← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Alin Filip, Αρ. Υπόθεσης: 219/14, 2/12/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Alin Filip, Αρ. Υπόθεσης: 219/14, 2/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 219/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Alin Filip Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου, 2015. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αλ. Σιαπανή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παφίτης Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος, κατηγορείται ότι μεταξύ της 8ης και 9ης Αυγούστου 2013, στα Λατσιά, της Επαρχίας Λευκωσίας, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Radu Daniel τέως από τη Ρουμανία, δηλαδή ότι τον χτύπησε με το χέρι του στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, να χτυπήσει το κεφάλι του στο πεζοδρόμιο και να επέλθει ο θάνατος του. Ο Κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στην εναντίον του κατηγορία, οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκαν και κατέθεσαν πέντε μάρτυρες και συγκεκριμένα, ο Α/Αστ. 4045 Μάριος Πετρίδης (ΜΚ1), ο Αστ.4111 Μιχάλης Γεωργίου (ΜΚ2), ο Λοχ.1275 Χρυσόστομος Χρίστου (ΜΚ3), ο Costantin Iulian Illi (ΜΚ4) και η Δρ. Ελένη Αντωνίου (ΜΚ5). Μετά το πέρας της παράθεσης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος Υπεράσπισης, επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 74

(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως αθωώσει και να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό. Η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, στην ουσία, ήταν ότι το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, έστω και αντικειμενικά θεωρούμενο και όχι υποκειμενικά αξιολογούμενο, δεν επαρκεί για να αποδείξει, στον απαραίτητο βαθμό που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, την εκ πρώτης όψεως ενοχή του Κατηγορούμενου. Ήταν βασικό επιχείρημα του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν είναι ικανή, και τούτο κατόπιν αντικειμενικής και μόνο θεώρησης της, να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Στα πλαίσια της αγόρευσης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, υπέδειξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή, αναφορικά με την οποιανδήποτε, σχετική με τον θάνατο του αποβιώσαντα, πράξη του κατηγορουμένου, παρουσίασε ως μαρτυρία αυτή του ΜΚ4 και μόνο. Ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι ο εν λόγω μάρτυρας, με την μαρτυρία του, ως τούτη διασαφηνίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με τις δια ζώσης αναφορές του, δεν απέδωσε οποιανδήποτε πράξη στον κατηγορούμενο, πόσο μάλλον πράξη που να μπορεί, καθοιονδήποτε τρόπο, να θεωρηθεί, είτε αλόγιστη, είτε επικίνδυνη, είτε ακόμα απερίσκεπτη. Εισηγήθηκε δε επί του προκειμένου, ότι αν η πιο πάνω θέση του γίνει δεκτή από το Δικαστήριο, τότε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει, από αυτό το στάδιο. Διαζευκτικά, ο συνήγορος Υπεράσπισης, εισηγήθηκε ότι, και αν ακόμα κριθεί ότι ο κατηγορούμενος διενήργησε κάποια πράξη, τότε, με την μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, δεν απεδείχθη η αναγκαία, για σκοπούς απόδειξης της ενοχής του, αιτιώδης συνάφεια του θανάτου του αποβιώσαντα, με την εν λόγω πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Τέλος, ο συνήγορος Υπεράσπισης, ζήτησε από το Δικαστήριο, όπως διαζευκτικά και δη στην περίπτωση που οι δυο πιο πάνω εισηγήσεις του δεν γίνουν δεκτές, να κρίνει ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, είναι τόσο αδύνατη ή αντιμονική, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε επ΄αυτής, να βασίσει εύρημα ενοχής του κατηγορούμενου στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. Στην αντίπερα όχθη, η Κατηγορούσα Αρχή εισηγήθηκε ότι, η μαρτυρία που προσκόμισε, όχι απλά δεν είναι αδύνατη και/ή αντινομική, ως η θέση της Υπεράσπισης, αλλά τουναντίον, επαρκεί για να κρίνει το Δικαστήριο, ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει, εκ πρώτης όψεως υπόθεση, εναντίον του κατηγορουμένου, πάντα σε σχέση με το αδίκημα που αντιμετωπίζει. Ήταν ακριβώς η θέση της ότι, η μαρτυρία που προσκόμισε, αν και περιστατική, είναι τέτοιας μορφής και εμβέλειας, που σχηματίζει ένα και μόνο ψηφιδωτό, το οποίο απεικονίζει τον κατηγορούμενο ως το δράστη του αδικήματος του κατηγορητηρίου. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης και αν από αυτή απαιτείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση, τότε θα πρέπει να κληθεί. Στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνο όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και/ή όταν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τόσο αδύνατη ή αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Το κριτήριο για σκοπούς ελέγχου ενός τέτοιου αιτήματος, είναι πάντοτε αντικειμενικό, δηλαδή το δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση της (βλ. Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Re In Κάκος
(1985)1 C.L.R. 250 και Γεν. Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2003 σχετικά με την αρχή του εκ πρώτης όψεως αναφέρονται τα ακόλουθα: «With some hesitancy, the following propositions are advanced as representing the position that has now been reached on determining submissions of no case to answer: (
  1. a)If there is no evidence to prove an essential element of the offence a submission must obviously succeed. (
  2. b)If there is some evidence which - taken at face value - establishes each essential element, then the case should normally be left to the jury. The judge does, however, have a residual duty to consider whether the evidence is inherently weak or tenuous. If it is so weak that no reasonable jury properly directed could convict on it, then a submission should be upheld. Weakness may arise from the sheer improbability of what the witness is saying, from internal inconsistencies in the evidence or from its being of a type which the accumulated experience of the courts has shown to be of doubtful value (especially in identification evidence cases, which are considered in D14.28). (
  3. c)The question of whether a witness is lying is nearly always one for the jury, but there may be exceptional cases (such as Shippey) where the inconsistencies (where in the witness´s evidence viewed by itself or between him and other prosecution witnesses) are so great that any reasonable tribunal would be forced to the conclusion that the witness is untruthful. In such a case (and in the absence of other evidence capable of founding a case) the judge should withdraw the case form the jury.» Τα πιο πάνω αναφερόμενα, αφορούν παρατηρήσεις και σχολιασμό από τον συγγραφέα, της αγγλικής υπόθεσης Galbraith
(1981)1 WLR 1039, της οποίας το σκεπτικό επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Azinas (ανωτέρω). Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, αναφέρθηκε ότι: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ................................. Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή.». Έχοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των αγορεύσεων των δυο πλευρών, τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, αλλά και το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενο, είμαι της γνώμης ότι η εισήγηση της Υπεράσπισης για αθώωση και απαλλαγή του Κατηγορούμενου από αυτό το στάδιο, είναι ορθή. Για να γίνει κατανοητή η επιχειρηματολογία που θα ακολουθήσει, ως προς την ήδη πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση μου, περί απαλλαγής και αθώωσης του κατηγορούμενου, από αυτό το στάδιο, κρίνω ορθότερο να παραθέσω ευθύς αμέσως συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία πηγάζουν από την ενώπιον μου μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ιδωμένη, στο απόγειο της αποδεικτικής της αξίας. Κατά την 9ην Αυγούστου 2013 και περί τις 13:55, η Αστυνομία ενημερώθηκε ότι, πρόσωπο Ρουμανικής καταγωγής εντόπισε ομοεθνή φίλο του, νεκρό σε εγκαταλελειμμένη οικία στα Λατσιά. Άμεσα η Αστυνομία επισκέφτηκε την εν λόγω οικία, και ήβρε την σωρό ενός προσώπου (του Radu Daniel - στο εξής ο «αποβιώσαντας»), επί μιας διπλής πολυθρόνας. Την σκηνή επισκέφτηκε και η ΜΚ5, η οποία επιθεώρησε τούτη, περιλαμβανομένης και της σωρού του αποβιώσαντα. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο, δυο καταθέσεις. Μέρος του μαρτυρικού υλικού, είναι και δυο καταθέσεις, που λήφθηκαν από τον ΜΚ
  1. Κρίνω ορθό να σημειώσω ότι, σύμφωνα με τα όσα ο ΜΚ4 αλλά και ο κατηγορούμενος αναφέρουν στις καταθέσεις τους (που είναι και τα μόνα πρόσωπα τα οποία αναφέρουν οτιδήποτε σχετικό), ο αποβιώσαντας, περί τις 22:00 το βράδυ της 8ης Αυγούστου 2013, ενώ βρισκόταν έξω από το περίπτερο με την επωνυμία Big Point στα Λατσιά, έπεσε στο δάπεδο. Ως προς την αιτία που οδήγησε στην εν λόγω πτώση του, αλλά και τον οποιονδήποτε τυχόν σχετικό τραυματισμό του συνεπεία της εν λόγω πτώσης, οι δυο πλευρές, τουλάχιστον στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας τους, προώθησαν διιστάμενες θέσεις. Η ανάγκη για λήψη δεύτερης κατάθεσης, τόσο από τον κατηγορούμενο, όσο και από τον ΜΚ4, προέκυψε συνεπεία του διορισμού του ΜΚ3, ως ανακριτή της υπόθεσης, στις 12 Αυγούστου 2013 και δη 3 μέρες μετά την ανεύρεση της σωρού του αποβιώσαντα, με αποτέλεσμα τούτος, να κρίνει, με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του, ότι ήταν αναγκαία η λήψη δεύτερης κατάθεσης, τόσο από τον κατηγορούμενο, όσο και από τον ΜΚ
  2. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στη δεύτερη χρονικά κατάθεση του, ο κατηγορούμενος, ως προς τα επίδικα γεγονότα, στην ουσία, επαναλαμβάνει τα όσα ανάφερε και στην πρώτη του κατάθεση. Από την άλλη, αναφορικά με τις δυο καταθέσεις του ΜΚ4, δεν συμβαίνει το ίδιο. Ο τελευταίος, στην δεύτερη χρονικά κατάθεση του, διαφοροποιείται ουσιωδώς, από τα όσα ανάφερε αρχικά στην πρώτη του κατάθεση. Επίσης σημειώνεται ότι, ο ΜΚ4, στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας του, προώθησε ισχυρισμούς, οι οποίοι διαφοροποιούν, τόσο τους σχετικούς ισχυρισμούς του στην πρώτη του κατάθεση, όσο και αυτούς της δεύτερης. Πρέπει ακόμα να ειπωθεί ότι, με εξαίρεση κάποιες παρεμφερείς αναφορές και/ή γεγονότα, τα οποία πηγάζουν από την υπόλοιπη ενώπιον μου μαρτυρία (π.χ., παραδεκτά γεγονότα, πραγματική μαρτυρία και περιεχόμενο καταθέσεων του κατηγορούμενου), η ουσιαστική μαρτυρία επί της οποίας η Κατηγορούσα Αρχή εναπόθεσε τις οποιεσδήποτε ελπίδες της για να επιτύχει την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του κατηγορητηρίου και ειδικότερα την θέση της ότι ο κατηγορούμενος διετέλεσε την αλόγιστη και/ή επικίνδυνη και/ή απερίσκεπτη πράξη που του αποδίδουν οι λεπτομέρειες του αδικήματος, αλλά και ότι ενυπάρχει αιτιώδης συνάφεια της εν λόγω πράξης του, με τον θάνατο του αποβιώσαντα, είναι αυτή του ΜΚ
  3. Παρεμβάλω στο σημείο αυτό για να παραθέσω τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ως τούτα εξάγονται από τις πρόνοιες του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Είναι τα ακόλουθα: · Ο κατηγορούμενος τέλεσε αλόγιστη ή απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη, · που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, · χωρίς πρόθεση, · η οποία πράξη του, επέφερε τον θάνατο συνανθρώπου μας. Αναφορικά με το πώς ερμηνεύτηκαν οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», και «επικίνδυνη», αλλά και γενικά αναφορικά με τα λοιπά συστατικά στοιχεία του αδικήματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις ακόλουθες αποφάσεις: Μιλτιάδης Φιντανάκης ν. Αστυνομία, Ποιν. Έφεση 98/2013, ημερ. απόφασης 30/9/14, (απόφαση πλειοψηφίας), Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220, Γ.Ε. ν. Χρυσοστόμου
(2002), 2 ΑΑΔ 473, Γ.Ε. ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 409, Πέτρου ν. Αστυνομία
(1994)2 ΑΑΔ 233, Gavalas ν. The Police
(1985)2 CLR
  1. Συνεχίζω τώρα με την παράθεση της επιχειρηματολογίας μου, αναφορικά με την, ήδη πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση μου, ως προς τη τύχη της παρούσας υπόθεσης. Ο ΜΚ4, παρουσιάστηκε ως πρόσωπο, το οποίο το βράδυ της 8ης Αυγούστου του 2013, επισκέφτηκε το περίπτερο με την επωνυμία Big Point στα Λατσιά, με σκοπό να αγοράσει τσιγάρα. Στα πλαίσια της εν λόγω επίσκεψης του, έγινε μάρτυρας κάποιων γεγονότων, που κατά την Κατηγορούσα Αρχή, επαρκούν για να καταλήξει το Δικαστήριο ότι, ο κατηγορούμενος, την δεδομένη στιγμή, χαστούκισε τον αποβιώσαντα, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πέσει στο δάπεδο. Δεν κρίνω ορθό να παραθέσω με λεπτομέρεια τους διάφορους αντιφατικούς και/ή συγκρουόμενους ισχυρισμούς του ΜΚ4, επί ομολογουμένως ουσιαστικών θεμάτων, ως τούτοι προκύπτουν από το περιεχόμενο, αφενός των δυο του γραπτών καταθέσεων, μεταξύ τους ορώμενες, αλλά και αφετέρου από τα όσα σχετικά ανέφερε στην δια ζώσης μαρτυρία του. Αρκεί να σημειώσω, και τούτο σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του ιδίου του ΜΚ4, και χωρίς καθοιονδήποτε τρόπο να αντικρίζω την μαρτυρία με υποκειμενικό τρόπο, ότι ουσιαστικό μέρος του περιεχομένου της πρώτης του χρονικά κατάθεσης, δεν αφορά σε δικές του αναφορές προς τον αστυφύλακα που την έλαβε, αλλά σε καταγραφές των ιδίων των αστυνομικών, οι οποίοι κατέγραψαν τα όσα οι ίδιοι κατανοούσαν από τις γενικές αναφορές του μάρτυρα. Ερωτηθείς δε ειδικά ο ΜΚ4, ως προς το κατά πόσο του ανεγνώσθη το περιεχόμενο της πρώτης χρονικά κατάθεσης του, ανάφερε ότι οι αστυφύλακες, μετά το πέρας της λήψης της ρηθείσας κατάθεσης, με γενικές αναφορές του επανέλαβαν μέρος μόνο της εν λόγω κατάθεσης, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί, σε εκείνο το χρονικό σημείο, ότι κατεγράφησαν αναφορές στις οποίες δεν προέβη ο ίδιος. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι, τις οποιεσδήποτε εξηγήσεις έδωσε ο ΜΚ4, για να δικαιολογήσει τις διάφορες αντιφάσεις και/ή διαφορές που παρουσίασε η δια ζώσης μαρτυρία του, σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε στις δυο του γραπτές καταθέσεις, αλλά και για τις διαφορές που παρατηρούνται κατά την σύγκριση του περιεχομένου των δυο εν λόγω καταθέσεων του, η Κατηγορούσα Αρχή, όχι απλά δεν αμφισβήτησε τούτες, αλλά παρουσίασε τον εν λόγω μάρτυρα, ως μάρτυρα, που με την δια ζώσης μαρτυρία του και τις εκεί αναφερόμενες εξηγήσεις που έδωσε, ήρθε στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει αληθώς για τα γεγονότα που ήρθαν στην δική του αντίληψη και που ενδεχομένως σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Επομένως, ουσιαστικής σημασίας, για σκοπούς κατάληξης της παρούσας απόφασης, υπέχουν τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας προώθησε στην δια ζώσης μαρτυρία του, είτε τούτα αφορούν σε ισχυρισμούς τους οποίους για πρώτη φορά προώθησε, είτε αφορούν σε εξηγήσεις και/ή διευκρινήσεις σχετικές με προγενέστερες αναφορές του στις δυο καταθέσεις που του λήφθηκαν. Και τούτο πάντα χωρίς να αξιολογείται υποκειμενικά, καθοιονδήποτε τρόπο, η μαρτυρία του. Με βάση τα πιο πάνω, και δη τα όσα ο ΜΚ4 ανέφερε στην δια ζώσης μαρτυρία του, (περιλαμβανομένων και των μη διαφοροποιημένων αναφορών του, στις δυο καταθέσεις), αλλά και την ενώπιον μου υπόλοιπη μαρτυρία, αυτός, με την χρήση αυτοκινήτου κατευθύνθηκε, το βράδυ της 8ης Αυγούστου 2013, περί τις 22:00 προς το περίπτερο Big Point, στα Λατσιά, με σκοπό να αγοράσει τσιγάρα. Στάθμευσε το όχημα του στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σύμφωνα πάντα με την πορεία του, και δη απέναντι από το εν λόγω περίπτερο, σε μια απόσταση, 15 περίπου μέτρων, από την πρόσοψη του. Το παράθυρο της πόρτας του οδηγού ήταν ανοιχτό και είχε στραμμένη την προσοχή του προς τα εμπρός. Σε κάποια στιγμή και ενώ ετοιμαζόταν να εξέλθει του αυτοκινήτου για να μεταβεί στο ρηθέν περίπτερο και να αγοράσει τσιγάρα, άκουσε κάποιο θόρυβο από την μεριά του περιπτέρου, τον οποίο θόρυβο, κατόπιν επιλογών και/ή χαρακτηρισμών που του αναφέρθηκαν από τους αστυφύλακες κατά την λήψη της πρώτης χρονικά κατάθεσης του, προσδιόρισε ως θόρυβο που προκαλείτε με χαστούκι. Αμέσως έστρεψε την προσοχή του προς τα δεξιά και δη προς τον χώρο που άκουσε τον θόρυβο και είδε τον κατηγορούμενο να στέκετε, έχοντας το ένα του χέρι σε έκταση και σε συνδυασμό με την φορά το χεριού του κατηγορουμένου και τον τύπο του θορύβου που άκουσε, θεώρησε ότι ο κατηγορούμενος χαστούκισε τον αποβιώσαντα, ο οποίος την δεδομένη στιγμή, έγερνε προς τα πίσω. Σύμφωνα με τον ΜΚ4, ο αποβιώσαντας βρισκόταν σε μια απόσταση περίπου ένα μέτρο από τον κατηγορούμενο. Την δεδομένη στιγμή, στο σημείο και δη επί υπερυψωμένων καθισμάτων «stools», σε παρακείμενα τραπεζάκια, κάθονταν άλλα δυο πρόσωπα. Το σώμα του αποβιώσαντα έπεσε προς τα πίσω, στο δάπεδο. Κατά την πτώση του αποβιώσαντα, ο ΜΚ4 άκουσε κάποιο θόρυβο, τον οποίο χαρακτήρισε ως θόρυβο που προκαλείται από πτώση «μία(ς) σακούλα(ς)», «κάτι βαρετό». Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το μέρος του σώματος του αποβιώσαντα που συγκρούστηκε αρχικά με το δάπεδο, ούτε τον ακριβή τρόπο πτώσης του, καθότι, μεταξύ του ιδίου και του σημείου πτώσης του αποβιώσαντα, υπήρχε ένας θάμνος που του περιόριζε την ορατότητα του. Παρέμεινε στο χώρο για ελάχιστο χρόνο και έκρινε ορθότερο να μην εξέλθει του οχήματος του. Έπειτα, αποφάσισε να απομακρυνθεί από το σημείο. Μέχρι και την στιγμή της απομάκρυνσης του, το σώμα του αποβιώσαντα, βρισκόταν στο δάπεδο και δη σε σημείο πίσω από τον θάμνο. Ως προς την τελευταία αυτή θέση του, ο ΜΚ4 ισχυρίστηκε ότι, κατά την απομάκρυνση του από το μέρος, έστρεψε την προσοχή του προς τα δεξιά και κατάφερε, αφού πλέον ο θάμνος δεν αποτελούσε εμπόδιο, να δει το σώμα του αποβιώσαντα. Ο ΜΚ4, δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με το κατά πόσο ο αποβιώσαντας, με την πτώση του, τραυματίστηκε καθοιονδήποτε τρόπο, οπουδήποτε. Επί της αρχικής του αντίληψης και δη αναφορικά με το εκτεταμένο χέρι του κατηγορούμενου, ερωτηθείς ειδικά, στο στάδιο της αντεξέτασης του, ως προς το κατά πόσο η κίνηση του εκτεταμένου χεριού του κατηγορούμενου είναι δυνατό να συμβαδίζει με προσπάθεια του τελευταίου να αποτρέψει την πτώση του αποβιώσαντα και όχι με χαστούκισμα και/ή χτύπημα που προκάλεσε την εν λόγω πτώση, ανέφερε ότι δεν μπορεί να είναι σίγουρος για να μπορεί να εκφράσει σχετική θέση. Θεωρώ ορθότερο να παραθέσω ευθείς αμέσως τις σχετικές ερωτήσεις που υπεβλήθηκαν, καθώς επίσης και τις απαντήσεις του μάρτυρα: « Ε. Μας έδειξες το ένα χέρι, όπως λες, που το είχε ο Κατηγορούμενος; Σε ποια θέση το είχε; Μήπως ήταν και το άλλο του χέρι στην ίδια στάση περίπου; Ή περίπου στην ίδια στάση; Α. Δεν είδα, είδα μόνο το χέρι στον αέρα, μετά τον άλλο.. Ε. Κύριε, αποκλείεις τη θέση του χεριού του Κατηγορούμενου, εκεί που το είδες και υπό τις συνθήκες που το είδες, να συνάδει με προσπάθεια του να τον πιάσει να μην πέσει, παρά με προσπάθεια του να τον έχει κτυπήσει προηγουμένως και να έπεσε; Α. Δεν μπορώ να πω κάτι για το οποίο δεν είμαι σίγουρος. Δεν είδα κάτι σίγουρο, τι ήταν εκεί, μόνο το χέρι του στον αέρα. Ε. Για το δεύτερο χέρι εν θυμάσαι; Ή θυμάσαι; Α. Όχι, δεν ξέρω, δεν ξέρω τι έγινε πριν, δεν ξέρω τι έγινε μετά.» Επαναλαμβάνω επί του προκειμένου ότι, η μόνη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή για σκοπούς απόδειξης του ισχυρισμού της, ότι ο κατηγορούμενος διενήργησε την πράξη που του αποδίδουν οι λεπτομέρειες της κατηγορίας του αντιμετωπίζει, είναι αυτή του ΜΚ 4, ως τούτη παρατέθηκε συνοπτικά ανωτέρω. Δεν μου διαφεύγει ότι, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε από το Δικαστήριο να συνυπολογίσει και άλλους παράγοντες, όπως το γεγονός ότι την επομένη του θανάτου του αποβιώσαντα, ο κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί με άλλους ομοεθνείς του και ενώ ένας εξ αυτών αναφέρθηκε στο γεγονός του θανάτου του αποβιώσαντα, τούτος (ο κατηγορούμενος) παρέμεινε σιωπηλός. Ή ακόμα ότι, ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται (στις καταθέσεις του) ότι, σε χρόνο μετά την πτώση του αποβιώσαντα στο δάπεδο έμπροσθεν του περιπτέρου Big Point, μετέφερε τούτον (δίδοντας φυσικά σχετικούς λόγους για την εν λόγω πράξη του), με το όχημα του, σε κάποιο σημείο έμπροσθεν της οικίας που διέμενε ο τελευταίος. Τα δυο μόλις πιο πάνω γεγονότα, μαζί και με τα λοιπά που ζήτησε η Κατηγορούσα Αρχή να συνυπολογίσω, λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη, πλην όμως δεν διαφοροποιούν το δεδομένο ότι, η μόνη σχετική με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αλόγιστη και/ή επικίνδυνη και/ή απερίσκεπτη πράξη, μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, είναι αυτή του ΜΚ
  2. Αν και μετά μόλις πιο πάνω παρατιθέμενα δεδομένα, θα ήταν δυνατός ο σχηματισμός κρίσης ως προς το κατά πόσο, η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει, στον απαραίτητο βαθμό που ισχύει για το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αν ο κατηγορούμενος διενήργησε ή όχι την αποδιδόμενη σε αυτόν αλόγιστη και/ή επικίνδυνη και/ή απερίσκεπτη πράξη, εντούτοις, κρίνω ορθότερο να συνεχίσω την σχετική επιχειρηματολογία μου, αναφορικά πλέον με τα λοιπά συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ιδιαίτερα, ως προς την οποιανδήποτε αιτιώδη συνάφεια του θανάτου του αποβιώσαντα με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη. Επί του προκειμένου παρατηρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε καμία απολύτως μαρτυρία για το θέμα αυτό. Για σκοπούς απόδειξης του εν λόγω συστατικού στοιχείου, η Κατηγορούσα Αρχή θα έπρεπε να παρουσιάσει μαρτυρία που να συνδέει το πολλαπλό κάταγμα, της δεξιάς μετωπιαίας-βρεγματικής χώρας του κρανίου του αποβιώσαντα (τραύμα που σύμφωνα με την ΜΚ5 προκάλεσε εσωτερική αιμορραγία που επέφερε τον θάνατο του αποβιώσαντα), με την οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη αποδίδει στον κατηγορούμενο. Όμως, όπως συμβαίνει αναφορικά με την προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να επωμίσει στον κατηγορούμενο την παράνομη πράξη που του αποδίδουν οι λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με την πρόκληση οποιουδήποτε τραυματισμού του αποβιώσαντα συνεπεία της εν λόγω πράξης. Και εννοώ ότι, η μόνη σχετική μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, ήταν αυτή του ΜΚ
  3. Υπενθυμίζω όμως ότι, ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, αν από την πτώση του στο δάπεδο, ο αποβιώσαντας τραυματίστηκε καθοιονδήποτε τρόπο και τούτο, αφενός γιατί δεν ήταν σε θέση να δει πιο μέρος του σώματος του συγκρούστηκε με το δάπεδο, λόγω του θάμνου που του περιόριζε την ορατότητα και αφετέρου, γιατί δεν κατευθύνθηκε προς το σημείο της πτώσης και απλά εγκατέλειψε τον χώρο. Πως είναι δυνατόν, εν απουσία μαρτυρίας, έστω και έμμεσης, διαφωτιστικής όμως για τις συνέπειες της πτώσης του αποβιώσαντα στο δάπεδο, να μπορεί να αποδοθεί ο θάνατος του αποβιώσαντα στην εν λόγω πτώση και κατ΄επέκταση και συνέπεια στην οποιαδήποτε πράξη του κατηγορούμενου, που κατά την Κατηγορούσα Αρχή προκάλεσε την πτώση; Σημειώνω επί του προκειμένου ότι σύμφωνα με την μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, στο σημείο που κατά τον ΜΚ4, αλλά και τον ίδιο τον κατηγορούμενο, επήλθε η πτώση του αποβιώσαντα, δεν ανεβρέθηκε οτιδήποτε που να υποδηλεί πρόκληση τραύματος συνεπεία της πτώσης. Εν αντιθέσει, με άλλα σημεία, στην γύρω περιοχή, όπου η αστυνομία, κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, ήβρε φαιά κόκκινη ουσία, που ως αποδείχθηκε επρόκειτο για αίμα του αποβιώσαντα. Σημειώνω ακόμα σχετικά ότι, σύμφωνα με την ΜΚ5, κατά την επιθεώρηση της σωρού του αποβιώσαντα, ήβρε ότι τούτος έφερε, πέρα του ενός, τραύματα, τα οποία προκλήθηκαν την ίδια χρονική περίοδο, από πέραν της μιας, αιτίας. Για ένα δε εκ των εν λόγω τραυμάτων, σύμφωνα πάντα με την ΜΚ5, θα ήταν αναμενόμενο να αφήνετο επί του αντικειμένου και/ή δαπέδου που το προκάλεσε, αίμα του αποβιώσαντα. Καθίσταται στο σημείο αυτό αναγκαίο κατά την γνώμη μου, να σημειώσω ακόμα ότι, σύμφωνα με τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται στην κατάθεση του, και για τα οποία καμία αντικρουστική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, τουναντίον ως θα φανεί κατωτέρω, ενδεχομένως να παρουσιάστηκε ενισχυτική τούτης, ο αποβιώσαντας το συγκεκριμένο βράδυ, τελούσε υπό μέθη, σε τέτοιο βαθμό που, χάνοντας την ισορροπία του, έπεφτε, άνευ άλλου λόγου, στο δάπεδο. Είναι δε στα εν λόγω σημεία πτώσης του, ως τούτα υποδείχθηκαν από τον κατηγορούμενο, κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, που ανευρέθηκε το αίμα του αποβιώσαντα στα διάφορα σημεία στην γύρω περιοχή. Σύμφωνα με την ΜΚ5, και τούτο αναφορικά με την αλκοόλη που κατανάλωσε ο αποβιώσαντας το συγκεκριμένο βράδυ, κατά τον επίδικο χρόνο, και δη τον χρόνο που προσδιορίζεται ως ο χρόνος των πτώσεων του, αυτός είχε στο αίμα του 350mg περίπου αλκοόλης. Κατά την ΜΚ 5, η εν λόγω ποσότητα αλκοόλης είναι «τεράστια», ενώ αναφορικά με την γενική κατάσταση κάτω υπό την οποία τελούσε ο αποβιώσαντας την δεδομένη χρονική περίοδο, ανάφερε ότι τούτος ήταν «σε κατάσταση που μπορεί να απουσίαζαν και τα ανταλακλαστικά του», και ότι μπορεί να έπεφτε «σαν την μάππα», λόγω έλλειψης αντανακλαστικών, συνεπεία της μέθης κάτω υπό την οποία τελούσε. Αυτή είναι και η μαρτυρία που ανωτέρω χαρακτηρίστηκε ως ενδεχομένως επιβεβαιωτική των λεγομένων του κατηγορουμένου. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με την ΜΚ5, ο θάνατος του αποβιώσαντα επήλθε τις πρωινές ώρες της 9ης Αυγούστου του 2013 και δη 4-5 ώρες μετά το χρόνο που επεσυνέβη η επίδικη πτώση του, καθώς επίσης και ότι, της εν λόγω πτώσης του, ακολουθούν άλλες πτώσεις του, επί σκληρών δαπέδων, μεταξύ των οποίων και μιας μεταλλικής σχάρας μέσω της οποίας διέρχονται τα όμβρια ύδατα, στα οποία σημεία, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ανεβρέθη αίμα του αποβιώσαντα. Σημειώνεται ακόμα ότι, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή που να διαφωτίζει αναφορικά με τις ενέργειες του αποβιώσαντα, από τις 22:00 το βράδυ της 8ης Αυγούστου 2013, μέχρι και την χρονική στιγμή που επήλθε ο θάνατος του και δη το πρωί της 9ης Αυγούστου
  4. Είμαι της γνώμης ότι, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, στο απόγειο της αποδεικτικής της αξίας, δεν επαρκεί για να αποδείξει, στον απαραίτητο βαθμό που ισχύει στο παρόν στάδιο, κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Και τούτο γιατί, δεν κατάφερε να αποδείξει ότι (α) ο κατηγορούμενος διενήργησε οποιανδήποτε πράξη η οποία να μπορούσε να χαρακτηριστεί είτε ως αλόγιστη, είτε ως επικίνδυνη, είτε ακόμα ως απερίσκεπτη και (β) ότι, ο θάνατος του αποβιώσαντα έχει αιτιώδη συνάφεια με την οποιανδήποτε αλόγιστη και/ή επικίνδυνη και/ή απερίσκεπτη πράξη του κατηγορουμένου. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, κρίνω ορθότερο να σημειώσω ότι, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η μαρτυρία του ΜΚ4, σε συνάρτηση με την λοιπή ενώπιον μου μαρτυρία, επαρκούσε για να θεωρηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, στον απαραίτητο βαθμό που είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, και πάλι η κατάληξη μου θα ήταν ότι, τούτος πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί, από αυτό το στάδιο, και τούτο γιατί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, κρίνεται τόσο αδύνατη, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε επ΄αυτής να βασίσει εύρημα ενοχής του κατηγορουμένου. Εκ του περισσού και πάντα σε σχέση με τα μόλις πιο πάνω, υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με την ΜΚ5, ο θάνατος του αποβιώσαντα ήταν το αποτέλεσμα εσωτερικής αιμορραγίας που προκλήθηκε από κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη στην δεξιά μετωπιαία και βρεγματική χώρα, συνεπεία, είτε πτώσης του ιδίου επί σκληρής και τραχείας επιφάνειας, είτε πτώσης ενός πλατιού αντικειμένου με τέτοιου είδους επιφάνεια, επί του κρανίου του. Όπως όμως υπέδειξα και ανωτέρω, με την μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, παρέμεινε εντελώς άγνωστο, όχι απλά το κατά πόσο η εν λόγω κρανιοεγκεφαλική κάκωση προκλήθη συνεπεία της επίδικης πτώσης του (στην οποία αναφέρθηκε ο ΜΚ4), αλλά και το κατά πόσο, συνεπεία της εν λόγω πτώσης του, τραυματίστηκε καθοιονδήποτε τρόπο. Υπενθυμίζω ακόμα ότι, ο ΜΚ4 με