ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 8574/10, 9/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8574/10 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ v. ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 9 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: Κος Α. Κυπρίζογλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στις 29/6/2010 στον Κατηγορούμενο αποδίδεται η διάπραξη 58 συνολικά αδικημάτων, 29 από αυτά αφορούν το αδίκημα της απόκτησης προσωπικών δεδομένων κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 6, 10, 13 και 19
(4)(α) του Περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων Νόμου 183
(1)/2007 και τα άλλα 29 το αδίκημα της επέμβασης σε αρχείο προσωπικών δεδομένων κατά παράβαση των Άρθρων 2, 5, 26
(1)(ε) και 26
(6)του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου 138
(1)/
- Οι ημερομηνίες διάπραξης των αδικημάτων που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, όπως αυτές φαίνονται στο κατηγορητήριο, αφορούν τη χρονική περίοδο από 30/12/2009 μέχρι και τον Φεβρουάριο του
- Σε ό,τι αφορά τα αδικήματα απόκτησης προσωπικών δεδομένων, στον Κατηγορούμενο συγκεκριμένα αποδίδεται ότι την επίδικη χρονική περίοδο στις επαρχίες Λευκωσίας και Λεμεσού ενώ ήταν υπάλληλος της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (εν τοις εφεξής «ΑΤΗΚ») στη Λεμεσό, απόκτησε πρόσβαση σε δεδομένα τηλεφωνικής υπηρεσίας στο πλαίσιο μη εντεταλμένης υπηρεσίας, χωρίς να έχει εκδοθεί διάταγμα Δικαστηρίου, δηλαδή ότι με πρόθεση απόκτησε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή της ΑΤΗΚ στη Λεμεσό πρόσβαση σε κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή (server) της ΑΤΗΚ στη Λευκωσία σε δεδομένα κινητής τηλεφωνίας κατόχου με συγκεκριμένο αριθμό κλήσεως σε σχέση με κινήσεις του εν λόγω αριθμού τηλεφώνου για συγκεκριμένες ημερομηνίες, και σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1,3,5,7,9,11,13,15,17,19,21,23,25,27, 29,31,33,35,37,39,41,43,45, 47,49,51,53,55 και 57 αναγράφεται το όνομα του κατόχου του αριθμού, οι ημερομηνίες που αφορούν οι πράξεις που του αποδίδονται και η φύση των δεδομένων (εισερχόμενες κλήσεις, εισερχόμενα-εξερχόμενα μηνύματα sms) για τα οποία κατηγορείται ότι απέκτησε πρόσβαση. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων που αφορούν τις κατηγορίες επέμβασης σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, αναφέρουν ότι ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν υπάλληλος της ΑΤΗΚ στη Λεμεσό επέμβηκε χωρίς δικαίωμα σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δηλαδή με πρόθεση μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή της ΑΤΗΚ στη Λεμεσό απόκτησε πρόσβαση σε κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή της ΑΤΗΚ στη Λευκωσία (server) και επέμβηκε σε αρχείο που αφορούσε πρόσβαση σε δεδομένα τηλεφωνικής υπηρεσίας, δηλαδή πρόσβαση σε δεδομένα κινητής τηλεφωνίας για συγκεκριμένο αριθμό σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Οι ενέργειες αυτές αφορούσαν κλήσεις, εξερχόμενα και εισερχόμενα γραπτά μηνύματα (sms) όπως και μηνύματα mms. Τα αδικήματα αυτά περιγράφονται στις κατηγορίες 2,4,6,8,10,12,14,16,18,20,22,24,26,28,30,32,34, 36,38,40,42,44,46,48,50,52,54,56 και 58 του κατηγορητηρίου. Σημειώνω ότι όπως φαίνεται από το κατηγορητήριο, κάποιοι από τους κατόχους αριθμών κλήσεων αναφέρονται ως άγνωστοι. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση η οποία ήταν μακρά. Η υπόθεση, όπως φαίνεται από τον αριθμό της, έχει καταχωρηθεί το
- Η εκδίκαση της όμως ξεκίνησε στις 5/11/
- Για τις αναβολές που είχαν δοθεί από διάφορα Δικαστήρια με άλλη σύνθεση προηγουμένως υπάρχουν σχετικά πρακτικά στον φάκελο. Το παρόν Δικαστήριο ανέλαβε ποινική δικαιοδοσία τον Σεπτέμβριο του
- Η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 17/9/2013, την ημερομηνία εκείνη ο Κατηγορούμενος ήταν ασθενής και απουσίαζε από το Δικαστήριο, η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 21/10/2013 ημερομηνία όπου και πάλι ο Κατηγορούμενος απουσίαζε λόγω ασθένειας. Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε όπως έχει ήδη αναφερθεί στις 5/11/2013, εκείνη την ημέρα δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν κάποιες από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που αναγράφονται στο κατηγορητήριο εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Πέραν των παραδεκτών γεγονότων που έχουν κατατεθεί και στα οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω, κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής 12 μάρτυρες κατηγορίας, ενώ ο Κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να προβεί σε ένορκη μαρτυρία. Δεν κάλεσε κανένα άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. Σημειώνω ότι στα πλαίσια της ακρόασης έχουν εκδοθεί από το Δικαστήριο Ενδιάμεσες Αποφάσεις σε σχέση με την κατάθεση ενός ψηφιακού δίσκου από τον ΜΚ1 Σωτήρη Ζαχαρίου και εξέταση της υπόθεσης, σχετική είναι η Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/10/2014 και δεύτερη Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 25/11/2014 για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει μέσα από την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας η παρούσα υπόθεση ουσιαστικά ξεκίνησε όταν στις 30/9/2009, συνδρομητής της ΑΤΗΚ, επισκέφθηκε τα Κεντρικά Γραφεία της ΑΤΗΚ στη Λευκωσία και παραπονέθηκε στον τότε Ανώτατο Εκτελεστικό Διευθυντή της ΑΤΗΚ, και μετά σε άλλους λειτουργούς, ότι δεχόταν ενοχλητικά τηλεφωνήματα και είχε στην κατοχή του κάποιους καταλόγους με αριθμούς τηλεφώνων, που αντιστοιχούσαν στο τηλέφωνο που τον παρενοχλούσε. Ο συνδρομητής ισχυρίστηκε ότι αυτοί οι κατάλογοι που είχε στην κατοχή του ήταν καταστάσεις τηλεφωνικών κλήσεων και απαιτούσε όπως του παραχωρηθούν επίσημα από την ΑΤΗΚ. Ισχυρίστηκε ότι τις είχε εξασφαλίσει από υπάλληλο της ΑΤΗΚ μέσω τρίτου προσώπου, τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Νικόλα Αριστείδου από τη Λεμεσό και ότι πλήρωσε το χρηματικό ποσό των €3.000 για να τις εξασφαλίσει. Με οδηγίες του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή της ΑΤΗΚ, συστάθηκε Ομάδα, με στόχο να ερευνηθεί κατά πόσο υπήρξε διαρροή προσωπικών δεδομένων κίνησης και διατήρησης στοιχείων πέραν των έξι
(6)μηνών, επειδή η κατάσταση τηλεφωνικών κλήσεων που είχε στην κατοχή του ο συνδρομητής / παραπονούμενος αφορούσαν δεδομένα για περίοδο πέραν των έξι
(6)μηνών. Αναλύθηκαν όλα τα συστήματα στα οποία δημιουργούνται, επεξεργάζονται, μεταφέρονται ή αποθηκεύονται προσωπικά δεδομένα (στοιχεία κλήσεων) υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας. Ένα από τα συστήματα που ερευνήθηκαν ήταν το σύστημα Ericsson Multi Mediation, στο εξής αναφερόμενο ως σύστημα ΕΜΜ, η λειτουργία του οποίου είναι να συλλέγει, να επεξεργάζεται και να διανέμει δεδομένα χρήσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (πχ φωνητική κλήση, μηνύματα SMS, MMS κλπ). Μετά από πρόσβαση στο σύστημα ΕΜΜ και ελέγχου των διαφόρων αρχείων και προγραμμάτων που υπήρχαν και εκτελούνταν στο σύστημα, εντοπίστηκαν αρχεία καταγραφής κλήσεων συγκεκριμένων συνδρομητών της ΑΤΗΚ που δημιουργήθηκαν, ως η θέση της κατηγορούσας αρχής, μετά από σκόπιμη και στοχευόμενη επεξεργασία των αρχείων των συστημάτων που αφορούν κλήσεις φωνής κινητής τηλεφωνίας, γραπτά μηνύματα SMS και μηνύματα πολυμέσων MMS. Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι όλες τις πιο πάνω ενέργειες πραγματοποιούσε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν ο χρήστης και διαχειριστής του συστήματος ΕΜΜ και ότι όλοι οι συνδρομητικοί αριθμοί για τους οποίους εντοπίστηκαν αναφορές κλήσεων αφορούν πελάτες της ΑΤΗΚ.
- H μαρτυρία: Θα προσπαθήσω να αποδώσω, συνοπτικά, τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 Λοχίας 1783 Σωτήρης Ζαχαρίου υπηρετεί στο ΤΑΕ Λάρνακας, ενώ κατά την επίδικη περίοδο υπηρετούσε στο ΤΑΕ Αρχηγείου. Κατέθεσε τις ενέργειες του σε σχέση με τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης που ουσιαστικά ήταν η εκτέλεση εντάλματος σύλληψης εναντίον του ιδιωτικού ντετέκτιβ Νικόλα Αριστείδου και δικαστικού εντάλματος έρευνας της οικίας, υποστατικών και οχημάτων του, παρέλαβε διάφορα τεκμήρια και έλαβε ανακριτική κατάθεση από αυτόν. Παρέλαβε επίσης από τους Μανώλη Κλεόπα της ΜΤΝ και Μίλτο Αθανάσιου της ΑΤΗΚ τα αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων του διατάγματος με αριθμό 35/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον υπάλληλο της ΑΤΗΚ Πέτρο Κτωρίδη και συγκατάθεση να ερευνήσει την οικία και τα οχήματα του. Έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από τον Νικόλα Αριστείδου. Τα τεκμήρια τα οποία παρέλαβε τα παρέδωσε στον Λοχία 1332 Χρ. Δημητρίου του ΤΑΕ και όταν αυτός μετατέθηκε τα παρέλαβε εκ νέου από αυτόν και τα παρέδωσε για φύλαξη στην αποθήκη του ΤΑΕ Αρχηγείου. Στις 7/6/2010 παρέλαβε από τον Μίλτο Αθανάσιου, υπάλληλο της ΑΤΗΚ αποτελέσματα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων του διατάγματος με αριθμό 85/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και στις 15/6/2010 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα που του αποδίδονται. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα Τεκμήρια τα οποία είχε παραλάβει κατά τις έρευνες του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, έγινε η διαδικασία της δίκης εντός δίκης σε σχέση με τον ψηφιακό δίσκο με τα διακριτικά Π.Ν.1, στον οποίο υπάρχουν δεδομένα συγκεκριμένων συνδρομητών της ΑΤΗΚ τα οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας έχουν στοχευθεί από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος και έγινε Τεκμήριο μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα όταν ο ΜΚ1 επιχείρησε να καταθέσει τον υπό αναφορά ψηφιακό δίσκο στον οποίο «αναφέρονται δεδομένα συγκεκριμένων συνδρομητών της ΑΤΗΚ, τα οποία σύμφωνα με τον υπάλληλο της ΑΤΗΚ Λουκά Ρωσσίδη έχουν στοχευθεί από τον Κατηγορούμενο» είχε εγερθεί ένσταση από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι ο εν λόγω ψηφιακός δίσκος έχει ληφθεί, και το περιεχόμενο του καταρτιστεί, κατά παράβαση των Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του πελάτη του. Το Δικαστήριο εξετάζοντας τις θέσεις του συνηγόρου του Κατηγορημένου και της Κατηγορούσας Αρχής, κατέληξε με απόφασή του ημερομηνίας 23/10/2014 στα ακόλουθα γεγονότα: «Στην παρούσα περίπτωση σε πλήρη αντίθεση με την υπόθεση Σιάμισιης η ταυτότητα του κατηγορουμένου διαφάνηκε από έλεγχο ασφαλείας του συστήματος ΕΜΜ μετά από εξουσιοδότηση/έγκριση από τον Ανώτερο Διευθυντή Δικτύων για πρόσβαση στο κτίριο και δωμάτιο που είναι εγκατεστημένο το σύστημα ΕΜΜ. Οι ενέργειες του κ. Ρωσσίδη και των υπολοίπων της ομάδας του καταγράφονται αυτολεξεί όπως φαίνονται μέσα από την κατάθεση του ημερομ. 23/2/
- «.Αρχικά συνδεθήκαμε στο τοπικό υποδίκτυο (10.17.190.1-10.17.190.254) που είναι συνδεδεμένος ο ΕΜΜ (με διεύθυνση ΙΡ 10.17.190.2) μέσω υπηρεσιακού φορητού υπολογιστή (Laptop). Στη συνέχεια πετύχαμε πρόσβαση στο σύστημα ΕΜΜ και από τότε παρακολουθούμε τις εντολές και επεξεργασίες του εν λόγω συστήματος. Σύνδεση στον ΕΜΜ με βάση την πιο πάνω διαδικασία πετύχαμε για πρώτη φορά στις 23/12/
- Στη συνέχεια στις 15 Ιανουαρίου 2010 κατορθώσαμε να εξασφαλίσουμε πρόσβαση στον υπηρέτη διαχείρισης (management server) με ΙΡ διεύθυνση 10.17.190.55, μέσω του οποίου οι χρήστες του συστήματος ΕΜΜ χρησιμοποιώντας τους κωδικούς πρόσβασης τους συνδέονται με το σύστημα ΕΜΜ. Στο management server εντοπίσαμε λογισμικό ανιχνευτή (wireshark) που ήταν ήδη εγκατεστημένο για παρακολούθηση της δικτυακής κίνησης (IP network traffic) για επίλυση προβλημάτων, και το αξιοποιήσαμε για παρακολούθηση της δραστηριότητας των χρηστών όταν συνδέοντο με το ΕΜΜ. Μέσω του προαναφερόμενου λογισμικού προγράμματος, υπάρχει η δυνατότητα παρακολούθησης των εντολών που καταχωρούσαν οι χρήστες του ΕΜΜ επί συνεχούς βάσεως καθώς και τις ενέργειες που προβαίνουν. Μετά από πρόσβαση στο ΕΜΜ και έλεγχο των διαφόρων αρχείων και προγραμμάτων (folders, files, processes etc) που υπάρχουν/εκτελούνται στο σύστημα, εντοπίστηκαν αναφορές κλήσεων (reports) συγκεκριμένων πελατών που δημιουργήθηκαν μετά από σκόπιμη/στοχευόμενη επεξεργασία αρχείων. Τα αρχεία αυτά αφορούσαν συστήματα της κινητής τηλεφωνίας, γραπτά μηνύματα και μηνύματα πολυμέσων (MMS). Τις πιο πάνω ενέργειες πραγματοποιούσε συγκεκριμένος χρήστης του συστήματος με user name root, τον κωδικό του οποίου γνωρίζουν μόνοι οι διαχειριστές του συστήματος ΕΜΜ. Όλοι οι συνδρομητικοί αριθμοί για τους οποίους εντοπίστηκαν αναφορές κλήσεων, αφορούν πελάτες της Cyta και όχι υπηρεσιακούς αριθμούς. Μεταξύ των ημερομηνιών 23.12.09-23.2.10 όπου παρακολουθείτο μεταξύ άλλων και η δραστηριότητα του προαναφερόμενου χρήστη, παρατηρήθηκε επεξεργασία αρχείων με στοιχεία κλήσεων των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας για παρακολούθηση και συγκέντρωση δεδομένων κλήσεων για πέραν των 15 πελατών μας. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε ότι ο προαναφερόμενος χρήστης που προέβαινε στις πιο πάνω ενέργειες, είναι ο Χρίστος Γεωργιάδης, υπάλληλος της ΑΤΗΚ με αριθμό υπαλλήλου
- Συγκεκριμένα τα πιο πάνω προέκυψαν αφού εντοπίστηκε η ηλεκτρονική διεύθυνση ΙΡ και η ονομασία χρήστη του λογαριασμού μέσω των οποίων συνδεόταν ο Χρίστος Γεωργιάδης στο σύστημα management server. Συγκεκριμένα την ώρα που γίνονταν οι προαναφερόμενες ενέργειες στο σύστημα ΕΜΜ συνδεδεμένος ήταν μόνο ένας χρήστης μέσω του management server με ονομασία χρήστη -user name- root. Επιπρόσθετα την ίδια στιγμή στο σύστημα management server ήταν συνδεδεμένος μόνο ένα χρήστης με user name Christos, τον οποίο χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο Χρήστος Γεωργιάδης. Περαιτέρω η προαναφερόμενη σύνδεση διενεργήθηκε από τον υπολογιστή με διακριτικά nb0546 με δικτυακή διεύθυνση ΙΡ 172.25.17.
