← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 8574/10, 23/12/2015

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, Αρ. Υπόθεσης: 8574/10, 23/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8574/10 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ v. ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Κυπρίζογλου. Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος μετά από ακρόαση βρέθηκε ένοχος και στις 58 κατηγορίες που αναγράφονται στο κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε στις 29.6.2010. Ειδικότερα βρέθηκε ένοχος σε 29 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απόκτησης προσωπικών δεδομένων κατά παράβαση των άρθρων 2,3,6,10,13 και 19

(4)(α) του Περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων Νόμου 183(Ι)/2007 και σε 29 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της επέμβασης σε αρχείο προσωπικών δεδομένων κατά παράβαση των άρθρων 2,5,26
(1)(ε) και 26
(6)του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου 138(Ι)/
  1. Η χρονική διάρκεια της παραβατικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου τοποθετείται, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, μεταξύ τέλος Δεκεμβρίου 2009 και τέλος Φεβρουαρίου
  2. Στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.9.12.15 αναγράφονται με πλήρη λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα και ευρήματα του Δικαστηρίου που οδήγησαν στην απόφαση για την καταδίκη του Κατηγορούμενου. Δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Αναφέρω ότι το επίδικο διάστημα ο Κατηγορούμενος ήταν υπάλληλος της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (ΑΤΗΚ) με έδρα την Λεμεσό και ήταν ο τεχνικός διαχειριστής του συστήματος Ericsson Multi Mediation (ΕΜΜ) που είναι το σύστημα το οποίο συλλέγει, επεξεργάζεται και διανέμει δεδομένα χρήσης τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, π.χ. φωνητικές κλήσεις, μηνύματα sms και mms. Μεταξύ των καθηκόντων του Κατηγορουμένου ήταν να προβαίνει σε τακτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει την ομαλή λειτουργία του συστήματος ΕΜΜ, να παρακολουθεί τυχόν προειδοποιήσεις κινδύνου όταν υπάρχει ή επίκειται να δημιουργηθεί πρόβλημα και να προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για πρόληψη και/ή επίλυση του προβλήματος. Μέρος επίσης των καθηκόντων του ήταν η δημιουργία εφεδρικών αρχείων των δεδομένων κίνησης που περνούν από το ΕΜΜ, τα οποία σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις οδηγίες της ΑΤΗΚ πρέπει να καταστρέφονται σε 6 μήνες από τη δημιουργία τους. Πολύ συνοπτικά αναφέρω ότι σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα και κατά παράβαση των καθηκόντων του, της αρχής της εμπιστευτικότητας και της τήρησης του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών που διέπεται τόσο από νομοθεσίες αλλά και από εσωτερικούς κανονισμούς και εγκυκλίους της ΑΤΗΚ που είναι γνωστές στους υπαλλήλους της αλλά και κατά παράβαση των προνοιών των δύο νομοθετημάτων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος επεξεργάστηκε αρχεία CDRs που παράχθηκαν από τα κέντρα που διαχειρίζονται κλήσεις φωνής, αποστολή και λήψη μηνυμάτων sms και αποστολή και λήψη μηνυμάτων πολυμέσων mms για τους αριθμούς επικοινωνίας που αναγράφονται στο κατηγορητήριο και οι οποίοι ανήκουν σε συνδρομητές της ΑΤΗΚ. Τα εν λόγω αρχεία τα αντέγραφε μετά από στόχευση των συνδρομητών, τα οποία ακολούθως επεξεργαζόταν και τα μετέφερε στο προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο Κατηγορούμενος είχε λάβει μέτρα για να αποκρύβει τις ενέργειες που έκανε και συγκεκριμένα είχε δημιουργήσει ένα script, πρόγραμμα δηλαδή που τρέχει κάτω από κέλυφος του λειτουργικού συστήματος, που σκοπός του ήταν να εξαλείψει σε δευτερόλεπτα τις ενέργειες και όλα τα ίχνη που πιθανόν να υπήρχαν στο σύστημα ΕΜΜ ως αποτέλεσμα των ενεργειών του. Η διερεύνηση των ενεργειών του κατηγορουμένου αρχικά από την ΑΤΗΚ και ακολούθως από την Αστυνομία η οποία κατέληξε στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης εναντίον του και στην καταδίκη του όπως έχω πει μετά από ακροαματική διαδικασία, ξεκίνησε μετά που συνδρομητής της ΑΤΗΚ κρατώντας στοιχεία που αφορούσαν ως ισχυρίστηκε τις κινήσεις αριθμών τηλεφώνων που τον παρενοχλούσαν παρουσιάστηκε στην ΑΤΗΚ και ζήτησε να του δοθούν τα στοιχεία αυτά επίσημα, αναφέροντας ότι τα στοιχεία τα είχε προμηθευτεί από ιδιωτικό ντεντέκτιβ στη Λεμεσό ο οποίος, όπως του ανέφερε, συνεργαζόταν με υπάλληλο της ΑΤΗΚ. Σημειώνω εδώ ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και τα ευρήματα του δεν προέκυψε οποιαδήποτε σύνδεση του κατηγορούμενου με τον συγκεκριμένο ή οποιοδήποτε άλλο ντεντέκτιβ, ούτε και ότι ο Κατηγορούμενος λάμβανε χρήματα ή οποιοδήποτε άλλο οικονομικό όφελος από αυτές τις παράνομες ενέργειες του. Η κα Ναθαναήλ ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου και ότι για την παρούσα υπόθεση έχουν δημιουργηθεί έξοδα μαρτύρων κατηγορίας συνολικού ύψους €800 τα οποία ζήτησε όπως πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο. Ο κ. Κυπρίζογλου αναφέρθηκε στους μετριαστικούς παράγοντες ο Κατηγορούμενος συγκεντρώνει στο πρόσωπο του, τους οποίους το Δικαστήριο, ως εισήγηση του θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την επιβολή ποινής. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι δεν υπάρχει εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος προσπορίσθηκε οποιοδήποτε όφελος συνεπεία της διάπραξης των αδικημάτων για τα οποία κρίθηκε ένοχος και ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έχει ήδη τιμωρηθεί εξωδικαστηριακά αφού τόσο κατά την διερεύνηση των ποινικών αδικημάτων αλλά και κατά τη διάρκεια της ποινικής δίωξης του τελεί σε διαθεσιμότητα, λαμβάνει μόνο μέρος του μισθού του γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης προς το χειρότερο γιατί είχε και έχει οικονομικές υποχρεώσεις που όταν τις δημιούργησε ήταν πολύ διαφορετικά τα δεδομένα του μισθού του. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα επίσης στο γεγονός το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε ως σχεδόν βέβαιο, ότι με βάση τις εσωτερικές διαδικασίες της ΑΤΗΚ η καταδίκη του κατηγορούμενου από το Δικαστήριο θα έχει ως αποτέλεσμα την συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας που είχε ξεκινήσει εναντίον του και αναστάληκε λόγω της καταχώρισης της παρούσας ποινικής υπόθεσης, με αποτέλεσμα, σχεδόν δεδομένο, την απόλυση του από την ΑΤΗΚ, γεγονός που θα σημαίνει ότι θα χάσει και όλα τα ωφελήματα του ως υπάλληλος. Ήταν η θέση του κ. Κυπρίζογλου ότι κατά την χρονική περίοδο που έχει παρέλθει από την διερεύνηση της υπόθεσης μέχρι και την καταδίκη του Δικαστηρίου που είναι σχεδόν 6 χρόνια, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου έχουν αλλάξει κατά πολύ, έχει αναμορφωθεί ο χαρακτήρας του, έχει μεταμεληθεί και δεν υπάρχει καμία υπόνοια ότι θα διαπράξει παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα, ξανά. Εστιάστηκε επίσης στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την ηλικία του, το γεγονός ότι στο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει όχι μόνο για παρόμοιας φύσης, αλλά για κανένα άλλο αδίκημα δεν έχει κατηγορηθεί, γεγονός το οποίο φαίνεται να εξασθενεί την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντα με τον κ. Κυπρίζογλου, έχει εμπράκτως μεταμεληθεί και δικαιούται να ζητήσει από το Δικαστήριο να επιδείξει επιείκεια στο πρόσωπο του όταν θα του επιβάλει ποινή. Σε ότι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ο κ. Κυπρίζογλου ανέφερε ότι το 2011 γεννήθηκε η κόρη του Σίντυ Γεωργιάδου, το οποίο ήταν ένα πολύ θετικό γεγονός στη ζωή του. Το αρνητικό γεγονός όμως που συνέβηκε ήταν ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου λόγω της παρούσας υπόθεσης αποφάσισε την λύση του γάμου τους και στις 15.9.15 απέστειλε επιστολή σχετική προς τον οικείο Μητροπολίτη. Μεταξύ τους υπάρχουν φιλικές σχέσεις και συνεργάζονται σε ότι αφορά την κόρη τους αλλά είναι προφανές, ως η θέση του, ότι η παρούσα υπόθεση είχε ως αποτέλεσμα τον ισχυρό κλονισμό του γάμου τους με την αρνητική κατάληξη που προανέφερε κάτι που είναι δύσκολο για τον Κατηγορούμενο. Η μητέρα του κατηγορούμενου το 2009 είχε διαγνωστεί με καρκίνο, η κατάσταση της υγείας της έχει μεταβληθεί εν τω μεταξύ προς το χειρότερο. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος πάσχει από την γέννηση του από άσθμα με σοβαρή απόφραξη των αεραγώνων, κατάσταση που επιδεινώνεται από έντονο στρες και τα τελευταία χρόνια λόγω της παρούσας υπόθεσης η κατάσταση της υγείας του είναι πολύ άσχημη. Η οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου σύμφωνα πάντα με τον κ. Κυπρίζογλου έχει μεταβληθεί προς το χειρότερο αφού συνεπεία της δραματικής μείωσης του μισθού του ενόσω τελεί σε διαθεσιμότητα, τα δάνεια του και οι άλλες υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες δεν εκπληρώνονται με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει, είναι σχεδόν βέβαιο, καταχώρηση υποθέσεων εναντίον του από τα τραπεζικά ιδρύματα με τα οποία είχε συμβληθεί για να λάβει δάνεια. Σύμφωνα πάντα με τον κ. Κυπρίζογλου, το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει μεγάλη σημασία στην καθυστέρηση που προκλήθηκε και σημειώθηκε μέχρι την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας που κατέληξε στο εύρημα του Δικαστηρίου για καταδίκη του κατηγορούμενου, τόσο ως σε σχέση με την παραβίαση των συνταγματικών επιταγών για διαπίστωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου αλλά και των επιπτώσεων που αυτή η καθυστέρηση είχε στον ίδιο και στις προσωπικές του περιστάσεις. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι ο κ. Κυπρίζογλου έθεσε ευθέως θέμα καθυστέρησης που δεν αφορούσε το πρόσωπο του Κατηγορούμενου για τα 3 χρόνια που μεσολάβησαν από την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης μέχρι τελικά να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία από το παρόν Δικαστήριο αναφέροντας ότι ουδέν θέμα καθυστέρησης τίθεται από την ημερομηνία που ξεκίνησε η ακρόαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Θέση του κ. Κυπρίζογλου ήταν ότι τα αδικήματα αυτής της φύσης δεν είναι αδικήματα που διαπράττονται συχνά και έτσι δεν υπάρχει εκείνη η επιτακτική ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Σημείωσε ότι δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου σχετική κυπριακή νομολογία, παρέθεσε αγγλική νομολογία και το πώς τα Δικαστήρια στην Αγγλία αντιμετωπίζουν αυτές τις υποθέσεις, αναφέροντας όμως ότι τα αδικήματα αυτά στην Αγγλία τιμωρούνται μόνο με ποινές προστίμου σε αντίθεση με την κυπριακή νομοθεσία η οποία προνοεί ποινές φυλάκισης, προστίμου ή συνδυασμό και των δύο ποινών. Ήταν η θέση του ότι η παρούσα υπόθεση με τα γεγονότα που την περιβάλουν, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, το μακρύ χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου και το γεγονός ότι αποκλείεται ουσιαστικά η επανάληψη τέτοιων αδικημάτων από αυτόν, δεν είναι από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο. Ήταν όμως περαιτέρω η εισήγηση του ότι αν το Δικαστήριο κρίνει ότι ποινή φυλάκισης είναι η αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο, αυτή θα πρέπει να ανασταλεί και επιχειρηματολόγησε σε σχέση με το θέμα αναστολής ποινών φυλάκισης. Τέλος, ο κ. Κυπρίζογλου ανέφερε ότι ουσιαστικά τα αδικήματα για τα οποία έχει βρεθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος αφορούν δύο ομάδες για παρόμοιας φύσης αδικήματα, μια ομάδα με βάση τον Ν.183
(1)/2007 και μια άλλη ομάδα με βάση τον Ν.138
(1)/2001 και εφόσον τα γεγονότα που τα περιβάλλουν και οι συνθήκες διάπραξης τους είναι κοινές, κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιβάλει ποινή μόνο στην μία εκ των δύο ομάδων αδικημάτων. Αναφέρω ότι ο κ. Κυπρίζογλου, σε ότι αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, εφοδίασε το Δικαστήριο με όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία που τις αφορούν όπως ιατρικές βεβαιώσεις, πιστοποιητικά, αντίγραφα υπόλοιπων λογαριασμών, αλλά και της επιστολής που απέστειλε η σύζυγος του για λύση του γάμου τους ημερ. 15.9.15. Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised) καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd edition, σελ. 2). Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του Κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση Κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση να επιβάλει τέτοια ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου. Ακόμα και στην περίπτωση που θα πρέπει να επιβληθεί αποτρεπτική ποινή, το καθήκον εξατομίκευσής της δεν ατονεί. Οι προσωπικές περιστάσεις καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να εξουδετερώνει είτε την σοβαρότητα του αδικήματος είτε το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 304). Στις Ποιν. Εφ. με αρ. 21/2011 και 25/2011 Κυριάκος Σακαρίδης και Ιωάννης Νταμουτσίδης ν. Αστυνομίας ημερ. 14.7.11 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Πάντοτε βέβαια παρά τη σοβαρότητα των αδικημάτων υπάρχει ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής αφού στόχος του Δικαστηρίου είναι η επιβολή δίκαιης ποινής η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη.» Σε ότι αφορά τα ελαφρυντικά που συγκεντρώνει ο Κατηγορούμενος στο πρόσωπο του θα λάβω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, την ηλικία του, τις προσωπικές του περιστάσεις όπως και το γεγονός ότι ο γάμος του έχει κλονιστεί ισχυρά και η επιθυμία της συζύγου του, όπως φαίνεται από την επιστολή ημερ. 15.9.15 που έχει σταλεί από τη σύζυγο του προς τον Μητροπολίτη Λεμεσού, είναι η λύση του. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει τα οποία, όπως φαίνεται από τα πιστοποιητικά που έχει παρουσιάσει ο κ. Κυπρίζογλου είχαν σαν αποτέλεσμα να απαλλαγεί από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και τα οποία φαίνεται να συνεχίζουν μέχρι σήμερα εφόσον και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο Κατηγορούμενος έτυχε να απουσιάζει λόγω αυτών, πάντα οι απουσίες του συνοδεύονταν από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Σε ότι αφορά την κατάσταση της υγείας της μητέρας του λαμβάνω υπόψη μου την επιδείνωση της, τις θεραπείες στις οποίες υποβάλλεται και τον ψυχολογικό αντίκτυπο της κατάστασης αυτής στον Κατηγορούμενο. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι από την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι σήμερα έχει μεσολαβήσει η γέννηση της θυγατέρας του Σίντυς Γεωργιάδη στις 16.6.11 και ότι ο Κατηγορούμενος σαν πατέρας πλέον έχει αυξημένες υποχρεώσεις έναντι της ανήλικης Σίντυς και μαζί με την μητέρα της είναι επιφορτισμένοι με τη διαμόρφωση και διάπλαση του χαρακτήρα της και την ορθή καθοδήγηση της ενώ μεγαλώνει. Η οικονομική κατάσταση του Κατηγορούμενου είναι ένας άλλος παράγοντας ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου με βάση και την αποδοχή της μαρτυρίας της ΜΚ4 Άννας Γιαννάκη ότι ο Κατηγορούμενος τελεί σε διαθεσιμότητα από την ημερομηνία διερεύνησης των αδικημάτων σε σχέση με τα οποία έχει βρεθεί ένοχος που ήταν τον Δεκέμβριο του 2009 μέχρι σήμερα και ότι λαμβάνει μόνο το ήμισυ του μισθού του. Υπάρχουν ενώπιον μου πιστοποιητικά που δείχνουν ότι έχει δανειακές υποχρεώσεις στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αλλά και στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ τις οποίες δεν αποπληρώνει και υπάρχουν σχετικές επιστολές για να τύχουν χειρισμού από τις διευθύνσεις διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων. Επίσης φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος έχει προβεί σε αναδιάρθρωση κάποιων από τα δάνεια του λόγο ακριβώς της αλλαγής στην οικονομική του κατάσταση. Σε σχέση με την εργασία του, πέραν της απώλειας των μισθολογικών του ωφελημάτων κατά το ήμισυ, λαμβάνω υπόψη μου τον κίνδυνο που υπάρχει ότι, μετά την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος θα απωλέσει την εργασία του. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου από την μαρτυρία της ΜΚ4 Άννας Γιαννάκη ότι ο Κατηγορούμενος έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα από τις αρχές διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και ότι εναντίον του είχε ξεκινήσει πειθαρχική διαδικασία στην οποία η ίδια είχε κληθεί ως πρώτος μάρτυρας. Μετά την καταχώρησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης όμως, είχε ανασταλεί η πειθαρχική διαδικασία και θεωρείται βέβαιο ότι τώρα θα συνεχίσει. Υπάρχει επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ΑΤΗΚ δίδει μεγάλη σημασία στην τήρηση της αρχής της εμπιστευτικότητας και του απορρήτου των προσωπικών δεδομένων των συνδρομητών της, πάνω σε αυτή την αρχή είναι εξάλλου δομημένη ολόκληρη η λειτουργία της. Έχει ιδιαίτερη σημασία η θέση που ο Κατηγορούμενος κατείχε στην ΑΤΗΚ και η υψηλή εμπιστοσύνη με την οποία τον είχαν περιβάλει οι προϊστάμενοι του. Με βάση αυτά τα δεδομένα, ο κίνδυνος όντως απώλειας της εργασίας του φαντάζει έντονος. Η νομολογία αναγνωρίζει τον κίνδυνο απώλειας εργασίας ως παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής, ιδιαίτερα όσον αφορά το είδος της ποινής που θα επιλεγεί. Με τα δεδομένα λοιπόν της παρούσας υπόθεσης προβάλλει ως πιθανό γεγονός ότι η τιμωρία του κατηγορούμενου δεν τελειώνει με την επιβολή ποινής από το Δικαστήριο. Όπως έχει ήδη λεχθεί, τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ουσιαστικά δημιουργούν την βεβαιότητα ότι θα συνεχίσει η πειθαρχική διαδικασία που έχει ξεκινήσει και ανασταλεί και όντως οι ποινές που ενδέχεται να του επιβληθούν είναι μεγάλες και σοβαρές με μεγαλύτερη την πιθανότητα απόλυσης του, κάτι που θα έχει πολύ δυσμενείς επιπτώσεις όχι μόνο στον ίδιο και την καριέρα του αλλά και στην οικογένεια του. Σημειώνω εδώ ότι οι επιπτώσεις στην οικογένεια του έχουν ήδη προδιαγραφεί. Σε σχέση με το θέμα αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 όπου το Εφετείο παρατήρησε τα ακόλουθα για το ενδεχόμενο πιθανόν πειθαρχικών κυρώσεων σε ένα πρόσωπο μετά από την καταδίκη του από το Δικαστήριο. «Μετά την καταδίκη του είναι δεκτό ότι ο εφεσείων οποίος είναι μόνιμος επιλοχίας στην Εθνική Φρουρά θα αντιμετωπίσει πειθαρχική διαδικασία με αβέβαιο το αποτέλεσμα εφόσον μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή από επίπληξη μέχρι απόλυση. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιλογή ποινής στερητικής της ελευθερίας παραγνωρίζει την αρχή ότι τέτοια ποινή επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη κρίνεται ακατάλληλη...». Σημασία έχει επίσης ο πρότερος βίος του Κατηγορούμενου όπως και το γεγονός ότι στο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει η απουσία επανάληψης του αδικήματος τείνει να καταδείξει ότι το θέμα αποτροπής έχει αδυνατήσει. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 214/09 ημερ. 29.1.14 που λέχθηκαν τα εξής: «Η αναγκαιότητα όπως η ίδιας της εφεσείουσας μέσω της επιβαλλόμενης ποινής να αποτραπεί από την επανάληψη διάπραξης παρόμοια φύσεως αδικημάτων, φαίνεται να είναι στην περίπτωση αυτή ιδιαίτερα αδύνατη.» Σε ότι αφορά το θέμα της καθυστέρησης στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 C.L.R. 294 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Τί συνιστά εύλογο χρόνο για την αποπεράτωση με την έκδοση δικαστικής απόφασης της δίκης για τον καθορισμό της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εξαρτάται από τις συνθήκες και γεγονότα της υπόθεσης καθώς και την συμπεριφορά των διαδίκων - Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.149. (Βλέπε επίσης Agapiou v. Panayiotou,
(1988)1 C.L.R. 257). Αφετηρία για την επιμέτρηση του χρόνου αποτελεί η ημέρα σύλληψης ή καταγγελίας του κατηγορουμένου. .... Η φύση και το περίπλοκο της υπόθεσης είναι ουσιώδεις παράγοντες στον καθορισμό του ευλόγου του χρόνου που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση της ποινικής δίκης. Οι παράγοντες αυτοί λαμβάνονται υπόψη τόσο όσον αφορά τη διερεύνηση της υπόθεσης από τις ανακριτικές αρχές όσο και την εκδίκασή της από το Δικαστήριο. .. Τέλος τα χρονικά πλαίσια τα οποία παρέχονται από το Δικαστήριο για την εκδίκαση της υπόθεσης και ο χρόνος μέσα στον οποίο ολοκληρώνεται η δίκη αποτελούν ουσιώδη, ίσως τον ουσιωδέστερο, παράγοντα στον καθορισμό του ευλόγου του χρόνου που απαιτήθηκε για την αποπεράτωση της διαδικασίας.» Στην υπόθεση Δημήτρης Μερχή ν. Αστυνομίας,
(2005)2 Α.Α.Δ. 147 αναφέρθηκε: «Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μίας υπόθεσης εξετάστηκαν σε αριθμό υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο και καθορίστηκαν κυρίως στις αποφάσεις Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100. Στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι η καθυστέρηση των ανακριτικών αρχών στην εξιχνίαση μίας ποινικής υπόθεσης μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο είναι ένας παράγων ο οποίος συνεκτιμάται στον προσδιορισμό του εύλογου χρόνου για την διεκπεραίωση της υπόθεσης. Την καθυστέρηση που έχει σημειωθεί το Πρωτόδικο Δικαστήριο την διαχώρισε σε (α) καθυστέρηση μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο και (β) καθυστέρηση από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την συμπλήρωση της εκδίκασης. Ο πιο πάνω διαχωρισμός ήταν εύλογος και ορθός. .Ο εφεσείων δεν μπορεί να επικαλείται τη δική του παράλειψη να εμφανιστεί στο Δικαστήριο ως λόγο ο οποίος σύμφωνα με το δικηγόρο του θα μπορούσε να οδηγήσει το δικαστήριο στην επιβολή κάποιου άλλου είδους ελαφρότερης ποινής». Στην Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330 κρίθηκε ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Ελαφρυντικό παράγοντα αποτελούν και οι επαγγελματικές συνέπειες της ποινής. Όμως αυτοί οι παράγοντες δεν πρέπει να εξουδετερώνουν τους σκοπούς μιας ποινής. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Καψού,
(2004)2 Α.Α.Δ. (Ποιν. Εφ. 7400 ημερ. 24.2.2004) αναφέρθηκαν επίσης τα εξής: «Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, που είναι παρόμοιο με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης έχει ως ακολούθως:- «30.1 ....................................................................................... Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ΄ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.» Είναι πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου να διασφαλίσει το Συνταγματικό αυτό δικαίωμα του κατηγορουμένου δηλαδή αυτό της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου (Βλέπε: Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 7469, ημερ. 22.9.2003). Το Άρθρο 30.2 είναι ταυτόσημο με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Ως εκ τούτου η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι παράλληλη και παρόμοια με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Γαβριηλίδη (πιο πάνω) αναφέρεται ότι «Η επί του προκειμένου νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου αποτελεί ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα και δεν εξετάζεται σε συνάρτηση με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη. (Βλέπε: Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1 και Porter v. Maggil
(2002)2 W.L.R. 37). Είναι προφανής ο σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας. Είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας Κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Στην αγγλική υπόθεση Mills v. Her Majesty΄s Advocate
(2002)3 W.L.R. 1597, στη σελίδα 1604 ο Δικαστής Λόρδος Steyn αναφέρει τα ακόλουθα ανασκοπώντας την Ευρωπαϊκή νομολογία:- «First, "in criminal matters, especially, it is designed to avoid that a person charged could remain too long in a state of uncertainty about his fate" ... Secondly it is recognized that lapse of time may result in the loss of exculpatory evidence or in a deterioration in the quality of evidence generally. Thirdly, it has been said that "the safety of a verdict reached a considerable time after the offence often become(
  1. s)the subject of controversy (and) undermine(
  2. s)public confidence in the criminal justice system."». Τόσο η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρεί το δικαίωμα για δίκη εντός ευλόγου χρόνου ως εξαιρετικής σημασίας για την ορθή, αποτελεσματική και αξιόπιστη απονομή της Δικαιοσύνης. Ευθύνη προς τούτο φέρει το κράτος που είναι υπεύθυνο για την καλή οργάνωση του δικαστικού συστήματος ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η εκδίκαση τόσο των πολιτικών υποθέσεων και ιδιαίτερα των ποινικών υποθέσεων μέσα σε εύλογο χρόνο. (Βλέπε: Kfnig v. Germany
(1978)2 E.H.R.R. 170 και Sussman v. Germany
(1998)25 E.H.R.R. 64). Εξάλλου με το Άρθρο 35 του Κυπριακού Συντάγματος επιβάλλεται υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις εξουσίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική όπως διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του μέρους ΙΙ «Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών.» Η νομολογία δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποίας θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του ευλόγου χρόνου. Και δεν ήταν δυνατό να γίνει διαφορετικά. Στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου πρέπει να ληφθούν υπόψη τόσο τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, το περίπλοκο και οι εγγενείς δυσκολίες της υπόθεσης, η καθόλου στάση των ανακριτικών και δικαστικών αρχών καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 ο Πικής, Δ. (όπως ήταν τότε) συνοψίζοντας τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου, στη σελ. 222 ανέφερε τα εξής:- «Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων υποστηρίζει, όπως υποδεικνύεται, ότι στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου. Οι ίδιες αρχές υποστηρίζονται και από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής του αγγλικού Ανακτοβουλίου (P.C.) στην υπόθεση Bell v. DPP of Jamaica
(1985)2 All E.R. 585, στην οποία ερμηνεύθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Συντάγματος της Ιαμαϊκής που αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με εκείνες που κατοχυρώνονται από το άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος. Άξιες μνείας είναι επίσης οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση εκείνη ότι και σύμφωνα με τις αρχές του κοινού Δικαίου τα δικαστήρια έχουν συμφυή δικαιοδοσία να παρεμποδίσουν καθυστερήσεις στην εκδίκαση υποθέσεων που οδηγούν σε καταπιεστική (oppressive) μεταχείριση του κατηγορουμένου.» Σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, όπως έχει ήδη αναφερθεί και αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου στην απόφαση του ημερ.9.12.15, η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ξεκίνησε τους τελευταίους μήνες του 2009 μετά από καταγγελία συνδρομητή της ΑΤΗΚ. Συστάθηκε Ομάδα για την διερεύνηση της και πρόσβαση στο σύστημα ΕΜΜ από την εν λόγω ομάδα, έγινε τέλη Δεκεμβρίου του 2009. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 29.6.2010, δηλαδή σε διάστημα 6 περίπου μηνών από την έναρξη των ερευνών στην ΑΤΗΚ ενώ η εμπλοκή της Αστυνομίας, και πάλι μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση του στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει ότι ξεκίνησε λίγο μεταγενέστερα και αφού υπήρξαν κάποια αποτελέσματα από την εντός της ΑΤΗΚ έρευνας. Λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε στο Δικαστήριο αλλά και τα ιδιαίτερα πολύπλοκα και άκρως τεχνικά θέματα που αφορά η παρούσα υπόθεση, θεωρώ ότι το διάστημα αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση αδικαιολόγητο αντίθετα θεωρώ ότι η συνταγματική επιταγή έχει τηρηθεί πλήρως και με σπουδή. Σε ό,τι αφορά τις εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου με δεδομένη την θέση του κ. Κυπρίζογλου ότι δεν καταλογίζει στο Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση οποιαδήποτε καθυστέρηση, σημειώνω ότι η ανάληψη της δικαιοδοσίας από το παρόν Δικαστήριο έγινε τον Σεπτέμβριο του 2013 και η ακρόαση ξεκίνησε στις 5.11.13 ενώ προηγουμένως είχε οριστεί άλλες δύο φορές για ακρόαση, συγκεκριμένα 17.9.13 και ακολούθως 21.10.13 όπου ο Κατηγορούμενος απουσίαζε και τις δύο φορές λόγω ασθένειας, δεν θα ασχοληθώ με το χρόνο που χρειάστηκε για να διεκπεραιωθεί η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον, είναι η θέση μου και προς αυτή τη κατεύθυνση είναι και η σύμφωνη γνώμη του συνηγόρου υπεράσπισης, ότι δεν παρατηρείται καθυστέρηση στην εκδίκαση της μετά που ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης σημειώνω τα εξής: Σε ό,τι αφορά το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τις 12.7.2010 που ήταν η πρώτη φορά που είχε η υπόθεση οριστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος ήταν παρών με το δικηγόρο του μέχρι που η υπόθεση είχε τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 17.9.2013, μεσολαβούν τρία χρόνια. Υπάρχουν πρακτικά για κάθε μία από τις αναβολές που είχαν δοθεί από τα Δικαστήρια με άλλη σύνθεση προηγουμένως και αναφέρω ότι το παρών Δικαστήριο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως εφετείο σε σχέση με θέματα διαδικασίας που τηρήθηκαν από ομοβάθμια του Δικαστήρια. Αναφέρω μόνο ότι φαίνεται ότι αιτήματα αναβολών είχαν υποβληθεί και από το συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου ενώ αναβολές δόθηκαν και από το ίδιο το Δικαστήριο λόγω άλλων συνεχιζόμενων ακροάσεων. Παραμένει το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε 3,5 χρόνια μετά την καταχώρηση της υπόθεσης, κάτι που θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινής σε σχέση με τις επιπτώσεις της καθυστέρησης αυτής στον Κατηγορούμενο, αλλά και θετικά για αυτόν, εφόσον στο μεσοδιάστημα είναι κοινή θέση ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε εμπλάκηκε στην διάπραξη οποιουδήποτε άλλου αδικήματος και όπως έχω αναφέρει είναι λευκού ποινικού μητρώου. Συνυφασμένα με το πιο πάνω αναφέρω ότι φαίνεται από το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει ότι όντως η επανάληψη παρόμοιων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, φαντάζει απομακρυσμένη. Σύμφωνα με την Ποινική Έφεση Γενικός Εισαγγελέας Δημοκρατίας ν. Παναγιώτης Ιωάννου 212/2009 ημερ. 21.12.10 το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι από την ημέρα που διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα ο Κατηγορούμενος δεν έχει κατηγορηθεί για οποιαδήποτε παρόμοια ή άλλη παραβατική συμπεριφορά. Ερχόμενη στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη και τη φύση των κατηγοριών στις οποίες έχει βρεθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος θεωρώ πρώτα από όλα ορθό να αναφέρω τα νομοθετήματα που δημιουργούν τα αδικήματα με βάση τα οποία ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος. Τo άρθρο 19
(4)(α) του Ν.183(Ι)/2007 συγκεκριμένα προνοεί: «4)Πρόσωπο το οποίο, είτε ενεργεί στο πλαίσιο εντεταλμένης υπηρεσίας είτε ενεργεί στο πλαίσιο μη εντεταλμένης υπηρεσίας, με πρόθεση - (α) αποκτά ή επιχειρεί απόκτηση πρόσβασης σε δεδομένα που διατηρούνται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου ή χωρίς έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, ............. Είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή ύψους μέχρι ΛΚ 15.000 ή και στις δύο αυτές ποινές.» Οι πρόνοιες του Ν. 138(Ι)/2001 δεν είναι τόσο αυστηρές όσο του Ν.183(Ι)/2007, συγκεκριμένα το άρθρο 26
(1)(ε) προνοεί: «
(1)Διαπράττει αδίκημα (ε) όποιος, χωρίς δικαίωμα, επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέψει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιοδήποτε τρόπο» Οι ποινές που προβλέπει ο εν λόγω Νόμος είναι φυλάκιση ενός χρόνου ή χρηματική ποινή μέχρι ΛΚ2.000 ή και στις δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη εφόσον ο νομοθέτης έχει προνοήσει πέραν της δυνατότητας επιβολής προστίμων για σεβαστό χρηματικό ποσό και τη δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης. Τούτη είναι και η διαφορά, όπως ορθά έχει επισημάνει ο κ. Κυπρίζογλου, της Κυπριακής Νομοθεσίας από την Αγγλική και συνεπώς οι αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων στις οποίες με παρέπεμψε μπορούν να βοηθήσουν μερικώς το Δικαστήριο έχοντας, υπόψη αυτή την ειδοποιό διαφορά. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου στην απόφαση του ότι οι ενέργειες για τις οποίες ο Κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος αποτελούν απόκτηση προσωπικών δεδομένων και επέμβαση σε αρχεία προσωπικών δεδομένων ανυποψίαστων συνδρομητών της ΑΤΗΚ οι οποίοι εμπιστεύτηκαν αυτά τα προσωπικά δεδομένα στην ΑΤΗΚ θεωρώντας ότι οι πολιτικές της στα θέματα τήρησης του απορρήτου τηλεπικοινωνιών και της προστασίας προσωπικών δεδομένων ήταν ασφαλείς. Η ΑΤΗΚ είχε με τη σειρά της εμπιστευτεί τον Κατηγορούμενο και σε σχέση με τα προσωπικά και ευαίσθητα δεδομένα των συνδρομητών της αφού για χρόνια ολόκληρα του εμπιστεύτηκε τη διαχείριση του συστήματος ΕΜΜ, ουσιαστικά αποκλειστικά όπως έχει φανεί και από την μαρτυρία του Μάριου Σκώττη που ήταν ο άμεσα προϊστάμενος του ο οποίος ανέφερε ότι το πρόσωπο το οποίο είχε πλήρη πρόσβαση στο ΕΜΜ ήταν ο Κατηγορούμενος και μάλιστα από τον καιρό του προηγούμενου προϊστάμενου του, άρα πριν και από τον κ. Σκώττη. Με βάση τον Ν.138
(1)/2001 κανένας δεν μπορεί να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εκτός εάν γίνεται για θεμιτό ή νόμιμο σκοπό. Ο Κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε την εμπιστοσύνη με την οποία τον είχαν περιβάλει οι ανώτεροι και προϊστάμενοι του και προέβηκε σε απόκτηση προσωπικών δεδομένων και σε επέμβαση προσωπικών δεδομένων εντελώς εκτός των όρων υπηρεσίας και καθηκόντων του. Δεν έχει αποδειχθεί όντως ότι έχει προσποριστεί οποιοδήποτε όφελος, οικονομικό ή άλλο, από αυτές του τις παράνομες δραστηριότητες. Ούτε και αποδείχθηκε οποιαδήποτε σύνδεση ή συνεργασία του με τον συγκεκριμένο ντεντέκτιβ το όνομα του οποίου είχε χρησιμοποιηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία είτε και οποιουδήποτε άλλου ντεντέκτιβ για σκοπούς εκμετάλλευσης αυτών των προσωπικών δεδομένων τα οποία κατά παράβαση των καθηκόντων του απέκτησε και επενέβηκε στα αρχεία προσωπικών δεδομένων συνδρομητών της ΑΤΗΚ. Το ενδεχόμενο όμως για τέτοιου είδους εκμετάλλευσης και/ή οι οποιοιδήποτε κίνδυνοι σε ότι αφορά τους συνδρομητές αυτούς υπήρχε και είναι κάτι που το Δικαστήριο θα λάβει σοβαρά υπόψη του. Στις ποινικές εφέσεις αρ.138/11 και 139/11 Πέτρος Χρυσάνθου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 402, σημειώνω ότι τα γεγονότα τους σε καμία περίπτωση δεν προσομοιάζουν με την παρούσα υπόθεση σε σχέση με το θέμα επέμβασης σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αναφέρει τα εξής. «Δεν συμφωνούμε πως ήταν λανθασμένη η αναφορά του πρωτόδικου δικαστηρίου στο Άρθρο 15 του Συντάγματος. Αυτό προστατεύει το θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής, πτυχή της παραβίασης του οποίου, ακριβώς, ποινικοποιεί ο Νόμος. Περαιτέρω, συμμεριζόμαστε πλήρως την κεντρική σκέψη που διατρέχει την πρωτόδικη απόφαση. Η ενέργεια των εφεσειόντων ήταν εντελώς απαράδεκτη και μπροστά σ' αυτά τα νέα φαινόμενα που η τεχνολογία της εποχής μας καθιστά δυνατά, η στάση των Δικαστηρίων πρέπει να είναι αποφασιστική. Για να λειτουργεί η ποινή και ως μέτρο αποτροπής ώστε να μην εξαρτάται η έκθεση των ανυποψίαστων ανθρώπων στις όποιες διαθέσεις των παρανομούντων. Εδώ οι εφεσείοντες είπαν πως δεν είχαν σκοπό να χρησιμοποιήσουν το βίντεο, αλλά, όπως ορθά σημείωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, ασφαλώς θα έπρεπε να είχαν γνωστοποιήσει την πρόθεσή τους στον πελάτη για να μπορεί και εκείνος να αντιδράσει, όπως θα έκρινε σκόπιμο. Εν πάση δε περιπτώσει, ασφαλώς η τεχνολογία επιτρέπει την άμεση διαγραφή.» Είναι δεδομένο ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής και η τεχνολογία έχουν επιδράσει καταλυτικά στην λογική αναμονή των ανθρώπων να απολαμβάνουν με τον ίδιο τρόπο την ιδιωτική τους ζωή. Παρόλο τούτο η πολιτεία οφείλει να κατοχυρώνει το θεμελιώδη δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου με την κατάλληλη ποινή όταν αυτή παραβιάζεται. Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν Νικολάου
