Γιαννάκη Τριφταρίδη ν. Σάββα Ηρακλέους, Αρ. Υπόθεσης 16874/11, 15/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 16874/11 ΜΕΤΑΞΥ: Γιαννάκη Τριφταρίδη Παραπονούμενου v. Σάββα Ηρακλέους Κατηγορουμένου ------------------------ Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2015 Για τον Παραπονούμενο: κ. Μ. Βορκάς Για τον Κατηγορούμενο:κ. Σ. Αργυρού (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Λουκά) Κατηγορούμενος παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση το κατηγορητήριο ως αυτό τροποποιήθηκε την 11/12/2014 ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης ισάριθμων επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 22/2/2011 στη Λευκωσία, εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας υπ' αριθμό 90773088 για το ποσό των €27.100 η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα και συγκεκριμένα κατά ή περί την 14/4/2011, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω παρουσίασης της. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 30/5/2011 στη Λευκωσία, εξέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας υπ' αριθμό 90773089 για το ποσό των €25.000 η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα και συγκεκριμένα κατά ή περί την 30/5/2011, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και λόγω παγοποίησης του λογαριασμού υπ' αριθμό 105-01-440940-01 και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω παρουσίασης της. Προς απόδειξη της κατηγορίας κατέθεσε ο ίδιος ο παραπονούμενος (Μ.Κ.1) και ο Στέλιος Κωνσταντίνου, υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας (Μ.Κ.2). Αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ κάλεσε και μια μάρτυρα υπεράσπισης και συγκεκριμένα τη μητέρα του, Μαριάννα Ηρακλέους (ΜΥ2). Περαιτέρω καταχωρήθηκαν και εγκρίθηκαν τα εξής παραδεκτά γεγονότα: 1.«Το όνομα του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ (Κέντρο Αρχείου Πληροφοριών για τους εκδότες ακάλυπτων επιταγών) στις 4/7/08 αναφορικά με την έκδοση τριών ακάλυπτων επιταγών συνολικού ποσού €1.
- Έκτοτε ο τραπεζικός λογαριασμός με αριθμό 1050144094001 που ο κατηγορούμενος τηρούσε στην Ελληνική Τράπεζα παγοποιήθηκε. Λόγω της εν λόγω παγοποίησης του ανωτέρω λογαριασμού όλες οι μετέπειτα παρουσιασθείσες για πληρωμή επιταγές που αφορούσαν αυτόν δεν τιμήθηκαν. Μεταξύ αυτών των επιταγών συγκαταλέγονται οι δυο επιταγές που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Το όνομα του κατηγορούμενου συνεχίζει να παραμένει στο ΚΑΠ.
- Ο Γιώργος Παρασκευαΐδης απεβίωσε σε ιδιωτικό νοσοκομείο του Λονδίνου στις 5/12/2007.» Το σύνολο της μαρτυρίας ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνεται υπόψη. Δεν θεωρώ απαραίτητο να προχωρήσω στην παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας. Προτού όμως προχωρήσω στην αξιολόγηση, συνοπτικά αναφέρω ότι ο παραπονούμενος ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση αυτοκινήτων για 30 χρόνια περίπου, προώθησε την εκδοχή ότι οι επίδικες επιταγές του δόθηκαν από τον κατηγορούμενο προς εξόφληση αντίστοιχων ποσών τα οποία δάνεισε στον κατηγορούμενο λόγω της φιλικής τους σχέσης και παρ' όλο που ο ίδιος δεν παραχωρούσε δάνεια από δικά του χρήματα, αλλά ενεργούσε μόνο ως μεσάζων σε χρηματαδοτήσεις από τράπεζες εισπράττοντας σχετική προμήθεια. Σκοπός του επίδικου δανεισμού σύμφωνα με τον παραπονούμενο, ήταν για να φέρει ο κατηγορούμενος κάποια φορτηγά ΜΑΝ από την Αγγλία, αφού σύμφωνα με τον παραπονούμενο ο κατηγορούμενος ήταν μεν διευθυντής πωλήσεων της εταιρείας των φορτηγών ΜΑΝ, αλλά ασχολείτο και με την αγοραπωλησία οχημάτων ως πάρεργο. Η πρώτη επιταγή (Τεκμήριο 2), σύμφωνα με τον παραπονούμενο, του δόθηκε περί τα τέλη Ιανουαρίου και ήταν πληρωτέα στις 22/2/
- Ήταν επίσης η θέση του ότι μετά από πάροδο 2 βδομάδων από τα τέλη Ιανουαρίου, ο κατηγορούμενος του ζήτησε ακόμη €25000 για να μπορέσει να ολοκληρώσει τις πράξεις του με τα αυτοκίνητα και ο ίδιος του έδωσε το εν λόγω ποσό σε μετρητά και ο κατηγορούμενος του έδωσε τη δεύτερη επιταγή (Τεκμήριο 3), η οποία ήταν πληρωτέα 30/5/
