← Κύπρος

CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10207/13, 16/12/2015

CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10207/13, 16/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10207/13 CITI PRINCIPAL INVESTMENTS LTD -εναντίον- ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δικωμίτου. Κατηγορούμενος, προσωπικά. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δεκαέξι κατηγορίες, σύμφωνα με τις οποίες κατηγορείται, ότι έχει παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, το ποσό 16 δόσεων κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, κατά παράβαση των άρθρων 2,3

(1)(γ), 3
(2), 4
(2)και 3 του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2088 (Ν.60(Ι)/2008)και του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, άρθρων 2,
  1. Για την Κατηγορούσα Αρχή, μαρτυρία έδωσε μια μάρτυρας, η Αγάθη Αντρέου (εφεξής Αντρέου), η οποία δουλεύει στην Παραπονουμένη εταιρεία. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, κατάθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε η Αντρέου, στις 7/4/2009, εκδόθηκε απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αγωγή του Κατηγορουμένου, εναντίον της Παραπονουμένης εταιρείας. Τα έξοδα της πιο πάνω αγωγής επιδικάστηκαν υπέρ της Παραπονουμένης και κατόπιν υπολογισμού τους από τον Πρωτοκολλητή και έγκρισής τους από το Δικαστήριο, ανήλθαν στο ποσό των €9.437,53, με νόμιμο τόκο 8% από 25/2/2002 μέχρι 14/10/2008 και 5.5% από 15/10/2008 μέχρι εξόφλησης, πλέον ΦΠΑ €1.412,12, πλέον €76 έξοδα απόφασης. (Τεκμήριο 1). Στις 16/3/2011 εκδόθηκε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο ο Κατηγορούμενος διατάσσεται να πληρώσει την οφειλή του, δια μηνιαίων δόσεων εκ €170,00 έκαστη από 1/7/2011 μέχρι εξόφλησης (Τεκμήριο 2). Είναι περαιτέρω η θέση της Αντρέου, ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις δόσεις από 1/2/2012 μέχρι την 1/5/2013, δηλαδή 16 μηνιαίες δόσεις για συνολικό ποσό €2.720,
  2. Συνέχισε ότι, από όσα γνωρίζει και πληροφορείται δεν έχει μεταβληθεί η οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου από την ημερομηνία έκδοσης και ούτε ο Κατηγορούμενος έχει υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος. Κατέληξε λέγοντας, ότι ο Κατηγορούμενος κατά τακτά χρονικά διαστήματα είχε εργασία και επομένως εισοδήματα. Κατάθεσε δε προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ως Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο 4 αναγνώριση χρέους από άτομα τα οποία εργοδοτούσαν το Κατηγορούμενο και τα οποία αφορούσαν ημερομηνίες ίδιες με τις επίδικες. Ο Κατηγορούμενος, εκπροσωπήθηκε αυτοπροσώπως. Κατά την αντεξέτασή της Αντρέου, τη ρώτησε, εάν γνωρίζει κατά πόσο έχει πάρει τα χρήματα τα οποία αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο
  3. Απάντησε πως δεν γνωρίζει.. Της υπέβαλε πως δεν έχει πληρωθεί τα εν λόγω ποσά και πως έχει καταγγείλει το θέμα στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Της υπέβαλε επίσης ότι είναι λήπτης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος και ότι έχει πολλά προβλήματα υγείας. Η Αντρέου δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στις υποβολές αυτές καθότι δε γνώριζε. Μετά το πέρας και της μαρτυρίας της Αντρέου, η Κατηγορούσα Αρχή δήλωσε ότι αυτή ήταν η υπόθεσή της. Το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η Κατηγορούσα πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, είναι άνεργος από το
