε από τις ιπποδρομιακές αρχές ως προπονητής αλόγων λόγω του ότι βρέθηκαν απαγορευμένες ουσίες στα άλογά του και ότι του επιβλήθηκε μεγάλο πρόστιμο, αλλά δήλωσε ότι δεν υπάρχει ένα άλογο που να μη βρέθηκε ντοπαρισμένο και ότι του είχαν όντως επιβληθεί πρόστιμα, αλλά όχι κατά τον επίδικο χρόνο. Όσον αφορά τις σημειώσεις Τεκμήριο 9, ο Μ.Κ. 3 δέχθηκε ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόδειξη ότι αφορούν χρήματα που λάμβανε από τον Κατηγορούμενο και δη έναντι του ποσού της επιταγής. Σημειώνεται δε ότι κατά τη μαρτυρία του, ο Μ.Κ. 3 παρουσίασε το πρωτότυπο βιβλιάριο στο οποίο υπήρχαν οι σχετικές σημειώσεις, στο οποίο πρόσθεσε με διαφορετικό μελάνι διάφορες καταχωρίσεις που δεν βρίσκονται στο Τεκμήριο 9 που είναι το αντίγραφο που είχε παραδώσει στην αστυνομία. Ο Μ.Κ. 3 ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος τους είχε καταστρέψει οικονομικά, καθότι τους είχε συστήσει να ενοικιάσουν την ταβέρνα και στη συνέχεια έβαζε δικηγόρο και ανθρώπους της νύκτας για να κλείσει η ταβέρνα και να την πάρει εκείνος. Δέχθηκε δε ότι το νόμισμα άλλαξε σε ευρώ 1.1.2008 και όχι το καλοκαίρι του
- Όταν ολοκληρώθηκε η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του. Ήταν η θέση του κ. Σαββίδη, με αναφορά στη μαρτυρία των Μ.Κ. 2 και 3 και σε σχετική νομολογία, ότι το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν στοιχειοθετεί, εξ αντικειμένου, εκ πρώτης όψεως υπόθεση εφόσον με τη μαρτυρία αυτή δεν αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό η υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, ο οποίος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Ειδικότερα, επεσήμανε ότι το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και ότι στο τελικό στάδιο, όταν θα αξιολογηθεί η μαρτυρία, είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο μέρος. Με την άρνηση των Κατηγοριών η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγεί σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Βεβαίως, το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, ορώμενη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. σύγγραμμα κ. Γεώργιου Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελίδα 197). Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το Δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. προαναφερόμενο σύγγραμμα κ. Πική, σελίδα 198). Όπως αναφέρθηκε και στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Στο υπό εξέταση στάδιο της δίκης, το δικαστήριο περιορίζεται στη φαινομενική όψη της μαρτυρίας, σε αντίθεση με τη δεύτερη και τελική θεώρησή της, κατά το πέρας της δίκης. Ο Κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει προαναφερθεί, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Το άρθρο 298
(1)στο οποίο βασίζεται η κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου, προνοεί ότι όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. Στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα ορίζεται ότι ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος όπως παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι ο Κατηγορούμενος στις 30.6.2008 απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις από τον Μ.Κ. 3 το ποσό των €20.500, και ότι οι ψευδείς παραστάσεις συνίσταντο στο ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ. 3 ότι η τιμή της αγοράς χοίρων θα αυξανόταν και εάν του έδινε τα χρήματα για να αγοράσει χοίρους σε χαμηλή τιμή, θα τους πωλούσε στη συνέχεια και θα είχαν κέρδος, ενώ ο Κατηγορούμενος δεν αγόρασε χοίρους αλλά οικειοποιήθηκε το εν λόγω ποσό. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφάνηκε ότι το ποσό των €20.500 αφορά μια επιταγή - Τεκμήριο 4 - την οποία εξέδωσε η Σ.Π.Ε. Λακατάμιας προς όφελος του παραπονουμένου, την οποία ο εν λόγω δικαιούχος του ποσού φαίνεται να οπισθογράφησε. Δεν αμφισβητείται ότι το ποσό προέρχεται από λογαριασμό εταιρείας του παραπονουμένου. Σύμφωνα με την απόδειξη της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Τεκμήριο 5, η εν λόγω επιταγή της ΣΠΕ Λακατάμιας εξαργυρώθηκε σε μετρητά την ίδια ημερομηνία. Αποτέλεσε δε παραδεκτό γεγονός ότι είναι ο Κατηγορούμενος που εξαργύρωσε την επιταγή. Η θέση του Μ.Κ. 3, όμως, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε την επιταγή, η οποία είχε δικαιούχο τον Μ.Κ. 3, χωρίς να την έχει οπισθογραφήσει ο Μ.Κ. 3, και ότι η υπογραφή στο πίσω μέρος που φαίνεται να είναι το όνομά του απλώς μοιάζει με τη δική του. Εν όψει της καταγγελίας αυτής, η αστυνομία διερεύνησε υπόθεση πλαστογραφίας εναντίον του Κατηγορουμένου, και διαπίστωσε ότι η υπογραφή ανήκει στον ίδιο τον Μ.Κ. 3 (Τεκμήριο 6 γραφολογική έκθεση, το περιεχόμενο της οποίας είναι αποδεκτό ως αληθινό και από τις δύο πλευρές), και ότι ο Μ.Κ. 3 είχε δηλώσει ψευδώς στην αστυνομία ότι ουδέποτε οπισθογράφησε την επιταγή. Συναφώς, ο Μ.Κ. 3 κατηγορήθηκε για δημόσια βλάβη, παραδέχθηκε ενοχή και του επιβλήθηκε ποινή από αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο. Με τα ενώπιόν μου δεδομένα, και με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας βρίσκω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να παραθέσει μαρτυρία η οποία να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα. Η μαρτυρία του υιού του παραπονουμένου, Μ.Κ. 2, όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα του 2008, αποτελείται αποκλειστικά από τα όσα ισχυρίστηκε ότι του ανέφερε ο πατέρας του το 2010, χωρίς ο ίδιος να έχει καμία απολύτως ιδίαν γνώση. Από την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Κ. 2 απλώς καταδεικνύεται ότι υπήρχαν οικονομικές διαφορές μεταξύ του ιδίου και του Κατηγορουμένου όσον αφορά τη δική τους συνεργασία, οι οποίες δεν σχετίζονται με το ποσό της επίδικης επιταγής. Η δε μαρτυρία του παραπονουμένου Μ.Κ. 3 είναι τόσο αντινομική και στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Από τη μία αναφέρει στην κατάθεσή του ότι έδωσε τα χρήματα της επιταγής στον Κατηγορούμενο για να αγοράσει χοίρους και να βγάλουν κέρδος, και ότι τον ρωτούσε συνεχώς πότε θα του επέστρεφε τα χρήματα με το κέρδος, ενώ παράλληλα αναφέρει στην ίδια κατάθεση ότι ναι μεν παρέδωσε την επιταγή στον Κατηγορούμενο, αλλά δεν την οπισθογράφησε επειδή ο Κατηγορούμενος αρνείτο να υπογράψει σχετικό έγγραφο ή συμφωνία σε δικηγόρο, και συνεπώς θα ήταν αδύνατο για τον Κατηγορούμενο να εξαργυρώσει την επιταγή (όπως είναι παραδεκτό ότι έπραξε) χωρίς να πλαστογραφήσει την υπογραφή του παραπονουμένου στο πίσω μέρος. Από τη μία δήλωσε ότι παραδέχθηκε ενώπιον Δικαστηρίου τη διάπραξη ποινικού αδικήματος το οποίο συνίστατο στο ότι είχε δηλώσει ψευδώς στην αστυνομία ότι δεν είχε οπισθογραφήσει την επιταγή, γεγονός που επιβεβαιώνεται από γραφολογική έκθεση σύμφωνα με την οποία η υπογραφή είναι δική του, και από την άλλη επέμεινε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι ουδέποτε οπισθογράφησε την επιταγή και ότι την παρέδωσε στον Κατηγορούμενο ανυπόγραφη. Από τη μία ανέφερε ότι η συμφωνία τους έγινε το καλοκαίρι του 2008 σε λίρες Κύπρου επειδή δεν είχε ακόμη εισαχθεί το ευρώ, και από την άλλη δέχθηκε ότι το ευρώ υιοθετήθηκε έξι μήνες προηγουμένως, ήτοι από 1.1.
- Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Μ.Κ. 3, παρά την παραδοχή του σε ποινική υπόθεση με κατηγορία για δημόσια βλάβη ότι είχε δηλώσει ψευδώς στην αστυνομία ότι είχε παραδώσει την επιταγή στον Κατηγορούμενο ανυπόγραφη στο πίσω μέρος, επέμεινε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ότι ουδέποτε οπισθογράφησε την επιταγή που παρέδωσε στον Κατηγορούμενο. Συνεπώς, ο μόνος τρόπος με τον οποίο εδύνατο ο Κατηγορούμενος να εξαργυρώσει την επιταγή (εφόσον αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι την εξαργύρωσε) θα ήταν, σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία του Μ.Κ. 3 στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, να πλαστογραφήσει την υπογραφή του. Εν τούτοις, από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου και δεν αμφισβητείται, ήτοι τη γραφολογική έκθεση Τεκμήριο 6, η γραφή στο πίσω μέρος της επιταγής ανήκει δεόντως στον Μ.Κ.