- Στο ποσό των επιταγών ήταν η θέση του ότι δεν συμπεριλαμβάνετο οποιοσδήποτε τόκος. Τις επιταγές αυτές ήταν η θέση του ότι τις κατέθεσε και επεστράφησαν απλήρωτες και ουδέποτε εξοφλήθηκαν. Από την άλλη ο κατηγορούμενος παρ' όλο ότι δέχθηκε ότι εξέδωσε τις επίδικες επιταγές και ότι αυτές δεν εξοφλήθηκαν για τους λόγους που αναφέρονται επί αυτών, προέβαλε τη θέση ότι δεν του δόθηκαν ποτέ χρήματα που να αντιστοιχούν στο ποσό των επίδικων επιταγών, αλλά αντίθετα ο παραπονούμενος του είχε δανείσει το ποσό των Λ.Κ 2000 από το 2007, με την προϋπόθεση ότι ο ίδιος θα του επέστρεφε Λ.Κ. 2500 σε ένα μήνα. Ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι όταν δεν μπόρεσε να επιστρέψει όλο το ποσό, ο παραπονούμενος του είπε να του δώσει Λ.Κ.500 και ότι στο ποσό των Λ.Κ.2500 θα πρόσθεταν ακόμα Λ.Κ. 250 σαν τόκο για τον επόμενο μήνα και έτσι ήταν η θέση του ότι άρχισε ο παραπονούμενος να τον φορτώνει με τόκους. Σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο παρόλο που ο ίδιος του έδινε κάθε μήνα χρήματα, το μόνο που κατάφερνε, ήταν το χρέος του να αυξάνεται. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι οι επίδικες επιταγές εξασφαλίστηκαν υπό το κράτος απειλών και ενώ ο παραπονούμενος γνώριζε ότι το όνομα του κατηγορούμενου είχε τοποθετηθεί στο ΚΑΠ από το 2008, και αφού ο ίδιος ο παραπονούμενος τον διαβεβαίωσε ότι τις επιταγές τις ήθελε για εξασφάλιση και ότι δεν θα τις κατέθετε. Ήταν επίσης η θέση του ότι σε διάφορες περιπτώσεις στις οποίες έκανε αναφορά, του κατέβαλε ποσά που υπερβαίνουν κατά πολύ το αρχικό ποσό των Λ.Κ.2000 και περαιτέρω ήταν η θέση του ότι ο παραπονούμενος είχε επικοινωνήσει και με τη μητέρα του στην προσπάθεια του να εισπράξει χρήματα. Ήταν επίσης η θέση του ότι όταν το πράγμα έφτασε στο απροχώρητο και ο ίδιος ανέφερε στον παραπονούμενο ότι δεν θα του έδινε άλλα χρήματα, ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και του είπε ότι κατάθεσε την επιταγή των €27100 και ότι αν του έδινε €25000 θα την απέσυρε, πράγμα που ο ίδιος ο κατηγορούμενος, ως ανέφερε, δεν δέχθηκε. Μετά από λίγο καιρό ήταν η θέση του ότι παρουσιάστηκε και η δεύτερη επιταγή των €25000, την οποία ο ίδιος νόμιζε ότι ο παραπονούμενος είχε σκίσει, αφού του είχε δώσει άλλη επιταγή πάλι με μηνιαίο τόκο 10%. Ήταν επίσης η θέση του ότι όταν άρχισε η δίκη ο παραπονούμενος του τηλεφώνησε αρκετές φορές και του ζήτησε να του δώσει €25000 και να κλείσει η υπόθεση, ζητώντας του μάλιστα €10.000 σε μετρητά και την καταβολή του υπόλοιπου ποσού με μηναίες δόσεις ύψους €2000 και τόκο 17% το μήνα μέχρι την εξόφληση. Προκάλεσε τον παραπονούμενο να άρει το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών, για να διαφανούν οι κλήσεις και μηνύματα στα τηλέφωνα του, ως και για να διαφανούν οι απειλές και οι τόποι που του έδινε χρήματα και εν γένει για να επιβεβαιωθούν τα όσα ανέφερε. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις. Ο κ. Αργυρού κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης και να απορρίψει αυτήν της κατηγορούσας αρχής. Περαιτέρω ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης ότι με την αποδοχή της μαρτυρίας της υπεράσπισης το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν προς εξόφληση ποσών που ήταν προϊόν τοκογλυφίας και επομένως και με δεδομένη την ποινικοποίηση της τοκογλυφίας με το άρθρο 314Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο εισήχθη με τον τροποποιητικό νόμο Ν.72(Ι)/2011, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή την 29/4/2011, θα πρέπει να αθωώσει και απαλλάξει τον κατηγορούμενο από τις επίδικες κατηγορίες, εφόσον σύμφωνα με το εδάφιο 6 του άρθρου 305Α του Κεφ. 154, το άρθρο 305Α δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις έκδοσης επιταγής, όταν αυτή εκδίδεται προς πληρωμή οφειλής που σχετίζεται με συναλλαγή ή πράξη η οποία αντίκειται, μεταξύ άλλων, σε οποιοδήποτε νόμο, εδώ το άρθρο 314Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Εισηγήθηκε δε ότι κρίσιμος χρόνος για την εξέταση του ζητήματος είναι ο χρόνος της διάπραξης του αδικήματος ο οποίος σύμφωνα με τον κ. Αργυρού είναι 15 μέρες από την παρουσίαση κάθε επιταγής και συνεπώς εφόσον η πρώτη επιταγή παρουσιάστηκε 14/4/2011 και η δεύτερη 30/5/2011, ο Ν. 72(Ι)/2011, που τέθηκε σε εφαρμογή την 29/4/2011, βρισκόταν σε ισχύ κατά το χρόνο διάπραξης και των δύο επίδικων αδικημάτων. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του κ. Βορκά ο οποίος εισηγήθηκε ότι στη βάση της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ2 οι οποίοι θα πρέπει να κριθούν αξιόπιστοι, έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ενώ η υπεράσπιση του κατηγορούμενου θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον η μαρτυρία που παρουσίασε ήταν παντελώς αναξιόπιστη. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολούθησω με προσοχή τους μάρτυρες κατηγορίας, τον κατηγορούμενο και την μάρτυρα υπεράσπισης να καταθέτουν ενόρκως και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Στα πλαίσια της αξιολόγησης λαμβάνω υπόψη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, την ειλικρίνεια τους, την αμεσότητα των απαντήσεων τους, τη μνήμη και εν γένει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση λαμβάνω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος κατά την αξιολόγηση έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αρχίζοντας από τον παραπονούμενο (ΜΚ1), πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν κατέθετε με φυσικότητα ενώ ήταν εμφανής η ανασφάλεια που αισθανόταν σε κάποιες στιγμές κατά την αντεξέταση του, ιδιαίτερα όταν ερωτάτο σε σχέση με τις περιστάσεις έκδοσης των επίδικων επιταγών οπόταν ανέτρεχε στη γραπτή του δήλωση προτού απαντήσει, δίνοντας την εντύπωση ότι κατέβαλλε προσπάθειες για μην περιπέσει σε τυχόν αντιφάσεις σε σχέση με τα όσα εκεί καταγράφοντο. Ενώ δε σε γενικές γραμμές κατάφερε να παραμείνει σταθερός στην εκδοχή που προώθησε, δεν έχω πειστεί ούτε στο ελάχιστον ότι τα όσα επί της ουσίας της αντιπαράθεσης κατέθεσε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, εφόσον η εκδοχή του ήταν διάτρητη και πιο κάτω επεξηγώ τους λόγους. Κατ' αρχάς η θέση του ότι δεν παραχωρούσε δάνεια από δικά του χρήματα, αλλά μόνο μεσολαβούσε για να δίδονται χρήματα μέσω χρηματοδότησης από τις τράπεζες, αντιφάσκει πλήρως με την αγγελία/διαφήμιση στην εφημερίδα Τεκμήριο 4 την οποία παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος, ότι ο ίδιος έβαλε στην συγκεκριμένη εφημερίδα και στην οποία το μόνο που αναφέρεται είναι «ΔΑΝΕΙΑ - Παραχωρούνται δάνεια, Αποταθείτε Τηλ.343113, Διγενή Ακρίτα 25 Λευκωσία». Η εξήγηση που προσπάθησε να δώσει, ότι δηλαδή, όταν επικοινωνούσαν ενδιαφερόμενοι μαζί του, τους έπαιρνε στην τράπεζα, σίγουρα δεν πείθει αφού πέραν του ότι δεν είναι καθόλου αυτό που αναφέρεται στην εν λόγω αγγελία, η εξήγηση αυτή καθόλου δεν αποκλείει το να έδιδε και δάνεια από δικά του χρήματα, πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται και από τα ίδια τα γεγονότα της παρούσας από τα οποία προκύπτει ότι τον ίδιο τον κατηγορούμενο τον δάνεισε από δικά του χρήματα (είτε με υπογραφή συναλλαγματικών (βλ. Τεκμήρια 7 και 8) ή με παράδοση επιταγών). Η δε εξήγηση που προσπάθησε να δώσει ο παραπονούμενος, ότι δηλαδή δήθεν δάνειζε τον κατηγορούμενο, στην ουσία κατ' εξαίρεση, από προσωπικά του χρήματα επειδή είχαν αναπτύξει πολύ φιλικές σχέσεις, δεν πείθει όχι μόνο διότι το ύφος του κατηγορούμενου και ο τρόπος που κατέθετε δεν ήταν καθόλου φυσικός ή πειστικός, αλλά και για τον εξής λόγο. Όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 7 και 8 ο κατηγορούμενος είχε λάβει μετρητά από τον κατηγορούμενο από το 2002 τουλάχιστον. Επίσης ήταν η θέση του παραπονούμενου ότι ο λόγος που εξ αρχής δάνειζε τον κατηγορούμενο με μετρητά από δικά του χρήματα, σε αντίθεση με το τι έκανε με τον υπόλοιπο κόσμο, ήταν η πολύ καλή φιλία που είχαν η οποία ως σε ανέφερε σε κάποιο σημείο ήταν πέραν των 20 ετών και σε άλλο σημείο «από το 1993 αμοιβαία». Όμως η θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος ήταν φίλος του, έτσι που τον δάνειζε από τα δικά του χρήματα στην ουσία κατ' εξαίρεση, δεν συνάδει με το γεγονός ότι το 2003 καταχώρησε αγωγή εναντίον του υποτιθέμενου φίλου του (βλ. Τεκμήριο 5). Ανεξαρτήτως των πιο πάνω αδυνατώ να δεχθώ τη θέση του παραπονούμενου περί φιλίας με τον κατηγορούμενο την οποία πρόβαλε ως το λόγο για τον οποίο στον κατηγορούμενο, στην ουσία κατ' εξαίρεση, έδινε δάνεια σε μετρητά από δικά του χρήματα, εφόσον όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 7 και 8 που αφορούν συναλλαγματικές, τον χρέωνε και τόκο 9% τον οποίο ως ο παραπονούμενος παραδέχθηκε, εισέπραξε. Με άλλα λόγια εφόσον ήταν φίλοι και γι' αυτό τον δάνειζε από δικά του χρήματα, κατ' εξαίρεση προς το τι έκανε με άλλους, τους οποίους «δάνειζε» μόνο μέσω χρηματοδότησης από την τράπεζα λαμβάνοντας προμήθεια, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί τον χρέωνε τόκο στις συναλλαγματικές και μάλιστα 9%, τον οποίο όπως δέχθηκε εισέπραττε. Η θέση που προσπάθησε να προωθήσει ο παραπονούμενος σε κάποιο σημείο, ότι δηλαδή είναι ο κατηγορούμενος που του εισηγήθηκε να του καταβάλει 9% τόκο στις συναλλαγματικές «για να μην τον αδικήσει», θεωρώ ότι απλά δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής και δεν χρειάζεται να σχολιαστεί περαιτέρω. Αρκεί να σημειωθεί ότι αν πράγματι ο κατηγορούμενος είχε οικονομική ανάγκη και γι' αυτό αποτεινόταν συχνά στον παραπονούμενο, όπως ήταν η θέση που προωθήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, σίγουρα δεν θα αναμένετο να επιδιώκει να πληρώνει περισσότερα, αλλά αντίθετα, όσο το δυνατόν λιγότερα. Σε κάθε όμως περίπτωση σημειώνω ότι η θέση του ότι δεν χρέωνε κανένα ποσό τόκου όταν δάνειζε χρήματα τον κατηγορούμενο για τα οποία εκδίδονταν επιταγές, δεν μπορεί να πείσει ούτε στο ελάχιστο για την αλήθεια της, ιδιαίτερα εάν αναλογιστεί κανείς ότι για τις συναλλαγές με τον κατηγορούμενο οι οποίες έγιναν με χρηματοδότηση από τράπεζα λάμβανε πάντοτε προμήθεια όπως ο ίδιος άλλωστε παραδέχθηκε, ενώ και στις συναλλαγματικές ελάμβανε τόκο 9%, ο οποίος για τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω δεν θεωρώ ότι αποτελούσε πρωτοβουλία του κατηγορούμενου. Η δε προσπάθεια του να διαχωρήσει τις συναλλαγές που γίνονταν με χρηματοδότηση αναφέροντας ότι για αυτές εκτελούσε εργασία και σπαταλούσε χρόνο και επίσης ήταν και εγγυητής στη συγκεκριμένη δοσοληψία, δεν πείθει αν ληφθούν υπόψη οι επανειλημμένες αναφορές του περί φιλικών σχέσεων που είχε μαζί με τον κατηγορούμενο για περίοδο πέραν των 20 ετών και εν πάση περιπτώσει δεν εξηγεί γιατί εισέπραττε και 9% τόκο όταν επρόκειτο για συναλλαγματική. Η δε θέση του παραπονούμενου ότι είναι μετά τις συναλλαγματικές που έγιναν πάρα πολύ φιλικές οι σχέσεις τους έτσι ώστε να μην τον χρεώνει τόκο στα ποσά που τον δάνειζε λαμβάνοντας επιταγές, δεν πείθει και θεωρώ ότι προβλήθηκε με μόνο σκοπό να ξεφύγει ο παραπονούμενος από το αδιέξοδο στο οποίο προφανώς βρισκόταν. Και τούτο διότι το γεγονός παραμένει ότι οι συναλλαγματικές είχαν ως αντικείμενο τους μετρητά που είχαν δοθεί από τον παραπονούμενο (βλ. Τεκμήρια 7 και 8) και η θέση που εξ αρχής πρόβαλε ο παραπονούμενος ήταν ότι ο λόγος που δάνειζε από δικά του χρήματα τον κατηγορούμενο, ήταν οι πολύ φιλικές σχέσεις που είχαν με τον κατηγορούμενο. Ως προς τη θέση του παραπονούμενου ότι δεν χρέωνε τόκο για τα ποσά που δάνειζε τον κατηγορούμενο λαμβάνοντας από αυτόν επιταγές, επειδή αυτά εξοφλούντο πολύ σύντομα μετά, πρέπει να πω ότι αυτή δεν μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να ελεγχθεί ούτε και επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, εφόσον δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ως προς το πότε δόθηκαν (εάν δόθηκαν) τα χρήματα που αφορούν για παράδειγμα τις επιταγές Τεκμήρια 9,10, 14-18, ή οποιεσδήποτε άλλες εν πάση περιπτώσει. Ως προς τη θέση του ότι δεν χρέωνε τόκο διότι ότι τα ποσά που δάνειζε λαμβάνοντας επιταγές αφορούσαν μικρά ποσά, ούτε και αυτό μπορεί να ελεγχθεί, αφού ο παραπονούμενος επιμελώς δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο που να αφορά τις δοσοληψίες με επιταγές, ενώ για τα Τεκμήρια 9,10,14-18 που του επιδείχθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης, φάνηκε να μην μπορεί καν να επιβεβαιώσει ότι αφορούσαν πράγματι συναλλαγές του ίδιου με τον κατηγορούμενο, εφόσον προώθησε τη θέση ότι τα τεκμήρια αυτά μπορεί να αφορούν ποσά που δάνεισε στον κατηγορούμενο και εξοφλήθηκαν ή μπορεί να είναι επιταγές που εξέδωσε από μόνος του ο κατηγορούμενος για σκοπούς υπεράσπισης του. Εν πάση περιπτώσει επισημαίνω ότι τα ποσά των επίδικων επιταγών (βλ. Τεκμήρια 2 και 3) δεν ήταν μικρά αφού ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €52,100, ενώ το ποσό της δεύτερης επιταγής (€25000) το οποίο, σύμφωνα με τα ίδια τα λεγόμενα του παραπονούμενου, δόθηκε στον κατηγορούμενο περί τα μέσα Φεβρουαρίου, θα εξοφλείτο με την επιταγή Τεκμήριο 3 ημερ.30/5/2011, δηλαδή περί τους 3 ½ μήνες μετά, έτσι που μου είναι πολύ δύσκολο να δεχθώ τη θέση του ότι ούτε στην προκειμένη περίπτωση τίθετο θέμα χρέωσης τόκου, στη βάση των λόγων που προσπάθησε να προωθήσει ο παραπονούμενος, ότι δηλαδή τα ποσά ήταν μικρά και θα εξοφλούντο σύντομα. Η δε θέση του ότι έδωσε τα χρήματα στον κατηγορούμενο για να φέρει οχήματα ΜΑΝ από την Αγγλία και αυτή έχει κενό και δεν συνάδει λογικά για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Θέση του παραπονούμενου ήταν ότι τα πρώτα χρήματα τα έδωσε στον κατηγορούμενο περί τα τέλη Ιανουαρίου 2011 εφόσον ως του ανέφερε ο τελευταίος θα έφερνε τα οχήματα σε τρεις βδομάδες περίπου από το εξωτερικό, εξου και ο κατηγορούμενος του εξέδωσε την πρώτη επιταγή η οποία ήταν πληρωτέα 22/2/
- Ήταν επίσης η θέση του ότι δύο βδομάδες μετά τις αρχές Ιανουαρίου ο κατηγορούμενος του ζήτησε και τις άλλες €25000 τις οποίες επίσης του έδωσε για να ολοκληρώσει, ως ανέφερε, την πράξη. Αντί όμως η δεύτερη επιταγή να είναι πληρωτέα κατά τον ίδιο χρόνο με την πρώτη εφόσον αφορούσαν την ίδια πράξη σύμφωνα με τα λεγόμενα του παραπονούμενου, παραδόξως η δεύτερη φέρει ημερομηνία 30/5/2011, δηλαδή 3 ½ μήνες μετά, χωρίς να έχει δοθεί προς τούτο κάποια λογική εξήγηση. Την ίδια στιγμή εύλογα εγείρεται και το ερώτημα, για ποιο λόγο ο ΜΚ1 του έδωσε τα χρήματα αυτά με την επιταγή που έλαβε να είναι πληρωτέα 30/5/2011, εφόσον όπως ο ίδιος ανέφερε τα οχήματα θα έρχονταν σε τρείς βδομάδες από την ημερομηνία που εδόθη η πρώτη επιταγή (δηλαδή 3 βδομάδες από το τέλος Ιανουαρίου 2011) και χωρίς μάλιστα να έχει ζητήσει κάποια εξήγηση ή να έχει λάβει κάποια απόδειξη για την πράξη. Η θέση του ότι εμπιστευόταν τον κατηγορούμενο επειδή ήταν πάντα συνεπής στις συναλλαγές του ή και ότι ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι θα λάμβανε τα χρήματα τη μέρα που ήταν πληρωτέα η επιταγή ή και ότι ο ίδιος «έκοψε μέσα» και του έδωσε ακόμα €25000, σίγουρα δεν πείθει εάν ληφθεί υπόψη μεταξύ άλλων και το ύψος των ποσών που διακυβεύονταν, αλλά και η θέση της κατηγορούσας αρχής ως προωθήθηκε και μέσω της αντεξέτασης του κατηγορούμενου, ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και γι΄ αυτό αποτείνετο στον παραπονούμενο για μετρητά. Άλλο δε στοιχείο που προβληματίζει είναι ότι ερωτηθείς για τις συναλλαγές που είχε με τον κατηγορούμενο από το 2008 και έπειτα συνεχώς ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμάται για να απαντήσει και περιοριζόταν στο να αναφέρει ότι γενικά από την αρχή της συνεργασίας τους τον δάνεισε περί τις 25-30 φορές. Παρά δε ταύτα ήταν σε θέση να κάνει αναφορά και να παρουσιάσει στοιχεία αναφορικά με δοσοληψίες που αφορούσαν περιόδους πολύ προεγενέστερες του
- Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι παρά την τόσο έντονη αμφισβήτηση από πλευράς της υπεράσπισης, της αντιπαροχής για τις επίδικες επιταγές, ο παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι είχε αποσύρει τα συγκεκριμένα ποσά από κάποιο συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα ή έστω ότι τα έλαβε από κάποια συγκεκριμένη πράξη, για να τα δώσει στον κατηγορούμενο γεγονός που σε συνδυασμό με όλη την υπόλοιπη του μαρτυρία μου δημιουργεί πολύ έντονες αμφιβολίες, ως προς το ποια ήταν πραγματικά η αντιπαροχή για την επίδικη συναλλαγή. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι ο παραπονούμενος προώθησε τη θέση ότι λόγω της δουλειάς του στα πλαίσια της οποίας ασχολείτο με αγορές αυτοκινήτων από δημοπρασίες, διατηρούσε σε κουτί ασφαλείας πολύ μεγάλα ποσά για να μπορεί να πετυχαίνει καλύτερες τιμές δίνοντας μετρητά και ότι είναι απ' εκεί που πήρε τα λεφτά και δάνεισε τον κατηγορούμενο. Η θέση αυτή σίγουρα δεν με πείθει υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας του, ιδιαίτερα δε αν αναλογιστώ ότι σε άλλο σημείο και στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει πως και είχε τόσο μεγάλα ποσά στην κατοχή του έκανε αναφορά και σε ασχολίες σχετικές με την αγοραπωλησία ακίνητης περιουσίας. Περαιτέρω δεν μου διαφεύγει ότι για καμιά συναλλαγή που έγινε με μετρητά και επιταγή αντίστοιχα, δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει κάποια απόδειξη ότι έδωσε αντίστοιχο ποσό χρημάτων είτε υπό τη μορφή κάποιας τραπεζικής κατάστασης λογαριασμού είτε υπό μορφή κάποιας απόδειξης όπως αυτές που παρουσίασε σε σχέση με τις χρηματοδοτήσεις ή τις συναλλαγματικές. Η θέση του ότι κρατούσε τις επιταγές που ήταν η καλύτερη απόδειξη, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού δεν δύναται να πείσει. Εν ολίγοις και με βάση τα πιο πάνω δεν έχω πειστεί για τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 σε σχέση με τις λεπτομέρειες της επίδικης συναλλαγής, ούτε ότι τα ποσά που αναφέρονται στις επιταγές δόθηκαν σε μετρητά από τον ίδιο για τους λόγους που ανέφερε και εν γένει κρίνω πως για όλους τους πιο πάνω λόγους και με δεδομένο το άμεσο συμφέρον του παραπονούμενου από την έκβαση της υπόθεσης, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων θεμάτων. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Ελληνικής Τράπεζας στη λεωφόρο Αθαλάσσας, Στέλιος Κωνσταντίνου. Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση αφού μου έδωσε την εντύπωση προσώπου το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει τα όσα γνώριζε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και αυτό έπραξε. Η μαρτυρία του στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε και την αποδέχομαι. Όπως ο μάρτυρας αυτός ανέφερε, οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί από λογαριασμό που τηρείται στο πιο πάνω κατάστημα και ο οποίος είναι ο ίδιος με τον αρ. λογαριασμού που αναγράφεται στις επίδικες επιταγές. Παρουσίασε κατάσταση του επίδικου λογαριασμού από το 2009 μέχρι το τέλος του 2011 (βλ. Τεκμήριο 20) Όπως ανέφερε η επιταγή με αρ. 90773088 (βλ. Τεκμήριο 2) παρουσιάστηκε στο κατάστημα τους για πληρωμή στις 14/4/2011 και επεστράφη απλήρωτη για δύο λόγους πρώτον ότι «ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος ΚΑΠ» και ο δεύτερος «να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα». Ως ο μάρτυρας ανέφερε η εν λόγω επιταγή ξαναπαρουσιάστηκε για δεύτερη φορά για πληρωμή στις 30/5/2011 και επεστράφη με τη δικαιολογία ότι πρώτον «ο λογαριασμός είναι παγοποιημένος ΚΑΠ και δεύτερον «αποταθείτε στον εκδότη». Όσον αφορά τη δεύτερη επιταγή με αρ. 90773089 (βλ. Τεκμήριο 3) αυτή ως ανέφερε παρουσιάστηκε στο ταμείο για να εξαργυρωθεί σε μετρητά στις 30/5/2011 και επεστράφη απλήρωτη με τις δικαιολογίες «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ» και «αποταθείτε στον εκδότη». Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε τον Ιανουάριο του 2008 και δόθηκε στον κατηγορούμενο βιβλιάριο επιταγών και στη συνέχεια τον Ιούλιο του 2008 το όνομα του κατηγορούμενου καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ. Όπως ανέφερε στον κατηγορούμενο δόθηκαν συνολικά 2 βιβλιάρια επιταγών το πρώτο με αρ. 98970551 - 98970600 και το δεύτερο το οποίο δόθηκε στις 22/5/2008 με αριθμούς από 90773051 -
- Ερχόμενη τώρα στον κατηγορούμενο πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση, αφού αφενός πολλές από τις θέσεις που προώθησε ακούστηκαν για πρώτη φορά όταν ο ίδιος κατέθετε και δεν τέθηκαν στον ΜΚ1 ενόσω κατέθετε για να τοποθετηθεί και αφετέρου κάποιες από τις θέσεις που προώθησε διέφεραν από τις θέσεις που τέθηκαν στον ΜΚ
- Η δε μαρτυρία του ιδωμένη συνολικά ήταν σε πολλά σημεία τόσο συγκεχυμένη και αντιφατική έτσι που με δεδομένο το άμεσο συμφέρον του από την έκβαση της υπόθεσης να μην μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Και εξηγώ. Κατ' αρχάς ενώ η θέση που υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ήταν ότι οι επίδικες επιταγές καθώς και αυτές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9 και 10 και 14-18 δόθηκαν μεταξύ άλλων προς εξόφληση ενός ποσού Λ.Κ 1200 που δάνεισε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο περί το 2007 και το οποίο επιβαρύνετο συνεχώς με τόκους, ο κατηγορούμενος στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 21) έκανε αναφορά σε ποσό Λ.Κ.
- Η δε εξήγηση που προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου όταν του υπεδείχθη το γεγονός αυτό και η οποία εν πολλοίς προήλθε από το συνήγορο του κατηγορούμενου ο οποίος παρενέβη υπό τύπο ένστασης (γεγονός που επίσης λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση) περισσότερο σύγχυζε παρά διαφώτιζε το Δικαστήριο. Εν ολίγοις αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε καταγράψει στη δήλωση του το ποσό €2000 που είναι το ισόποσο των Λ.Κ.1200 και ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου με δική του πρωτοβουλία το μετέτρεψε σε Λ.Κ επειδή η συναλλαγή ήταν πριν το
- Τούτο όμως καθόλου δεν συνάδει λογικά, αφού ο ίδιος ο συνήγορος του κατηγορούμενου είχε ενωρίτερα (κατά την αντεξέταση του ΜΚ1) υποβάλει τη θέση ότι το ποσό του δανεισμού ήταν Λ.Κ.1200 και άρα γνώριζε ποιο ήταν το ποσό του δανεισμού σύμφωνα με τη θέση του πελάτη του. Σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να πω ότι δεν δόθηκε εξήγηση ως προς το πώς συνάδει η θέση αυτή (ότι δηλαδή το ποσό των 2000 ήταν τελικά σε ευρώ και όχι λίρες) με τα υπόλοιπα ποσά που αναφέρει ο κατηγορούμενος στη συνέχεια της δήλωσης του, όπου αναφέρει ότι το ποσό των 2000 (το οποίο ως ήταν τελικά η θέση του ήταν σε ευρώ) του δόθηκε με την προϋπόθεση ότι ο ίδιος θα του επέστρεφε Λ.Κ. 2500 σε ένα μήνα. Επίσης δεν εξηγήθηκε πώς συνάδει η διόρθωση στην οποία προέβη ο κατηγορούμενος με τη θέση ότι ακολούθως και όταν δεν μπόρεσε να επιστρέψει όλο το ποσό των Λ.Κ.2500, ο παραπονούμενος του είπε να του δώσει Λ.Κ.500 και ότι στο ποσό των Λ.Κ.2500 θα πρόσθεταν ακόμα Λ.Κ. 250 σαν τόκο για τον επόμενο μήνα. Περαιτέρω οι θέσεις του κατηγορούμενου επί της ουσίας του ζητήματος του πόσα ποσά πλήρωσε προς εξόφληση του ποσού που κατ' ισχυρισμό του δόθηκε το 2007 και πότε προέβη στις πληρωμές, ήταν τόσο συγκεχυμένες, έτσι που το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια ως προς το πιο ήταν τελικά το ποσό που κατά τη θέση του κατηγορούμενου καταβλήθηκε στον παραπονούμενο προς εξόφληση του ποσού που του δόθηκε το
- Άλλωστε και ο ίδιος δέχθηκε σε κάποιο σημείο ότι δεν ήταν σε θέση να το προσδιορίσει ακριβώς. Ενώ δε ο ίδιος δεν έκανε καμία αναφορά κατά τη μαρτυρία του σε ποσό που κατέβαλε η μητέρα του στον παραπονούμενο ύψους €25.000, η ΜΥ2 ανέφερε ότι η ίδια είχε καταβάλει το ποσό αυτό προς πλήρη διευθέτηση των διαφορών του παραπονούμενου με το γιο της, πράγμα το οποίο εάν είχε πράγματι γίνει φαντάζει παράξενο να μην το γνώριζε ο κατηγορούμενος μέχρι και την ώρα που κατέθετε για να το αναφέρει. Περαιτέρω ασαφής ήταν και η θέση του ως προς το πότε εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και αν ήταν προς αντικατάσταση άλλων προγενέστερων και ποιων ή αν οι επίδικες εν τέλει αντικαταστάθηκαν με μεταγενέστερες επιταγές. Η δε θέση του ότι δεχόταν απειλές και πιέσεις τουλάχιστον από το 2008 και εντεύθεν δεν εξηγεί γιατί περίμενε μετά την επίδοση του κατηγορητηρίου, το Μάϊο του 2011, για να προβεί σε κάποια καταγγελία στην αστυνομία για τη συμπεριφορά του παραπονούμενου. Εν πάση περιπτώσει σε σχέση με το ζήτημα αυτό καμία άλλη σχετική μαρτυρία προωθήθηκε για να καταδείξει τη συνέχεια που είχε η εν λόγω καταγγελία, ο δε κατηγορούμενος ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι η καταγγελία του καταγράφηκε, χωρίς ο ίδιος να κάνει αναφορά σε προσπάθειες που έκανε για να δει αν προωθείται ή όχι αυτή η ομολογουμένως σοβαρή καταγγελία. Η δε θέση ότι η πρώτη φορά που γνώρισε τον κατηγορούμενο ήταν σε συνέχεια ανταπόκρισης του στην αγγελία της εφημερίδας δεν μπορεί να ευσταθεί, εφόσον η αγγελία τοποθετήθηκε το έτος 2007, ενώ σύμφωνα με τα Τεκμήρια 7 και 8 αλλά και την αγωγή Τεκμήριο 5, ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος φαίνεται να είχαν δοσοληψίες από πολύ προηγουμένως (βλ. μεταξύ άλλων και Τεκμήριο 19). Υπό το φως αυτών των ουσιαστικών κενών και αντιφάσεων στην εκδοχή του κατηγορούμενου δεν θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτήν για να εξάγω ευρήματα επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Ως ΜΥ2 κατέθεσε η Μαριάννα Ηρακλέους, μητέρα του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία και της μάρτυρος αυτής ήταν πολύ συγκεχυμένη, ασαφής και σε κάποια σημεία αντιφατική έτσι που αισθάνομαι ότι δεν μπορώ ούτε στη μαρτυρία αυτής της μάρτυρος να στηριχθώ για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Και εξηγώ. Στην κυρίως εξέταση της, η ουσία της μαρτυρίας της ήταν ότι η ίδια γνώρισε τον παραπονούμενο όταν του πώλησε το αυτοκίνητο του συζύγου της ο οποίος απεβίωσε. Περαιτέρω ήταν η θέση της ότι στη συνέχεια ο παραπονούμενος την πήρε τηλέφωνο και της έλεγε ότι του χρωστούσε χρήματα ο γιος της, δηλαδή ο κατηγορούμενος, οπόταν και η ίδια, μέσω του άλλου της υιού, του έστειλε €
- Παρά τα πιο πάνω κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι το ποσό που της ζητούσε ο παραπονούμενος ήταν €27100, ενώ σε άλλο σημείο διαφάνηκε ότι η θέση της ήταν ότι ο παραπονούμενος πρώτα της ζήτησε τις €25000 και αφότου τις πλήρωσε, της ζήτησε άλλες €
- Επίσης η θέση της ότι έδωσε στον παραπονούμενο ποσό €25000 είναι πολύ δύσκολο να γίνει πιστευτή εάν ληφθεί υπόψη η θέση της ότι το ποσό αυτό δόθηκε για να κλείσουν εντελώς οι όποιες διαφορές είχε ο παραπονούμενος με το γιό της και παρά ταύτα και παρά το ύψος του ποσού και τη δυσκολία που ως ανέφερε είχε για να το εξεύρει, δεν έλαβε καμία απόδειξη για το γεγονός αυτό. Περαιτέρω αντιφατική και συγκεχυμένη ήταν η θέση της ως προς το εάν ο γιος της γνώριζε ότι η ίδια πλήρωσε τα χρήματα που η ίδια ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε. Συγκεκριμένα για το ζήτημα αυτό αρχικά ήταν η θέση της ότι όταν πλήρωσε τα λεφτά αυτά το ανέφερε στον κατηγορούμενο, ενώ σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε για το γεγονός της πληρωμής του ποσού αυτού όταν η ίδια διευθέτησε να στείλει τον αδελφό του κατηγορούμενου να πληρώσει. Σε άλλο δε σημείο ερωτηθείσα αν μετά που μίλησε με τον παραπονούμενο και της ζήτησε €25000, κουβέντιασε με το γιό της απέφυγε να απαντήσει ευθέως και ανέφερε ότι του μιλούσε αφού ήταν σπίτι της. Σε ερώτηση δε κατά πόσο αυτός της είπε να πληρώσει τα χρήματα αυτά και πάλιν δεν απαντούσε ευθέως. Ο δε κατηγορούμενος ας σημειωθεί ότι δεν έκανε αναφορά σε τέτοια πληρωμή. Παρ' όλο δε που δεν αποκλείω να είχε κάποια επικοινωνία η ΜΥ2 με τον παραπονούμενο, αφού τέτοια ήταν και η θέση του παραπονούμενου δεν μπορώ να καταλήξω ως προς τον αριθμό των επικοινωνιών ή το περιεχόμενο τους, ούτε όμως και να αποδεχθώ οποιοδήποτε αμφισβητούμενο μέρος της μαρτυρίας της για την εξαγωγή ευρημάτων, με δεδομένες τις αντιφάσεις και ασάφειες που εντοπίζονται στη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, της οποίας η μαρτυρία ενόψει και της πολύ στενής της συγγένειας με τον κατηγορούμενο θα πρέπει να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή, ενόψει του πολύ ορατού ενδεχομένου η ίδια να επιθυμεί να βοηθήσει την εκδοχή του υιού της με σκοπό αυτός να αθωωθεί. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα, πέραν των παραδεκτών γεγονότων στα οποία αναφορά έγινε ανωτέρω και τα οποία αποτελούν συνακόλουθα και ευρήματα του Δικαστηρίου: Ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε, υπόγραψε και παρέδωσε τα Τεκμήρια 2 και 3 στον ΜΚ1 ο οποίος αφότου τα παρουσίασε στην τράπεζα κατά τις ημερομηνίες που ανέφερε ο ΜΚ2 αυτά δεν εξοφλήθηκαν για τους λόγους που αναφέρθηκαν από τον ΜΚ2 και προκύπτουν και από το παραδεκτό γεγονός που εγκρίθηκε. Από την ημερομηνία που επεστράφησαν απλήρωτες οι εν λόγω επιταγές δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο. Ενόψει δε της ανωτέρω αξιολόγησης σημειώνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία από την οποία να μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ως τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ή και ως προς το ποια ήταν η αντιπαροχή για τις εν λόγω επιταγές. Νομική Πτυχή Ως και πιο πάνω έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες στη βάση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προβλέπει τα εξής: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών, από την παρουσίαση της, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10,000.00) ή και στις δύο ποινές.» Με βάση το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος που πρέπει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή είναι:
- Η έκδοση επιταγής
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται είτε στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω τα εξής. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε ότι ο ίδιος συμπλήρωσε τα Τεκμήρια 2 και 3 ως προς το όνομα του δικαιούχου και το ποσό ολογράφως και με αριθμούς και ότι τις υπέγραψε και τις παρέδωσε στον ΜΚ
- Ούτε αμφισβητήθηκε ότι τα εν λόγω τεκμήρια εμφανίστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέα αφού επί του προκειμένου η μαρτυρία του ΜΚ1 δεν αμφισβητήθηκε, ενώ προς την ίδια κατεύθυνση δόθηκε μαρτυρία και από τον ΜΚ2 η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε με βάση την οποία το Τεκμήριο 2 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 14/4/2011 και ακολούθως στις 3/5/2011, το δε Τεκμήριο 3 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 30/5/
- Επίσης ως προκύπτει τόσο από το παραδεκτό γεγονός που εγκρίθηκε από το Δικαστήριο όσο και από την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ2 τα Τεκμήρια 2 και 3 επεστράφησαν απλήρωτα για ένα εκ των λόγων που περιλαμβάνεται στο άρθρο 305Α
(1)(βλ. σχετικά και Νίκος Ιωάννου v. Ναναιμο Λτδ κ.α
(2005)2 Α.Α.Δ 555). Η διαφωνία των μερών έγκειτο στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και ιδιαίτερα το αν δόθηκε αντιπαροχή για την έκδοση τoυς, αφού θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι δόθηκε το ποσό των επιταγών αυτών σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ΜΚ1, ενώ της υπεράσπισης ότι το ποσό αυτό ποτέ δεν δόθηκε και πως το ποσό που δανείστηκε ο κατηγορούμενος ήταν το ποσό των Λ.Κ.2000 το οποίο δανείστηκε το 2007 και το οποίο εξόφλησε πολύ πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν υπό το κράτος εκβιασμών και απειλών και ήταν το προϊόν τοκογλυφίας. Το Δικαστήριο ως προκύπτει και από την κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν μπόρεσε να καταλήξει σε εύρημα ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα αφού τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο κατηγορούμενος και η ΜΥ2 κρίθηκαν αναξιόπιστοι. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262, το οποίο εφαρμόζεται και σε επιταγές δεδομένων των προνοιών του άρθρου 73 του Κεφ. 262, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου επιταγής, ότι δηλαδή ο τελευταίος έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της επιταγής. Το ως άνω αναφερθέν άρθρο προβλέπει τα εξής: «30.
(1)Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Μακάριος Παναγιώτου v. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ 916, στην περίπτωση του άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι ο παραπονούμενος ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του πιο πάνω νόμου, αφού ο παραπονούμενος ήταν αδιαμφισβήτητα ο δικαιούχος της επιταγής. Όμως δεν θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να τύχει εφαρμογής το μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 και τούτο διότι ο παραπονούμενος ως προς το ζήτημα της αντιπαροχής επέλεξε να μην βασιστεί σε αυτό, αλλά στη δική του μαρτυρία η οποία όμως κρίθηκε αναξιόπιστη. Ως προς τις συνέπειες της επιλογής του αυτής, σχετικά είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Μακάριος Παναγιώτου (πιο πάνω), όπου αναφέρθηκαν επί λέξει τα εξής: «Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ακόμα μια παράμετρος. Ως προς την ύπαρξη αντιπαροχής ο εφεσείων επέλεξε να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το Άρθρο 30
(1)του Νόμου, αλλά επί της δικής του μαρτυρίας. Η επί του προκειμένου όμως εκδοχή του, δηλαδή ότι εξαργύρωσε την επιταγή και συνεπώς έδωσε αντιπαροχή, δεν έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο υπενθυμίζουμε απέρριψε τη μαρτυρία του στο σύνολο της, ως αναξιόπιστη. Επομένως, υιοθέτηση της εισήγησης της υπεράσπισης αναπόφευκτα θα δημιουργούσε, υπό τις περιστάσεις, αντιφατική κατάσταση, καθότι θα οδηγούσε ουσιαστικά σε εξουδετέρωση της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του εφεσείοντα.» Υπό το φως των πιο πάνω και εν όψει των σοβαρών αμφιβολιών που δημιουργήθηκαν στο Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και ιδίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών και δεδομένου του ότι το Δικαστήριο απέρριψε ως αναξιόπιστες όλες τις μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τα εν λόγω ζητήματα, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ. ..........) Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο