← Κύπρος

ΣΤΑΥΡΟΣ Ι. ΑΛΑΜΠΡΙΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. M. & V. SHIAKALLI D.I.Y. LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 958/12, 12/11/2015

ΣΤΑΥΡΟΣ Ι. ΑΛΑΜΠΡΙΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. M. & V. SHIAKALLI D.I.Y. LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 958/12, 12/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 958/12 ΣΤΑΥΡΟΣ Ι. ΑΛΑΜΠΡΙΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ -εναντίον-

  1. M. & V. SHIAKALLI D.I.Y. LIMITED, H.E.185295
  2. ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΙΑΚΑΛΛΗΣ
  3. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΧΡ. ΣΙΑΚΑΛΛΗ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μερακλής Για Κατηγορούμενο: κος Αβραάμ Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά δώδεκα κατηγορίες για πράξεις καταδολίευσης. Οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, ως είναι διατυπωμένο το Κατηγορητήριο, μπορούν να χωριστούν σε δύο ενότητες: Αδικήματα τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 84

(1), 87
(1), 90
(1), 91Α
(3), 91Β
(1)&
(3), του Κεφαλαίου 6, όπως έχει τροποποιηθεί, μεταξύ άλλων, και από το Νόμο 60(Ι)/2008 (Κατηγορίες 1,2 και 7 έως και 12) Αδικήματα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 301 (β) και (γ) του Κεφαλαίου 154 (κατηγορίες 3 έως και 6). Καταρχήν, σημειώνεται ότι ο Νόμος 60(Ι)/2008, είναι αυτοτελής νόμος και δεν τροποποιεί το Κεφάλαιο 6, όπως αναγράφεται στην έκθεση αδικήματος των Κατηγοριών 1, 2, 7, 8, 9, 10, 11 και 12. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν 2 μάρτυρες, μετά το πέρας της μαρτυρίας των οποίων, ο δικηγόρος των Κατηγορουμένων, εισηγήθηκε πως δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του. Σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το Δικαστήριο, αφού η Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάσει την υπόθεσή της, εάν κρίνει ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, καλεί τον Κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπισή του. Σύμφωνα με την Δικαστική Πρακτική, 1962, ο Κατηγορούμενος μπορεί να απαλλαγεί των κατηγοριών που τον βαραίνουν εκ πρώτης όψεως, μόνο σε δύο περιπτώσεις: α) Όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. ( Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C. L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133) Επομένως, το Δικαστήριο, καλεί τον Κατηγορούμενο σε απολογία, μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπόθεση χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R.
  1. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του
  2. Η απαλλαγή του Κατηγορούμενου δικαιολογείται μόνο όταν συντρέχουν τα αναφερόμενα υπό (α) και (β) ανωτέρω. Το κριτήριο είναι καθαρά και αυστηρά αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Έχω υπόψη μου, επομένως, το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί καθόλα αντικειμενικά τη μαρτυρία στο στάδιο αυτό, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε υποκειμενικά ευρήματα. Πριν καταγράφούν τα επιχειρήματα του δικηγόρου των Κατηγορουμένων, αναφορικά με τη μη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεσης από την Κατηγορούσα Αρχή, κρίνω σκόπιμο να προχωρήσω σε συνοπτική καταγραφή, των κυριότερων παραμέτρων της μαρτυρίας των 2 μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής, χωρίς βέβαια στο στάδιο αυτό να προβώ σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της, αλλά για σκοπούς και μόνο αντικειμενικής θεώρησης της και προς εξέταση της εισήγησης του δικηγόρου των Κατηγορουμένων. Ως πρώτος Μάρτυρας Κατηγορίας, κατέθεσε ο Σταύρος Αλαμπρίτης, διευθυντής της Παραπονούμενης. Είναι η θέση του ότι είχε συνεργασία με τη Κατηγορούμενη 1 εταιρεία και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 του συστήθηκαν ως διευθυντές αυτής. Η συνεργασία τους, συνίστατο στην πώληση και/ή προμήθεια ειδών εμπορίου, την αξία των οποίων χρέωναν σε ειδικό λογαριασμό. Στις 3/8/10 η Κατηγορούμενη Εταιρεία όφειλε στην Παραπονούμενη Εταιρεία €18.081,
  3. Η Παραπονούμενη κάλεσε την Κατηγορούμενη να πληρώσει τα οφειλόμενα και κατόπιν της παράλειψης της να πληρώσει καταχωρήθηκε η αγωγή 8999/2010 εναντίον της Κατηγορούμενης 1, στην οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον της, στις 21/12/2010 (Τεκμήριο 5) Ακολούθως, η Παραπονούμενη προσπάθησε ανεπιτυχώς να εκτελέσει την απόφαση με την έκδοση 2 ενταλμάτων κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Ο ΜΚ1, περαιτέρω ισχυρίζεται ότι κατόπιν αποτυχίας του πρώτου εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, επισκέφθηκε ο ίδιος προσωπικά το κατάστημα της Κατηγορούμενης 1, όπου διαπίστωσε την πώληση εμπορευμάτων σε χαμηλές τιμές ή τιμές κάτω του κόστους. Όλα όσα αναφέρονται μέχρι του σημείου αυτού καταγράφονται στη Γραπτή Δήλωση του ΜΚ1 (Έγγραφο Α), μέχρι και την παράγραφο
  4. Από την παράγραφο 12 μέχρι και 21, ο ΜΚ1, δε δίδει μαρτυρία επί συγκεκριμένων γεγονότων, αλλά προχωρεί σε υποθέσεις και κάνει διαζευκτικούς ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα, χωρίς να δίδει θετική μαρτυρία. Κατά την αντεξέτασή του, του υποβλήθηκε ότι σε σχέση τουλάχιστον με την Κατηγορούμενη 3, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, το οποίο ο ίδιος κατάθεσε, αυτή δεν ήταν διευθύντρια από 1/5/2009 και επομένως δεν μπορούσε να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο χρονικό διάστημα, το οποίο ο δικηγόρος της Υπεράσπισης το καθόρισε ως η 21/12/2010, δηλαδή την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης εναντίον της Κατηγορουμένης
  5. Επίσης του ζητήθηκε να αναφερθεί σε συγκεκριμένα αντικείμενα τα οποία αποτελούσαν περιουσία της Κατηγορούμενης 1 και τα οποία αποξενώθηκαν. Αναφέρθηκε γενικώς σε διάφορα αντικείμενα τα οποία υπήρχαν προς πώληση στο κατάστημα της Κατηγορούμενης 1, σε μηχανήματα της Κατηγορούμενης 1, όπως forklift, φορτηγά κλπ., όπως επίσης και ράφια, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και άλλα αντικείμενα. Ρωτήθηκε επίσης και για τα αντικείμενα τα οποία ισχυρίζεται ότι οι Κατηγορούμενοι δώρισαν και η θέση του ήταν ότι πιθανολογεί ότι, κάποια εμπορεύματα έχουν δωριθεί στο θείο των Κατηγορούμενων 1 και
  6. Ρωτήθηκε εκ νέου, συγκεκριμένα σε σχέση με αντικείμενα τα οποία είτε αποξενώθηκαν, μεταβιβάστηκαν ή δωρίσθηκαν και η θέση του ΜΚ1, ήταν ότι δεν είναι ντεντέκτιβ για να μπορεί να αναφερθεί με ακρίβεια. Ως δεύτερος Μάρτυρας Κατηγορίας, έδωσε μαρτυρία ο Μάριος Παρασκευά, ο οποίος είναι τεχνικός στα κεντρικά γραφεία οδικών μεταφορών. Έδωσε μαρτυρία αναφορικά με οχήματα τα οποία από 2/1/08 βρίσκονται ή βρίσκονταν στην κατοχή της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Αναφέρθηκε σε έξι οχήματα, εκ των οποίων τα 3 εξακολουθούν να είναι στην κατοχή της Κατηγορούμενης. Αναφορικά με τα άλλα 3 οχήματα, είπε ότι αυτά έχουν μεταβιβαστεί ως ακολούθως: Όχημα με αριθμό εγγραφής CAZ799, μεταβιβάστηκε σε κάποιον Παναγιώτη Αντωνίου στις 4/6/
  7. Δε γνωρίζει την αξία του οχήματος. Όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΕΡ 266, μεταβιβάστηκε σε κάποια εταιρεία Μάριος Νεοφύτου (Rikkos) Ltd ΗΕ140782, στις 28/2/
  8. Επίσης δε γνωρίζει την αξία του οχήματος. Όχημα με αριθμό εγγραφής KMJ 359, μεταβιβάστηκε σε κάποια εταιρεία M.G. KOUKLIS Ltd ΗΕ38647, στις 2/6/
  9. Επίσης δε γνωρίζει την αξία του οχήματος. Επανέρχομαι στην εισήγηση του δικηγόρου των Κατηγορουμένων, ότι η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί σε αυτό τα στάδιο, λόγω του ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, ανάφερε ότι ο κάθε Παραπονούμενος ή Κατηγορούσα Αρχή σε ποινικές υποθέσεις, οφείλει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπόθεση αυτή, ισχυρίστηκε ότι αφορά σε μια γενική αναφορά ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, με τη συνδρομή των Κατηγορούμενων 2 και 3 προέβησαν σε ποινικά κολάσιμες πράξεις. Η θέση του είναι ότι ούτε από το Κατηγορητήριο, ούτε από τη μαρτυρία που έχει δοθεί προκύπτουν συγκεκριμένα αντικείμενα τα οποία να έχουν αποξενωθεί. Υπήρξε η θέση του, ότι σε συνεχείς ερωτήσεις του προς το ΜΚ1, προκειμένου να του εκμαιεύσει ποια είναι τα αντικείμενα τα οποία ισχυρίζεται ότι αποξενώθηκαν, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί, απλά αναφέρθηκε σε «κάποιες ατσαλόσποντες». Είναι η θέση του, ότι προκειμένου να κληθούν σε απολογία οι Κατηγορούμενοι, θα πρέπει να γνωρίζουν για πιο πράγμα κατηγορούνται συγκεκριμένα, έτσι ώστε να μπορέσουν να απαντήσουν στις κατηγορίες με σαφή τρόπο. Το να υπάρχει γενικός και αόριστος ισχυρισμός για αποξένωση, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων στα οποία γίνεται η αναφορά και χωρίς την παραμικρή μαρτυρία σε σχέση με τους αποδέκτες των περιουσιακών στοιχείων αυτών, δεν είναι αρκετός προκειμένου να κληθούν οι Κατηγορούμενοι σε απολογία. Δεν μπορεί, συνέχισε, το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία προκειμένου να καλυφθούν τα κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 3, εισηγήθηκε περαιτέρω ότι από τη στιγμή που αυτή δεν ήταν διευθύντρια κατά τον επίδικο χρόνο και εφόσον αυτή κατηγορείται υπό αυτή της την ιδιότητα, τότε και για αυτό το λόγο η Κατηγορούμενη 3 θα πρέπει να απαλλαγεί. Τέλος έκανε αναφορά στη μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με τα τρία αυτοκίνητα τα οποία δε είναι πλέον ιδιοκτησίας της Κατηγορούμενης 1, για να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου, ότι το όχημα με αριθμό εγγραφής CAZ 799 μεταβιβάστηκε πριν από την έκδοση της απόφασης Τεκμήριο
  10. Σε σχέση με τα άλλα δύο οχήματα, εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι αυτά δεν ήταν ενοικιαγορά. Από την πλευρά του ο δικηγόρος της Παραπονούμενης, υπήρξε λακωνικός και η θέση του υπήρξε αυτολεξεί η ακόλουθη: «τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων πληρούνται, είναι θέμα ερμηνείας και η ερμηνεία του συναδέλφου είναι λάθος.» Αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί, χωρίς αυτή να αξιολογείται σε καμία περίπτωση, αυτό το οποίο προκαταρκτικά παρατηρεί το Δικαστήριο, είναι ότι δεν έχει προσφερθεί η παραμικρή μαρτυρία σε σχέση με συγκεκριμένα αντικείμενα και συγκεκριμένες πράξεις αποξένωσης, μεταβίβασης, δωρεάς κλπ περιουσίας. Περαιτέρω, της αμέσως προηγούμενης διαπίστωσης, σημειώνονται τα ακόλουθα, επίσης χωρίς σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά καταγράφοντας αντικειμενικές παρατηρήσεις σε σχέση με τα όσα ευρίσκονται ενώπιόν του: Οι παράγραφοι 12 - 21, της Γραπτής Δήλωσης του ΜΚ1, η οποία ήταν μέρος της κυρίως εξέτασής του, βρίθουν διαζευκτικών ισχυρισμών και ο ΜΚ1 δεν έγινε στο ελάχιστο πιο συγκεκριμένος όταν του έγιναν συμπληρωματικές ερωτήσεις, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο, αυτή τη στιγμή να έχει ενώπιόν του διαζευκτικές θέσεις από το ΜΚ1 και να καλείται να στηρίξει καταδίκη των Κατηγορούμενων στη βάση διαζευκτικών ισχυρισμών. Όπως έχει αναφερθεί και στις αποφάσεις στις υποθέσεις Ιωάννου Παναγιώτης ν. Ανδρέα Χαραλάμπους,