- Όσον αφορά το αντίγραφο σελίδας από σημειωματάριο του Μ.Κ. 3 Τεκμήριο 9, στο οποίο ισχυρίστηκε ότι είχε σημειώσει πληρωμές του Κατηγορουμένου έναντι της οφειλής του κατά το 2010 και 2011, επισημαίνω ότι το μόνο που καταγράφεται πάνω από τα ποσά και τις ημερομηνίες είναι τα γράμματα «Κρε». Συνεπώς, είναι αδύνατον να θεωρηθεί ότι το εν λόγω έγγραφο υποστηρίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εκδοχή του Μ.Κ. 3 σε σχέση με την απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η δε προσπάθειά του να παραπλανήσει το Δικαστήριο με τη μεταγενέστερη προσθήκη νέων σημειώσεων και λέξεων πάνω στο πρωτότυπο έτσι ώστε να καταδείξει ότι οι παλαιότερες σημειώσεις αφορούσαν οφειλή του Κατηγορουμένου βάσει της επίδικης επιταγής, ήταν ιδιαίτερα ατυχής. Δεν παραγνωρίζω ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή παραλαμβάνοντας τα χρήματα σε μετρητά. Η υπεράσπιση έχει συγκεκριμένη θέση για τον λόγο για τον οποίο εξαργύρωσε την επιταγή ο Κατηγορούμενος. Για να εγείρετο θέμα ενοχής του Κατηγορουμένου για το αδίκημα που αντιμετωπίζει, θα έπρεπε να υπήρχε μαρτυρία σε αυτό το στάδιο η οποία να καταδεικνύει, αντικειμενικά και εξ όψεως θεωρούμενη, όχι μόνο ότι ο Κατηγορούμενος εξαργύρωσε την επίδικη επιταγή, αλλά και ότι εξασφάλισε το ποσό αυτό από τον παραπονούμενο Μ.Κ. 3 με ψευδείς παραστάσεις. Εν τούτοις, η μαρτυρία του βασικού μάρτυρα κατηγορίας και παραπονουμένου Μ.Κ. 3 είναι τέτοια, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί πιο πάνω, που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορουμένου για εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Το δε γεγονός ότι κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Κ. 2, υιός του παραπονουμένου, με σκοπό την ενίσχυση της εκδοχής του πατέρα του, δεν μεταβάλλει την κατάσταση, εφόσον ο Μ.Κ. 2 απλώς επανέλαβε τα όσα του είχε αναφέρει ο πατέρας του το 2010, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό. Κατέστη προφανές από το σύνολο της μαρτυρίας ότι ο παραπονούμενος, όπως και ο υιός του, έχει κάποιες διαφορές με τον Κατηγορούμενο, η πραγματική βάση των οποίων δεν φαίνεται να αποκαλύφθηκε από τον παραπονούμενο Μ.Κ. 3 ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επιπλέον, ο παραπονούμενος φαίνεται να επιχείρησε να επιλύσει τις όποιες διαφορές μέσω καταγγελίας κατά του Κατηγορουμένου στην Αστυνομία, σημαντικό μέρος της οποίας αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδής, εξού και παραδέχθηκε ενοχή για το αδίκημα της δημόσιας βλάβης. Η επίλυση τυχόν αστικών διαφορών, όπως είναι τυχόν ύπαρξη χρηματικής οφειλής ενός προσώπου προς άλλο, δεν είναι ζήτημα που θα πρέπει να απασχολεί την αστυνομία και τα ποινικά δικαστήρια. Οι πολίτες είναι ελεύθεροι να καταχωρούν αστικές αγωγές για την είσπραξη τυχόν χρεών που θεωρούν ότι τους οφείλονται. Δεν νοείται όμως να καταγγέλλουν τους κατ' ισχυρισμό οφειλέτες τους στην αστυνομία για πλαστογραφία και ψευδείς παραστάσεις, χωρίς στοιχεία και χωρίς να είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να αποκαλύψουν την αλήθεια και όλη την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, και έχοντας προβεί σε μια καθόλα αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας, αποφεύγοντας πλήρως να προβώ σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγησή της, θεωρώ ότι η μαρτυρία που παρασχέθηκε δεν επαρκεί ώστε να θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου για το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Τα σοβαρά κενά που έχουν εντοπιστεί στη μαρτυρία αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη από αυτό το στάδιο. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι, και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Άλλωστε, ο Κατηγορούμενος δεν πρέπει να κληθεί σε απολογία απλώς και μόνο για να διορθωθούν οι ατέλειες ή να συμπληρωθούν τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στον βαθμό που απαιτείται ώστε να κληθεί σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο