← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΣΩΤΗΡΗ ΑΡΓΥΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17003/12, 10/12/2015

ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΣΩΤΗΡΗ ΑΡΓΥΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 17003/12, 10/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17003/12 ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ -εναντίον- ΣΩΤΗΡΗ ΑΡΓΥΡΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Ιωάννου. Για τον Κατηγορούμενο: κος Λουκά. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ ·························· Ο Κατηγορούμενος, είναι ιδιοκτήτης υποστατικού το οποίο βρίσκεται στην οδό Αισχύλου 77, εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας. Στις 8/12/2010, εξασφάλισε προσωρινή Πολεοδομική Άδεια από την Κατηγορούσα Αρχή, για αλλαγή χρήσης του εν λόγω υποστατικού, από κατάστημα σε μπαρ. Η προσωρινή πολεοδομική άδεια θα είχε ισχύ μέχρι τις 7/12/

  1. Σε συνέχεια της πιο πάνω προσωρινής άδειας, εξασφάλισε (α)από τον Έπαρχο Λευκωσίας, άδεια μεγάφωνων για το υποστατικό του, (β) από την Κατηγορούσα Αρχή άδεια για πώληση οινοπνευματωδών ποτών εντός και εκτός του υποστατικού και (γ) από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού άδεια λειτουργίας του υποστατικού. Ακολούθως έκανε αίτηση για παράταση της προσωρινής πολεοδομικής άδειας, και στις 17/2/2012, η Κατηγορούσα Αρχή με επιστολή της, τον ενημέρωσε ότι η αίτησή του έχει απορριφθεί. Κατά της πιο πάνω απόφασης καταχώρησε Ιεραρχική Προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε και ακολούθως καταχώρησε, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, την προσφυγή υπ΄ αριθμό 13/
  2. Τα πιο πάνω προκύπτουν από παραδεκτά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 6/7/2012, καταχωρήθηκε το παρόν κατηγορητήριο, σύμφωνα με το οποίο, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες για παραβάσεις του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφάλαιο
  3. Ειδικότερα κατηγορείται ότι:
  4. Κατά ή περί τις 7/6/2012 και μέχρι σήμερα, εις άγνωστον ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή, μετέτρεψε την χρήση του υποστατικού του από κατάστημα σε μπαρ, χωρίς να εξασφαλίσει εκ των προτέρων, άδεια από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)(ε) και
(2)(α), 20
(1)(α)
(2)και
(3)(β)και (γ) του Κεφαλαίου
  1. Κατά ή περί τις 7/6/2012 και μέχρι σήμερα, εις άγνωστον ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή, προέβηκε σε αλλαγή χρήσης του τμήματος της αυλής μπροστά από το κατάστημα υπ΄ αρ. 4 σε υπαίθρια εστίαση, χωρίς να εξασφαλίσει εκ των προτέρων, άδεια από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(ε) και
(2)(α), 20
(1)(α)
(2)και
(3)(β)και (γ) του Κεφαλαίου
  1. Κατά ή περί τις 7/6/2012 και μέχρι σήμερα, εις άγνωστον ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή, προέβηκε σε τροποποίηση του καταστήματος υπ΄ αριθμό 4 (τροποποίηση πάγκου σερβιρίσματος μπαρ, αντικατάσταση προθήκης καταστήματος στο ισόγειο και ανέγερση αποχωρητηρίων στο μεσοπάτωμα), χωρίς να εξασφαλίσει εκ των προτέρων, άδεια από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)(β) και (ε) και
(2)(α), 20
(1)(α)
(2)και
(3)(β)και (γ) του Κεφαλαίου
  1. Ως πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, έδωσε μαρτυρία ο Δημήτρης Δημητρίου, Τεχνικός στον κλάδο Ελέγχου Αδειών και Ανάπτυξης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Λευκωσίας. Μεταξύ άλλων, στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται η επίβλεψη περιοχών εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λευκωσίας για μη αδειούχες εργασίες και χρήσεις. Το επίδικο υποστατικό σύμφωνα με την άδεια Διαχωρισμού/Οικοδομής, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, έχει ως εγκεκριμένη χρήση «κατάστημα». Αναφέρθηκε ακολούθως στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε στις 7/6/2012, κατόπιν επιτόπιου ελέγχου στο υποστατικό του Κατηγορούμενου, διαπίστωσε ότι ενώ είχε λήξει η προσωρινή Πολεοδομική Άδεια χωρίς να έχει εκδοθεί στο μεταξύ έστω προσωρινή Άδεια Οικοδομής για μετατροπή του καταστήματος σε μπαρ και παρά την απορριπτική απάντηση της Κατηγορούσας Αρχής στο αίτημά του για παράταση ισχύος της προσωρινής Πολεοδομικής Άδειας, η χρήση του υποστατικού συνέχιζε να είναι αυτή του μπαρ, χωρίς να έχει τις σχετικές άδειες, ενώ είχε υποχρέωση να το επαναφέρει στην προηγούμενη χρήση του. Επίσης, σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, διαπίστωσε αλλαγή της χρήσης τμήματος της αυλής μπροστά από το