(2001)1 Α ΑΑΔ 558 το Εφετείο επεσήμανε ότι αναποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων θα απέβαλλαν όχι μόνο το θεμελιώδες αυτών των δικαιωμάτων αλλά και τον χαρακτήρα τους ως δικαιώματα και θα τα υποβίβαζε σε διακηρύξεις καλής συμπεριφοράς όταν αυτά τηρούνται. Στην εποχή των ηλεκτρονικών μέσων και με τις ευκολίες καταγραφής δεδομένων είναι εξαιρετικά εύκολο να παραβιάζεται η ιδιωτική ζωή και οι ιδιωτικοί χώροι. Όμως οι αξίες που θεμελιώνουν την ανάγκη του κάθε προσώπου στην ιδιωτική ζωή δεν έχουν αλλάξει. Επομένως, η τεχνολογία δεν πρέπει να αφεθεί να επηρεάσει ή να αλλάξει την αναλλοίωτη ανάγκη του ανθρώπου να ζει την ζωή του όπως προηγουμένως όταν δεν υπήρχαν οι δυνατότητες που παρέχει η τεχνολογία και ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Με κάθε σεβασμό στην αδήριτη ανάγκη του ανθρώπου για ιδιωτική ζωή οφείλει το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή που να προστατεύει αυτό το δικαίωμα το οποίο βρίσκεται σε κίνδυνο όταν υπάρχει κακή και παράνομη χρήση της τεχνολογίας. Είναι δεδομένο ότι ο νομοθέτης σε ότι αφορά τον Ν.138(Ι)/2001 δεν έχει θεωρήσει αυτό το αδίκημα από τα πιο σοβαρά αφού δεν έθεσε σε ψηλό επίπεδο την ανωτάτη προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης γι' αυτό το αδίκημα. Πιθανόν ο νομοθέτης να μην είχε υπόψη του αυτού του είδους την συμπεριφορά που είναι η πιο ακραία έκφανση αυτού του είδους μια που με αυτές τις παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων τίθεται ουσιαστικά σε αμφισβήτηση, από τους ίδιους τους συνδρομητές της, η λειτουργία της ΑΤΗΚ. Εκεί όμως είναι το σημείο αναφοράς του Δικαστηρίου σε σχέση με την αναζήτηση ορθής επιβολής ποινής. Με αυτά τα δεδομένα, λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα και τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που συγκεντρώνει ο Κατηγορούμενος στο πρόσωπο του στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής αλλά και την σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία έχει κριθεί ένοχος και τους κινδύνους που ελλόχευαν από τις παράνομες αυτές ενέργειες του, έχω τη θέση λόγω του χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει εν τω μεταξύ, του λευκού ποινικού του μητρώου, ο ουσιαστικά βέβαιος κίνδυνος τιμωρίας του με ποινή απόλυσης από την ΑΤΗΚ, ότι στην παρούσα υπόθεση μπορεί να αποφευχθεί η επιβολή ποινής φυλάκισης. Βλέποντας επίσης τις κατηγορίες για τις οποίες ο Κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος προκύπτει ότι σε σχέση με κάθε συνδρομητή της ΑΤΗΚ περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο δύο κατηγορίες, μία με βάση το Νόμο 183
(1)/2007 και μία με βάση το Νόμο 138
(1)/2001. Ο αριθμός των κατηγοριών συνολικά είναι μεγάλος, συγκεκριμένα 58 κατηγορίες, ανά 29 σε κάθε ομάδα. Οι ποινές που προβλέπουν τα δύο νομοθετήματα έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Θεωρώ ορθό για σκοπούς επιβολής ποινής όπως επιβάλω στον Κατηγορούμενο ποινή σε σχέση με τα σοβαρότερα αδικήματα της απόκτησης προσωπικών δεδομένων κατά παράβαση των άρθρων 2,3,6,10,13 και 19
(4)(α) του Περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων Νόμου 183(Ι)/2007, ενόψει και της φύσης των προσωπικών δεδομένων που αποκτήθηκαν αλλά καίρια και καθοριστικά ενόψει του τρόπου που αυτά αποκτήθηκαν από τον Κατηγορούμενο που παρέβηκε τους όρους υπηρεσίας του και εκμεταλλεύτηκε την απεριόριστη ουσιαστικά εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλε ο εργοδότης του, ΑΤΗΚ. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, θα λάβω επίσης υπόψη μου την οικονομική κατάσταση του Κατηγορουμένου όπως έχει σήμερα διαμορφωθεί αλλά από την άλλη σίγουρα δεν μπορεί να ατονήσει η σοβαρότητα του αδικήματος για την οποία ο νομοθέτης έχει προνοήσει για χρηματική ποινή ύψους μέχρι ΛΚ15.
  1. Όλα τα αδικήματα για τα οποία έχει βρεθεί ένοχος είναι ίδιας σοβαρότητας γι΄ αυτό και θεωρώ ορθό όπως επιβληθεί η ίδια ποινή προστίμου σε κάθε ένα από αυτά. Με όλα αυτά υπόψη και έχοντας κατά νου και την αρχή της συνολικότητας της ποινής, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο σε κάθε μια από τις κατηγορίες 1,3,5,7,9,11,13,15,17,19,21,23,25,27,29,31,33,35,37,39,41,43, 45, 47, 49,51,53,55 και 57 ποινή προστίμου €
  2. Στις κατηγορίες 2,4,6,8,10,12,14,16,18,20,22,24,26,28,30,32,34,36, 38,40,42,44,46,48,50,52,54,56 και 58 δεν επιβάλλεται καμμιά ποινή, θεωρώ ότι τα γεγονότα τους καλύπτονται πλήρως από αυτά των κατηγοριών 1,3,5,7,9,11,13,15,17,19,21,23,25,27,29,31,33,35,37,39,41,43,45,47,49,51, 53, 55 και
  3. Ο Κατηγορούμενος θα πληρώσει επίσης €800, έξοδα των Μαρτύρων Κατηγορίας. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.