(2012)1 Α.Α.Δ. 507 : «Δεν είναι δυνατό να προωθεί στη δίκη διαζευκτικούς ισχυρισμούς» και Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Του Πλοίου "Arabella",
(2002)1 Α.Α.Δ. 1033: «...... μια ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα.» Ο ΜΚ1, δεν έδωσε καμία μαρτυρία σε σχέση με συγκεκριμένη περιουσία η οποία αποξενώθηκε, ούτε και που πήγε η περιουσία αυτή. Αναφέρθηκε μόνο σε πιθανότητα να έγινε μεταβίβαση οχημάτων στο θείο των Κατηγορούμενων 1 και 2 και δεν έχει προσφερθεί καμία μαρτυρία αν κάποιο από τα τρία οχήματα που μεταβιβάστηκαν, ήταν τελικά στο θείο των Κατηγορούμενων 2 και 3 που κατέληξαν. Ο ΜΚ1, στήριξε την όλη του μαρτυρία για πράξεις καταδολίευσης, σε επιτόπια επίσκεψή του στο μαγαζί της Κατηγορούμενης 1, όπου η μόνη του διαπίστωση ήταν η πώληση εμπορευμάτων σε χαμηλές τιμές. Η μόνη μαρτυρία που αφορά συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο ήταν η μεταβίβαση τριών οχημάτων. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, σημειώνονται τα ακόλουθα: το όχημα με αριθμό εγγραφής CAZ 799, μεταβιβάστηκε στις 4/6/2010, δηλαδή 4 μήνες πριν από την καταχώρηση της αγωγής και 6 μήνες πριν από την έκδοση της απόφασης. Επομένως σε σχέση με τις Κατηγορίες 5 και 6, η μεταβίβαση έγινε πριν από το χρονικό διάστημα των δύο μηνών πριν από την έκδοση της απόφασης και επομένως το άρθρο 301(γ) του Κεφαλαίου 154 δεν έχει εφαρμογή. Σε σχέση με τις Κατηγορίες 3 και 4 οι οποίες αφορούν το άρθρο 301 (β) του Κεφαλαίου 154, δεν υπάρχει μαρτυρία σύμφωνα με την οποία αυτά μεταβιβάστηκαν με σκοπό την καταδολίευση των πιστωτών. Τέλος η εν λόγω μεταβίβαση αφορά σε περίοδο άλλη από αυτή των Κατηγοριών 5,6,9,10,11 και
  1. το όχημα ΗΕΡ 266, μεταβιβάστηκε στις 28/2/2014, δηλαδή σε χρονικό διάστημα το οποίο δεν αφορά το παρόν κατηγορητήριο, το οποίο περιορίζεται μέχρι το
  2. το όχημα KMJ 359, μεταβιβάστηκε στις 2/6/2011, δηλαδή σε ημερομηνία εκτός των Κατηγοριών 3, 4, 5, 6, 9, 10, 11 και 12 Ο μάρτυρας ρωτήθηκε για οχήματα που υπήρχαν στην κατοχή της Κατηγορούμενης 1 από το 2008, ενώ η 1η, 2η, 7η και 8η κατηγορία αναφέρονται στα έτη από 2003 μέχρι και
  3. Το Κατηγορητήριο αναφέρεται σε είτε σε περίοδο από 2003 μέχρι 2011 (Κατηγορίες 1,2,7 και 8), είτε σε περίοδο από το 2010 μέχρι το 2011 (Κατηγορίες 3, 4, 5 και 6), είτε σε περίοδο από 2/2/2011 έως 19/4/2011 (Κατηγορίες 9, 10, 11 και 12), ενώ ο ΜΚ1 στη μαρτυρία του αναφέρεται σε πράξεις αποξένωσης οι οποίες έγιναν σε μια βδομάδα. Όλο το Κατηγορητήριο αναφέρεται σε πράξεις της Κατηγορούμενης 1 με τη συνδρομή των Κατηγορούμενων 1 και 2 υπό την ιδιότητα τους, ως διευθυντές αυτής, προκειμένου να μην καταβληθεί το εξ΄ αποφάσεως χρέος, με ημερομηνία έκδοσης της απόφασης την 21/12/
  4. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, η Κατηγορούμενη 3, έπαυσε να είναι διευθύντρια την 1/5/2009, δηλαδή περισσότερο από ένα έτος πριν από την έκδοση της απόφασης. Ο δε Κατηγορούμενός 2, διορίστηκε διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, άμα την παραίτηση της Κατηγορούμενης 2, δηλαδή την 1/5/
  5. Και ένα τελευταίο σχόλιο. Η 1η,2η,7η και 8η κατηγορία αναφέρονται στην περίοδο από 2003 μέχρι και 2011, δηλαδή σε συνολική περίοδο 8 ετών και επίσης σε περίοδο που καλύπτει 7 χρόνια πριν από την έκδοση της απόφασης εναντίον της Κατηγορουμένης
  6. Εάν το Δικαστήριο αποφασίσει να καλέσει τους Κατηγορούμενους σε απολογία, θα είναι σαν να τους ζητά να εξηγήσουν εκάστη πράξη και συναλλαγή της Κατηγορούμενης 1 για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και αυτοί θα πρέπει να δικαιολογήσουν κάθε οικονομική συναλλαγή της Κατηγορούμενης 1 η οποία έγινε εντός των πιο πάνω 8 ετών, ενώ από την πλευρά της, η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με συγκεκριμένες πράξεις καταδολίευσης, με αναφορά σε συγκεκριμένα αντικείμενα τα οποία έχουν μεταβιβασθεί, αποξενωθεί, δωρισθεί. Επαναλαμβάνεται ότι η απόφαση αυτή, εκδίδεται στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, κατά το οποίο το Δικαστήριο αποφασίζει εάν θα καλέσει τους Κατηγορούμενους σε απολογία εφόσον κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει μόνο μια ευκαιρία να αποδείξει την υπόθεσή της: «As earlier stated, s.74
(1)(
  1. a)and (
  2. b)has fashioned our criminal procedure in the area here under consideration to the traditional approach of English law to the subject. The prosecution can have no more than one chance to prove its case against the accused. They compete their case as provided in s.74
(1)(a) by the close of the case for the prosecution. Thereafter the stage is set for the defence. If no prima facie case is made against the accused, he is entitle to be acquitted; if there is a case, he must be apprised of the defense rights (s.74
(1)(c), Cap.155) in order for him to make his defense as provided in s.74
(1)(d)» (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30) Το ζήτημα επομένως που πρέπει να εξεταστεί στο παρόν στάδιο, είναι εάν η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, είναι αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που καθιστά την υπόθεσή της απορριπτέα. Από τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, ακόμα και εάν το Δικαστήριο επιλέξει να καλέσει τους Κατηγορούμενους να απολογηθούν, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα γεγονότα και πράξεις αναφορικά με τις οποίες θα πρέπει να απολογηθούν και να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους, λόγω του ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία σε σχέση με γεγονότα για τα οποία θα πρέπει να προβάλουν υπεράσπιση. Εντελώς αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί, είναι τόσο ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηρίξει σε αυτή καταδίκη εναντίον των Κατηγορουμένων. Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191), έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.» (σ. 196) Στο σύγγραμμα, Blackstone´s, CRIMINAL PRACTICE,2009, στο σημείο D.15.55 (pg 1728), αναφέρεται: «This approach inevitably involves the court considering the quality and reliability of the evidence, rather than its legal sufficiency, and therefore involved the court carrying out the assessment of evidence and witnesses that would otherwise be the exclusive prerogative of the jury. The judgment in Galbraith makes clear that it is no longer appropriate to argue on a submission of no case that it would be unsafe for the jury to convict, if only because that temps the judge to impose his own views of the witnesses´ veracity (see especially p.1041 B-C). However, the second limb of the Galbraith test does leaves a residual role for the court as assessor of the reliability of the evidence. The court is empowered by the second limp of the Galbraith test to consider whether the prosecution's evidence is too inherently weak or vague for any sensible person to rely on it. Thus, if the witness undermines his own testimony by conceding that he is uncertain about vital points, or if what he says manifestly contrary to reason, the court is entitled to hold that no reasonable jury properly directed could rely on the witness's evidence and therefore (in the absence of any other evidence), there is no case to answer». Επομένως, με βάση τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα, με τη μαρτυρία όπως έχει καταγραφεί και αναλυθεί πιο πάνω, (χωρίς να έχει σε καμία περίπτωση αξιολογηθεί, καθώς κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο στο παρόν στάδιο), κρίνω ότι αντικειμενικά θεωρούμενα τα όσα έχω ενώπιον μου, αδυνατούν να στηρίξουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων. Το μαρτυρικό υλικό το οποίο ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι τέτοιο που να μπορεί να υπερπηδήσει τα απαιτούμενα για στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αυτό, γιατί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί πάσχει από εγγενείς αντιφάσεις και ανεπάρκεια, σε τέτοιο βαθμό, που για να καλυφθούν τα κενά που υπάρχουν απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία την οποία σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναμένει ότι θα παρουσιαστεί από τους Κατηγορούμενους. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, σημειώνεται ότι δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου, ότι σε σχέση με τις κατηγορίες 7 έως και 12, στην έκθεση αδικήματος, αναγράφονται 2 άρθρα τα οποία επισύρουν ποινή, το άρθρο 91Β του Κεφαλαίου 6 και το άρθρο 4
(1)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (60(I)/2008). Στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση), του Γεώργιου Μ. Πική, στη σελίδα 103 και επόμενες αναφέρεται: «Ο διαχωρισμός των κατηγοριών στο κατηγορητήριο είναι σημαίνων παράγων, έχοντας υπόψη τον κανόνα ο οποίος αποκλείει την πρόσαψη δύο αδικημάτων στην ίδια κατηγορία, γνωστού ως το κανόνα κατά διπλών κατηγοριών. Μη συμμόρφωση προς την πρόνοια αυτήν, καθιστά την κατηγορία ελλατωματική λόγω διπλότητας. Άλλος όρος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο αυτό, είναι «πολλαπλότης» ο οποίος ευχερέστερα αποδίδει κατηγορία η οποία εμπεριέχει περισσότερα των δύο αδικήματα. ...................................................................... Οι πρόνοιες του άρθρου 39(δ) του Κεφ. 155 δεν απαμβλύνουν τον κανόνα κατά της πολλαπλότητας κατηγορίας, ως θα μπορούσε ένας να συμπεράνει εκ πρώτης όψεως, διότι οι λέξεις «. όταν το νομοθέτημα που συνιστά το ποινικό αδίκημα.»έχουν ερμηνευθεί ως μη αναφερόμενες στο άρθρο του νόμου το οποίο στοιχειοθετεί την κατηγορία, αλλά στο μέρος του νομοθετήματος το οποίο προσδιορίζει το συγκεκριμένο αδίκημα. Συνεπώς, όπου το άρθρο του νόμου στοιχειοθετεί περισσότερα αδικήματα του ενός, οι κατηγορίες δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο της ίδιας κατηγορίας διαζευκτικά. » Από όσα έχω ακούσει, από τα Τεκμήρια που έχουν δοθεί και με βάση πάντα τη δικαστική Πρακτική και τις αρχές που έχει θέσει η νομολογία, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και επομένως αυτοί, αθωώνονται και απαλλάσσονται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων και εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής, όπως αυτά θα υπολογιστούν σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό. (Υπ) ................................... Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.