υποστατικό σε χώρο υπαίθριας εστίασης. Ακολούθως των πιο πάνω διαπιστώσεών του, ενημερώθηκε ο άμεσα προϊστάμενος του ΜΚ1, και αποστάληκε στον Κατηγορούμενο επιστολή ημερομηνίας 7/6/2012 (Τεκμήριο 7), με την οποία τον καλούσαν εντός 15 ημερών να επαναφέρει την αδειούχα χρήση του καταστήματος, σε διαφορετική περίπτωση θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Την επόμενη μέρα ο ΜΚ1, επισκέφθηκε εκ νέου το υποστατικό και έλαβε φωτογραφίες τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 . Στις 2/7/2012, αφού παρήλθε η προθεσμία των 15 ημερών που δόθηκε στον Κατηγορούμενο, επισκέφθηκε ξανά το υποστατικό και διαπίστωσε ότι δεν είχε υπάρξει συμμόρφωση. Από τις 2/7/2012, το υποστατικό είναι κλειστό. Επίσης, εκείνη την ημέρα έλαβε φωτογραφίες, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Κατέληξε λέγοντας ότι, λόγω της μη συμμόρφωσης του Κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή προχώρησε στην καταχώρηση της υπό εξέταση ποινικής υπόθεσης. Μετά το πέρας της ανάγνωσης της Γραπτής του Δήλωσης, του έγιναν διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με τις μη αδειούχες μετατροπές στις οποίες προχώρησε ο Κατηγορούμενος. Με αναφορά σε φωτογραφίες τις οποίες είχε ήδη καταθέσει ως Τεκμήρια 8, 9 και 10, εξήγησε τις μη αδειούχες, ως η θέση της Κατηγορούσας Αρχής τροποποιήσεις που έγιναν στην πρόσοψη του υποστατικού. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, από τον Κατηγορούμενο, του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος (ΜΚ1), δεν γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης. Υπήρξε η θέση του Κατηγορουμένου, ότι ο ίδιος ενήργησε σύμφωνα με τις συστάσεις και καθοδήγηση της Κατηγορούσας Αρχής, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι απαραίτητες άδειες. Μάλιστα, λόγω του ότι οι παραστάσεις της Κατηγορούσας Αρχής ήταν θετικότατες αναφορικά με τις πιθανότητες τελικής αδειοδότησης της ανάπτυξης, για αυτό και ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε επένδυση δεκάδων χιλιάδων ευρώ στο εν λόγω υποστατικό. Περαιτέρω του υπέβαλε, ότι κακώς δόθηκε προσωρινή άδεια μόνο, καθότι στο νόμο δεν προβλέπεται προσωρινή πολεοδομική άδεια. Ο ΜΚ1, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε αυτές τις θέσεις. Επίσης ήταν η θέση του Κατηγορούμενου, ότι σύμφωνα με τα όσα του ζήτησε η Κατηγορούσα Αρχή, ακολούθως της πολεοδομικής άδειας θα έπρεπε να προχωρήσει να τελειώσει την ανάπτυξη και κατόπιν επιθεώρησης θα εδίδετο η άδεια οικοδομής. Ο ΜΚ1, δεν αποδέχτηκε τη θέση αυτή του Κατηγορουμένου και είπε ότι η προσωρινή πολεοδομική άδεια εκδόθηκε σε σχέση με την αλλαγή χρήσης του υποστατικού και ακολούθως θα έπρεπε να εκδοθεί άδεια οικοδομής, η οποία ουδέποτε εκδόθηκε. Σε υποβολή του Κατηγορουμένου περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή συγκεκριμένος λειτουργός του Δήμου Λευκωσίας, τον οποίο κατονόμασε ως κάποιον Ασπρή, τον παρότρυνε μετά την έγκριση των αρχιτεκτονικών σχεδίων από τον ΚΟΤ να προχωρήσει με την ανάπτυξη και ότι οι άδειες θα του δοθούν, ο ΜΚ1 απάντησε πως δεν το γνωρίζει αυτό. Ακολούθως, του υπέβαλε ότι το Τεκμήριο 7, δηλαδή η επιστολή ημερομηνίας 7/6/2012 δεν του έχει σταλεί, θέση την οποία επίσης απέρριψε ο ΜΚ
  3. Σε σχέση με τη πρόσοψη του υποστατικού, την οποία ο Κατηγορούμενος σύμφωνα με την τρίτη κατηγορία, κατηγορείται ότι προχώρησε σε αντικατάστασή της, επιδείχτηκαν στο ΜΚ1 φωτογραφίες, σύμφωνα με τις οποίες η πρόσοψη δεν έχει αλλάξει. Ο ΜΚ1, είπε ότι αντικαταστάθηκε η προηγούμενη πρόσοψη που ήταν από γυαλί με νέα από συρώμενο γυαλί. Αν και ρωτήθηκε δεν γνώριζε να πει πως ήταν η προθήκη προηγουμένως. Του υποβλήθηκε ότι ο δρόμος στον οποίο ευρίσκεται το υποστατικό είναι ιδιωτικός και ο ΜΚ1, συμφώνησε ότι είναι ιδιωτική αυλή κοινόχρηστη για όλους. Σε ερώτηση πότε ήταν η τελευταία φορά που επισκέφτηκε το υποστατικό, ανάφερε την 2/7/2012, αλλά διευκρίνησε ότι επειδή είναι δίπλα από το χώρο στάθμευσης της δουλειάς του περνά κάθε πρωί. Σε ερώτηση εάν μετά τις 2/7/2012 το είδε να δουλεύει απάντησε πως όχι. Του υποβλήθηκε ότι στις 7/6/2012, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος είχε συνάντηση μαζί με το Δήμαρχο και υπάλληλο του Δήμου Λευκωσίας, με το όνομα Ιταλός, για το θέμα της αδειοδότησης του υποστατικού. Αφού ο Κατηγορούμενος, ενημερώθηκε ότι δεν πρόκειται να εγκριθεί το αίτημά του, έκλεισε το υποστατικό και από 7/6/2012 δεν το ξαναδούλεψε. Ο ΜΚ1, διαφώνησε και επικαλέστηκε το Τεκμήριο 8, δηλαδή τις φωτογραφίες τις οποίες ισχυρίζεται ο ίδιος ότι έλαβε στις 8/6/2012 και στις οποίες, είναι η θέση του ότι φαίνεται το υποστατικό να λειτουργεί. Ήταν η θέση του ΜΚ1, ότι στις 8/6/2012 το φωτογράφισε ανοικτό, ενώ στις 2/7/2012, κλειστό. Τέλος, του υποβλήθηκε ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται εκδικητικά και κακόπιστα εναντίον του προσώπου του Κατηγορούμενου, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος έχει καταχωρήσει υπόθεση εναντίον του Δημαρχείου, θέση την οποία ο ΜΚ1 απέρριψε. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του ΜΚ1, ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι αυτή είναι η υπόθεση του. Το Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η Κατηγορούσα πέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, τον κάλεσε να προβάλει την υπεράσπισή του. Ο Κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε για τα δικαιώματά του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Στη Γραπτή του Δήλωση, αναφέρει ότι ακολούθως της αγοράς του επίδικου υποστατικού το έτος 2002, αποφάσισε να προχωρήσει σε ανάπτυξή του το 2008. Σύμφωνα με τα όσα δήλωσε, κατόπιν αλλεπάλληλων διαβουλεύσεων με το Δήμο Λευκωσίας, προχώρησε σε δημοσιεύσεις/γνωστοποιήσεις στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήρια 11 και 12) συμφώνως των Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Κανονισμών, αναφορικά με την πρόθεσή του να προχωρήσει σε ανάπτυξη τύπου «ΜΠΑΡ», στο επίδικο υποστατικό. Αφού λήφθηκαν οι απόψεις τω περίοικων και κατόπιν εγκρίσεων από τον ΚΟΤ και το Δημαρχείο προχώρησε σε επένδυση πέραν των €150.000 και όλες οι εργασίες στις οποίες προέβηκε ήταν σύμφωνες με τα εγκεκριμένα σχέδια (η έγκριση από τον ΚΟΤ μαζί με το Δελτίο Επιθεώρησης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 14Α και 14Β αντίστοιχα). Είναι η θέση του Κατηγορουμένου, ότι ο ίδιος προχώρησε με τις εργασίες, λόγω του ότι υπάλληλος του Δήμου Λευκωσίας με το όνομα Ασπρής, του είπε ότι προκειμένου να προχωρήσει περαιτέρω το αίτημά του, θα έπρεπε να αποπερατωθεί το υποστατικό. Είναι η θέση του ότι κακώς του χορηγήθηκε προσωρινή Πολεοδομική Άδεια, καθότι κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από το Νόμο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 σχετική εγκύκλιο αναφορικά με το θέμα αυτό. Είναι η θέση του, ότι κατόπιν συνάντησης στις αρχές Ιουνίου 2012 με το Δήμαρχο Λευκωσίας και άλλο υπάλληλο του Δήμου, με το όνομα Ιταλός κατά την οποία συνάντηση του έγινε σαφές ότι δεν πρόκειται να δοθεί άδεια στο υποστατικό του Κατηγορουμένου, τότε το έκλεισε και δεν το επαναλειτούργησε. Έχει μάλιστα καταχωρήσει ιεραρχική προσφυγή και ακολούθως προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, εναντίον της διοικητικής πράξης απόρριψης του αιτήματός του για παράταση ισχύος της προσωρινής πολεοδομικής άδειας. Είναι η θέση του ότι δεν υπάρχει μαρτυρία, ότι η χρήση του επίδικου υποστατικού σήμερα δεν είναι η ενδεδειγμένη, δηλαδή κατάστημα. Καταλήγει λέγοντας ότι, καθόλο τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε καλή τη πίστη και κατόπιν των παραστάσεων λειτουργών της Κατηγορούσας Αρχής και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αναστείλει την παρούσα διαδικασία μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αναφερόμενης προσφυγής. Κατά την αντεξέτασή του, οι θέσεις του και οι ισχυρισμοί του παρέμειναν οι ίδιοι. Ήταν θέση του ότι στις 7/6/2012, το υποστατικό δεν λειτουργούσε ως μπαρ. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι λειτουργούσε πάντοτε σύμφωνα με τις υποδείξεις των λειτουργών του Δήμου Λευκωσίας και κατόπιν των παραστάσεών τους, ότι θα λάβει τις απαιτούμενες άδειες. Ο λόγος που καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση, υποστηρίζει ότι είναι εκδικητικός προς το άτομό του, λόγω του ότι έχει καταχωρήσει υπόθεση εναντίον του Δήμου Λευκωσίας και του Δημάρχου. Με τις αγορεύσεις του ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου, επισημαίνει τα ακόλουθα: Η μαρτυρία που έχει δοθεί δεν μπορεί να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο, θα πρέπει να αναστείλει τη διαδικασία, μέχρι την απόφαση στην προσφυγή που έχει καταχωρήσει ο Κατηγορούμενος. Η παρούσα διαδικασία είναι πρώιμη και το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει αναφορικά με τα ίδια επίδικα θέματα που αφορούν την προσφυγή. Επίσης, εφόσον δεν έχει αποφασιστεί οριστικά και αμετάκλητα το παράνομο των πράξεων του Κατηγορούμενου, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να καταδικαστεί κατά παράβαση της αρχής «κανένα έγκλημα, καμία ποινή, χωρίς νόμο». Κακόβουλη