  1. Στις 11/7/2011 βρήκε δουλειά. Ο μισθός του δεν του καταβάλλετο κανονικά με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Στις 31/12/2013 τον απέλυσαν από τη δουλειά του, ενώ του χρωστούσαν μισθούς. Προσπάθησε και προσπαθεί μέσω των αρμόδιων αρχών να πάρει τα οφειλόμενα σε αυτόν χρήματα. Ανέφερε ότι η οικονομική του κατάσταση, τόσο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αλλά μέχρι και σήμερα είναι άθλια. Ο ίδιος δεν έχει κανένα εισόδημα και είναι λήπτης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν καταστεί πληρωτέες οι δόσεις ήταν επίσης χωρίς εισοδήματα. Για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, και ιδιαίτερα στην υποχρέωση διατροφής των παιδιών του έπαιρνε δανεικά από φίλους του. Σε σχέση με τα δύο τεκμήρια (Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο 4), δηλαδή την αναγνώριση χρέους προς το άτομό του, είπε ότι ουδέποτε πήρε αυτά τα χρήματα και αναμένει ακόμη το αποτέλεσμα των καταγγελιών και των ενεργειών στις οποίες έχει προβεί. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του κατέθεσε ως Τεκμήριο 5, επιστολή από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σε σχέση με το παράπονό του για μη καταβολή των δεδουλευμένων μισθών του. Ως Τεκμήριο 6, κατέθεσε επιστολή από το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναφορικά με προέγκρισή του για παροχή Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Κατάθεσε επίσης, ως Τεκμήριο 7, διάταγμα διατροφής του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τέλος ως Τεκμήρια 8, 9 και 10, κατέθεσε ιατρικά πιστοποιητικά στα οποία φαίνεται η βεβαρημένη κατάσταση της υγείας του. Η αντεξέτασή του, υπήρξε εκτενής, εξαντλητική και επεκτάθηκε σε θέματα πέραν των επίδικων. Η αντεξέταση του περιστράφηκε κυρίως γύρω από τα οφειλόμενα σε αυτόν χρήματα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο 4 και τις ενέργειες που έκανε για είσπραξή τους. Όπως επίσης του έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με το διάταγμα διατροφής που υπήρχε εναντίον του και του ζητήθηκε να διευκρινίσει τους πόρους από τους οποίους εύρισκε χρήματα, προκειμένου να καταβάλει το ποσό της διατροφής. Καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασής του, η θέση του παρέμεινε η ακλόνητη, ότι δεν είχε χρήματα και αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Είχε φορές που δανειζόταν για να δώσει χρήματα στα παιδία του, είχε φορές που εξαιτίας της αδυναμίας του δεν έδιδε τίποτα. Είναι εξαιτίας αυτής του της αδυναμίας που δεν κατέβαλε το ποσό των δόσεων. Με τις αγορεύσεις του ο Κατηγορούμενος, πολύ λακωνικά ανέφερε ότι δεν έχει σκοπό να καταδολιεύσει κανένα. Επισήμανε την αδυναμία του, τα προβλήματα που αντιμετώπισε τα οποία οδήγησαν στην οικονομική καταστροφή του και κατέληξε "αν πρέπει να μπω φυλακή επειδή δεν μπορώ να πληρώνω, τι να πω". Από την πλευρά της η δικηγόρος της Παραπονουμένης μετέφερε τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο, ότι έχουν μεταβληθεί οι οικονομικές του συνθήκες, προκειμένου να αποποιηθεί των ευθυνών του. Συνέχισε ότι η αξιοπιστία της Αντρέου δεν κλονίστηκε. Τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων έχουν αποδειχτεί ως η θέση της. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν στα πλαίσια της υπό εξέταση υπόθεσης. Η Αντρέου, άφησε την εντύπωση ότι αυτό που γνωρίζει σε σχέση με τη υπόθεση είναι τα όσα ανέφερε στη Γραπτή της Δήλωση και τίποτα περισσότερο. Σε καμία περίπτωση θα χαρακτήριζα ότι ψευδότανε, αλλά σαν μάρτυρας δεν προκάλεσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης για την οποία ήρθε να δώσει μαρτυρία, στη μαρτυρία της οποίας μάλιστα η Παραπονουμένη στήριξε όλη της την υπόθεση. Τα όσα ανάφερε σε σχέση με τα Τεκμήρια που κατάθεσε ουσιαστικά δεν αμφισβητηθήκαν. Είναι αποδεχτό ότι εναντίον του Κατηγορουμένου εκδόθηκε η απόφαση Τεκμήριο 1, όπως επίσης και το διάταγμα καταβολής του εξ΄ αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις, Τεκμήριο
  2. Επίσης το γεγονός ότι οφείλονται από προηγούμενους εργοδότες του Κατηγορουμένου, λεφτά σε αυτόν, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 3 και Τεκμήριο 4, είναι επίσης αποδεκτό. Στο μέτρο αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας το κατέστησε σαφές ότι δε γνωρίζει οτιδήποτε άλλο σχετικό με την υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος, μου προκάλεσε θετικότατη εντύπωση. Παρόλα τα προβλήματά του, προσωπικά, οικογενειακά και οικονομικά, όπως τα ανάφερε κατά τη μαρτυρία του, στάθηκε με αξιοπρέπεια και προσπάθησε να εξηγήσει στο Δικαστήριο και στην άλλη πλευρά, ότι η πρόθεσή του, ως ανάφερε πολλές φορές δεν ήταν να καταδολιεύσει κανένα, αλλά δεν μπορούσε να πληρώσει, ότι είχε πραγματική οικονομική αδυναμία να πληρώσει. Με βάση τα τεκμήρια που παρουσίασε και τη μαρτυρία του, η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη επί του σημείου της αδυναμίας του, αποδέχομαι τη θέση του ότι κατά το ουσιώδες χρονικό διάστημα αδυνατούσε να καταβάλει τις δόσεις του, λόγω του ότι δεν είχε εισοδήματα, εφόσον οι μισθοί του εκείνο το χρονικό διάστημα ήταν οφειλόμενοι και εξακολουθούν ακόμη μέχρι σήμερα να του οφείλονται. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια, πιστεύω, να καταλήξει σε εύρημα ότι ενώ στις 16/3/2011 εκδόθηκε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο ο Κατηγορούμενος διατάσσεται να πληρώσει δια μηνιαίων δόσεων εκ €170,00 έκαστη από 1/7/2011 μέχρι εξόφλησης την οφειλή του, η οποία προκύπτει δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 7/4/2009, ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις 16 δόσεις που αναφέρονται στο Κατηγορητήριο (δηλαδή τις δόσεις για τους μήνες από 1/2/2012 μέχρι και 1/5/2013), λόγω του ότι ευρίσκετο σε οικονομική αδυναμία να πληρώσει το ποσό, εφόσον δεν είχε εισοδήματα. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(γ) του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2088 (Ν.60(Ι)/2008): «3
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία ˙ είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4» Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει: (i) την ύπαρξη δικαστικού χρέους με, εννοείται, εξ΄ αποφάσεως οφειλέτη τον Κατηγορούμενο και εξ΄ αποφάσεως πιστωτή τον Παραπονούμενο, (ii) την ύπαρξη διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως ποσού με δόσεις (iii) την παράλειψη καταβολής δόσης, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. Σύμφωνα, λοιπόν, το πιο άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να πρέπει να αποδείξει τα πιο πάνω τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στο άρθρο 3
(4)του Νόμου, ο Νομοθέτης προνοεί τρεις υπερασπίσεις τις οποίες μπορεί να επικαλεστεί ο Κατηγορούμενος προκειμένου να απαλλαγεί: «
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν.» Η δικηγόρος για την Κατηγορούσα Αρχή , κατά τις αγορεύσεις της, αναφέρθηκε στην Υπεράσπιση του πιο πάνω εδαφίου αναφορικά με τη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών του Κατηγορούμενου και ισχυρίστηκε ότι οι οικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, δεν έχουν διαφοροποιηθεί και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση αυτή. Με κάθε σεβασμό προ τη δικηγόρο της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας ισχυρίστηκε μεταβολή των οικονομικών του συνθηκών. Η θέση του καθόλη την ακροαματική διαδικασία παρέμεινε σταθερή και αναλλοίωτη. Αδυνατούσε. Επομένως, με βάση την πιο πάνω θέση του Κατηγορούμενου, δεν τίθεται ζήτημα μετατόπισης βάρους απόδειξης, υπό την έννοια ότι ο Κατηγορούμενος δεν προσφέρει ισχυρισμό, δυνάμενο να θεωρηθεί ως υπεράσπιση συμφώνως του εδαφίου 3
(4). Ο Κατηγορούμενος επικαλείται αδυναμία, η οποία συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Η Παραπονουμένη στο στάδιο που παρουσίαζε την υπόθεσή της, με τα Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο 4, προσπάθησε να δείξει ότι ο Κατηγορούμενος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχε εισοδήματα και επομένως δυνατότητα να καταβάλλει το ποσό των δόσεων του. Όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, είπε ότι τα ποσά αυτά ουδέποτε δεν του καταβληθήκαν και το γεγονός της μη καταβολής τους, δεν αμφισβητήθηκε από τη δικηγόρο της Παραπονουμένης. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται ότι τα ίδια τα εν λόγω Τεκμήρια, τα οποία η Παραπονουμένη επέλεξε να καταθέσει, αποδεικνύουν ακριβώς την μη καταβολή των μισθών του Κατηγορουμένου και επομένως την οικονομική του δυσπραγία. Με τη μαρτυρία του, ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι ουδέποτε έλαβε τα οφειλόμενα και ότι δεν είχε άλλα εισοδήματα ή περιουσία, προκειμένού να είναι σε θέση να καταβάλει τις δόσεις του. Η αξιόποινη πράξη συνίσταται στην παράλειψη εξ΄ αποφάσεως οφειλέτη καταβολής της δόσης, συμφώνως διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως ποσού με δόσεις, στον εξ΄ αποφάσεως πιστωτή. Αλλά από μόνη της η παράλειψη καταβολής δεν είναι αρκετή για στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Για να είναι κάποιος «υπόλογος» για την παράλειψη καταβολής, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου 60(Ι)/2008, αυτή θα πρέπει να γίνεται για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. Η φυσική ή οικονομική αδυναμία είναι συστατικά στοιχεία του αδικήματος το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει η κατηγορούσα αρχή. Ουδείς τιμωρείται σύμφωνα με το νόμο αυτό για την αδυναμία του να πληρώσει το εξ αποφάσεως ποσό. Οι λοιπές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο
(3)
(4)(γ) δεν συνιστούν αδυναμία για την οποία δε δύναται να διωχθεί ο οφειλέτης, αλλά υπερασπίσεις και γεγονότα τα οποία εμπίπτουν στη δική του σφαίρα γνώσης, αποτελούν υπεράσπιση την οποία ο οφειλέτης οφείλει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Κατηγορούμενος, αρκετές φορές αναφέρθηκε, ότι δεν είχε πρόθεση να καταδολιεύσει κανένα, αλλά δεν κατέβαλλε το ποσό της δόσης, λόγω του ότι δεν είχε χρήματα. Επισημαίνεται ότι το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος δεν είναι αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης, επομένως απαιτείται να αποδειχθεί η ύπαρξη υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, η οποία περιλαμβάνει την ένοχη διάνοια (mens rea). Στην περίπτωση του Κατηγορουμένου, όπου υπάρχει οικονομική αδυναμία, τέτοια διάνοια δε δύναται να στοιχειοθετείται και επομένως το αδίκημα δεν αποδεικνύεται. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και επομένως ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορουμένου και εναντίον της Παραπονουμένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν σύμφωνα με το σχετικό Διαδικαστικό Κανονισμό. (Υπ) ...................................... Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.