- Η ονομασία του υπολογιστή με βάση πολιτική του οργανισμού υποδηλώνει τον αριθμό υπαλλήλου στον οποίο είναι χρεωμένος το υπολογιστής. Το nb σημαίνει NoteBook και ο αριθμός 546 αντιστοιχεί στον αριθμό υπαλλήλου του κ. Χρίστου Γεωργιάδη. Επίσης για κάθε κτίριο του οργανισμού αντιστοιχούν συγκεκριμένες ΙΡ διευθύνσεις που είναι μοναδικές για κάθε κτίριο, δηλαδή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από υπολογιστή σε άλλο κτίριο του οργανισμού. Οι διευθύνσεις για το υποδίκτυο 172.25.17.1 - 254 είναι για το κτίριο της Cyta στην Αμαθούντα, στο οποίο εργάζεται ο συνάδελφος Χρίστος Γεωργιάδης. Επιπλέον, η περιγραφή του χρήστη christos στο σύστημα, αναφέρει το όνομα Christos Georgiades.» Επίσης τα αρχεία που δημιούργησε ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκαν εκτός του συστήματος ΕΜΜ στον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή nb0546 όπου ο αριθμό 0546 δηλώνει αριθμό υπαλλήλου της ΑΤΗΚ που είναι ο Κατηγορούμενος, δηλαδή η ταυτότητα του Κατηγορούμενου στην παρούσα περίπτωση προέκυψε όχι παραβιάζοντας οποιοδήποτε στοιχείο απόρρητο της επικοινωνίας του αλλά ούτε και προσωπικό του δεδομένο αφού αποτελεί στοιχεία και κωδικούς που του δόθηκαν ως υπάλληλος της ΑΤΗΚ και για να διενεργεί ελέγχους για σκοπούς της ΑΤΗΚ. Η στόχευση και η δημιουργία αρχείου με τα δεδομένα κλήσεων συνδρομητών της ΑΤΗΚ και η μεταφορά τους εκτός του συστήματος ΕΜΜ στον φορητό υπολογιστή του Κατηγορουμένου κατά την άποψη μου δεν απολαμβάνει καμία Συνταγματική προστασία αφού συμφωνώ με την θέση της κας Ναθαναήλ ότι δεν αποτελεί επικοινωνία. Η καταγραφή των κινήσεων του Κατηγορούμενου ήταν εντός των νομικών υποχρεώσεων της ΑΤΗΚ και δέχομαι επίσης την θέση της ότι η ΑΤΗΚ δεν έχει συλλέξει οποιαδήποτε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα αλλά αντίθετα είναι ο Κατηγορούμενος ο οποίος προχώρησε σε αυτή την συλλογή και το μόνο που έχει κάνει η ΑΤΗΚ είναι να καταγράψει σε αρχείο και ακολούθως στον ψηφιακό δίσκο που σκοπείτε να κατατεθεί τις ενέργειες του Κατηγορούμενου οι οποίες ήταν εκτός των όρων εντολής και υπηρεσίας του. Συμφωνώ επίσης με την θέση ότι ο Κατηγορούμενος εν πάση περιπτώσει δεν είναι υποκείμενο των δεδομένων που ο ίδιος έχει στοχεύσει για να μπορέσει να φέρει οποιαδήποτε ένσταση στην αποκάλυψη τους. Είναι ο ίδιος που στόχευσε, επεξεργάστηκε και δημιούργησε αρχείο με τα προσωπικά δεδομένα τρίτων προσώπων. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου την σαφή θέση του κ. Ρωσσίδη ότι δεν παρακολούθησαν τον υπολογιστή του κατηγορουμένου αλλά το σύστημα του οργανισμού από το οποίο είδαν να δημιουργούνται συγκεκριμένα αρχεία και να φεύγουν από το σύστημα και τις εξηγήσεις που δόθηκαν στη θέση του κ. Κυπρίζογλου ότι το τι έκανε ο Κατηγορούμενος ήταν εντός των πλαισίων των καθηκόντων και των όρων εντολής του έχω την θέση ότι η ένσταση του κ. Κυπρίζογλου δεν μπορεί να επιτύχει γι' αυτό ο εν λόγω ψηφιακός δίσκος γίνεται αποδεκτός και κατατίθεται ως Τεκμήριο στην υπόθεση.» Συνέπεια της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, ο ψηφιακός δίσκος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17 και ένας άλλος ψηφιακός δίσκος με παρόμοιο περιεχόμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19 αφού ο κ. Κυπρίζογλου δήλωσε επί του πρακτικού ότι εγείρει τα ίδια θέματα ως προς την αποδεκτότητα του όπως για το Τεκμήριο 17, αλλά ενόψει της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 23.10.2014 επιφυλάσσει τα δικαιώματα του πελάτη του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων αυτών, ο Κατηγορούμενος επεξεργάστηκε αρχεία CDRs που παράχθηκαν από τα έξι κέντρα που διαχειρίζονται κλήσεις φωνής, από τα δύο κέντρα που διαχειρίζονται την αποστολή και λήψη μηνυμάτων SMS και από το κέντρο που διαχειρίζεται την αποστολή και λήψη μηνυμάτων πολυμέσων MMS για 23 αριθμούς κινητής τηλεφωνίας. Οι περιπτώσεις αυτές μπορούν να ομαδοποιηθούν σε ομάδες ανάλογα με τις ενέργειες στις οποίες ο Κατηγορούμενος προέβαινε καθώς και τα αποτελέσματα των εν λόγω ενεργειών του Κατηγορουμένου για κάθε περίπτωση. Στα πλαίσια της απόφασης σε σχέση με τη δίκη εντός δίκης, πέραν του ψηφιακού δίσκου έγιναν επίσης τεκμήρια και οι αιτήσεις 35/10 και 85/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και τα σχετικά Διατάγματα που εκδόθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με πρόσβαση σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα. Ο ΜΚ2, ίσως ο ουσιαστικότερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή μαζί με τον ΜΚ3 οι οποίοι εξήγησαν στο Δικαστήριο τις ενέργειες του Κατηγορούμενου, ήταν ο Λουκάς Ρωσσίδης υπάλληλος την επίδικη περίοδο της ΑΤΗΚ στο Τμήμα Στρατηγικού Σχεδιασμού‑ Ασφάλεια Δικτύων και τα καθήκοντα του η επιθεώρηση και ο έλεγχος της ασφάλειας δικτύων πληροφορικής της ΑΤΗΚ. Σημειώνω ότι ο ΜΚ2 ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας στη διαδικασία της δίκης εντός δίκης που έγινε για την κατάθεση του ψηφιακού δίσκου που περιέχει τις ενέργειες του Κατηγορούμενου. Όπως ανέφερε, έλαβε οδηγίες από τη διεύθυνση της ΑΤΗΚ στις αρχές Δεκεμβρίου του 2009 να συμμετέχει σε ομάδα εσωτερικής διερεύνησης του ενδεχομένου διαρροής τηλεφωνικών δεδομένων συνδρομητών της ΑΤΗΚ. Συντονιστής της ομάδας ήταν ο Πέτρος Παντζιαρής. Ο ίδιος μαζί με τον συνάδελφο του Χαράλαμπο Χαραλάμπους μετά από σχετική έγκριση του Ανωτάτου Εκτελεστικού Διευθυντή της ΑΤΗΚ ανέλαβαν να διερευνήσουν την πιθανότητα διαρροής από τα συστήματα της ΑΤΗΚ. Συγκεκριμένα διερεύνησαν και παρακολούθησαν τη δικτυακή κίνηση συγκεκριμένων συστημάτων κινητής τηλεφωνίας. Στις 21/12/2009 μετά από σχετική εξουσιοδότηση που έλαβαν μπήκαν στο κτήριο και δωμάτιο που είναι εγκατεστημένο το σύστημα EMM και προχώρησαν, μαζί με τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους και τον Πέτρο Παντζιαρή, σε επί τόπου έλεγχο ασφάλειας του συστήματος. Αρχικά συνδέθηκαν στο τοπικό υποδίκτυο που είναι συνδεδεμένος ο EMM μέσω υπηρεσιακού φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ακολούθως πέτυχαν πρόσβαση στο σύστημα EMM και παρακολουθούσαν τις εντολές και επεξεργασίες του συστήματος. Για πρώτη φορά απέκτησαν σύνδεση στον EMM στις 23/12/2009 και στις 15/1/2010 κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν πρόσβαση στον υπηρέτη διαχείρισης μέσω του οποίου οι χρήστες του συστήματος EMM χρησιμοποιώντας τους κωδικούς πρόσβασης τους, συνδέονται με το σύστημα EMM. Υπήρχε λογισμικό πρόγραμμα μέσω του οποίου προσφέρετο η δυνατότητα παρακολούθησης των εντολών που καταχωρούσαν οι χρήστες του EMM επί συνεχούς βάσης, καθώς και των ενεργειών στις οποίες προβαίνουν. Μετά την σχετική πρόσβαση στο EMM και μετά από τον έλεγχο των διαφόρων αρχείων και προγραμμάτων, εντοπίστηκαν αναφορές κλήσεων συγκεκριμένων πελατών που δημιουργήθηκαν μετά από σκόπιμη‑ στοχευόμενη επεξεργασία αρχείων. Τα αρχεία αυτά αφορούσαν συστήματα της κινητής τηλεφωνίας, φωνητικές κλήσεις εισερχόμενες και εξερχόμενες, γραπτά μηνύματα sms και μηνύματα πολυμέσων mms. Όλοι οι αριθμοί για τους οποίους εντοπίστηκαν αναφορές κλήσεων αφορούσαν συνδρομητές της ΑΤΗΚ και όχι υπηρεσιακούς αριθμούς. Η έρευνα τους κατέδειξε ότι όλες τις ενέργειες αυτές πραγματοποιούσε συγκεκριμένος χρήστης του συστήματος με κωδικό που γνωρίζουν μόνο οι διαχειριστές του συστήματος EMM. Μεταξύ των ημερομηνιών 23/12/2009 μέχρι 23/2/2010 ενώ παρακολουθείτο η δραστηριότητα του συγκεκριμένου χρήστη παρατηρήθηκε επεξεργασία αρχείων και παρακολούθηση και συγκέντρωση δεδομένων κλήσεων για πέραν των 15 πελατών της ΑΤΗΚ. Από τις συγκεκριμένες εξετάσεις που έγιναν εντοπίστηκε ότι ο προαναφερόμενος χρήστης ήταν ο Κατηγορούμενος με αριθμό υπαλλήλου
- Αυτό έγινε κατορθωτό αφού την ώρα που γίνονταν οι προαναφερόμενες ενέργειες στο σύστημα EMM συνδεδεμένος ήταν μόνο ένας χρήστης με user name «christos» το οποίο χρησιμοποιεί αποκλειστικά ο Κατηγορούμενος. Επίσης τα διακριτικά του υπολογιστή NB046 που χρησιμοποιείτο παραπέμπουν στον Κατηγορούμενο. Οι συγκεκριμένες IP διευθύνσεις που είναι μοναδικές για κάθε κτήριο επίσης παρέπεμπαν στο κτίριο της ΑΤΗΚ στην Αμαθούντας που εργάζεται ο Κατηγορούμενος. Ο Λούκας Ρωσσίδης αποθήκευσε όλες τις ενέργειες του Κατηγορούμενου σε ψηφιακό δίσκο και από τις εξετάσεις που διενήργησε προέκυψε ότι συγκεκριμένοι συνδρομητικοί αριθμοί, αυτοί που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, στοχεύτηκαν, δημιουργήθηκαν αρχεία με τα δεδομένα κλήσεων τους και μεταφέρθηκαν εκτός του συστήματος EMM στον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή NB046 που ανήκει και χρησιμοποιείται από τον Κατηγορούμενο. Επίσης διαφάνηκε ότι κατά τις εν λόγω ημερομηνίες ο Κατηγορούμενος έλεγξε σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές κατά πόσο συγκεκριμένοι αριθμοί τηλεφώνου δέχτηκαν ή έκαναν κλήση ή δέχτηκαν ή έστειλαν μηνύματα. Ο ΜΚ2 ετοίμασε αναλυτική κατάσταση με τα αρχεία των δεδομένων των συνδρομητών της ΑΤΗΚ που κατά τους ισχυρισμούς του στόχευσε και μετέφερε ο Κατηγορούμενος ο οποίος έκανε επίσης αναζήτηση κλήσεων στο σύστημα EMM για συγκεκριμένους συνδρομητικούς αριθμούς. Στην εν λόγω κατάσταση που καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 30Α, ο μάρτυρας κατέγραψε την ημερομηνία απόκτησης δεδομένων των στοχευόμενων αριθμών τηλεφώνου, την ημερομηνία στόχευσης και τα δεδομένα κλήσεων που αποκτήθηκαν. Όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στη συνοπτική αυτή κατάσταση έχουν κατατεθεί από τον μάρτυρα ως Τεκμήρια. Ο ΜΚ2 επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 31 σχεδιάγραμμα με το οποίο εξήγησε πώς εργάζεται το σύστημα EMM του οποίου πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο εξουσιοδοτημένος χειριστής. Ο ΜΚ2 επίσης αναγνώρισε τα διάφορα Τεκμήρια που είχαν κατατεθεί από τον ΜΚ1 τόσο σε μορφή εγγράφων όσο και σε ηλεκτρονική μορφή και εξήγησε το κάθε ένα από αυτά. Ανέφερε επίσης ότι οι διαχειριστές του συστήματος ήταν ο Κατηγορούμενος και ο προϊστάμενος του Μάριος Σκώττης, ότι ρωτήθηκε ο Μάριος Σκώττης ως προϊστάμενος του Κατηγορούμενου εάν είχε δώσει οδηγίες στον Κατηγορούμενο να προβαίνει στις πιο πάνω ενέργειες και μετά που δόθηκε από αυτόν αρνητική απάντηση, άρχισαν πλέον να διερευνούν καθαρά τις ενέργειες του Κατηγορούμενου. Θέση του ΜΚ2 ήταν ότι έχει διερευνήσει την υπόθεση μετά από ξεκάθαρες οδηγίες των προϊσταμένων του, κατά την άποψη του οι πληροφορίες που ο Κατηγορούμενος έχει συλλέξει δεν μπορεί να λεχθεί ότι έγιναν για σκοπούς χρέωσης αφού σε αυτές υπάρχουν πληροφορίες που δεν χρειάζονται για σκοπούς χρέωσης, ο ίδιος δεν μπορεί να πει οτιδήποτε για τις πράξεις αυτές του Κατηγορούμενου και ειδικά, κατά πόσο εμπίπτουν εντός των καθηκόντων του, αυτά θα πρέπει να επεξηγηθούν από τους υπεύθυνους του συστήματος. Είπε όμως ότι όλοι οι υπάλληλοι της ΑΤΗΚ γνώριζαν μέσω εγκυκλίων που τους αποστέλλονταν κυρίως ηλεκτρονικά, τόσο τα θέματα που αφορούν προστασία προσωπικών δεδομένων όπως και την εταιρική πολιτική ασφάλειας πληροφοριών της ΑΤΗΚ. Η αντεξέταση του ΜΚ2 περιστράφηκε κυρίως γύρω από τα δικά του καθήκοντα τα οποία ήταν διαφορετικά από του Κατηγορούμενου και υποβολές ότι δεν γνωρίζει τη φύση των καθηκόντων του Κατηγορούμενου ούτε και τις ακριβείς οδηγίες που είχε για την εκτέλεση τους γι΄ αυτό και δεν μπορεί ο ίδιος να αποφασίσει και να εκφέρει γνώμη αν οι πράξεις αυτές που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο ήταν εντός των όρων υπηρεσίας του Κατηγορούμενου ή εκτός. Ο MK2 επανέλαβε τη θέση ότι όλες του οι ενέργειες στην παρούσα υπόθεση ήταν μετά από συγκεκριμένους όρους εντολής που του δόθηκαν να βρει τη διαρροή και εντόπισε διάφορα αρχεία τα οποία δημιουργήθηκαν από τον Κατηγορούμενο μετά από στόχευση αριθμών συνδρομητών της ΑΤΗΚ. Ήταν ακολούθως θέμα της Επιτροπής που του έδωσε την εντολή να αποφασίσει αν οι ενέργειες που εντοπίστηκαν ήταν εντός ή εκτός των πλαισίων καθηκόντων του Κατηγορούμενου. Ο άλλος σημαντικός μάρτυρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή είναι ο ΜΚ3, Μάριος Σκώττης, προϊστάμενος του Κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα ήταν ογκώδης, χρειάστηκε 4 δικασίμους για να ολοκληρωθεί. Μεγάλο κομμάτι της μαρτυρίας του αφορά τεχνικά θέματα τα οποία θα προσπαθήσω να αποδώσω συνοπτικά. Ο ΜΚ3 είναι ο προϊστάμενος της Ομάδας Συστημάτων Μηνυμάτων και Υποστήριξης της ΑΤΗΚ. Μεταξύ των ατόμων της ομάδας του ήταν και o Κατηγορούμενος ο οποίος εδρεύει στη Λεμεσό. Μεταξύ των καθηκόντων του Κατηγορούμενου ήταν να προβαίνει σε τακτικούς ελέγχους της ομαλής λειτουργίας του συστήματος EMM και να παρακολουθεί τυχόν προειδοποιήσεις κινδύνου όταν υπάρχει ή επίκειται να δημιουργηθεί πρόβλημα και να προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για πρόληψη και ή επίλυση του προβλήματος. Όταν ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να επιλύσει το όποιο πρόβλημα, ειδοποιά την κατασκευάστρια εταιρεία Ericsson και διευθετεί την απομακρυσμένη πρόσβαση της στο σύστημα για να επιλύσουν αυτοί το πρόβλημα. Ο Κατηγορούμενος λόγω των καθηκόντων του έχει απομακρυσμένη πρόσβαση στο σύστημα EMM και πρέπει να προβαίνει σε τακτικούς ελέγχους στο σύστημα βάσει οδηγιών της κατασκευάστριας εταιρείας. Επίσης, πρέπει να προβαίνει στις κατάλληλες ρυθμίσεις και αλλαγές για να είναι συμβατό το EMM με τα άλλα συστήματα που είναι συνδεδεμένο μετά από αλλαγές στο σύστημα κινητής τηλεφωνίας και του δικτύου IMS. Ο Κατηγορούμενος έχει φυσική πρόσβαση στο EMM αφού μεταξύ άλλων έχει την ευθύνη δημιουργίας εφεδρικών αρχείων του συνόλου των πληροφοριών που διέρχονται από το EMM και της φύλαξης τους για 6 μήνες σε ειδικό χρηματοκιβώτιο. Πέραν των 6 μηνών τα αρχεία EMM καταστρέφονται. Η στόχευση οποιουδήποτε αριθμού κλήσεως και η συγκέντρωση των δεδομένων κίνησης κάποιου αριθμού δεν είναι μέρος της εργασίας του Κατηγορούμενου ούτε είναι απαιτούμενο ή χρήσιμο για σκοπούς της εκτέλεσης των καθηκόντων του. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του, και ειδικά στα πλαίσια εντεταλμένων ελέγχων για την ορθή χρέωση υπηρεσιών, ο Κατηγορούμενος μπορεί να χρησιμοποιά test numbers ή προσωπικούς υπηρεσιακούς αριθμούς που ανήκουν στο προσωπικό της ΑΤΗΚ που διενεργεί τους ελέγχους, ουδέποτε όμως αριθμούς συνδρομητών. Τον Φεβρουάριο του 2010 ο ΜΚ3 ενημερώθηκε για πιθανότητα διαρροής προσωπικών δεδομένων κίνησης από σύστημα το οποίο ανήκει στην ομάδα του. Το σύστημα αυτό είναι η πύλη μεταφοράς χρεωστικών δεδομένων EMM και σκοπός του είναι η συλλογή όλων των χρεωστικών δεδομένων από διάφορα συστήματα της κινητής τηλεφωνίας και του δικτύου IMS και η αποστολή τους στα συστήματα χρέωσης της ΑΤΗΚ μέσω του IT Mediation. Κατά την ενημέρωση του, του παρουσίασαν καταστάσεις που όπως του είπαν τις είχε δημιουργήσει ο Κατηγορούμενος για δύο τηλεφωνικούς αριθμούς που από ό,τι του είπαν ανήκουν σε πελάτες της ΑΤΗΚ. Ήταν βέβαιος ότι οι αριθμοί ήταν κινητής τηλεφωνίας. Εξήγησε ότι η πρόσβαση στο σύστημα EMM μπορεί να είναι επιτόπια ή απομακρυσμένη μέσω management server. Η πρόσβαση στον management server επιτυγχάνεται μέσω ειδικών προσωπικών κωδικών πρόσβασης και η πρόσβαση από τον managment server στο EMM μέσω άλλων προσωπικών κωδικών πρόσβασης. Στο σύστημα EMM πρόσβαση είχαν μόνο ο ίδιος και ο Κατηγορούμενος που ήταν ο τεχνικός του συστήματος. Η πρόσβαση τους στο σύστημα ήταν κινητή, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας αργίες και Σαββατοκυρίακα. Περιστασιακή και ελεγχόμενη πρόσβαση στο σύστημα και ελεγχόμενη έχει η κατασκευάστρια εταιρεία Ericsson προς τους τεχνικούς της οποίας δίδονται συγκεκριμένοι κωδικοί πρόσβασης οι οποίοι αλλάζονται όταν τελειώνουν την εργασία τους. Οι χρήστες του συστήματος EMM δεν γνωρίζουν, ούτε μπορούν να δουν τους κωδικούς πρόσβασης άλλου χρήστη. Ο ίδιος όμως και o Κατηγορούμενος είχαν τη δυνατότητα να αλλάζουν τους κωδικούς πρόσβασης των άλλων χρηστών π.χ. των τεχνικών της Ericsson. Στον ίδιο, τους κωδικούς πρόσβασης για το EMM του τους έδωσε ο Κατηγορούμενος όταν ανέλαβε Προϊστάμενος του, αλλά δεν γνωρίζει ποιός είχε δώσει στον Κατηγορούμενο τους κωδικούς πρόσβασης. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΚ3, μέσα στα καθήκοντα του Κατηγορούμενου ήταν να δημιουργεί εφεδρικά αρχεία των δεδομένων κίνησης που περνούν από το EMM τα οποία πρέπει να καταστρέφονται 6 μήνες από τη δημιουργία τους. Τα αρχεία, που έχουν τη μορφή ταινιών (κασετών), φυλάγονται σε χρηματοκιβώτιο στη Λευκωσία. Μετά που πληροφορήθηκε για την υπόθεση, προέβηκε σε έλεγχο των εφεδρικών αρχείων και διαπίστωσε ότι διατηρούνταν στοιχεία για περίοδο πέραν των 6 μηνών, μέχρι σχεδόν ενός χρόνου. Ο Κατηγορούμενος είχε προσωπικό υπηρεσιακό laptop το οποίο έχει ευχέρεια να μεταφέρει στο σπίτι του. Διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος όταν βρισκόταν εκτός της ΑΤΗΚ δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση στο EMM. Σε σχέση με τα καθήκοντα του Κατηγορούμενου ανέφερε ότι, μεταξύ άλλων, ο Κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση των συστημάτων EMM Βillings Gateway που αφορά χρεώσεις υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και του δικτύου IMS, του OSS που είναι το σύστημα διαχείρισης κινητής τηλεφωνίας και του δικτύου IMS και χρησιμοποιείται για παρακολούθηση συναγερμών, επίλυση προβλημάτων, εξαγωγή στατιστικών και μερικές αναβαθμίσεις άλλων συστημάτων και του συστήματος RCS που παρέχει διευκολύνσεις σε συνδρομητές της ΑΤΗΚ ενώ βρίσκονται σε διεθνή περιαγωγή. Πρόσβαση στα δύο πρώτα συστήματα γίνεται μέσω προσωπικών κωδικών. Στο σύστημα EMM μόνο ο ίδιος και o Κατηγορούμενος είχαν δυνατότητα πρόσβασης ως χρήστες, ο καθένας με τον δικό του κωδικό πρόσβασης χωρίς να γνωρίζει ο ένας τον κωδικό του άλλου, ενώ το σύστημα OSS υπάρχουν και άλλα πρόσωπα που το χρησιμοποιούν. Ο ίδιος σαν προϊστάμενος του Κατηγορούμενου ουδέποτε του έδωσε οδηγίες, γραπτές ή προφορικές, να επιλέγει τυχαία αριθμούς συνδρομητών της ΑΤΗΚ για σκοπούς ελέγχου ή να δημιουργεί και να μεταφέρει αρχεία κλήσεων εκτός του EMM ούτε να αναζητά κλήσεις συνδρομητικών αριθμών στο EMM. Ουδέποτε του έδωσε οδηγίες να χρησιμοποιά τυχαίους ή συγκεκριμένους αριθμούς συνδρομητών της ΑΤΗΚ είτε για σκοπούς ελέγχων, είτε για στατιστικούς σκοπούς ή σκοπούς χρέωσης. Επανέλαβε ότι οι δικές του οδηγίες προς τον Κατηγορούμενο ήταν να διατηρεί εφεδρικά αρχεία κλήσεων όχι πέραν των 6 μηνών και ανέφερε σχετικά ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα κόστους των κασέτων στις οποίες φυλάγονταν τα εν λόγω αρχεία από τον Κατηγορούμενο προς τον ίδιο. Ήταν η θέση του ότι όλες οι δημιουργίες και μεταφορές αρχείων κλήσεων εκτός EMM και η αναζήτηση κλήσεων στο EMM για συνδρομητικούς αριθμούς που έγιναν από τον Κατηγορούμενο μεταξύ Δεκεμβρίου του 2009 και Φεβρουαρίου του 2010 και οι οποίες εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια εσωτερικού ελέγχου της ΑΤΗΚ, έγιναν εν αγνοία του και χωρίς τη δική του έγκριση. Στον εν λόγω μάρτυρα είχε δοθεί ένας ψηφιακός δίσκος που ήταν ακριβές αντίγραφο, του ψηφιακού δίσκου που περιείχε αρχεία κειμένου τα οποία εξήχθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Κατηγορούμενου (το Τεκμήριο 17) και του ζητήθηκε να αναλύσει τα αρχεία. Υπήρχαν 11 αρχεία τα οποία έλεγξε, όλα εξ αυτών περιείχαν αρχεία χρεωστικών δεδομένων για εισερχόμενα μηνύματα συγκεκριμένου αριθμού για συγκεκριμένη περίοδο όπως και αρχεία χρεωστικών δεδομένων για εξερχόμενα μηνύματα, ένα αρχείο περιείχε πρόγραμμα με το οποίο μπορείς να επεξεργαστείς αρχεία χρεωστικών δεδομένων που αφορούν κλήσεις φωνής, μηνύματα sms ή mms το οποίο μετατρέπει αρχεία που προέρχονται από κωδικοποιημένη μορφή σε μορφή κειμένου. Το εν λόγω αρχείο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Τα αρχεία που περνούν από το σύστημα EMM είναι σε μορφές ASN1, XML και ASCII. Τα αρχεία σε μορφές στο αρχείο XML και ASCII μπορούν να διαβαστούν ενώ τα αρχεία ASN1 μπορούν να διαβαστούν με χρήση του ανάλογου εργαλείου αποκωδικοποίησης που παρέχει το ίδιο το σύστημα EMM. Υπάρχει δυνατότητα να εξαχθούν αρχεία από το σύστημα EMM αφού μεταφερθούν αρχικά στο δίσκο του συστήματος και ακολούθως αφού δοθούν εντολές μπορούν να εξαχθούν σε άλλον υπολογιστή, server, cd, usb, memory stick κτλ. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 επέμενε ότι όλες οι ενέργειες που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο είναι εκτός των πλαισίων των καθηκόντων του, σίγουρα δεν ήταν εξουσιοδοτημένες και, εξ όσων γνωρίζει, ούτε από τον ίδιο, ούτε από οποιονδήποτε άλλο ανώτερο υπάλληλο της ΑΤΗΚ και δεν ήταν αναγκαίες σε καμία περίπτωση είτε για σκοπούς χρέωσης, είτε για σκοπούς στατιστικών. Επέμενε ότι για οποιουσδήποτε ελέγχους που έπρεπε να γίνονται στο σύστημα, είτε μετά από αναβάθμιση, είτε μετά που είχε δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα, δεν μπορούσε ούτε και έπρεπε να χρησιμοποιηθούν αριθμοί συνδρομητών, αντίθετα οι αριθμοί που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ήταν είτε υπηρεσιακοί αριθμοί «test numbers», είτε οι προσωπικοί υπηρεσιακοί αριθμοί των ατόμων που έκαναν τους ελέγχους. Θέση του ήταν ότι ο ίδιος, ως προϊστάμενος του Κατηγορούμενου, δεν γνώριζε ότι συνέβαιναν αυτά τα πράγματα μέχρι που τον ειδοποίησε η ομάδα ελέγχου. Επέμενε ότι οι ενέργειες αυτές του Κατηγορούμενου σε καμία περίπτωση δεν εμπίπτουν σε ελέγχους αναβάθμισης συστημάτων και ήταν απόλυτος ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά τόσο την εσωτερική πολιτική της ΑΤΗΚ για θέματα ασφάλειας πληροφοριών αλλά και τα θέματα προσωπικών δεδομένων μέσω εγκυκλίων που αποστέλλονταν στους υπαλλήλους αλλά και από διάφορα έγγραφα και νομοθεσίες. Ήταν επίσης σταθερή η θέση του ότι σίγουρα οι πληροφορίες που μάζεψε ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς χρέωσης ούτε για οποιουσδήποτε άλλους ελέγχους. Επανέλαβε τη θέση του ότι ο Κατηγορούμενος είχε εκπαιδευτεί για το σύστημα EMM μέσα από εκπαιδευτικά σεμινάρια της ίδιας της κατασκευάστριας εταιρείας που ο Κατηγορούμενος είχε οδηγίες να παρευρεθεί. Κατά την κρίση και γνώμη του ο Κατηγορούμενος ήταν πολύ καλός γνώστης του συστήματος EMM, αυτό αναφέρουν και οι δικές του αξιολογήσεις ως προϊστάμενος του και μάλιστα ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε γράψει και κάποια εγχειρίδια που περιέγραφαν τις εργασίες που έπρεπε να εκτελεί στο σύστημα. Πέραν των διαφόρων εγκυκλίων και οδηγιών που υπήρχαν, ο ίδιος είχε αρκετές φορές επιστήσει την προσοχή του Κατηγορούμενου και των άλλων μελών της ομάδας του ότι θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί ειδικά με συστήματα που περιείχαν προσωπικά δεδομένα συνδρομητών και ουδέποτε να δίδουν πληροφορίες για συνδρομητές χωρίς την έγκριση των ανωτέρων τους. Αντεξεταζόμενος επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι την ημέρα που θα γινόταν η σύλληψη του Κατηγορούμενου ο ίδιος του τηλεφώνησε και του ζήτησε να πάει στην εργασία του γιατί έλειπε, είχε πάει στον γιατρό, και ξεκαθάρισε ότι πριν να τον ειδοποιήσει η ομάδα που είχε αναλάβει τη διερεύνηση τυχόν διαρροών δεν γνώριζε οτιδήποτε για τις πράξεις του Κατηγορούμενου ούτε και γνώριζε εάν συγκεκριμένος συνδρομητής και ποιός είχε υποβάλει παράπονο και ξεκίνησε η διερεύνηση της υπόθεσης. Επέμενε σταθερά ότι όλες οι οδηγίες του ιδίου προς τον Κατηγορούμενο είχαν δοθεί στον ίδιο επανειλημμένα, σίγουρα προφορικά μπορεί και με e‑mail. Επέμενε, όπως έχει ήδη αναφερθεί, σταθερά ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά το σύστημα EMM, εξηγώντας ότι έλαβε μέρος και στην εγκατάσταση και τις αναβαθμίσεις του και είχε πολλή τριβή με αυτό και μπορούσε να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα του ως διαχειριστής του συστήματος. Επέμενε ότι δεν συμπεριλαμβανόταν στα καθήκοντα του Κατηγορούμενου να εκτελεί οποιουσδήποτε ελέγχους με τη χρήση συνδρομητικών ή άλλων αριθμών και δε συμφώνησε με την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις για να μπορεί να χειριστεί ένα τόσο πολύπλοκο σύστημα όπως το EMM. Δεν συμφώνησε επίσης με τις υποβολές ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε εκπαιδευτεί για τα συστήματα OSS αλλά ούτε και τις αναβαθμίσεις του EMM, ούτε και με τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες του συστήματος EMM σε περίπτωση πρόκλησης οποιασδήποτε βλάβης. Ήταν κάθετη η θέση του ΜΚ3 ότι τα στοιχεία που μάζευε ο Κατηγορούμενος τα οποία, ως επέμενε, ήταν αποτέλεσμα στόχευσης σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υποστηρίξουν τη θέση ότι έγιναν για σκοπούς χρέωσης ή στατιστικών κάτι που ήταν ούτως ή άλλως εκτός των καθηκόντων του. Οι αριθμοί αυτοί ήταν αριθμοί τηλεφώνων πραγματικών πελατών της ΑΤΗΚ και o Κατηγορούμενος τους στόχευσε και συνέλεξε πραγματικά δεδομένα. Σε σχέση με τους επίδικους αριθμούς συνδρομητών ανέφερε ότι κάποιοι από αυτούς είναι πελάτες SoEasy και ότι ειδικά για αυτούς δεν υπήρχε καμία απολύτως δικαιολογία εξαγωγής δεδομένων για σκοπούς ελέγχου. Υπάρχει άλλη ομάδα στην ΑΤΗΚ που είναι υπεύθυνη για τις χρεώσεις και ο Κατηγορούμενος δεν είχε απολύτως καμιά σχέση με αυτήν. Ο συνήγορος υπεράσπισης προσπάθησε να αμφισβητήσει τη θέση του μάρτυρα ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε τα ακριβή καθήκοντα του, υπεβλήθηκε στον ΜΚ3 εξαντλητικά ότι αυτά άλλαζαν συνεχώς και ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε τις απαραίτητες γνώσεις για αυτά, ότι κανένας δεν του έδωσε ακριβείς οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνει ούτε και εκπαιδεύτηκε ποτέ για τις αναβαθμίσεις που γίνονταν στο EMM, θέσεις τις οποίες αντέκρουσε σταθερά ο ΜΚ3 επιμένοντας ότι ο Κατηγορούμενος ήταν πολύ καλός γνώστης του συστήματος EMM εξού και κατείχε τη συγκεκριμένη θέση. Θέση του επίσης ήταν ότι υπήρχε εγχειρίδιο για το σύστημα ΕΜΜ το οποίο ήταν πολύ εύκολο να διαβάσει και να ακολουθήσει κάποιος με τις γνώσεις του Κατηγορούμενου. Το σύστημα EMM είναι πιστοποιημένο με ISO και έχουν γίνει εκτεταμένες εκπαιδεύσεις σε σχέση με τα θέματα ISO. Ο ΜΚ3 επίσης επέμενε, μη δεχόμενος περί του αντιθέτου υποβολές του κυρίου Κυπρίζογλου, ότι για σκοπούς ελέγχου πάντοτε χρησιμοποιούνται test αριθμοί ή προσωπικοί αριθμοί υπαλλήλων της ΑΤΗΚ και ουδέποτε αριθμοί συνδρομητών. Δεν γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους ο Κατηγορούμενος προέβαινε σε αυτές τις ενέργειες, αλλά οι ενέργειες του να δημιουργεί καταλόγους με εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις, sms και mms, η επεξεργασία των αρχείων αυτών για να δημιουργηθούν άλλα αρχεία που αναφέρουν ημερομηνία κλήσης, ώρα κλήσης, διάρκεια κλήσης, τη γεωγραφική θέση του συνδρομητή και παρόμοια αρχεία για εισερχόμενα και εξερχόμενα μηνύματα sms και mms σίγουρα δεν ήταν εντός των καθηκόντων και των ορών εργασίας του. Όπως επίσης ανέφερε ο ΜΚ3 ο Κατηγορούμενος είχε λάβει μέτρα να κρύβει τις ενέργειες που έκαμνε, είχε ένα «script» που ο σκοπός του ήταν να εξαλείψει κάθε στοιχείο στο EMM για να μην βλέπει κάποιος αυτά που έκανε και μάλιστα δίνοντας την εντολή «kill» διέγραψε τα στοιχεία από τους διάφορους φακέλους. Επίσης, μόνον ο Κατηγορούμενος μέσω του υπηρεσιακού του laptop ήταν ενωμένος στο σύστημα EMM τη συγκεκριμένη στιγμή που γινόταν αυτή η στόχευση και συλλογή στοιχείων όπως δείχνουν οι σχετικοί ψηφιακοί δίσκοι. Ο Κατηγορούμενος επεξεργαζόταν στοιχεία συνδρομητών εκτός των όρων εντολής του, εκτός των καθηκόντων του και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε στον προϊστάμενο του. Ο ΜΚ3 ανέφερε επίσης ότι το 2009, για να διασφαλιστεί η ασφάλεια των δικτύων, διευθετήθηκαν συναντήσεις με τους προϊστάμενους διαφόρων τμημάτων και έλαβαν προσωπικές συνεντεύξεις από τον κάθε έναν από τους υπαλλήλους τους. Αυτά δημοσιοποιήθηκαν, ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε ότι προέβαινε στις ενέργειες υπό κρίση, ούτε ότι κρατούσε αρχεία πέραν των 6 μηνών αλλά αντίθετα ανέφερε ότι οι μόνοι έλεγχοι που γίνονταν ήταν για σκοπούς corruption, δηλαδή για να διαπιστώσει την αξιοπιστία του συστήματος, σε καμία περίπτωση δεν ανέφερε ότι δημιουργούσε αρχεία CDR. Ως ΜΚ4 κλήθηκε η κυρία Άννα Γιαννάκη νομική λειτουργός στην ΑΤΗΚ. Η κυρία Γιαννάκη ως υπάλληλος της ΑΤΗΚ επιβεβαίωσε ότι οι υπάλληλοι της ΑΤΗΚ γνωρίζουν όλα τα θέματα που αφορούν την εχεμύθεια και ανέφερε ότι με βάση τους Γενικούς Κανονισμούς που αφορούν το προσωπικό της ΑΤΗΚ, υπάρχει υποχρέωση στο προσωπικό της ΑΤΗΚ να γνωρίζει όλους τους Νόμους και Κανονισμούς που αφορούν τη λειτουργία της ΑΤΗΚ. Υπάρχει σαφής πρόνοια στους Κανονισμούς Προσωπικού ότι δεν μπορεί να υπάρχει παράβαση του απορρήτου τηλεανταπόκρισης, σε τέτοια περίπτωση υπάρχουν πειθαρχικές κυρώσεις στο πρόσωπο που προβαίνει σε τέτοια παραβίαση και υπάρχουν αυστηρότατες ποινές με μέγιστη αυτή της οριστικής απόλυσης. Θέση της επίσης είναι ότι όλοι οι υπάλληλοι και λειτουργοί της ΑΤΗΚ γνωρίζουν ότι οφείλουν να τηρούν το απόρρητο και ότι τόσον οι Κανονισμοί που διέπουν την εργασία των υπαλλήλων της ΑΤΗΚ, αλλά και όλοι οι Νόμοι και Κανονισμοί που περιέχουν σχετικές πρόνοιες για προστασία του απορρήτου είναι γνωστοί στο προσωπικό κυρίως μέσω εγκυκλίων και e‑mail που τους αποστέλλονται και επίσης υπάρχει πάντοτε και η ευχέρεια στον κάθε υπάλληλο να αποταθεί είτε στον προϊστάμενο του, είτε στο Τμήμα Προσωπικού και να λάβει αντίγραφα των σχετικών Εγκυκλίων‑ Νόμων‑ Κανονισμών. Σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση η δική της ανάμειξη ξεκίνησε στις 22/10/2009 όταν συναντήθηκε με κάποιο συνδρομητή της ΑΤΗΚ στο γραφείο του προϊστάμενου της, Πέτρου Χατζηαντωνίου. Ο συνδρομητής αυτός παραπονείτο ότι κάποιο πρόσωπο έκανε ενοχλητικά τηλεφωνήματα και έστελλε ενοχλητικά sms στον ίδιο, τη σύζυγο του και φιλικό τους ζευγάρι. Ο συνδρομητής ζήτησε από την ΑΤΗΚ να του επιβεβαιώσουν επίσημα κάποιες καταστάσεις κλήσεων που είχε στην κατοχή του οι οποίες όπως είπε αντιστοιχούσαν στο τηλέφωνο που τον παρενοχλούσε και ισχυρίστηκε ότι τις είχε εξασφαλίσει από υπάλληλο της ΑΤΗΚ μέσω τρίτου προσώπου και μάλιστα πλήρωσε και χρηματικό ποσό. Η ΜΚ4 και o προϊστάμενος της του εξήγησαν ότι δεν μπορούν να δοθούν τέτοιες πληροφορίες, ότι η ΑΤΗΚ εφαρμόζει αυστηρά τη σχετική Νομοθεσία και μόνον στην Αστυνομία και πάντα σύμφωνα με τον Νόμο μπορούν να δοθούν τέτοιες πληροφορίες. Όπως επίσης ανέφερε, η περίοδος για την οποία ο συνδρομητής ήθελε πληροφορίες ήταν μεταξύ Δεκεμβρίου του 2008 - Ιανουάριο του 2009 και του ανέφεραν επιπλέον ότι δεν διατηρούνται δεδομένα κίνησης στην ΑΤΗΚ για περίοδο πέραν των 6 μηνών. Ο συνδρομητής διαμαρτυρήθηκε όταν το άκουσε αυτό γιατί όπως ανέφερε ο ίδιος είχε εξασφαλίσει τις καταστάσεις με τις κλήσεις για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τον Αύγουστο του
- Ανέφερε επίσης, ότι είχε θέσει τόσο το δικό του τηλέφωνο όσο και της συζύγου του υπό παρακολούθηση μέσω της αστυνομίας, αλλά δεν κατάφεραν να εντοπίσουν το πρόσωπο που τους παρενοχλούσε γιατί η ΑΤΗΚ δεν είχε τα στοιχεία του κατόχου του τηλεφωνικού αριθμού που πραγματοποιούσε τις κλήσεις. Ο συνδρομητής επέμενε ότι οι καταστάσεις που είχε στα χέρια του στις οποίες αναφερόταν το τηλέφωνο του συνδρομητή που τους ενοχλούσε ήταν γνήσιες και μάλιστα είχε καταβάλει το ποσό των €3.000 για να τις εξασφαλίσει μέσω τρίτου από υπάλληλο της ΑΤΗΚ. Η ΜΚ4 ανέφερε ότι προσπάθησε να εξασφαλίσει περισσότερα στοιχεία από τον συνδρομητή για να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του, ενώ παράλληλα ενημέρωσε τον κύριο Σοφοκλή Χατζησοφοκλέους, και ο προϊστάμενος της ενημέρωσε και τον κύριο Δημήτρη Χατζηττοφή οι οποίοι είχαν υπό την εποπτεία τους τα τμήματα που θεωρήθηκε ότι αφορούσαν οι εν λόγω πληροφορίες. Ενημερώθηκε ακολούθως στις 23/10/2009 από λειτουργό της ασφάλειας πληροφοριών ότι δεν διαπιστώθηκε ύποπτη πρόσβαση στα συστήματα της ΑΤΗΚ. Ακολούθως και επειδή ο πελάτης συνδρομητής επέμενε να του δοθούν τα στοιχεία που ήθελε επίσημα από την ΑΤΗΚ, η ίδια ήρθε σε επαφή με τους Σάββα Σάββα και Πέτρο Παντζιαρή τους οποίους ενημέρωσε και τους προέτρεψε να διερευνήσουν το ζήτημα. Ο Πέτρος Παντζιαρής με την ομάδα του τμήματος του άρχισαν σχετική έρευνα. Ο συνδρομητής σε νέα συνάντηση που είχαν της ανέφερε ότι τις καταστάσεις κλήσεων που κρατούσε τις εξασφάλισε μέσω κάποιου ιδιωτικού ντετέκτιβ ονόματι Νίκου από τη Λεμεσό και της έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Η ίδια δεν είχε άλλη εμπλοκή στη διερεύνηση των ισχυρισμών αφού είχαν δοθεί οι σχετικές οδηγίες στο αρμόδιο τμήμα για διερεύνηση, όμως μετά από επικοινωνίες που είχε με τον κύριο Παντζιαρή ενημερώθηκε ότι από τη διερεύνηση του τμήματος του είχαν προκύψει υποψίες εναντίον του Κατηγορούμενου. Με τον Κατηγορούμενο η ίδια επικοινώνησε τον Ιούνιο του 2010 όταν εναντίον του είχε αρχίσει πειθαρχική υπόθεση. Συζήτησαν μαζί τις ενέργειες του για τις οποίες είχε διωχθεί πειθαρχικά και να μάθει κατά πόσον λειτουργούσε αυτοβούλως ή σε συνεργασία με άλλους. Η θέση της ήταν ότι ο Κατηγορούμενος καθόλα τα σχετικά χρονικά διαστήματα που μίλησαν για την υπόθεση γνώριζε τι έκανε αλλά ένοιωθε ότι πίσω του υπήρχαν άλλα πρόσωπα που του έδιδαν οδηγίες και ένοιωθε εγκλωβισμένος. Κατά την αντεξέταση της υπεβλήθη ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος της παραδέχθηκε οτιδήποτε και μάλιστα της λέχθηκε ότι εάν γινόταν κάτι τέτοιο θα το κατέθετε εκ νέου στην αστυνομία. Η ΜΚ4 επέμενε σταθερά ότι τα όσα αναφέρει είναι η αλήθεια και ότι η ίδια ενεργούσε στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας που είχε γίνει εναντίον του Κατηγορούμενου από την ΑΤΗΚ και δεν ασχολήθηκε με το ποινικό κομμάτι της υπόθεσης. Επιβεβαίωσε ότι ο συνδρομητής της ΑΤΗΚ που ζητούσε τις πληροφορίες δεν συνέδεσε τον Κατηγορούμενο με τα στοιχεία που κατείχε και επανέλαβε ότι είναι η έρευνα που έγινε από τον κύριο Πέτρο Παντζιαρή και την ομάδα του που τους οδήγησε στον Κατηγορούμενο. Η ίδια ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε παράπονο που να συνδέεται με ενέργειες του Κατηγορούμενου. Ήταν ο πρώτος μάρτυρας όταν ξεκίνησε η πειθαρχική εναντίον του Κατηγορούμενου η οποία διαδικασία όμως δεν περατώθηκε λόγω της ποινικής υπόθεσης που εν τω μεταξύ προέκυψε, και έτσι αναστάληκε η πειθαρχική διαδικασία. Την καταγγελία στην αστυνομία έκαναν ανώτεροι της, η ίδια δεν γνωρίζει κάτι συγκεκριμένο και συμφώνησε ότι ο Κατηγορούμενος έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα λόγω της πειθαρχικής διαδικασίας που είχε ξεκινήσει εναντίον του και ότι μέχρι σήμερα είναι σε διαθεσιμότητα, παίρνει το ½ του μισθού του. Ο προϊστάμενος Κεντρικών Συστημάτων των Δικτύων Πυρήνα της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γιώργος Μορφίτης ήταν ο ΜΚ
- Όπως ανέφερε, έχει υπό το έλεγχο του 7 τμήματα στα οποία συμπεριλαμβάνεται το τμήμα Λειτουργίας και Συντήρησης των Συστημάτων Διαχείρισης και Συστημάτων Μηνυμάτων, προϊστάμενος του οποίου είναι ο Μάριος Σκώττης ο οποίος είναι και προϊστάμενος του Κατηγορούμενου. Είναι και o ίδιος προϊστάμενος του Κατηγορούμενου, εφόσον είναι ο προϊστάμενος του τμήματος που ανήκει ο Κατηγορούμενος, αλλά δεν είχαν προσωπικές σχέσεις όπως ανέφερε, οι οδηγίες που δίνονται από τον ίδιο στους διάφορους υπαλλήλους μπορούν να είναι είτε γραπτώς είτε προφορικά ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και δίνονται στους προϊστάμενους κάθε τμήματος και όχι απευθείας στο προσωπικό. Ουδέποτε ο ίδιος ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του δώσει οποιαδήποτε στοιχεία συνδρομητών της ΑΤΗΚ είτε για προσωπικό του θέμα, είτε για εξυπηρέτηση τρίτων. Ο Κατηγορούμενος χειριζόταν το σύστημα EMM το οποίο συλλέγει τις χρεώσεις των συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας της ΑΤΗΚ και το σύστημα διαχείρισης κινητής τηλεφωνίας, OSS. Δεν γνωρίζει κατά πόσο οποιοδήποτε πρόσωπο ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να ελέγξει αριθμούς συνδρομητών της ΑΤΗΚ είτε για λόγους αναβάθμισης του συστήματος, είτε άλλως πως ούτε και γνωρίζει τους κωδικούς πρόσβασης του Κατηγορούμενου στον EMM ή στον management server. Ανέφερε επίσης ότι η ΑΤΗΚ διαχρονικά δίδει μεγάλη σημασία στο απόρρητο τηλεφωνικών επικοινωνιών, υπήρχε διαχρονική ενημέρωση του προσωπικού για τα θέματα αυτά και εκδόθηκε μάλιστα, προς το τέλος του 2007, εγκύκλιος που ενημέρωνε το προσωπικό ότι είχε εγκατασταθεί σύστημα διαχείρισης απόρρητων πληροφοριών και ακολούθως στάληκε εγχειρίδιο για τις διαδικασίες και τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων. Οι εγκύκλιοι αυτοί τέθηκαν στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και οι υπάλληλοι μέσω «links» μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε αυτές. Τα συστήματα της ΑΤΗΚ και τα θέματα του απορρήτου έχουν ISO 9001 και υπάρχει καθορισμένη διαδικασία που ακολουθείται. Δεν είχε ποτέ του πληροφόρηση ότι ο Κατηγορούμενος δεν εκτελούσε τα καθήκοντα του με βάση τους κανονισμούς ISO αλλά επανέλαβε ότι η προσωπική δική του σχέση με τον Κατηγορούμενο ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, τον είδε μόνο δύο ‑ τρεις φορές. Ο ΜΚ6 είναι ο Αντώνης Αντωνίου που υπηρετεί στις Υπηρεσίες Προστιθέμενης Αξίας και Ανάπτυξης Λογισμικού. Από το 1998 είναι υπεύθυνος για την ανάπτυξη και συντήρηση των λογισμικών εφαρμογών τιμολόγησης κλήσεων κινητής τηλεφωνίας. Γνωρίζει ότι ο Κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που χειρίζεται τα συστήματα της κινητής τηλεφωνίας που τροφοδοτούν τα δικά τους συστήματα τιμολόγησης με τα δεδομένα κλήσεων κινητής τηλεφωνίας, το ΕΜΜ. Το σύστημα που χειρίζεται ο Κατηγορούμενος στέλλει σε τακτά χρονικά διαστήματα, σε συνεχή βάση, τα δεδομένα κλήσεων κινητής τηλεφωνίας που καταγράφονται από τα δίκτυα της ΑΤΗΚ σε κωδικοποιημένη μορφή. Η επικοινωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο ήταν άκρως επαγγελματική και συνήθως αφορούσε διερεύνηση περιπτώσεων όπου κάποια ροή από κάποια πλατφόρμα είχε σταματήσει ή όταν τύγχανε να εισαχθεί νέα πλατφόρμα στο διαδίκτυο της ΑΤΗΚ που παράγει νέα δεδομένα. Ουδέποτε ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του παρέχει στοιχεία συνδρομητών της ΑΤΗΚ, ούτε και γνωρίζει να έγινε κάτι τέτοιο από άλλον συνάδελφο του. Η δική του υπηρεσία δεν έχει δυνατότητα πρόσβασης για να αναζητήσει δεδομένα από το σύστημα EMM, ο ίδιος ουδέποτε είχε πρόσβαση στο σύστημα αυτό ούτε και γνωρίζει τους κωδικούς πρόσβασης του Κατηγορούμενου. Επανέλαβε ότι ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες από τον ίδιο στον Κατηγορούμενο να κάνει έρευνες για συγκεκριμένους συνδρομητές, και ήταν και η δική του θέση, ενισχύοντας στο σημείο αυτό τη μαρτυρία του ΜΚ3, ότι όταν γίνονται δοκιμαστικές κλήσεις υπηρεσιών πάντα χρησιμοποιούνται υπηρεσιακά τηλέφωνα της ΑΤΗΚ και όχι αριθμοί συνδρομητών. Τα αρχεία κινητής τηλεφωνίας (τηλεφωνήματα, sms, mms) τα οποία κρατούνται για σκοπούς κοστολόγησης ονομάζονται CDR'S (Call Detail Records) και ελέγχονται από τη δική του ομάδα μετά που παίρνουν τις πληροφορίες από το EMM σε διαρκή ροή, κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Οι πληροφορίες αυτές αποστέλλονται κωδικοποιημένες για να διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα. Αυτή η διαδικασία γίνεται για όλες τις υπηρεσίες της ΑΤΗΚ, εκτός αυτές που αφορούν κλήσεις φωνής πελατών στο εξωτερικό. Αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος διατηρούσε αρχεία‑ λίστες για σκοπούς χρέωσης αναφέροντας ότι δεν μπορεί μέσω του EMM να επιβεβαιωθεί η χρέωση πελατών. Επίσης όπως ανέφερε περαιτέρω, δεν μπορούν να τιμολογούν για σκοπούς χρέωσης τηλεφωνήματα με αριθμό απόκρυψης και ανέφερε ότι υπάρχουν διαδικασίες της ΑΤΗΚ που ελέγχουν την ορθότητα καταγραφής των CDR'S. Ως ΜΚ7 κλήθηκε ο Πέτρος Κτωρίδης ο οποίος εργάζεται στην ΑΤΗΚ στο Τμήμα Εξυπηρέτησης Πελατών. Είναι ειδικευμένος τεχνίτης για αποκατάσταση βλαβών σταθερής τηλεφωνίας, εγκατάσταση τηλεφωνικών γραμμών, εγκατάσταση του «i‑choice» και «my vision» και επιδιόρθωση των βλαβών τους. Γνωρίζει τον Κατηγορούμενο από το 2005 όταν άρχισαν να παίζουν bowling μαζί. Για σκοπούς της εργασίας τους δεν είχαν καμία συνεργασία. Δεν γνωρίζει τα ακριβή καθήκοντα του Κατηγορούμενου και είπε ότι το 2007 δέχτηκε σε κάποιες περιπτώσεις στο υπηρεσιακό του τηλέφωνο κλήσεις από απόκρυψη αριθμού γεγονός που τον ενόχλησε. Ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του βρει τον αριθμό τηλεφώνου που τον ενοχλούσε αφού του ανέφερε τις ημερομηνίες και ώρες που δέχτηκε τις κλήσεις. Ο Κατηγορούμενος τον εφοδίασε με τους αριθμούς αυτούς, του τους έστειλε με sms από το υπηρεσιακό του κινητό τηλέφωνο στο δικό του. Ζήτησε επίσης τη βοήθεια του Κατηγορούμενου σε κατοπινό στάδιο εκ μέρους του συνάδελφου του Πιερή Χατζηπαναγή, συγκεκριμένα του ζήτησε να εντοπίσει τον αριθμό τηλεφώνου που ενοχλούσε τη γυναίκα του Ελένη στο κινητό της από απόκρυψη. Ο Κατηγορούμενος του απάντησε αρχικά ότι γινόταν αναβάθμιση του συστήματος της ΑΤΗΚ και δεν μπορούσε να του δώσει τον αριθμό αλλά αργότερα του τον έστειλε. Γνωρίζει επίσης τον ντετέκτιβ Νικόλα Αριστείδου από τη Λεμεσό με τον οποίο έχει καλές σχέσεις. Χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες του ντεντέκτιβ το 2005 όταν αντιμετώπιζε προβλήματα με την πρώην σύζυγο του. Ο Νικόλας Αριστείδου είχε τον τρόπο να βρίσκει αριθμούς τηλεφώνων συνδρομητών της ΑΤΗΚ. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος έχει οποιαδήποτε σχέση με τον Νικόλα Αριστείδου. Ο ίδιος όπως ανέφερε, ουδέποτε ζήτησε από τον Κατηγορούμενο τα ονόματα και τις διευθύνσεις των συνδρομητών για τους οποίους ενδιαφερόταν και ουδέποτε πλήρωσε τον Κατηγορούμενο είτε για τη βοήθεια που έδωσε στον ίδιο, είτε στον φίλο του Πιερή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ουδέποτε έλεγξε εάν οι αριθμοί οι οποίοι κατά τους ισχυρισμούς του δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο ήταν υπαρκτοί, τόσο οι αριθμοί που ζήτησε ο ίδιος, όσο και για οι αριθμοί που ήθελε ο Πιερής. Ο Πιερής Χατζηπαναγή ήταν ο ΜΚ8 από τον οποίο λήφθηκε όπως και για τον ΜΚ7, ανακριτική κατάθεση στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Επιβεβαίωσε ότι εργαζόταν μαζί με τον Πέτρο Κτωρίδη και επανέλαβε τις εργασίες που προσφέρουν μαζί με τον ΜΚ7 στους συνδρομητές της ΑΤΗΚ. Δεν γνωρίζει τον Χρίστο Γεωργιάδη αλλά ξέρει για αυτόν και ήξερε ότι αυτός μπορούσε να κοιτάξει τις κλήσεις συνδρομητών της ΑΤΗΚ και να μάθει αριθμούς τηλεφώνων που χρησιμοποιούσαν τηλέφωνα με απόκρυψη. Συγκεκριμένα ήταν παρών όταν ο ΜΚ7 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του βρει στοιχεία για κάποιους που του τηλεφωνούσαν και όταν ενοχλήθηκε και η δική του σύζυγος από άγνωστο συνδρομητή με απόκρυψη ζήτησε από τον ΜΚ7 να ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να τους βρει τον αριθμό πράγμα το οποίο και έκαμε. Γνωρίζει και o ίδιος τον Νικόλα Αριστείδου που είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ όταν χρειάστηκε τις υπηρεσίες του για κάποια θέματα που είχε με τη σύζυγο του. Το τηλέφωνο του ντετέκτιβ του το έδωσε ο Πέτρος Κτωρίδης. Ο ΜΚ9 Φίλιππος Τσιώλης κλήθηκε να μαρτυρήσει ως εμπειρογνώμονας, είναι μηχανικός υποστήριξης συστημάτων της Ericsson Α.Β στην Ελλάδα. Έχει εκπαιδευτεί για το σύστημα EMM και έχει εμπλακεί στην εγκατάσταση, αναβάθμιση και παραμετροποίηση του συστήματος EMM σε διάφορους πελάτες της Ericsson μεταξύ των οποίων και η ΑΤΗΚ. Επιπρόσθετα παρέχει τεχνική υποστήριξη για το σύστημα EMM, μεταξύ άλλων πελατών, και στην ΑΤΗΚ. Οι γνώσεις που έχει για το σύστημα είναι άριστες λόγω των καθηκόντων του και της τριβής που έχει με αυτό. Έχει συμμετάσχει σε 4 εγκαταστάσεις συστημάτων EMM και πάνω από 10 αναβαθμίσεις του λογισμικού τους. Η Ericsson εγκατέστησε στη ΑΤΗΚ το σύστημα EMM και o ίδιος είχε προβεί σε 3 αναβαθμίσεις του εν λόγω συστήματος και σε μεμονωμένες περιπτώσεις σε τεχνική υποστήριξη του. Η εντύπωση του είναι ότι οι διαχειριστές του συστήματος EMM της ΑΤΗΚ έχουν καλή γνώση του συστήματος και δεν ζητούν συχνά τη βοήθεια τους. Η σχέση ΑΤΗΚ και Ericsson Ελλάδας διέπεται από δύο συμβάσεις, η μια αφορά υπηρεσίες αναβάθμισης ενώ η άλλη υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης. Για να παρέχονται αυτές οι υπηρεσίες της Ericsson Α.Β προς την ΑΤΗΚ να απαιτείται πρόσβαση μηχανικών της Ericsson στο σύστημα EMM. Αυτή η πρόσβαση μπορεί να είναι επιτόπια ή απομακρυσμένη. Για την επιτόπια πρόσβαση, ο μηχανικός της Ericsson πηγαίνει στις εγκαταστάσεις της ΑΤΗΚ στην Κύπρο του δίδεται από την ΑΤΗΚ πρόσβαση σε κτήριο, στο ενδοδίκτυο, σε συγκεκριμένο management server και τέλος πρόσβαση στο σύστημα EMM. Η πρόσβαση στον management server και στο σύστημα EMM τους δίνεται από το διαχειριστή του EMM. Σε ό,τι αφορά την απομακρυσμένη πρόσβαση αυτή γίνεται μέσω διαφόρων συστημάτων της Ericsson και της ΑΤΗΚ που απαιτούν το κάθε ένα ξεχωριστή χρήση «user name» και «password». Υπάρχει τρόπος να εντοπιστεί ο μηχανικός της Ericsson που είχε πρόσβαση στο EMM και πότε εξηγώντας ότι, τα συστήματα που χρησιμοποιούνται για την απομακρυσμένη πρόσβαση είναι τα συστήματα Ericsson Gateway και System Support Gateway. Ο Κατηγορούμενος συμπεριλαμβανόταν στη λίστα με τους εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της ΑΤΗΚ που είχαν κοινοποιηθεί από την ΑΤΗΚ στην Ericsson σύμφωνα με τις συμβάσεις που υπήρχαν μεταξύ τους. Το σύστημα EMM συλλέγει, επεξεργάζεται και διανέμει αρχεία με δεδομένα χρήσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, «CDR'S» όπως για παράδειγμα κλήσεις φωνής, sms και mms. Τα CDR'S περιγράφουν την υπηρεσία που κάποιος συνδρομητής χρησιμοποιεί στις περιπτώσεις κλήσεων φωνής. Τα CDR'S περιλαμβάνουν τον αριθμό του ατόμου που διενεργεί την κλήση, τον αριθμό του ατόμου που δέχτηκε την κλήση, την ημερομηνία και ώρα της κλήσης, τη διάρκεια της, τα στοιχεία του κέντρου και του σταθμού βάσης που διεκπεραίωσαν την κλήση. Κάποιες από τις μορφές των αρχείων CDR'S είναι σε κωδικοποιημένη μορφή και χρειάζεται εργαλείο αποκωδικοποίησης για να μπορεί κάποιος να τα διαβάσει. Το EMM παρέχει εργαλείο αποκωδικοποίησης CDR's και έτσι ο διαχειριστής του EMM μπορεί να αποκωδικοποιεί όποιο αρχείο επιθυμεί. Yπάρχουν εγχειρίδια της Ericsson σε σχέση με το σύστημα EMM τα οποία παρέχονταν σε ηλεκτρονική μορφή και παρέχουν εργαλεία έρευνας στο χρήστη τα οποία είναι πολύ καλά και καλύπτουν λεπτομερώς όλες τις πτυχές του EMM. Ο διαχειριστής των αρχείων EMM μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντα του χωρίς προβλήματα προστρέχοντας στο εγχειρίδιο και στη βοήθεια της Ericsson όπου αυτό χρειάζεται. Όταν γίνεται αναβάθμιση στο EMM υπάρχει συνεργασία με τους υπαλλήλους της ATHK που παρακολουθούν και συμμετέχουν ενεργά σε αυτήν και μετά από κάθε αναβάθμιση γίνεται μια σειρά από προκαθορισμένους ελέγχους αποδοχής που σκοπό έχουν να επιβεβαιώσουν ότι η αναβάθμιση δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τη λειτουργία του EMM. Ο MK9 επέμενε σταθερά ότι ο διαχειριστής του EMM μέσω των εγχειριδίων μπορεί πολύ εύκολα να εντοπίζει τυχόν προβλήματα στο σύστημα αφού υπάρχει σχετικό «alarm» που τον προειδοποιεί. Θέση του ήταν ότι δεν εμπίπτει στα καθήκοντα διαχειριστή του EMM η δημιουργία CDR'S εισερχόμενων και εξερχόμενων κλήσεων, ούτε η μετατροπή των αρχείων σε ASCII, ούτε και η μεταφορά σε προσωπικά συστήματα ή διατήρηση αυτών των στοιχείων για μέρες. Κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται καθόλου σε περιπτώσεις απόκρυψης κλήσεων και σίγουρα δεν μπορούν να δικαιολογηθούν τέτοιες ενέργειες από το διαχειριστή. Τα εγχειρίδια του EMM είναι πολύ προσιτά στο χείριστη, πιστεύει ότι δεν μπορεί να παρουσιαστεί οποιοδήποτε πρόβλημα και επίσης όπως ανέφερε υπάρχει στενή συνεργασία με την Ericsson. Αφού ο ΜΚ9 είδε μέρος του «script» που εξάχθηκε από cd που κατατέθηκε από τον ΜΚ2 απάντησε ότι αυτό το «script» δεν το προμηθεύει η Ericsson και το τι ουσιαστικά κάνει, είναι αλληλουχία εντολών που είναι έτοιμες μαζεμένα να τρέξουν γρήγορα για να καθαρίσουν ενδιάμεσα CDR'S καθαρίζοντας το σύστημα EMM πολύ καλά. Δεν έχει καμία σχέση με στατιστικούς σκοπούς παρά μόνο με καθαριότητα του συστήματος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ9 αντέκρουσε όλες τις υποβολές ότι ο διαχειριστής EMM πρέπει να έχει εξειδικευμένες γνώσεις για να καταλάβει το σύστημα αλλά και τα εγχειρίδια του επιμένοντας ότι τόσο το ίδιο το σύστημα ΕΜΜ όσο και τα εγχειρίδια του ότι είναι πολύ φιλικά στον χρήστη και με ένα απλό κουμπάκι πολλά προβλήματα μπορούν να λυθούν, όπως επίσης και με ένα κουδούνι μπορεί η προσοχή του χρήστη να επιστηθεί. Δεν γνωρίζει τι εκπαιδεύσεις είχε κάνει ο Κατηγορούμενος αλλά επέμενε ότι αποκλείεται να είχε πρόβλημα διαχείρισης του συστήματος. Όταν του περιγράφηκαν οι ενέργειες που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο, απέκλεισε ότι αυτές γίνονταν για σκοπούς του συστήματος και είπε ότι δεν γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους κάποιος μπορεί να προβεί σε αυτές. Ρωτήθηκε κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ήξερε ότι δεν έπρεπε να κάνει τέτοιες ενέργειες και επανέλαβε τη θέση του περί των άρτια κατατοπιστικών εγχειριδίων για το σύστημα. Δεν γνωρίζει, τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκε το script που καθάριζε‑ έσβηνε τα αρχεία, ούτε και ξέρει τι τυχόν εκπαιδεύσεις σε σεμινάρια είχε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με το σύστημα EMM. Επέμενε όμως σταθερά ότι τα στοιχεία που συνέλεγε ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς χρέωσης. Ο ΜΚ10 Μίλτος Αθανάσιου εργάζεται στην ΑΤΗΚ και στα πλαίσια των καθηκόντων του είναι να παραλαμβάνει δικαστικά διατάγματα για σκοπούς παροχής πληροφοριών στην αστυνομία και συνδρομητές της ΑΤΗΚ. Προς εκτέλεση των ενταλμάτων παρέδωσε στην αστυνομία τα αποτελέσματα τα τηλεπικοινωνιακών δεδομένων για τα Δικαστικά Διατάγματα 35/2010 και 85/
- Ο Ιωάννης Παύλου Αστυφύλακας 1612 ήταν ο ΜΚ11, ο οποίος εργάζεται στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Ετοίμασε έκθεση για τη δικανική εξέταση των ηλεκτρονικών τεκμηρίων που παρέλαβε για την παρούσα υπόθεση στην οποία περιγράφει τα τεκμήρια που παρέλαβε, ποιά ήταν η αιτούμενη εξέταση και τις ενέργειες που έκανε για να εξετάσει δικανικά τα τεκμήρια αφού πρώτα τα αντέγραψε δικανικά. Οι εξετάσεις του κατέδειξαν ότι στον μη χρησιμοποιημένο χώρο του δίσκου του φορητού υπολογιστή μάρκας ΙΜΒ μοντέλο R52, serial number L3 ‑ LR025, που είναι ηλεκτρονικός υπολογιστής που είχε χρεωμένα ο Κατηγορούμενος από τις 6/12/2005 εντοπίστηκαν ίχνη ηλεκτρονικών αρχείων στα οποία εμφανίζονται αριθμοί που προσομοιάζουν με αριθμούς κυπριακών τηλεφώνων και τα οποία ηλεκτρονικά αρχεία φαίνεται να αποθηκεύονταν σε εξωτερικό μέσο αποθήκευσης δεδομένων. Τα αρχεία αυτά τα οποία εξήχθηκαν από τον ίδιο και τα οποία δεν φαινόντουσαν ότι υπήρχαν χωρίς εξειδικευμένη εξέταση, τα αντέγραψε δικανικά σε ψηφιακό δίσκο τον οποίο και κατέθεσε. Τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, ΜΚ12, ήταν ο Αστυφύλακας 2225 Λεωνίδας Γενναδίου ο οποίος παρέλαβε από τον ΜΚ10 τα αποτελέσματα για το διάταγμα τηλεπικοινωνιακών δεδομένων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 30/2010, ανέκρινε προφορικά τον Πιερή Χατζηπαναγή, ερεύνησε την οικία του Πιερή Χατζηπαναγή και ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από αυτόν. Παρέδωσε στην κυρία Άννα Γιαννάκη ΜΚ4 αντίγραφα καταθέσεων μαρτύρων που λήφθηκαν από την αστυνομία για σκοπούς της πειθαρχικής υπόθεσης που ξεκίνησε η ΑΤΗΚ και ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Παρέλαβε επίσης από τον Λούκα Ρωσσίδη σε ηλεκτρονική μορφή τα αποτελέσματα των δικών του ερευνών. Παρέδωσε στον Μάριο Σκώττη τον ψηφιακό δίσκο που ο ΜΚ11 Ιωάννης Παύλου είχε αντιγράψει και αφορούσε τα αρχεία που είχαν εξαχθεί από τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή του Κατηγορούμενου και ακολούθως έλαβε κατάθεση από τον Σκώττη στην οποία που να του εξηγούσε το περιεχόμενο του εν λόγω ψηφιακού δίσκου. Αυτές ήταν οι μοναδικές του ενέργειες σε σχέση με τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Όπως είχε ήδη αναφερθεί, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν περιορίστηκε στη διά ζώσης μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κάποιο σημαντικό μέρος του ανακριτικού έργου έχει κατατεθεί εκ συμφώνου ως παραδεκτό με τη σχετική έγκριση του Δικαστηρίου, ενώ κατατέθηκαν επίσης και αρκετά Τεκμήρια. Ως παραδεκτές για την αλήθεια του περιεχομένου τους κατατέθηκαν αριθμός καταθέσεων συνδρομητών της ΑΤΗΚ και συγκεκριμένα τα Τεκμήρια 2 μέχρι 9, όπου οι συνδρομητές αυτοί αναφέρουν ότι δεν γνώριζαν για τις ενέργειες του Κατηγορούμενου, ποτέ δεν του ζήτησαν να ελέγξει τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα τους ,ενώ από αυτές επίσης προκύπτει ότι οι περισσότεροι συνδρομητές βρίσκονταν, κατά τον χρόνο που σύμφωνα με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής έγινε η στόχευση, σε διάσταση με τον/τη σύζυγο τους. Από την κατάθεση του Χρύσανθου Ρουσουνίδη, ο οποίος είναι προϊστάμενος στο Τμήμα Πληροφορικής της ΑΤΗΚ που κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος με αριθμό υπάλληλου 0546 έχει χρεωμένο από τις 6/12/05 τον φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας ΑΒΜ, μοντέλο ThinkPad R 52 με αριθμό L3 ‑ LR
- Κατατέθηκε επίσης εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχόμενου τους η κατάθεση του Λοχία 636 Ιωάννη Γιωρκάτζη, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε μετά από δικαστικό ένταλμα σύλληψης τον Νικόλα Αριστείδου και οι καταθέσεις των Φώτη Σαββίδη, Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη και Πέτρου Πατζιαρή, Ανώτερων υπαλλήλων της ΑΤΗΚ (Τεκμήρια 51, 52 & 53 αντίστοιχα) στις οποίες αναφέρουν ουσιαστικά πώς ξεκίνησε η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην κατάθεση του Φώτη Σαββίδη, στις 30/9/09 συνδρομητής της ΑΤΗΚ παραπονέθηκε αρχικά στον ίδιο και μετά σε άλλους λειτουργούς ότι δεχόταν ενοχλητικά τηλεφωνήματα και είχε στην κατοχή του καταλόγους με αριθμούς τηλεφώνων που αντιστοιχούσαν στο τηλέφωνο που τον παρενοχλούσε. Ο συνδρομητής ισχυρίστηκε ότι αυτοί οι κατάλογοι είχαν εξασφαλιστεί από υπάλληλο της ΑΤΗΚ μέσω τρίτου προσώπου, του ιδιωτικού ντετέκτιβ Νικόλα Αριστείδου από τη Λεμεσό, και ότι πλήρωσε το χρηματικό ποσό των € 3000 για να τις εξασφαλίσει. Απαιτούσε όπως οι εν λόγω κατάλογοι αριθμών τηλεφώνων του δοθούν επίσημα από την ΑΤΗΚ. Ο Φώτης Σαββίδης έδωσε οδηγίες στον Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη να διερευνήσει το θέμα, ο οποίος και συνέστησε ομάδα η οποία αποτελείτο από τους Λούκα Ρωσσίδη, Χαράλαμπο Χαραλάμπους και Πέτρο Πατζιαρή με στόχο να διερευνήσουν αν υπήρχε διαρροή δεδομένων κλήσεων από υπάλληλο της ΑΤΗΚ. Η ομάδα αυτή τον ενημέρωσε ότι εντοπίστηκε υπάλληλος της ΑΤΗΚ ο οποίος συγκέντρωνε δεδομένα τηλεφωνικών κλήσεων συνδρομητών από την πύλη μεταφοράς χρεωστικών δεδομένων EMM, ενώ δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση και ούτε οι ενέργειες αυτές ήταν μέσα στα καθήκοντα του. Αυτός ο υπάλληλος ήταν ο Κατηγορούμενος και ο ίδιος αφού ενημέρωσε σχετικά τον πρόεδρο της ΑΤΗΚ, αποφάσισαν να καταγγείλουν την υπόθεση στην Αστυνομία αφού μάζευαν ικανοποιητικά στοιχεία. Η ομάδα διερεύνησης είχε εντολή να ερευνήσει κατά πόσο υπήρξε διαρροή προσωπικών δεδομένων κίνησης αλλά και διατήρησης στοιχείων πέραν των 6 μηνών αφού η κατάσταση που κρατούσε ο συνδρομητής που προέβαλε το παράπονο αφορούσε δεδομένα για περίοδο πέραν των 6 μηνών, ενώ με βάση τη νομοθεσία η ΑΤΗΚ διατηρεί αρχείο κλήσεων για περίοδο 6 μηνών. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αναλύθηκαν όλα τα συστήματα στα οποία δημιουργούνται ,επεξεργάζονται, μεταφέρονται ή αποθηκεύονται προσωπικά δεδομένα υπηρεσιών τηλεφωνίας, ένα εκ των οποίων ήταν το σύστημα EMM, η λειτουργία του οποίου είναι να συλλέγει, επεξεργάζεται και διανέμει δεδομένα χρήσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών π.χ φωνητική κλήση, μηνύματα sms και MMS. Κατά τον έλεγχο εντοπίστηκαν αρχεία καταγραφής κλήσεων συγκεκριμένων πελατών που δημιουργήθηκαν μετά από σκόπιμη και στοχευμένη επεξεργασία των αρχείων των συστημάτων που αφορούν κλήσεις φωνητικής τηλεφωνίας, μηνύματα sms και μηνύματα πολυμέσων MMS. Προέκυψε, μέσα από τις έρευνες, ότι όλες τις ενέργειες πραγματοποιούσε ο Κατηγορούμενος ο οποίος ήταν ο διαχειριστής του συστήματος EMM και όλοι οι αριθμοί για τους οποίους εντοπίστηκαν αναφορές αποτελούν συνδρομητές και πελάτες της ΑΤΗΚ. Ο Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης ήταν το πρόσωπο που ενέκρινε την παρακολούθηση της κίνησης σε επίπεδο δικτύου πληροφορικής επί τόπου στο κτήριο της ΑΤΗΚ στο Πλατύ Αγλαντζιάς όπου στεγάζεται το σύστημα EMM και ενέκρινε επίσης την πρόσβαση στα δωμάτια ασφαλείας του εξοπλισμού. Έδωσε επίσης οδηγίες στον Μάριο Σκώττη να ελέγξει κατά πόσο τα εφεδρικά αρχεία δεδομένων διατηρούνταν σύμφωνα με τις οδηγίες που είχαν δοθεί, δηλαδή μέχρι 6 μήνες. Ενημερώθηκε ακολούθως από τον Σκώττη ότι ο Κατηγορούμενος που ήταν υπεύθυνος για τη λήψη και διατήρηση εφεδρικών αρχείων διατηρούσε κατά παράβαση των οδηγιών, αρχεία δεδομένων πέραν των 6 μηνών. Ο Μάριος Σκώττης του ανέφερε ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε οδηγίες είτε για συγκέντρωση είτε για εξαγωγή δεδομένων και καταστάσεων στοιχείων κλήσεων πελατών και του ανέφερε επίσης ότι τέτοιες ενέργειες δεν περιλαμβάνονταν στα καθήκοντα του Κατηγορούμενου. Επίσης ο Κ. Μιχαηλίδης ανέφερε ότι μεταξύ άλλων η ομάδα του έκανε τους ελέγχους των χρεώσεων για τις διάφορες υπηρεσίες της κινητής τηλεφωνίας. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι κάποιο άτομο της ομάδας που διαχειρίζεται το σύστημα της προπληρωμένης διενεργεί κλήση φωνής για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στην συνέχεια ελέγχει πόσο μεταβλήθηκε το υπόλοιπο του. Εάν η μεταβολή του υπολοίπου είναι η αναμενόμενη, ο έλεγχος θεωρείται επιτυχημένος. Εάν η μεταβολή του υπολοίπου δεν είναι η αναμενόμενη, ο έλεγχος θεωρείται αποτυχημένος και διερευνάται ο λόγος. Περαιτέρω, ο Κ. Μιχαηλίδης ανέφερε ότι κατά το διάστημα που ήταν αυτός προϊστάμενος της ομάδας (2008-2011) του συστήματος της προπληρωμένης μόνο η ομάδα του διαχειριζόταν και απαντούσε παράπονα πελατών σε σχέση με χρεώσεις. Ο λόγος ήταν ότι μόνο αυτοί είχαν την αναγκαία τεχνογνωσία και τις απαιτούμενες προσβάσεις στο σύστημα για να χειριστούν τα παράπονα. Στην συνέχεια, Κ. Μιχαηλίδης σημείωσε ότι για την διερεύνηση παραπόνων πελατών σε σχέση με χρεώσεις της προπληρωμένης υπηρεσίας η ομάδα του ποτέ δεν έκανε χρήση αρχείων CDRs για εξερχόμενες και εισερχόμενες κλήσεις φωνής ούτε και για εισερχόμενα και εξερχόμενα μηνύματα SMS τονίζοντας ότι ουδέποτε ο ίδιος ή από ότι γνωρίζει άτομο της ομάδας του είχαν ζητήσει από τον Κατηγορούμενο ή από οποιοδήποτε άλλο άτομο που είχε σχέση με το σύστημα EMM να εξάγει από το σύστημα EMM αρχεία CDRs για πελάτες της ΑΤΗΚ ή για test αριθμούς για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα. Τέλος, ο Κ. Μιχαηλίδης, αναφέρει ότι δεν υπάρχει χρέωση για εισερχόμενες κλήσης φωνής και για εισερχόμενα μηνύματα SMS οπόταν και η οποιαδήποτε δημιουργία τέτοιων αρχείων CDRs είναι ανούσια και αχρείαστη. Από την κατάθεση του Πέτρου Πατζιαρή προκύπτει ότι η ανάπτυξη του εταιρικού συστήματος διαχείρισης ασφαλείας πληροφοριών, γίνεται στη βάση του διεθνούς προτύπου ISO 27001 το οποίο είναι ένα διεθνές πρότυπο που αφορά στην ανάπτυξη και εφαρμογή ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης ασφάλειας πληροφοριών σε έναν οργανισμό. Τα πλείστα κρίσιμα συστήματα πληροφορικής της ΑΤΗΚ τα οποία αποθηκεύουν και ή επεξεργάζονται δεδομένα κίνησης (Call Details Records ‑ CDRs) των πελατών καταγράφουν τις προσβάσεις σ' αυτά και την ενέργεια που έγινε σε κάθε πρόσβαση. Έτσι παρέχεται ιχνηλασιμότητα, δηλαδή η καταγραφή των ενεργειών πραγματοποιούν οι χρήστες και ως αποτέλεσμα η δυνατότητα εκ των υστέρων ελέγχου της εγκυρότητας των ενεργειών των υπαλλήλων της ΑΤΗΚ και ειδικά των χειριστών των συγκεκριμένων συστημάτων. Αφού πληροφορήθηκε για τις καταγγελίες από τους συνδρομητές της ΑΤΗΚ, του δόθηκαν οδηγίες να ερευνήσει τα αρχεία ιχνηλασιμότητας του συστήματος τηλεπικοινωνιακής απάτης του οποίου προΐσταται. Η έρευνα του ολοκληρώθηκε χωρίς να διαπιστώσει οποιανδήποτε ύποπτη πρόσβαση. Πληροφορήθηκε επίσης ότι δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε ύποπτη πρόσβαση σε συστήματα του οργανισμού τα οποία είναι υπό την εποπτεία και την ευθύνη του τμήματος της πληροφορικής. Από την εμπειρία του και μετά από συμμετοχή του σε σύσκεψη με συνάδελφους του κρίθηκε ότι τα πιο πιθανά σημεία που μπορεί να προέκυψε η διαρροή ήταν τα συστήματα ΙT Mediation και το EMM. Δυο χρήστες υπάλληλοι της ΑΤΗΚ είχαν πρόσβαση στο EMM και 8 στο ΙT Mediation. Από τον έλεγχο του ΙT Mediation δεν φάνηκε ύποπτη χρήση, το ΙT Mediation είναι συστήματα διαλογής και διανομής CDRs που διανέμει τα χρεωστικά δεδομένα στα διάφορα συστήματα πληροφορικής. Τα στατιστικά που δείχνουν το μέγεθος της κίνησης προς και από το συγκεκριμένο σύστημα αφορούσαν νόμιμα συστήματα και λειτουργίες της ΑΤΗΚ. Οι μοναδικοί χρήστες του EMM ήταν ο Κατηγορούμενος και ο προϊστάμενος του Μάριος Σκώττης. Κατά την προσπάθεια παρακολούθησης της χρήσης του EMM φάνηκε ότι η κίνηση ήταν κρυπτογραφημένη γι' αυτό και εξασφαλίστηκε πρόσβαση, μετά από εξουσιοδότηση του Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη, στα δωμάτια ασφαλείας του εξοπλισμού. Η ομάδα που είχε συσταθεί εξασφάλισε κωδικούς πρόσβασης στο EMM και αργότερα εντόπισαν και χρησιμοποίησαν ειδικό λογισμικό παρακολούθησης. Εντοπίστηκαν αρχεία καταγραφής κλήσεων συγκεκριμένων πελατών που δημιουργούνταν μετά από σκόπιμη και στοχευόμενη επεξεργασία των αρχείων των συστημάτων που αφορούν κλήσεις κινητής τηλεφωνίας, γραπτά μηνύματα sms και μηνύματα πολυμέσων MMS. Όλοι οι συνδρομητικοί αριθμοί για τους οποίους εντοπίστηκαν αναφορές κλήσεων αφορούν πελάτες της ΑΤΗΚ και όχι υπηρεσιακούς αριθμούς. Αποκλείστηκε ο Μάριος Σκώττης από τις εν λόγω ενέργειες αφού δεν χρησιμοποιείτο ο προσωπικός του υπολογιστής κατά τον συγκεκριμένο χρόνο κατά τον οποίο γινόταν η επεξεργασία των στοιχείων κλήσεων ενώ φάνηκε ότι τις ενέργειες αυτές πραγματοποιούσε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν, τις επίδικες χρονικές στιγμές ενωμένος με το σύστημα ΕΜΜ. Ο Μάριος Σκώττης ενημερώθηκε για αυτά και ανέφερε ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε οδηγίες στον Κατηγορούμενο για τέτοιες ενέργειες και επίσης ότι οι ενέργειες αυτές δεν περιλαμβάνονται στα καθήκοντα του Κατηγορούμενου. Το πλέον σημαντικό Τεκμήριο για την υπόθεση είναι ο ψηφιακός δίσκος Τεκμήριο 17 στον οποίο αναγράφονται δεδομένα συγκεκριμένων συνδρομητών της ΑΤΗΚ τα οποία σύμφωνα με τον Λούκα Ρωσσίδη έχουν στοχευθεί από τον Κατηγορούμενο. Για την κατάθεση του εν λόγω ψηφιακού δίσκου όπως έχει ήδη αναφερθεί, διεξήχθηκε η διαδικασία της δίκης εντός δίκης και το Δικαστήριο αποδέχτηκε την κατάθεση του μετά από ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 23/10/14 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Μετά από την απόφαση του Δικαστηρίου, κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 19 άλλος ένας ψηφιακός δίσκος ο οποίος καταγράφει ενέργειες του Κατηγορούμενου μετά από δήλωση του συνηγόρου του ότι επαναλαμβάνει τις ίδιες ενστάσεις ως είχαν εγερθεί για το Τεκμήριο 17 αλλά ενόψει της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου δεν χρειαζόταν η επανάληψη της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης. Από τα Τεκμήρια 17 και 19, προκύπτουν οι ενέργειες που καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο μέσω του συστήματος EMM και οι οποίες είναι ότι ο Κατηγορούμενος επεξεργάστηκε αρχεία CDRs που παράχθηκαν από τα κέντρα που διαχειρίζονται κλήσεις φωνής, αποστολή και λήψη μηνυμάτων sms και επιστολή και λήψη μηνυμάτων πολυμέσων MMS για 23 αριθμούς κινητής τηλεφωνίας. Όπως εξήγησαν οι μάρτυρες κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος από τα εφεδρικά αρχεία CDRs που φυλάσσονταν στο σύστημα EMM αντέγραφε σε προσωρινό φάκελο αρχεία που περιείχαν CDRs για κλήσεις φωνής για συνδρομητές της ΑΤΗΚ για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Με εργαλεία που του παρείχε το σύστημα EMM, από αυτά τα αρχεία στόχευε τις εξερχόμενες και εισερχόμενες κλήσεις φωνής του στοχευμένου συνδρομητή και δημιουργούσε δύο νέα αρχεία CDRs, ένα για τις εισερχόμενες και ένα για τις εξερχόμενες κλήσεις φωνής. Τα αρχεία αυτά τα μετέτρεπε σε μορφή ASCII που ήταν εύκολο για τον Κατηγορούμενο να τα διαβάσει. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος προχώρησε στην περαιτέρω επεξεργασία των αρχείων όπου δημιουργούσε για κάθε ένα από αυτά 5 νέα αρχεία ως εξής: αρχείο με τους αριθμούς που κάλεσε ο αριθμός που στόχευε ή που κάλεσαν τον αριθμό που στόχευε, αρχείο με τις ημερομηνίες που έγιναν οι κλήσεις, αρχείο με τις ώρες που έγιναν οι κλήσεις, αρχείο με την διάρκεια κάθε κλήσης και αρχείο με τα στοιχεία των σταθμών βάσης, δηλαδή τις κεραίες της κινητής τηλεφωνίας που χειρίστηκαν τις κλήσεις του στοχευόμενου αριθμού. Το ίδιο έκανε για τα μηνύματα sms που στάληκαν ή λήφθηκαν από το συγκεκριμένο στοχευμένο συνδρομητή όπου και πάλι δημιουργούσε δύο νέα αρχεία, ένα για εισερχόμενα και ένα για εξερχόμενα τα οποία επίσης μετέτρεπε σε μορφή ASCII. Κάθε αρχείο το επεξεργαζόταν περαιτέρω δημιουργώντας τρία νέα αρχεία για εισερχόμενα και εξερχόμενα sms, που περιλάμβαναν τον αποστολέα και παραλήπτη του μηνύματος και τα στοιχεία των κέντρων τους, αρχείο με τις ημερομηνίες που στάληκαν και αρχείο με τις ώρες που στάληκαν. Ακολούθως ο Κατηγορούμενος μετέφερε στον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή τα νέα αρχεία που δημιουργούσε και τα διέγραφε από το σύστημα EMM. Αυτές οι ενέργειες έγιναν και σε σχέση με κλήσεις με απόκρυψη αριθμού σε 5 περιπτώσεις. Σημειώνεται ότι αυτά τα αρχεία αφορούσαν συνδρομητές που εξυπηρετούνταν από το κέντρο που βρίσκεται στην Αμαθούντα. Παρόμοιες διεργασίες έκαμε και για μηνύματα MMS ώσπου και πάλι μετά που τα μετέτρεπε σε μορφή ASCII για να τα διαβάζει τα μετέφερε και πάλι στον προσωπικό του υπολογιστή. Συγκεκριμένα είναι η θέση των ΜΚ2 και ΜΚ3 οι οποίοι εξήγησαν τις ενέργειες του κατηγορουμένου ότι ο Κατηγορούμενος από τα εφεδρικά αρχεία CDRs που φυλάσσονταν στο σύστημα EMM αντέγραφε σε προσωρινό φάκελο αρχεία που περιείχαν CDRs για κλήσεις φωνής για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ανάλογα με την περίπτωση. Το χρονικό διάστημα ήταν από μία ημέρα μέχρι και οκτώ ημέρες. Τα αρχεία αυτά περιείχαν CDRs για κλήσεις φωνής για συνδρομητές της ΑΤΗΚ που έτυχε να κάνουν ή να δεχτούν κλήση φωνής κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Με εργαλεία που του παρείχε το σύστημα ΕΜΜ, από τα αρχεία αυτά, στόχευε τις εξερχόμενες και εισερχόμενες κλήσεις φωνής του στοχευόμενου συνδρομητή και δημιουργούσε δύο νέα αρχεία CDRs όπου το πρώτο αρχείο περιλάμβανε μόνο τις εισερχόμενες κλήσεις φωνής για τον στοχευόμενο συνδρομητή και το δεύτερο αρχείο περιλάμβανε μόνο τις εξερχόμενες κλήσεις για τον στοχευόμενο συνδρομητή. Επίσης, μετέτρεπε τα αρχεία αυτά σε μορφή ASCII (κειμένου) οπόταν ήταν εύκολο για τον Κατηγορούμενο να τα διαβάσει. Στη συνέχεια, προχωρούσε στην περεταίρω επεξεργασία των πιο πάνω αρχείων ως ακολούθως:
- Από το αρχείο CDRs που περιείχε τις εξερχόμενες κλήσεις φωνής που δημιουργούσε όπως αναφέρεται πιο πάνω, δημιουργούσε πέντε νέα αρχεία ως εξής: (i) αρχείο με όλους τους αριθμούς που κάλεσε ο αριθμός που στόχευσε (ii) αρχείο με τις ημερομηνίες που έγιναν οι κλήσεις (iii) αρχείο με τις ώρες που έγιναν οι κλήσεις (iv) αρχείο με τη διάρκεια κάθε κλήσης και (v) αρχείο με τα στοιχεία των σταθμών βάσης (δηλαδή τις κεραίες της κινητής τηλεφωνίας) που χειρίστηκαν τις κλήσεις του στοχευόμενου αριθμού.
- Από το αρχείο CDRs που περιείχε τις εισερχόμενες κλήσεις φωνής που δημιουργούσε όπως αναφέρεται πιο πάνω, δημιουργούσε πέντε νέα αρχεία ως εξής: (i) αρχείο με όλους τους αριθμούς που κάλεσαν τον αριθμό που στόχευσε (ii) αρχείο με τις ημερομηνίες που έγιναν οι κλήσεις (iii) αρχείο με τις ώρες που έγιναν οι κλήσεις (iv) αρχείο με τη διάρκεια κάθε κλήσης και (v) αρχείο με τα στοιχεία των σταθμών βάσης (δηλαδή τις κεραίες της κινητής τηλεφωνίας) που χειρίστηκαν τις κλήσεις του στοχευόμενου αριθμού. Από τα εφεδρικά αρχεία CDRs που φυλάσσονταν στο σύστημα EMM αντέγραφε σε προσωρινό φάκελο συγκεκριμένα αρχεία που περιείχαν CDRs για την αποστολή και λήψη μηνυμάτων SMS για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Το χρονικό διάστημα ήταν από μία ημέρα μέχρι και οκτώ ημέρες. Τα αρχεία αυτά περιείχαν CDRs για την αποστολή και λήψη μηνυμάτων SMS για όλους τους συνδρομητές της ΑΤΗΚ που έτυχε να στείλουν ή να δεχτούν μήνυμα SMS κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Με εργαλεία που του παρείχε το σύστημα ΕΜΜ, από τα αρχεία αυτά, στόχευε τα εξερχόμενα και εισερχόμενα μηνύματα SMS για συγκεκριμένους πελάτες της ΑΤΗΚ και δημιουργούσε δύο νέα αρχεία CDRs όπου το πρώτο αρχείο περιλάμβανε μόνο τα εξερχόμενα μηνύματα SMS και το δεύτερο αρχείο περιλάμβανε μόνο τα εισερχόμενα μηνύματα SMS για τον συνδρομητή που στόχευε. Επίσης, μετέτρεπε τα αρχεία αυτά σε μορφή ASCII οπόταν είναι εύκολο για τον Κατηγορούμενο να τα διαβάσει. Στη συνέχεια προχωρούσε στην περεταίρω επεξεργασία των πιο πάνω αρχείων ως ακολούθως από το αρχείο CDRs που περιείχε τα εξερχόμενα μηνύματα SMS που δημιουργούσε όπως αναφέρεται πιο πάνω, δημιουργούσε τρία νέα αρχεία ως εξής: (i) για κάθε μήνυμα που απέστειλε ο στοχευόμενος συνδρομητής το αρχείο περιείχε τον αποστολέα του μηνύματος, τον παραλήπτη του μηνύματος, τα στοιχεία του κέντρου του παραλήπτη του μηνύματος και τα στοιχεία του κέντρου του αποστολέα του μηνύματος. (ii) αρχείο με τις ημερομηνίες που στάλθηκαν τα μηνύματα SMS (iii) αρχείο με τις ώρες που στάλθηκαν τα μηνύματα SMS. Από το αρχείο CDRs που περιείχε τα εισερχόμενα μηνύματα SMS που δημιουργούσε όπως αναφέρεται πιο πάνω, δημιουργούσε τρία νέα αρχεία ως εξής: (i) για κάθε μήνυμα που παρέλαβε ο στοχευόμενος συνδρομητής το αρχείο περιείχε τον αποστολέα του μηνύματος, τον παραλήπτη του μηνύματος, τα στοιχεία του κέντρου του παραλήπτη του μηνύματος και τα στοιχεία του κέντρου του αποστολέα του μηνύματος. (ii) αρχείο με τις ημερομηνίες που στάλθηκαν τα μηνύματα SMS. (iii) αρχείο με τις ώρες που στάλθηκαν τα μηνύματα SMS. Αφού ολοκλήρωνε την δημιουργία των πιο πάνω αρχείων, τα μετάφερνε στον προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή και τα διέγραφε από το σύστημα ΕΜΜ. Επίσης σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις ο Κατηγορούμενος στόχευσε τις εξερχόμενες και εισερχόμενες κλήσεις φωνής καθώς και τα εισερχόμενα και εξερχόμενα μηνύματα SMS για τρεις διαφορετικούς πελάτες της προπληρωμένης κινητής τηλεφωνίας (SoEasy). Στις ενέργειες αυτές του Κατηγορούμενου αντιστοιχούν οι κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί μετά που ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατέθεσε γραπτή δήλωση, το Τεκμήριο 78 στην οποία αρνείται τη διάπραξη των αδικημάτων που του αποδίδονται και αναφέρει ότι από την ημερομηνία πρόσληψής του στην ΑΤΗΚ μέχρι τις αρχές του 2010 οπότε και τέθηκε σε διαθεσιμότητα ήταν ο τεχνικός που ήταν αποκλειστικά επιφορτισμένος με την ευθύνη διαχείρισης του συστήματος κινητής τηλεφωνίας ΕΜΜ. Όλα τα χρόνια της υπηρεσίας του αξιολογείτο πάντοτε ως εξαίρετος από τους προϊσταμένους του και ουδέποτε τέθηκε θέμα είτε ότι παραβίασε το σχέδιο υπηρεσίας του, είτε το πρωτόκολλο που τηρεί η ΑΤΗΚ για τη δέουσα διεκπεραίωση των καθηκόντων των υπαλλήλων της. Θέση του ήταν ότι από την ημέρα που αγοράστηκε και εγκαταστάθηκε το σύστημα ΕΜΜ από την εταιρεία Ericsson του οποίου ήταν διαχειριστής, ουδέποτε έτυχε εκπαίδευσης ή συμμετείχε σε εκπαιδευτικά σεμινάρια της Ericsson ό,τι έμαθε προέκυψε μέσα από την εμπειρία του κατά την πολυετή ενάσκηση των καθηκόντων του η οποία, λίγο πριν να τεθεί σε διαθεσιμότητα, ήταν όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε, πολύ καλή. Θέση του ήταν ότι για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του, έπρεπε να κάνει προληπτικούς ελέγχους σε τυχαίους αριθμούς συνδρομητών κινητής τηλεφωνίας της ΑΤΗΚ, πάντα άγνωστους προς τον ίδιο έχοντας σαν στόχο 1) να βλέπει ότι γινόταν σωστή επεξεργασία των χρεωστικών δεδομένων κινητής τηλεφωνίας και 2) να προλαμβάνει τυχόν ύπαρξη ή δημιουργία λανθασμένης διπλοχρέωσης ή μη χρέωσης των πελατών της ΑΤΗΚ μία που το σύστημα ΕΜΜ δεν είχε από μόνο του δυνατότητα τέτοιας πρόληψης ζημιογόνου αποτελέσματος. Στόχος του, σύμφωνα πάντα με τη θέση του, ήταν να προστατέψει τα καλώς νοούμενα νόμιμα συμφέροντα των πελατών της ΑΤΗΚ και της ίδιας της ΑΤΗΚ. Επέμενε ότι τους αριθμούς κλήσεων στους οποίους διενεργούσε προληπτικούς ελέγχους τους επέλεγε τυχαία. Δεν γνώριζε σε ποιους συνδρομητές ανήκαν και ουδέποτε παραβίασε προσωπικά δεδομένα συνδρομητών της ΑΤΗΚ και σίγουρα ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο από πρόθεση. Η αντεξέταση του Κατηγορούμενου ήταν μακρά, η θέση του παρέμεινε σταθερή ότι ουδέποτε δέχθηκε οποιανδήποτε επίπληξη ή παρατήρηση από τους προϊσταμένους του, οι οποίοι τον αξιολογούσαν τακτικά σε σχέση με τα καθήκοντά του και τον βαθμολογούσαν πάντα ως εξαίρετο. Επέμενε ότι η εμπειρία του στη διαχείριση του συστήματος ΕΜΜ προήλθε εξολοκλήρου από την τριβή που είχε προσωπικά με το σύστημα και ουδέποτε από σεμινάρια οργανωμένα από την Ericsson, τον κατασκευαστή του συστήματος. Οι οδηγίες του ήταν να προβαίνει στους διάφορους ελέγχους που προέβαινε λαμβάνοντας τυχαίους αριθμούς συνδρομητών της ΑΤΗΚ τους οποίους δεν γνώριζε και δεν δέχθηκε τις υποβολές ότι τέτοιοι έλεγχοι έπρεπε πάντοτε να διενεργούνται από υπηρεσιακούς αριθμούς ή αριθμούς που ανήκαν στο προσωπικό της ΑΤΗΚ. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε χρησιμοποίησε οποιοδήποτε από τα στοιχεία που είχε συλλέξει στα πλαίσια των καθηκόντων του για οποιονδήποτε λόγο, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία σε τρίτους. Επέμενε ότι οι πράξεις που διενεργούσε ήταν αναγκαίες αφού για 12 ολόκληρα χρόνια ήταν ο υπεύθυνος των χρεωστικών δεδομένων της ΑΤΗΚ και είχε καθήκον να μεριμνά και να είναι σίγουρος ότι οι χρεώσεις κάθε πελάτη είναι σωστές. Επίσης καθήκον του ήταν να τροφοδοτά με στατιστικά στοιχεία, ήταν υπεύθυνος των σχετικών ομάδων της ΑΤΗΚ και επομένως η θέση του ήταν ότι όλες οι ενέργειές του για τις οποίες κατηγορείται, ήταν οι ίδιες διενέργειες που επαναλαμβάνονταν από τον ίδιο εδώ και 12 χρόνια. Πάντοτε βαθμολογείτο ως εξαίρετος υπάλληλος, ουδέποτε του έγινε οποιαδήποτε παρατήρηση και δεν είχε καμία πρόθεση να βλάψει οποιονδήποτε συνδρομητή της ΑΤΗΚ, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία σε τρίτα πρόσωπα. Δέχθηκε ότι δημιουργούσε αρχεία CDR' s για εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις φωνής αντίστοιχα, τα οποία επεξεργαζόταν δημιουργώντας 5 περαιτέρω αρχεία που αφορούσαν τον αριθμό του τηλεφώνου του συνδρομητή, ημερομηνία, ώρα, διάρκεια κλήσης, αρχείο με στοιχεία του σταθμού βάσης που χειρίστηκε τις κλήσεις του στοχευμένου αριθμού, τα οποία όμως ως η θέση του ήταν τα πεδία που έπρεπε να ελέγχει για σκοπούς χρεώσεων ή στατιστικής. Δέχθηκε επίσης ότι χρησιμοποιούσε ειδικό λογισμικό πρόγραμμα - «script» που έκανε καθαρισμό του συστήματος και των ενεργειών του αλλά η θέση του ήταν ότι ουδέποτε έσβηνε και διάγραφε τις ενέργειες του για σκοπούς άλλους, εκτός που το να διατηρεί σωστά το σύστημα. Διαφώνησε με τα όσα ανέφερε ο προϊστάμενός του Μάριος Σκώττης, ότι δηλαδή συμμετείχε σε αρκετά σεμινάρια εκπαίδευσης και ότι τα καθήκοντά του δεν συμπεριελάμβαναν τις χρεώσεις των συνδρομητών και ή συλλογή στατιστικών στοιχείων, όπως ο ίδιος τα εξηγά. Επέμενε ότι μπορεί να μην ήταν στα καθήκοντά του η κοστολόγησή των υπηρεσιών της ΑΤΗΚ, αλλά σίγουρα η χρέωση ήταν. Δέχθηκε ότι στον προσωπικό του ηλεκτρονικό του υπολογιστή βρέθηκαν τα αρχεία που κατέθεσαν οι ΜΚ2 και ΜΚ3 αλλά επέμενε ότι όλα αυτά ήταν επειδή εκτελούσε τα καθήκοντά του, όπως ο ίδιος νόμιζε, σωστά. Συμφώνησε ότι ήταν παρών και την εγκατάσταση του συστήματος ΕΜΜ καθώς και στις αναβαθμίσεις του μέχρι το 2009 και ότι είχε ο ίδιος, όχι όμως αποκλειστικά, την τεχνική διαχείριση του συστήματος ΕΜΜ. Δέχθηκε επίσης ότι παρακολούθησε διαδικασίες Unix, καθώς και κάποια άλλα εκπαιδευτικά προγράμματα και τελικά συμφώνησε ότι, εμπειρικά, ήταν εξαιρετικός γνώστης του συστήματος. Διαφώνησε με την όλη μαρτυρία και προσέγγιση του κυρίου Τσιωλή ότι το σύστημα ΕΜΜ είναι φιλικό προς τον χρήστη και ότι τα διάφορα λογισμικά του σε καθοδηγούν βήμα προς βήμα και μπορείς να επιλύσεις όλα τα προβλήματα χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις. Αντίθετα, ήταν η θέση του ότι το σύστημα ΕΜΜ είναι πολύ δύσκολο και δεν είναι καθόλου εύκολο για ένα νέο πρόσωπο απόφοιτο Πανεπιστημίου, όσο άριστος και αν ήταν να το γνωρίζει, χωρίς ειδική εκπαίδευση. Σε ό,τι αφορά την αποθήκευση των δεδομένων διαφώνησε ότι αυτή έπρεπε να γίνεται μέχρι 6 μήνες και ότι αυτές ήταν οι ρητές οδηγίες που είχε. Ήταν η θέση του ότι τα δεδομένα αυτά γράφονταν και αποθηκεύονταν σε συγκεκριμένες ταινίες-κασέτες, λόγω κόστους στην τιμή αγοράς τους οι δισκέτες αυτές χρησιμοποιούνται συνεχώς και όταν περνούσε κάποια λογική χρονική περίοδος τις χρησιμοποιούσαν ξανά για να γράφουν νέα δεδομένα σε αυτές. Σε καμία περίπτωση όμως δεν υπήρχαν ρητές εντολές περί διατήρησης των αρχείων αυτών για 6 μόνο μήνες. Θέση του ήταν ότι δεν ήταν ο μόνος που είχε το καθήκον αποθήκευσης αυτών των κασετών-ταινιών, που ας σημειωθεί αποθηκεύονται στη Λευκωσία στα γραφεία της ΑΤΗΚ, και δεν θα ήταν λογικό για τον ίδιο να μεταβαίνει καθημερινά ή έστω και εβδομαδιαία στη Λευκωσία για τους σκοπούς αυτούς. Όσον αφορά γενικά το σύστημα ΕΜΜ και τα εγχειρίδιά του, ανέφερε, σε αντίθεση με τα όσα είχε αναφέρει ο κύριος Τσιωλής, ότι τα εγχειρίδια ήταν πολύ δύσκολο να ακολουθηθούν από τον διαχειριστή του προγράμματος, και σίγουρα δεν υπήρχε κανένα απλό κουμπάκι που μπορούσε κάποιος να το πατήσει και να διορθώσει τα προβλήματα. Δεν δέχθηκε ότι συνεχώς λάμβανε μηνύματα μέσω email για σεμινάρια για το σύστημα ΕΜΜ, ούτε και γνώριζε για τις εγκυκλίους που επικαλέστηκε ο προϊστάμενός του σε σχέση με τα θέματα προσωπικών δεδομένων, αλλά ούτε και το σχέδιο υπηρεσίας του και γενικότερα τα θέματα που άπτονται των καθηκόντων του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι κάποια δεδομένα αφού τα έξηξε από το σύστημα ΕΜΜ τα εισήξε κατευθείαν σε usb sticks για να τα μεταφέρει εκτός της ΑΤΗΚ και να τα δώσει σε τρίτο πρόσωπα γι' αυτό και ο ΜΚ11 Παύλου δεν μπόρεσε να τα βρει σε χώρο στον σκληρό δίσκο του προσωπικού του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Αρνήθηκε ότι συνεργαζόταν με οποιονδήποτε ντεντέκτιβ και συγκεκριμένα κάποιο Νικόλα που είχε συλληφθεί για την παρούσα υπόθεση, είτε οποιοδήποτε άλλο για σκοπούς παραβίασης προσωπικών δεδομένων συνδρομητών της ΑΤΗΚ και επέμενε ότι δεν είχε κανένα λόγο να το πράξει για προσωπικούς λόγους. Όλα αυτά τα αρχεία που δημιουργούσε και διαχειριζόταν μάλιστα σε μορφή ASCII που όπως και ο Σκώττης δήλωσε, ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να διαβαστεί. Επέμενε ότι είναι διαφορετική η έννοια της χρέωσης από την κοστολόγησή και ότι πρώτα δημιουργείται το CDR που αφορά τη χρέωση ενός τηλεφωνήματος και ακολούθως θα μεταφερθεί στην πληροφορική για να γίνει η κοστολόγησή. Καθήκον δικό του ήταν να ελέγχει και να διαχειρίζεται τις χρεώσεις, όλοι οι πελάτες της ΑΤΗΚ για την κινητή τηλεφωνία περνούσαν από το σύστημα ΕΜΜ είτε επρόκειτο για κανονικούς συνδρομητές, είτε συνδρομητές προπληρωμένης τηλεφωνίας, γι' αυτό και ο ίδιος έπρεπε να ελέγχει και τις δύο κατηγορίες συνδρομητών. Δεν συμφώνησε ότι το σύστημα ΕΜΜ δεν κάνει ούτε χρεώσεις, ούτε κοστολόγηση, επιμένοντας στη θέση του ότι τα καθήκοντα ήταν να παραλαμβάνει και να διαχειρίζεται τις χρεώσεις. Σε ό,τι αφορά τα στοιχεία που κατατέθηκαν από τον Λουκά Ρωσσίδη και αφορούσαν και επεξεργασίες αρχείων που έγιναν από αριθμούς με απόκρυψη κλήσης, θέση του ήταν ότι ο ίδιος δεν χρησιμοποίησε τέτοιο πεδίο για συγκεκριμένο αριθμό που ήταν απόκρυψη, δέχθηκε όμως αν βρέθηκαν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, αυτά τα αρχεία ο ίδιος δημιούργησε. Ο λόγος που πιθανόν προέβηκε και σε τέτοιους ελέγχους, ήταν η θέση του, αφορούσε μάλλον στατιστικούς σκοπούς, σε τέτοιες περιπτώσεις δεν ήταν καθόλου παράξενο να δει αριθμό με απόκρυψη. Επέμενε ότι ουδέποτε γνώριζε τους συνδρομητές των αριθμών που επεξεργαζόταν και δεν αντιλαμβάνεται, μέχρι σήμερα, γιατί ο ίδιος να θεωρείται ότι έχει διαπράξει αυτές τις κολάσιμες ποινικά πράξεις. Όλα τα CDR's που επεξεργάστηκε ήταν για συγκεκριμένους σκοπούς και αυτοί ήταν σκοποί της ΑΤΗΚ. Επειδή στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία στις 20/02/10 και στις 2/03/10 Τεκμήρια 55 και 57 ανέφερε ότι λάμβανε οδηγίες από διάφορους συνεργάτες του και προϊσταμένους του σε σχέση με τις ενέργειες αυτές, επέμενε και κατά την προφορική του μαρτυρία ότι του δόθηκαν τέτοιες οδηγίες και ότι έτσι δούλευε για 12 χρόνια. Η κα Ναθαναήλ αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα ονόματα συνδρομητών π.χ. της Αντωνίας Λοΐζου που ήταν μία εκ των συνδρομητών της οποίας ο αριθμός τηλεφώνου έτυχε επεξεργασίας και ερωτώμενος γιατί προέβηκε στις όποιες ενέργειες σε σχέση με τον εν λόγω συνδρομητή, ανέφερε ότι η ίδια η κα Λοΐζου του είχε αναθέσει να ελέγξει τον λόγο που δεν μπορούσε να παραλάβει MMS στο κινητό της τηλέφωνο. Η έρευνα που έκανε ήταν με δική της εξουσιοδότηση. Είπε επίσης ότι οι συνάδελφοί του, του ζητούσαν επανειλημμένα να τους εξυπηρετήσει παρεμβαίνοντας ουσιαστικά στα προσωπικά δεδομένων συνδρομητών της ΑΤΗΚ. Ο ίδιος ουδέποτε συναίνεσε και επέμενε ότι τα αρχεία που βρέθηκαν στον υπηρεσιακό του φορητό υπολογιστή ήταν για τους λόγους που εξήγησε και θεωρεί ότι η σύλληψή του και ακολούθως η παρούσα ποινική υπόθεση αλλά και όσα του καταλογίζονται είναι εσκεμμένα επειδή αρνείτο να εκτελέσει οδηγίες ανωτέρων του και μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΤΗΚ, τις οποίες γνώριζε ότι ήταν παράνομες. Ο Κατηγορούμενος έδωσε μεγάλη σημασία σε ένα τεκμήριο που κατέθεσε ο ίδιος και το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 82 (σημειώνω ότι προφανώς εκ λάθους ο κ. Κυπρίζογλου στην αγόρευση του αναφέρεται στο εν λόγω τεκμήριο ως Τεκμήριο 79), το οποίο είναι ένα email ημερ. 22.2.2005 από τον υπάλληλο της ΑΤΗΚ Χρίστο Λιμνατίτη το οποίο απευθύνθηκε στους υπαλλήλους της ΑΤΗΚ Χαράλαμπο Παπαδόπουλο, Μάριο Σκώττη, Χρίστο Γεωργιάδη και Ιάκωβο Μαυρουδή και κοινοποιήθηκε στους Άριστο Ριρή και Παναγιώτη Παναγή επίσης υπαλλήλους της ΑΤΗΚ και αναφέρει τα ακόλουθα: «Σας εκφράζω τις ευχαριστίες και τον αποτελεσματικό εντοπισμό και σύντομη (προσωρινή) επίλυση του προβλήματος της διπλής πίστωσης για μη παραδοθέντα MMS» για να αναφέρει ότι αυτόν αποτελεί απόδειξη του ότι μέλος των καθηκόντων του ήταν να ελέγχει και τα θέματα κοστολόγησης. Σε σχέση με το εν λόγω τεκμήριο αναφέρω πρώτα από όλα την ημερομηνία του που είναι κατά πολύ προγενέστερο των επίδικων ημερομηνιών που εξετάζονται στην παρούσα υπόθεση και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να υποδηλώνει ποια ήταν τα καθήκοντα του Κατηγορούμενου την δεδομένη στιγμή της αποστολής του εν λόγω email. Σημειώνω επίσης ότι αυτό το email απευθύνεται σε 4 πρόσωπα ένα εκ των οποίων ο Κατηγορούμενος και δίνει σε όλους μαζικά συγχαρητήρια για την εργασία τους. Δεν αναφέρει ποιος ήταν ο ρόλος του κάθε ενός στο να εντοπιστεί και να επιλυθεί το πρόβλημα και είναι η θέση μου ότι δεν μπορεί το Δικαστήριο από αυτό το έγγραφο και μόνο να εξάξει το συμπέρασμα που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, δηλαδή ότι ενέπιπτε στα καθήκοντα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε ελέγχους για σκοπούς κοστολόγησης. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι στις 2 ανακριτικές του καταθέσεις αναφορά στις οποίες έχει γίνει πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος είχε τη θέση ότι οι προϊστάμενοί του Μάριος Σκώττης και Γιώργος Μορφίτης του έδωσαν οδηγίες να συγκεντρώσει αρχεία χρεωστικών δεδομένων για συγκεκριμένους αριθμούς τηλεφώνων και όχι υπηρεσιακά νούμερα που χρησιμοποιούνται για σκοπούς testing, για σκοπούς στατιστικών μετρήσεων χρεώσεων και ελέγχους συγκεκριμένων αναβαθμίσεων. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ήταν, όπως επίσης ανέφερε, να διασφαλίζει 6 μήνες χρεωστικά δεδομένα στη βάση διαδικασιών ISO, σε ειδικές ταινίες-κασέτες που αποθηκεύονταν σε χρηματοκιβώτιο στη Λευκωσία. Το ότι υπήρχαν ταινίες-κασέτες που περιείχαν αρχεία πέρα των 6 μηνών οφείλεται προφανώς στο ότι δεν υπήρχε αριθμητική σειρά για το ποια κασέτα επιλεγόταν για να γίνει σε αυτήν επανεγγραφή. Ήταν και τότε η θέση του ότι δεν γνωρίζει κανένα από τους συνδρομητές των αριθμών που είχε επιλέξει τυχαία για σκοπούς των δικών του καθηκόντων και ρωτήθηκε συγκεκριμένα για τους αριθμούς τηλεφώνων συνδρομητών της ΑΤΗΚ που παραπονέθηκαν και απάντησε ότι κανένα από αυτούς δεν γνωρίζει. Ανέφερε επίσης ότι συνάδελφοι του επίσης έτυχε να του πουν να ελέγξει συγκεκριμένους συνδρομητές μετά από παράπονα που είχαν λάβει ότι αντιμετωπίζουν προβλήματα και πάλι οι ο ίδιος δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι συνδρομητές. Σε ό,τι αφορά το ότι μεταφέρθηκαν εκτός του συστήματος ΕΜΜ στον φορητό ηλεκτρονικό του υπολογιστή αρχεία, θέση του είναι ότι οι ενέργειες αυτές έγιναν στα πλαίσια αναβαθμίσεων ή αλλαγών και ότι με αυτό τον τρόπο μπορούσε να εντοπίσει πιθανά προβλήματα του συστήματος. Ανέφερε επίσης τότε ότι οι κλήσεις που βρίσκονται στο σύστημα ΕΜΜ είναι κωδικοποιημένες σε τέτοια μορφή που δεν μπορούν να διαβαστούν από το ανθρώπινο μάτι και για να μπορεί ο ίδιος να διερευνήσει πρόβλημα χρέωσης ή να ελέγξει χρέωση μετά από αναβάθμιση, έπρεπε να δημιουργήσει μία λιγότερο κωδικοποιημένη μορφή, διαδικασία η οποία ήταν πολύ χρονοβόρα και γι΄ αυτό μπορεί να φύλαγε αυτά τα δεδομένα στον προσωπικό του υπολογιστή, για να μην χρειαστεί να επαναλάβει χρονοβόρες διαδικασίες για επίλυση προβλημάτων. Επίσης επειδή υπήρχαν πολλά σενάρια πραγματοποίησης κλήσεων και πάλι για σκοπούς αποφυγής επανάληψης επανάληψης διπλής και τριπλής χρονοβόρας διαδικασίας από τον ίδιο αποθήκευσε στο προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή διάφορες ενέργειες. Ανέφερε επίσης ότι λανθασμένα είχε αναφερθεί στους ανακριτές από τους προϊσταμένους του ότι όλοι οι έλεγχοι έπρεπε να γίνονταν με αριθμούς testing, ειδικά σε θέματα αναβαθμίσεων δεν ελέγχονταν μόνο αριθμοί testing. Όπως καθίσταται σαφές η θέση του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση και η υπεράσπιση που προέβαλλε είχε διαφοροποιήσεις σε διάφορα χρονικά διαστήματα. Αρχικά είχε αρνηθεί ότι αποθήκευσε οποιαδήποτε δεδομένα και αρνήθηκε ότι είχε στοχεύσει οποιουσδήποτε αριθμούς συνδρομητών της ATHK. Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, όμως με την οποία έγιναν αποδεχτοί προς κατάθεση οι ψηφιακοί δίσκοι επί των οποίων βρίσκονται όλες οι πληροφορίες που είχε μαζέψει, η θέση του διαφοροποιήθηκε και ισχυρίστηκε ότι οι ενέργειες του ήταν στα πλαίσια των καθηκόντων του και με βάση οδηγίες προϊσταμένων του και ότι μ΄ αυτό τον τρόπο εργαζόταν και τα 12 χρόνια που ήταν υπάλληλος της ΑΤΗΚ, χωρίς ποτέ κανένα παράπονο ή παρατήρηση από τον προϊστάμενο του. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι πάντοτε βαθμολογείτο ως εξαίρετος, ότι κανένας προϊστάμενός του δεν του ανέφερε τα ακριβή του καθήκοντα για να γνωρίζει ότι τυχόν ενέργειές του μπορεί να είναι σε αντίθεση με αυτά, ουδέποτε έλαβε σωστή εκπαίδευση για το σύστημα ΕΜΜ από σεμινάρια του κατασκευαστή αναφέροντας ότι η δική του γνώση προκύπτει καθαρά από την εμπειρία και την τριβή του και ότι όλες του οι πράξεις ήταν εντός των καθηκόντων του και αφορούσαν διαχείριση συστήματος, διαχείρισης δεδομένων που φυλάγονταν στο σύστημα ΕΜΜ για σκοπούς στατιστικών και/ή χρεώσεις με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της ΑΤΗΚ και των συνδρομητών της. Έχει ήδη αναφερθεί ότι ο Κατηγορούμενος αρχικά είχε τη θέση ότι δεν προέβηκε σε καμιά από τις ενέργειες που του καταλογίζονται. Ακολούθως ισχυρίστηκε ότι οι ενέργειες αυτές περιλαμβάνονταν στα καθήκοντα του και ότι κανένας δεν του εξήγησε κάτι περί του αντιθέτου, ότι ήταν εξαίρετος υπάλληλος και σίγουρα ουδέποτε είχε παραβιάσει το σύστημα ISO
- Σε κάποια στιγμή στις καταθέσεις του ανέφερε ότι του είχαν δοθεί οδηγίες από τους ανωτέρους του να πράττει κατ' αυτό τον τρόπο, ενώ ισχυρισμός του ήταν επίσης ότι όλες οι ενέργειες του έγιναν στα πλαίσια κανονικής εκτέλεσης των καθηκόντων του για σκοπούς κοστολόγησης, στατιστικών και αποφυγής υπερχρέωσης πελατών της CYTA. Τις θέσεις του αυτές τις αντέκρουσαν όπως έχει ήδη αναφερθεί, έντονα μάλιστα, οι μάρτυρες κατηγορίας Λούκας Ρωσσίδης και Μάριος Σκώττης αλλά και οι Γιώργος Μορφίτης, Αντώνης Αντωνίου καθώς και ο Φίλιππος Τσιώλης. Συγκεκριμένα, ο Λούκας Ρωσσίδης ΜΚ2 επέμενε ότι:
- Ο Κατηγορούμενος στόχευε εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις, επιμένοντας ότι οι εισερχόμενες κλήσεις δεν αφορούσαν θέμα τιμολογήσεων.
- Ο Κατηγορούμενος δημιουργούσε αρχεία με καταστάσεις κλήσεων συγκεκριμένων πελατών, οι οποίες δεν πραγματοποιήθηκαν πρόσφατα αλλά αφορούσαν κλήσεις που διενεργήθηκαν στο παρελθόν μέχρι και είκοσι
(20)μέρες προηγουμένως, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι ήταν άνευ σημασίας ο ισχυριζόμενος έλεγχός του.
- Σε περιπτώσεις ελέγχου (testing) για σκοπούς ελέγχου χρεώσεων, χρησιμοποιούνται συγκεκριμένοι υπηρεσιακοί αριθμοί ή test numbers σε αντίθεση με τους αριθμούς που στόχευσε ο Κατηγορούμενος οι οποίοι αφορούσαν προσωπικά δεδομένα πελατών της ΑΤΗΚ.
- Δεν εμπίπτουν στα καθήκοντα του Κατηγορουμένου οι ενέργειες στις οποίες προέβαινε ο Κατηγορούμενος και γι' αυτό, είχε ενημερωθεί από τον Προϊστάμενό του Π. Παντζιαρή, Λειτουργό Ασφάλεια Πληροφοριών, ο οποίος διετέλεσε και Προϊστάμενος στη μονάδα Κινητής Τηλεφωνίας της Cyta και είχε σχετικές γνώσεις.
- Έγινε προσπάθεια στόχευσης του αριθμού 97786501 στις 28/1/2010 και 29/1/2010, ο οποίος δεν ήταν πελάτης της ΑΤΗΚ και ως εκ τούτου δεν υπήρχαν δεδομένα κλήσεων γι΄ αυτόν, γεγονός που καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος ενεργούσε κατόπιν εντολών τρίτων για στόχευση αριθμών που του δίνονταν.
- Δεν ήταν καθήκον του Κατηγορούμενου η διαχείριση παραπόνων αναφορικά με χρεώσεις και ούτε υπήρχαν καταγραμμένα από την ΑΤΗΚ παράπονα από τους κατόχους των αριθμών που στοχεύτηκαν. Ο Μάριος Σκώττης ΜΚ3 ανέφερε ότι τα καθήκοντα του Κατηγορούμενου σαν τεχνικός διαχειριστής του συστήματος EMM ήταν:
- Καθημερινός έλεγχος στο σύστημα με βάση τις οδηγίες του κατασκευαστή.
- Επίλυση βλαβών στο σύστημα με βάση οδηγίες του κατασκευαστή και στην περίπτωση που δεν μπορεί να επιλύσει τη βλάβη από μόνος του να ζητήσει βοήθεια από την προμηθεύτρια Εταιρεία Ericsson.
- Δημιουργία εφεδρικών αρχείων του συστήματος.
- Δημιουργία και διατήρηση εφεδρικών αρχείων με δεδομένη χρήση τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (CDRs).
- Παροχή βοήθειας και υποστήριξης στην προμηθεύτρια Εταιρεία Ericsson σε περιπτώσεις αναβαθμίσεων του συστήματος EMM.