και ή καταχρηστική διαδικασία από την Κατηγορούσα Αρχή. Με αναφορά στη σχετική νομολογία επί του ζητήματος, ο δικηγόρος του Κατηγορουμένου, ισχυρίζεται ότι η παρούσα διαδικασία έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και κακόβουλα, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος διώκει για άλλη υπόθεση την Κατηγορούσα Αρχή και λόγω του ότι εκκρεμεί η προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ελαττωματικότητα Κατηγορητηρίου σε σχέση με την Τρίτη Κατηγορία, λόγω του ότι έτσι όπως είναι διατυπωμένη η Τρίτη Κατηγορία, είναι ασαφές το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, κατά παράβαση του άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος και 30
(3)(α) του Συντάγματος, όπως επίσης και κατά παράβαση του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Γίνεται αναφορά στην προβλεπόμενη υπό του Νόμου ποινή, η οποία πέραν της επιβολής προστίμου, μπορεί να είναι και η έκδοση διατάγματος τερματισμού χρήσης, για να σημειωθεί ότι από τη στιγμή που η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή ανέφερε ότι το υποστατικό είναι κλειστό από 2/7/2012, τότε δεν υπάρχει λόγος έκδοσης σχετικού διατάγματος. Εισήγηση ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δύναται να εφαρμοστεί το δόγμα «ex turpi causa non oritur action», λόγω της συμπεριφοράς της Κατηγορούσας Αρχής. Από την πλευρά του ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε με αναφορά στη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί σε συνάρτηση με τα σχετικά άρθρα του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.96 και τη σχετική νομολογία, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ζητεί την καταδίκη του Κατηγορουμένου. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και παρακολούθησε με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής. Ο ΜΚ1, σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Κατέθεσε με ευκρίνεια και σαφήνεια σε σχέση με τα γεγονότα, στα οποία είχε ο ίδιος άμεση εμπλοκή, ενώ δε δίστασε να δηλώσει άγνοια γεγονότων τα οποία του υποβλήθηκαν και τα οποία δεν γνώριζε, χωρίς να προβεί σε εικασίες και υποθέσεις. Η θέση του είναι ότι ακολούθως της προσωρινής Πολεοδομικής Άδειας, ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε αλλαγή χρήσης του υποστατικού από κατάστημα σε μπαρ. Η εν λόγω προσωρινή άδεια έληξε στις 7/12/2011 και σχετικό αίτημα του Κατηγορούμενου για παράτασή της είχε απορριφθεί. Στις 7/6/2012 και 8/6/2012, επισκέφτηκε το υποστατικό. Κατά τον επιτόπιο έλεγχό του, ο οποίος ήταν εξωτερικός του υποστατικού, διαπίστωσε ότι παρά τη λήξη της πολεοδομικής άδειας, η χρήση του υποστατικού εξακολουθούσε να είναι μπαρ και ότι ο Κατηγορούμενος, δεν επανέφερε το υποστατικό στην προηγούμενη κατάσταση. Στις 2/7/2012, διαπίστωσε ότι το υποστατικό ήταν κλειστό και δήλωσε ότι έκτοτε παραμένει κλειστό. Δέχομαι τις πιο πάνω θέσεις του. Σημειώνω, αυτό που ήδη αναφέρεται και πιο πάνω ότι, ο ΜΚ1 κατά την επιτόπια επίσκεψή του, προχώρησε στα συμπεράσματά του από εξωτερικό έλεγχο και μόνο του υποστατικού. Σε σχέση με το εσωτερικό του υποστατικού και το εάν και ποιες εργασίες έγιναν χωρίς άδεια, πως ήταν αυτό και πως είναι σήμερα δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία. Επίσης ο Κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Οι οποιεσδήποτε υπερβολές του κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, μπορούν να αποδοθούν στην αγανάκτησή του και στο ότι ο ίδιος βίωσε έντονα τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Ο ίδιος με τη μαρτυρία του, παραδέχτηκε την αλλαγή χρήσης του υποστατικού από κατάστημα σε μπαρ και ανέφερε όλα τα γεγονότα, τα οποία συνθέτουν την υπό αναφορά αλλαγή χρήσης. Συμφωνεί ότι πλέον το υποστατικό είναι κλειστό, με τη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σε ακριβή ημερομηνία που το έκλεισε, αλλά έκανε αναφορά στις αρχές Ιουνίου
  2. Η μαρτυρία του σε ορισμένα σημεία έχει εκφύγει των επίδικων θεμάτων και περιστράφηκε γύρω από ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία του υποστατικού. Τα γεγονότα τα οποία αναφέρει με τη μαρτυρία του, στο μέτρο που δεν εκφεύγουν των επίδικων θεμάτων, είναι αποδεκτά. Βεβαίως, η ουσιώδης μαρτυρία που δόθηκε αναφορικά με τα γεγονότα τόσο από τον Κατηγορούμενο, όσο και από το ΜΚ1 είναι σε ταύτιση. Δεν υπάρχει απόκλιση ή διαφορά σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Η διαφορά των δύο μαρτύρων έγκειται περισσότερο στην ερμηνεία της στάσης της Κατηγορούσας Αρχής. Αυτό υπό την έννοια ότι, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι η Κατηγορούσα Αρχή ενήργησε καθόλα νομότυπα και εντός των πλαισίων της εξουσίας της σε σχέση με το επίδικο υποστατικό, ενώ η θέση του Κατηγορούμενου, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή ενήργησε κακόπιστα και εκδικητικά προς το άτομό του. Ζητήματα που άπτονται του κύρους της επίδικης πράξης μη ανανέωσης της προσωρινής πολεοδομικής άδειας, εκφεύγουν του δικαιοδοτικού πλαισίου του παρόντος Δικαστηρίου και δεν δύνανται να εξεταστούν από αυτό. Ούτως ή άλλως βρίσκεται εν εξελίξει προσφυγή του Κατηγορουμένου, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, επιτυχής έκβαση της οποίας συνεπάγεται ενδεχομένως και τη γένεση άλλων δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου. Από τα παραδεκτά γεγονότα, τα τεκμήρια και τη μαρτυρία όπως αυτή έχει αξιολογηθεί αμέσως πιο πάνω, το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια, πιστεύω, να προβεί στα ακόλουθα ευρήματα: Το επίδικο υποστατικό ευρίσκεται στην οδό Αισχύλου 77, εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λευκωσίας και είναι ιδιοκτησίας του Κατηγορουμένου. Για το υποστατικό αυτό έχει εξασφαλιστεί στις 8/12/2010 προσωρινή Πολεοδομική Άδεια, η οποία αφορά αίτηση για αλλαγή χρήσης με περιγραφή ανάπτυξης «αλλαγή χρήσης καταστήματος σε μπαρ». Η πιο πάνω άδεια έληξε στις 7/12/2011 χωρίς να ανανεωθεί. Δεν εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής. Ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε εργασίες εντός του υποστατικού για αλλαγή χρήσης του υποστατικού σε χρόνο πριν την 7/6/
  3. Ο Κατηγορούμενος λειτούργησε, για χρονικό διάστημα πριν την 7/6/2012 το εν λόγω υποστατικό ως μπαρ, έχοντας εξασφαλίσει ως προς τούτο όλες τις απαραίτητες άδειες λειτουργίας, μεταξύ αυτών, και άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών από την Κατηγορούσα Αρχή. Στις 17/2/2012 το αίτημα του Κατηγορουμένου για παράταση της προσωρινής Πολεοδομικής Άδειας απορρίφθηκε. Ο Κατηγορούμενος κατά της πιο πάνω απόφασης έχει καταχωρήσει Ιεραρχική Προσφυγή και ακολούθως Προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Στις 7/6/2012 ο ΜΚ1, διενήργησε εξωτερική επιτόπια έρευνα του υποστατικού, χωρίς να εισέλθει σε αυτό και η διαπίστωσή του ήταν ότι η χρήση του υποστατικού ήταν ΜΠΑΡ. Στο 8/6/2012, όταν ο ΜΚ1 επισκέφθηκε εκ νέου το υποστατικό προκειμένου να λάβει τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 8), αυτό ήταν ανοικτό. Ο ΜΚ1, δήλωσε ότι το υποστατικό από τις 2/7/2012 είναι κλειστό και επομένως, συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου, ότι το επίδικο υποστατικό έχει κλείσει από τις 2/7/
  4. Επειδή κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και με τις αγορεύσεις, εγείρονται ζητήματα τα οποία άπτονται της λειτουργίας του επίδικου υποστατικού, σημειώνεται ότι για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, δεν εξετάζονται ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία του υποστατικού, αλλά αλλαγή χρήσης του υποστατικού σε μπαρ, χωρίς να υπάρχει άδεια από την αρμόδια αρχή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Η αλλαγή χρήσης από τα ίδια τα τεκμήρια, αλλά και από όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω υφίσταται. Έχει εκδοθεί ως προς τούτο η προσωρινή πολεοδομική άδεια, ακολούθως της οποίας ο Κατηγορούμενος, προχώρησε σε εργασίες όπως ο ίδιος είπε καταβάλλοντας σεβαστό χρηματικό ποσό. Ο Δήμος Λευκωσίας γνώριζε για την αλλαγή χρήσης και για τη λειτουργία του υποστατικού ως μπαρ, εκδίδοντας μάλιστα σχετική άδεια πώλησης οινοπνευματωδών ποτών. Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος ότι διέπραξε είναι «απόλυτης ευθύνης». Δεν απαιτείται η συνδρομή mens rea για τη διάπραξή τους, αλλά μόνο actus reus. Για τα αδικήματα απόλυτης ευθύνης έχει λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298: «Για τη διάγνωση του κατά πόσο ένα αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ή απόλυτης ευθύνης, για το οποίο δεν απαιτείται η απόδειξη mens rea, εκτός από το λεκτικό της νομοθετικής πρόνοιας που δημιουργεί το αδίκημα, σημασία έχει και η φύση του αδικήματος. Για παράδειγμα πράξεις που απαγορεύονται από το Νόμο και τιμωρούνται απ' αυτόν, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας πολιτικής, ή δημόσιας ευημερίας, όχι σπάνια αποτελούν αντικείμενο αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (Δέστε: Sherras v. De Rutzen [1895] 1 Q.B. 918. Δέστε επίσης: Hailis v. The Police
(1982)2 C.L.R. 99 και Sea Island Travel & Tours Ltd κ.ά. ν. Κ.Ο.Τ.
(1995)2 Α.Α.Δ. 196).» Επίσης στο σύγγραμμα Blackstones, Criminal Pratctice, 2003, στη σελίδα 64 αναφέρονται τα ακόλουθα: «A4.1. Some offences do not require proof of mens rea in respect of one or more elements of actus reus. In respect of these elements, the offence is one of strict liability. Most such offences, such as public nuisance(Stephens
(1866)LR 1 QB 702), criminal libel and blasphemous libel (Lemon [1979] AC 617), are offrences of strict liability at least in part. ........................................................................ A4.2...................................Lord Reid also recognized, however, that strict liability is often applies to a class of quasi-criminal offenses, those reffered to by Wright J in Sherras v De Rutzen [1895] 1 QB 918 as acts which are not criminal in real sense but which are prohibited, by a penalty, in the public interest». Σύμφωνα με όσα καταγράφω πιο πάνω, προκειμένου να αποδειχτούν τα αδικήματα τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος ότι διέπραξε, δεν απαιτείται η συνδρομή απόδειξης της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, παρά μόνο το γεγονός της πραγματικής υπόστασης. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, σε σχέση με την πρώτη και δεύτερη Κατηγορία, καθορίζονται από το άρθρο 3
(1)(ε), του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, σύμφωνα με το οποίο, κανένα πρόσωπο δεν δύναται «να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής». χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 3
(1)(ε), διαπράττεται ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο
  1. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με την πρώτη κατηγορία εκείνο που οφείλει να αποδείξει, είναι ότι ο Κατηγορούμενος μετέτρεψε τη χρήση του υποστατικού του από κατάστημα σε σνακ μπαρ, χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή, είχε εκδώσει στις 8/12/2010 προσωρινή πολεοδομική άδεια, με περιγραφή ανάπτυξης «Αλλαγή Χρήσης Καταστήματος σε Μπαρ» , με ισχύ μέχρι τις 7/12/2011 και ο Κατηγορούμενος καταβάλλοντας χιλιάδες ευρώ ως ανέφερε, προχώρησε στην εν λόγω αλλαγή χρήσης. Επομένως από τα γεγονότα τα οποία ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα, η αλλαγή χρήσης του υποστατικού σε μπαρ, έχει συντελεστεί και μάλιστα λειτούργησε ως τέτοιο για ορισμένο χρονικό διάστημα. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται ότι οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου, ότι κατά τις επίδικες ημερομηνίες δεν λειτουργούσε ως μπαρ, δεν είναι επίδικο ζήτημα. Η ουσία της υπόθεσης είναι η αλλαγή χρήσης του υποστατικού από κατάστημα σε μπαρ και όχι η λειτουργία του ως τέτοιο. Το ζήτημα λειτουργίας υποστατικού χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, διέπεται από άλλη νομοθεσία και αναφέρεται σε αρμόδια αρχή, άλλη από τη Δημοτική Αρχή. Επομένως με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπάρχει αλλαγή χρήσης του υποστατικού από κατάστημα σε σνακ μπαρ, τότε η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει στο καθήκον της να αποδείξει την πρώτη Κατηγορία. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας αναφέρονται αμέσως πιο πάνω. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει αλλαγή χρήσης τμήματος αυλής σε υπαίθρια εστίαση. Την υπόθεσή της σε σχέση με την Κατηγορία αυτή τη βάσισε στις φωτογραφίες, στο Τεκμήριο
  2. Για να στοιχειοθετηθεί η Κατηγορία αυτή, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει αλλαγή χρήσης της αυλής σε υπαίθρια εστίαση. Πέραν της πιο πάνω φωτογραφίας, ουδεμία άλλη μαρτυρία έχει δοθεί για το ζήτημα της υπαίθριας εστίασης. Το τι συνιστά υπαίθρια εστίαση και εάν για αυτή απαιτείται προηγούμενη εξασφάλιση άδειας, άλλης άδειας επιπλέον της αρχικής σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος προχώρησε στην αλλαγή χρήσης του υποστατικού, από τη μαρτυρία του ΜΚ1, δεν έχει επεξηγηθεί συγκεκριμένα. Από μόνη της, η ύπαρξη μιας φωτογραφίας, η οποία δείχνει ότι στην ιδιωτική αυλή υποστατικού, σε μια συγκεκριμένη ημέρα υπάρχουν τραπέζια, δεν κρίνεται ικανοποιητική προκειμένου, να τεκμηριώσει τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, για μετατροπή μέρους της αυλής σε υπαίθρια εστίαση και επομένως η κατηγορία αυτή απορρίπτεται. Σε σχέση με την τρίτη Κατηγορία, η Κατηγορούσα Αρχή, φέρει το βάρος να αποδείξει ότι προχώρησε σε τροποποιήσεις στο κατάστημα, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β) και 3
(1)(ε) του Κεφαλαίου 96. Κατ΄ αρχήν σημειώνεται ότι τα αναφερόμενα άρθρα 3
(1)(β) και 3
(1)(ε), συνιστούν δύο διαφορετικά αδικήματα. Με την αγόρευσή του ο δικηγόρος του Κατηγορούμενου, εγείρει ζήτημα ελαττωματικότητας της τρίτης κατηγορίας και ισχυρίζεται ότι έτσι όπως αυτή είναι διατυπωμένη, προκαλεί σύγχυση στον Κατηγορούμενο κατά παράβαση του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφαλαίο 155. Σύμφωνα με το άρθρο 66 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, ζητήματα που άπτονται ελαττωματικότητας κατηγορητηρίου εγείρονται πριν να απαντήσει ο κατηγορούμενος και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν πρόκειται για ουσιώδους ελαττώματος. Στην παρούσα υπόθεση κάτι τέτοιο δεν έγινε. Είναι γεγονός ότι στο κατηγορητήριο αναφέρονται δύο άρθρα τα οποία συνιστούν ποινικό αδίκημα, αλλά έτσι όπως είναι διατυπωμένη τόσο η έκθεση αδικήματος όσο και οι λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας προκύπτει με ικανοποιητική σαφήνεια το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος χωρίς, πιστεύω, να υπάρχει παραπλάνηση του Κατηγορουμένού. Καταγράφεται σχετικό απόσπασμα από το άρθρο 39 του Κεφαλαίου 155, σύμφωνα με το οποίο: «Νοείται ότι κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού», Στην απόφαση στην υπόθεση Attorney-General of the Republic V Petros Demetriou HjiConstanti
(1969)2 CLR 5, έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «With great respect to the Judge, we think that section 39 (
  1. d)of the Criminal Procedure Law, Cap. 155, covers this case and that it cannot be said that, having regard to the way the count was drafted, it was bad for duplicity. In reading section 39 (
  2. d)of the Criminal Procedure Law, one should not lose sight of the proviso at the end of that section, which lays down that no error in stating the offence or the particulars required to be stated in the charge shall be regarded at any stage of the case as non-compliance with the provisions of this Law unless, in the opinion of the Court, the accused was in fact misled by such error ; and we have not been persuaded that the accused has been misled in any way. Moreover, it should be borne in mind that the accused was entitled to apply for further particulars of the charge if it was not sufficiently detailed : Kannas (alias Pombas) v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29 at p. 38». Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, με δεδομένη τη μαρτυρία όπως αυτή έχει καταγραφεί πιο πάνω, θεωρώ ότι, η περίπτωση αυτή δεν είναι τέτοια που να προκαλεί τόση σύγχυση στον κατηγορούμενο σε βαθμό που να δικαιολογείται η απόρριψη της κατηγορίας αυτής για αυτό το λόγο. Ο ΜΚ1, αναφέρθηκε σε επιτόπιο έλεγχο του υποστατικού, ο οποίος ήταν εξωτερικός. Δεν έκανε αναφορά ότι εισήλθε εντός του υποστατικού και διαπίστωσε ο ίδιος τις κατ΄ ισχυρισμό παραβάσεις της τρίτης κατηγορίας. Ούτε έχει δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, τέτοια που να δύναται να κριθεί ικανοποιητική προς απόδειξη της Κατηγορίας αυτής. Για το μόνο ζήτημα που τοποθετήθηκε συγκεκριμένα ήταν σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό αλλαγή στην προθήκη και ακόμα και σε σχέση με την αλλαγή αυτή, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει πως ήταν προηγουμένως. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του θετική και συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με μετατροπές. Ο ίδιος ο ΜΚ1, δεν ανάφερε ότι εισήλθε στο υποστατικό προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τις μετατροπές. Επομένως η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν είναι τέτοια που να μπορεί να κριθεί ικανοποιητική ότι αποδεικνύει την κατηγορία αυτή εναντίον του Κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμό και επομένως η κατηγορία αυτή απορρίπτεται. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, σημειώνονται τα ακόλουθα σε σχέση με ζητήματα τα οποία έχουν εγερθεί στη Γραπτή Αγόρευση του Κατηγορουμένου: Η θέση του Κατηγορουμένου, ότι το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει τα ίδια ζητήματα με την προσφυγή που έχει καταχωρηθεί κατά της απόρριψης του αιτήματος του για παράταση της ισχύος της προσωρινής πολεοδομικής άδειας δε βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Κατ΄ αρχήν οι δύο διαδικασίες αφορούν δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα και απασχολούν δύο εντελώς διαφορετικές δικαιοδοσίες. Στα πλαίσια της προσφυγής το Δικαστήριο καλείται να ακυρώσει την επίδικη πράξη στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχονται από το άρθρο 146 του Συντάγματος. Η παρούσα διαδικασία, είναι ποινική δίωξη και σε καμία περίπτωση δεν τίθεται θέμα ελέγχου, επικύρωσης ή ακύρωσης διοικητικής πράξης. Ο Κατηγορούμενος διώκεται για παραβάσεις του Περί Οδών και Ρυθμίσεως Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96) και εάν και εφόσον αυτές αποδειχτούν τότε αφού ο Κατηγορούμενος κριθεί ένοχος θα του επιβληθεί η ποινή που προβλέπει ο σχετικός νόμος. Αν το επίδικο διάστημα, ο Κατηγορούμενος δεν είχε στην κατοχή του άδεια εν ισχύει σε σχέση με την αλλαγή χρήσης του υποστατικού του, τότε ήταν σε παράβαση της κείμενης νομοθεσίας. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης ότι λανθασμένα εκδόθηκε προσωρινή πολεοδομική άδεια, στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι εκφεύγει του δικαιοδοτικού πλαισίου του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία, η διερεύνηση της νομιμότητας διοικητικής πράξης. (Μεταξύ άλλων, αναφέρονται οι αποφάσεις Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού,
(1994)2 Α.Α.Δ. 145, Γιαννάκης Ιωάννου και άλλοι ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
  1. του Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
  2. του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)3 Α.Α.Δ. 493, Μάριος Ι. Κυριακίδης, Ιάκωβος Αβρααμίδης ν. Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75, Άριστος Χριστοδούλου ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 128 κ.α.) Σε σχέση με το ζήτημα αναστολής της διαδικασίας, μέχρι την απόφαση στην προσφυγή που έχει καταχωρήσει ο Κατηγορούμενος, σημειώνεται ότι μέχρι να ακυρωθεί διοικητική πράξη, το τεκμήριο νομιμότητας της διοικητικής πράξης, ενεργεί για όλους τους σκοπούς, και η πράξη θεωρείται καθόλα νόμιμη και παράγει έννομα αποτελέσματα. Νίκος Κυριάκου Μηλιώτης ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 506. Τέλος, αναφορικά με το ζήτημα της κακοπιστίας και της κατάχρησης από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, με δεδομένη τη σχετική νομολογία κρίνω ότι η υπόθεση αυτή και τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν δικαιολογούν τους ισχυρισμούς για κακοπιστία. Ο Κατηγορούμενος έχει καταχωρήσει προσφυγή κατά της άρνησης παράτασης ισχύος της προσωρινής πολεοδομικής του άδειας και σε περίπτωση που η προσφυγή του επιτύχει, παρέχεται στον Κατηγορούμενο δικαίωμα συμφώνως του άρθρου 146.6 του Συντάγματος για να διεκδικήσει αποζημιώσεις, σε σχέση με την ταλαιπωρία και τα έξοδα τα οποία ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί. Επίσης επισημαίνεται ότι όπως αναφέρεται και πιο πάνω, η παράβαση του Κεφαλαίου 96, σε σχέση με την πρώτη κατηγορία έχει αποδειχτεί. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Φλουρκας Φλουρής Επιχειρήσεις Λτδ και Άλλοι ν. Ανδριανής Παναγιώτου,
(2005)2 Α.Α.Δ. 580, το οποίο είναι απόλυτα σχετικό με τη σχετική εισήγηση του δικηγόρου του Κατηγορουμένου: «Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης δεν ευσταθεί. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο, με αναφορά κυρίως στην A. & P. Kkaras Estates Ltd v. A & A Topharos Catering Ltd κ.ά. (Αρ.1)
(2002)2 Α.Α.Δ. 400 και στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, απέρριψε την εισήγηση για ανακοπή της διαδικασίας ως καταχρηστικής. Όπως κρίθηκε στις υποθέσεις αυτές, το εσωτερικό ελατήριο του κατηγόρου ή ο απώτερος σκοπός του είναι στοιχεία εντελώς άσχετα, υπό την έννοια ότι δεν συνιστούν έρεισμα για ανακοπή της διαδικασίας ή για μη καταλογισμό ποινικής ευθύνης στον κατηγορούμενο.» Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας σε σχέση με την Πρώτη Κατηγορία και ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτήν. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει στο καθήκον της να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορουμένου στην Δεύτερη και Τρίτη Κατηγορία, για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω και επομένως ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλάσσεται στη Δεύτερη και Τρίτη Κατηγορία. Ενόψει του αποτελέσματος, θεωρώ ότι το πιο δίκαιο θα είναι να μην εκδοθεί καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ) ............................................... Δ. Κωνσταντίνου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.