- Παροχή βοήθειας και υποστήριξης στους διαχειριστές άλλων συστημάτων που τροφοδοτούν το σύστημα EMM με αρχεία CDRs όταν αυτά αναβαθμίζονται ή γίνονται αλλαγές στα συστήματα αυτά. Ο Μ. Σκώττης τόνισε επίσης ότι είναι ευθύνη των υπεύθυνων των συστημάτων που παράγουν τα αρχεία CDRs να επιβεβαιώνουν την ορθότητα των πληροφοριών που περιέχουν. Δεν είναι ευθύνη του διαχειριστή του συστήματος ΕΜΜ να επιβεβαιώνει την ορθότητα των πληροφοριών που περιέχουν τα αρχεία CDRs. Η ευθύνη του τεχνικού διαχειριστή του συστήματος ΕΜΜ περιορίζεται μόνο στο να επιβεβαιώνει την αξιοπιστία των αρχείων CDRs αναφέροντας ότι μπορεί ένα αρχείο CDR να αποκωδικοποιηθεί κάτι που ούτως η αλλιώς γίνεται αυτόματα από το σύστημα και ότι σε περίπτωση που εντοπιστεί πρόβλημα, υπάρχει συναγερμός. Επιπρόσθετα, ο Μ. Σκώττης ανέφερε ότι υπήρχαν μεμονωμένες περιπτώσεις που έπρεπε να εντοπιστούν κλήσεις φωνής ή SMS πραγματικών αριθμών συνδρομητών της ΑΤΗΚ αλλά μόνο (δική μου υπογράμμιση) μετά από γραπτό παράπονο του συνδρομητή και ανάφερε ως παράδειγμα μήνυμα το οποίο στάλθηκε από τράπεζα σε πελάτη της με το υπόλοιπο του λογαριασμού του και αυτός ισχυρίστηκε ότι δεν το παρέλαβε. Ο Μ. Σκώττης τόνισε ότι και σε τέτοια περίπτωση ελέγχου μετά από παράπονο, ο έλεγχος στο σύστημα ΕΜΜ γινόταν μόνο για εντοπισμό του συγκεκριμένου CDR. Ο Μ. Σκώττης ανάφερε ότι η δική του ομάδα είχε test αριθμούς για σκοπούς ελέγχων αλλά τα καθήκοντα του Κατηγορούμενου δεν περιλάμβαναν την εκτέλεση ελέγχων με τη χρήση test αριθμών ή οποιωνδήποτε άλλων αριθμών ώστε να γνώριζε τους αριθμούς αυτούς. Ο Μ. Σκώττης τόνισε επανειλημμένα ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν ήταν εντός των καθηκόντων του Κατηγορουμένου αντίθετα, οι έλεγχοι αυτοί ήταν ευθύνη των αντίστοιχων διαχειριστών των συστημάτων (πχ sms, κλήση φωνής, προπληρωμένη κλπ). Ο Μ. Σκώττης ανάφερε ότι μέσα στα καθήκοντα του Κατηγορουμένου ήταν η διατήρηση εφεδρικών αρχείων CDRs και τόνισε ότι υπάρχει εσωτερική διαδικασία (ISO), η οποία ορίζει πως διατηρούνταν τα εφεδρικά αρχεία. Υπεύθυνος δημιουργίας και φύλαξης των εφεδρικών αρχείων CDR ήταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε σαφείς οδηγίες να διατηρεί τα αρχεία αυτά μέχρι έξι μήνες. Ο Μ. Σκώττης σε ερώτηση που του έγινε από τον Δικηγόρο υπεράσπισης, απέκλισε οποιαδήποτε περίπτωση οι ενέργειες αυτές του Κατηγορουμένου να εμπίπτουν εντός των καθηκόντων του, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι το να τηλεφωνά κάποιος με απόκρυψη κλήσης και εσύ να βρίσκεις ποιος το έκανε, δεν είναι για νόμιμο λόγο. Ο Μ. Σκώττης ανάφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος είχε λάβει μέτρα ώστε να μπορεί να κρύβει τις ενέργειες που έκανε. Συγκεκριμένα είχε γράψει script (πρόγραμμα που τρέχει κάτω από κέλυφος του λειτουργικού συστήματος) που ο σκοπός του ήταν, τρέχοντας το script, να μπορεί να εξαλείψει σε δευτερόλεπτα τις ενέργειές του και όλα τα ίχνη που πιθανόν να υπήρχαν στο σύστημα ΕΜΜ ως αποτέλεσμα των ενεργειών του. Στην συνέχεια ο Μ. Σκώττης περιέγραψε το script και πως λειτουργούσε, δηλαδή ότι σταματούσε στην εφαρμογή με απότομο τρόπο παρομοιάζοντας την ενέργεια αυτή «ως να βγάζεις την πρίζα από τον τοίχο, ενώ ο Ηλεκτρονικός Υπολογιστής βρίσκεται σε λειτουργία», ότι έσβηνε στοιχεία από διάφορους φακέλους και ότι έσβηνε από την οθόνη το τι έγραφε ώστε κάποιος που πλησίαζε στην οθόνη του να μην δει τι έκανε. Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του Μ. Σκώττη, υποδείχτηκε στο μάρτυρα το Τεκμήριο 18.1 για το οποίο επεξήγησε ότι αφορούσε εξερχόμενες κλήσεις φωνής για συνδρομητή της προπληρωμένης κινητής τηλεφωνίας (SoEasy) και ο Κατηγορούμενος δεν είχε καμία δικαιολογία να τα ελέγξει για σκοπούς ελέγχου, εφόσον οι χρεώσεις για τους συνδρομητές αυτούς γίνονται από άλλο σύστημα χωρίς να χρησιμοποιούνται αρχεία CDRs. Σε διευκρινιστική ερώτηση που του έγινε από την υπεράσπιση ότι υπήρχε πρόβλημα στις χρεώσεις του συνδρομητή και ότι ο Κατηγορούμενος εξήγαγε από το σύστημα EMM αρχεία με τα CDRs του συνδρομητή για σκοπούς διερεύνησης του παραπόνου, ο Μ. Σκώττης απάντησε ότι άλλη ομάδα ήταν υπεύθυνη για να χειρίζεται αυτά τα παράπονα και σε καμία περίπτωση η δική του ομάδα και κατά επέκταση ούτε ο Κατηγορούμενος. Επίσης τόνισε ότι το παράπονο αυτό θα έπρεπε να υπάρχει καταγραμμένο στην ΑΤΗΚ. Ο Μ. Σκώττης επίσης ανάφερε ότι τον Μάιο 2009 έγινε από τον οίκο Praesidium έρευνα με σκοπό να διασφαλίσει την ασφάλεια των δικτύων της ΑΤΗΚ. Στα πλαίσια της έρευνας η Praesidium συνάντησε τους προϊστάμενους των διάφορων τμημάτων που είχαν συστήματα που δημιουργούν, επεξεργάζονται και αποθηκεύουν CDRs και έκαναν προσωπικές συνεντεύξεις σε όλο το προσωπικό που εμπλέκετε στα εν λόγο συστήματα. Σκοπός τους ήταν να εντοπίσουν τυχόν αδύνατα σημεία στα διάφορα συστήματα ή στις διαδικασίες που υπήρχαν στην ΑΤΗΚ σε σχέση με τον χειρισμό των CDRs. Ανάμεσα στα άτομα που έδωσαν συνέντευξη ήταν ο ίδιος και ο Κατηγορούμενος. Η συνέντευξη είχε σκοπό να καταγράψει τις ενέργειες των χρηστών στα διάφορα συστήματα της ΑΤΗΚ. Όταν ολοκλήρωσαν την έρευνα, η Praesidium παρέδωσε στην ΑΤΗΚ έκθεση (report) με τα ευρήματά τους. Στην έκθεση αναφέρουν για το σύστημα ΕΜΜ, ότι ο μόνος έλεγχος που γινόταν στα αρχεία CDRs ήταν για την αξιοπιστία των CDRs (corruption). Δεν έγινε πουθενά αναφορά σε ελέγχους ορθότητας των αρχείων CDRs. Ο Κατηγορούμενος δεν ανάφερε στους εξεταστές της Praesidium ότι προέβαινε σε οποιοσδήποτε ελέγχους στα αρχεία CDRs. Επίσης, η έκθεση αναφέρει ότι τα εφεδρικά αρχεία CDRs φυλάσσονταν για έξι μήνες. Η έκθεση με τα ευρήματά τους κοινοποιήθηκε σε όλους τους εξεταζόμενους και ο Κατηγορούμενος δεν έκανε κάποιο σχόλιο. Ο Μ. Σκώττης ανέφερε ότι σε διάφορες συναντήσεις που είχε με την ομάδα του, ανάφερε στους υφιστάμενους του πολλές φορές ότι θα έπρεπε να ήταν πολύ προσεκτικοί ειδικά με συστήματα που είχαν προσωπικά δεδομένα συνδρομητών και ποτέ να μην δίδουν πληροφορίες για συνδρομητές σε κανένα. Στις περιπτώσεις που επιβαλλόταν όπως για παράδειγμα μετά από Διάταγμα Δικαστηρίου ή αίτημα για χειρισμό παραπόνου πελάτη, θα έπρεπε να προηγηθεί η έγκριση της Ιεραρχίας. Επίσης ο Μ. Σκώττης ανάφερε ότι η δικιά του ομάδα δεν είχε επαφή με πελάτες της ΑΤΗΚ. Ο Μ. Σκώττης είπε εν τέλει ότι ο Kατηγορούμενος ποτέ δεν του ανάφερε τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβαινε, ούτε και τις ανάφερε ποτέ στις υπηρεσιακές του αξιολογήσεις, ούτε το ανάφερε στην Praesidium, ούτε ανάφερε κάτι στις συναντήσεις της ομάδας. Σύμφωνα με τον Γιώργο Μορφίτη ο Κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά τα καθήκοντα του, ότι η ΑΤΗΚ εγκατέστησε σύστημα διαχείρισης απόρρητων πληροφοριών και εκδόθηκε σχετικό εγχειρίδιο για τις υποχρεώσεις των υπαλλήλων σε σχέση με το απόρρητο των πληροφοριών και όλοι οι υπάλληλοι της ΑΤΗΚ γνωρίζουν όλες τις εγκύκλιους και οδηγίες που τους αποστέλλονταν μέσω των ηλεκτρονικών τους υπολογιστών και επιβεβαίωσε ότι όλους αυτούς τους ελέγχους που έγιναν για διατήρηση της πιστοποίησης ISO από την ΑΤΗΚ, ουδέποτε αναφέρθηκε παραβίαση διαδικασιών ISO από τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον Αντώνη Αντωνίου που ήταν ο υπεύθυνος της ομάδας πληροφορικής της ΑΤΗΚ της οποίας αντικείμενο είναι οι χρεώσεις όλων των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας που χρησιμοποιούν οι πελάτες της ΑΤΗΚ, οι ενέργειες του Κατηγορούμενου μέσω του EMM δεν δικαιολογούν ελέγχους για χρεώσεις και επαλήθευση χρεώσεων. Η ορθότητα των καταγραφών CDRs είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ορθή χρέωση των πελατών και απέκλεισε τη θέση του Κατηγορούμενου ότι οι ενέργειες του είχαν σχέση με την ορθή κοστολόγηση και ακολούθως χρέωση των πελατών της ΑΤΗΚ. Απέρριψε τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου στην κατάθεση του ότι ο ίδιος του είχε δώσει οδηγίες για τέτοιες ενέργειες και ανέφερε συγκεκριμένα ότι έλεγχοι για την ορθότητα καταγραφής CDRs γίνονται σύμφωνα με θεσμοθετημένες διαδικασίες της ΑΤΗΚ σε δύο περιπτώσεις, όταν γίνεται αναβάθμιση συστήματος λόγω τεχνικής ανάγκης ή γίνεται αντικατάσταση συστήματος με νέο σύστημα που διαθέτει διαφορετικές δυνατότητες. Είπε επίσης ότι ευθύνη για εφαρμογή των ορθών τελών έχει η δική του ομάδα και ότι για την τιμολόγηση χρησιμοποιείται μόνο το CDR που γράφει μόνο την εξερχόμενη υπηρεσία από τον καλούντα προς τον καλούμενο. Διάψευση των θέσεων του Κατηγορούμενου προήλθε και από τον Φίλιππο Τσιώλη ο οποίος σε σειρά ερωτήσεων που του έγιναν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι δεν είναι στα καθήκοντα του διαχειριστή του συστήματος EMM η δημιουργία αρχείων CDRs με τις εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις φωνής συνδρομητών και ούτε η μετατροπή των αρχείων CDRs σε ASCII μορφή τονίζοντας ότι τα αρχεία CDRs προορίζονται για χειρισμό από συστήματα και δεν υπάρχει κανένας λόγος να τα διαβάσει άνθρωπος. Στην συνέχεια ο Φ. Τσιώλης ανέφερε ότι δεν μπορούσε να σκεφτεί κάποιο λόγο που ο Κατηγορούμενος από το αρχείο με τις εξερχόμενες κλήσεις φωνής δημιουργούσε πέντε νέα αρχεία με τους αριθμούς που κάλεσε ο στοχευόμενος αριθμός, με τις ημερομηνίες των κλήσεων, με τις ώρες των κλήσεων, με τις διάρκειες των κλήσεων και τα στοιχεία των σταθμών βάσεων που εξυπηρέτησαν τις κλήσεις. Επίσης, ο Φ. Τσιώλης ανέφερε ότι δεν μπορούσε να σκεφτεί κάποιο λόγο που ο Κατηγορούμενος από το αρχείο με τις εισερχόμενες κλήσεις φωνής δημιούργησε πέντε νέα αρχεία με τους αριθμούς που κάλεσαν τον στοχευόμενο αριθμό, με τις ημερομηνίες των κλήσεων, με τις ώρες των κλήσεων, με τις διάρκειες των κλήσεων και τα στοιχεία των σταθμών βάσεων που εξυπηρέτησαν τις κλήσεις. Τέλος ο Φ. Τσιώλης ανέφερε ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί ο Κατηγορούμενος μετέφερνε τα πιο πάνω αρχεία στο προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή ούτε γιατί ο Κατηγορούμενος επαναλάμβανε τις πιο πάνω ενέργειες σε τακτά χρονικά διαστήματα. Στην συνέχεια ο Φ. Τσιώλης ανάφερε ότι ΚΑΜΜΙΑ (δική μου υπογράμμιση) επεξεργασία CDRs από τον διαχειριστή του συστήματος ΕΜΜ για κλήσεις που έγιναν με απόκρυψη αριθμού μπορεί να δικαιολογηθεί. Ο Φ. Τσιώλης ανάφερε ότι από τις γνώσεις και την πείρα του δεν δικαιολογούνται οι οποιοιδήποτε έλεγχοι ορθότητας CDR από διαχειριστή του συστήματος ΕΜΜ και ούτε έχει ξανακούσει κάτι τέτοιο. Αφού έχω θέσει το πλαίσιο της μαρτυρίας που δόθηκε τόσο μέσω των εγγράφων και τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί στην παρούσα υπόθεση, πέραν της διά ζώσης μαρτυρίας η οποία επίσης έχει αναφερθεί, έρχομαι τώρα να αξιολογήσω τους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να μπορέσει ακολούθως να γίνει δυνατή η διαπίστωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
- Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26/3/2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26/1/2006. Σε ότι αφορά τους μάρτυρες που παρουσιάζονται στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες, όπως έχει νομολογηθεί, η εμπειρογνωμοσύνη δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzvme Corporation, Πολ. Εφ. 316/2010 ημερ. 21.2.2013, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Στο τέλος του 19ου αιώνα, οι εμπειρογνώμονες, με τη σύγχρονη έννοια, έγιναν «βασικοί παίκτες» στις δικαστικές διαδικασίες. Με το χρόνο όμως τέθηκαν φραγμοί και δικλείδες ασφαλείας στην παρουσίαση τέτοιας μαρτυρίας που βοήθησαν στην μείωση της δυνατότητας τυχόν κατάχρησης. Το όλο ζήτημα στην Μεγάλη Βρετανία διέπεται πλέον από νομοθετική ρύθμιση (βλ. Civil Evidence Act 1972 s.3
(1))». Όπως έχει περεταίρω νομολογηθεί, η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα είναι εξαίρεση στο κανόνα ότι ο μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί του επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας: «...να δώσει στο δικαστήριο τ' αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για το δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με τη μαρτυρία.» (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v. Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34). Στην National Justice Company Naviera v. Prudential Ass. Co. Ltd (Ikaria Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το δικαστήριο. Όσον αφορά το καθήκον του δικαστηρίου προς αυτής της φύσεως μαρτυρία βλ. την ΧΥΖ and Others ν, Shering Health Care Ltd and Others
(2002)EWHC 1420 (QB). Προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας». Η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, ώστε να μπορεί να σχηματίσει ιδίαν ανεξάρτητη γνώμη (Davie v. Edinborough Magistrates
(1953)SC 34, Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 97, Κουππής ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 361, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Τα δε γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η γνώμη του, πρέπει να είναι γεγονότα που αποδεικνύονται με, αποδεκτή από Δικαστήριο, μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Οδυσσέως (πιο πάνω), η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υποβάθρου, ενώ η αποτυχία απόδειξης του υπόβαθρου αυτού, αφήνει την γνώμη του εμπειρογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία. Περαιτέρω, λέχθηκε ότι, όσο και αν είναι δυνατόν να αναφερθεί ο εμπειρογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη προς την ύπαρξη τους. Στην υπόθεση Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361.Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Δ.Δ. 984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1988] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "Τhe court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter." Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες στο Δικαστήριο ενώ έδιδαν την μαρτυρία τους και παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους έχουν τεθεί όπως επίσης και την όλη στάση τους στη διαδικασία. Θεωρώ ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει προβλήματα. Γενικά αναφέρω ότι όλοι οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, τόσο αυτοί που κρίνω ότι είναι εμπειρογνώμονες και στους οποίους θα αναφερθώ πιο κάτω, αλλά και οι υπόλοιποι μάρτυρες που παρουσιάστηκαν, θεωρώ ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας και έχουν πει τα γεγονότα στο Δικαστήριο όπως ακριβώς τα έζησαν και τα διαπίστωσαν προσωπικά χωρίς να προσπαθήσουν να παρουσιάσουν οτιδήποτε με τρόπο που να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με σκοπό να βοηθήσουν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Ο ΜΚ1 Λοχίας 1783 Σ. Ζαχαρίου, περιορίστηκε ουσιαστικά στις ενέργειες του με βάση τις οδηγίες που έλαβε για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Ο μάρτυρας αυτός όταν δεν μπορούσε να απαντήσει σε κάποια ερώτηση, ανέφερε τούτο αμέσως στο Δικαστήριο χωρίς υπεκφυγές, και όταν τα θέματα για τα οποία μαρτυρούσε αφορούσαν ενέργειες άλλων προσώπων, επίσης ανέφερε το γεγονός αυτό ευθέως. Όπως ο ίδιος ειδικά ανέφερε, έλαβε από τον συνάδελφο του Λοχία 15, Πιερή Νεοκλέους, τον ψηφιακό δίσκο ο οποίος αποτελούσε ουσιαστικά την καταγραφή των ενεργειών του Κατηγορούμενου τον οποίο το εν λόγω πρόσωπο έλαβε από τον Λουκά Ρωσσίδη. Και ήταν στο στάδιο αυτό της μαρτυρίας του που είχε γίνει και η διαδικασία της δίκης εντός δίκης. Πέραν επ' αυτής ουσιαστικά της ένστασης από πλευράς συνηγόρου του Κατηγορούμενου, οι ενέργειες του ΜΚ1 έμειναν ουσιαστικά αναντίλεκτες, χωρίς βέβαια να διαλανθάνει της προσοχής μου ότι οι ενστάσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης σε σχέση με την αποδεκτότητα των τεκμηρίων θα πρέπει να εξεταστούν. Ο εν λόγω μάρτυρας έχει καταθέσει επίσης στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια τα οποία ο ίδιος έλαβε στα πλαίσια των οδηγιών του και αποδέχομαι ότι ο ίδιος είχε τη φύλαξη τους, μέχρι την κατάθεση τους στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ2, Λουκάς Ρωσσίδης, ο οποίος ήταν, από τους πιο ουσιώδεις μάρτυρες για την Κατηγορούσα Αρχή, μου έχει κάνει εξαιρετική εντύπωση. Οι απαντήσεις του στο Δικαστήριο σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, ήταν τεκμηριωμένες, συνοπτικές και απαντούσε στην ουσία των ερωτημάτων που του τέθηκαν χωρίς να πλατειάζει ή να καταφεύγει σε υπερβολές. Είναι το πρόσωπο προς το οποίο είχαν δοθεί οι οδηγίες για να διερευνηθούν οι ενέργειες του Κατηγορούμενου και ήταν το πρόσωπο στο οποίο είχε και εξασφαλιστεί με σχετικές διαδικασίες πρόσβαση τόσο στο δωμάτιο όπου φυλασσόταν το EMM, αλλά και στα διάφορα έγγραφα και μηχανήματα τ