την μαρτυρία του, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο το εκτεταμένο χέρι του κατηγορούμενου να συνδέεται με ενέργεια του που σκοπούσε στο να αποτρέψει την πτώση του αποβιώσαντα, παρά με ενέργεια του που προκάλεσε την εν λόγω πτώση. Αν στα μόλις πιο πάνω προστεθεί και το γεγονός ότι στην γύρω περιοχή ανεβρέθηκαν ίχνη αίματος του αποβιώσαντα, για τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε καμία σχετική μαρτυρία ως προς τον τρόπο που τούτα αφέθησαν, σε συνδυασμό με την θέση της ΜΚ5 περί ενδεχόμενης απουσίας, από τον αποβιώσαντα, αντανακλαστικών, που καθιστούσαν τούτον επιρρεπή, άνευ άλλου λόγου, σε πτώσεις, πτώσεις στις οποίες αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις του και οι οποίες επιβεβαιώθηκαν δια της ανεύρεσης αίματος του αποβιώσαντα στα σημεία που υπέδειξε ο πρώτος, δικαιολογείτε αβίαστα κατά την γνώμη μου, η ήδη εκφρασθείσα κρίση μου, περί του ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχή είναι τόσο αδύνατη, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε επ΄αυτής να βασίσει οποιονδήποτε εύρημα ενοχής του κατηγορούμενου στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. Σημειώνω επί του προκειμένου και την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας αναφορικά με το οποιονδήποτε κίνητρο του κατηγορούμενου. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3, είναι αστυφύλακες, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην διερεύνηση της υπόθεσης και οι οποίοι με την μαρτυρία τους δεν διαφώτισαν καθοιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο, αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος διενήργησε την πράξη που του αποδίδουν οι λεπτομέρειες του αδικήματος που αντιμετωπίζει ή αναφορικά με το κατά πόσο ο αποβιώσαντας τραυματίστηκε καθοιονδήποτε τρόπο, συνεπεία της επίδικης πτώσης του. Και τούτο γιατί ο ΜΚ1 παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας ο οποίος κατάθεσε την έκθεση του, αναφορικά με δικανική εξέταση που διενήργησε επί καταγραφής του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του περιπτέρου Big Point το επίδικο βράδυ, η οποία δεν ήταν διαφωτιστική ως προς τα επίδικα ερωτήματα, ενώ ο ΜΚ2, ως το πρόσωπο το οποίο επεξεργάστηκε το περιεχόμενο του εν λόγω κλειστού κυκλώματος και ο οποίος ετοίμασε σχετικά αντίγραφα, καθώς επίσης και εκτύπωσε αριθμό φωτογραφιών, τις οποίες έδεσε σε σχετικά βιβλιάρια. Ήταν δε ο αστυφύλακας, που φωτογράφησε την οικία στην οποία ανευρέθη η σωρός του αποβιώσαντα και αφού εκτύπωσε τις εν λόγω φωτογραφίες τις έδεσε σε σχετικά βιβλιάρια. Όσο δε αφορά στον ΜΚ3, τούτος, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ανέλαβε ως ανακριτής της υπόθεσης, στις 12/8/2013, και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στην κατάθεση του, το περιεχόμενο της καταγραφής του κλειστού κυκλώματος, που ήταν εγκατεστημένο το επίδικο βράδυ στο περίπτερο Big Point, στα Λατσιά, δεν ήταν βοηθητικό, είτε για να ενισχύσει «.την μαρτυρία που δόθηκε εναντίον του υπόπτου,» είτε «που θα επιβεβαίωνε, ή θα διέψευδε τους ισχυρισμούς του υπόπτου.». Ως προς την μαρτυρία της ΜΚ5, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, αν όχι επιβεβαιωτική μέρους των ισχυρισμών του κατηγορούμενου, θα την έκρινα ως τέτοιου είδους και υφής, που ενδυναμώνει κατά πολύ το επιχείρημα αλλά και το ορθό της κρίσης περί του ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, αντικειμενικά πάντα ορώμενη, είναι αδύνατη, σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε επ΄αυτής να βασίσει οποιονδήποτε εύρημα ενοχής του κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Και τούτο γιατί, ως υπεδείχθη και ανωτέρω, με την μαρτυρία της κατέστησε το ενδεχόμενο, ο θάνατος του αποβιώσαντα να οφείλετε σε πτώση του, η οποία δεν σχετίζεται με οποιανδήποτε ενέργεια του κατηγορούμενου, όχι απλά υπαρκτό, αλλά το πιθανότερο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή, απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα τούτος να αθωώνεται, από αυτό το στάδιο και να απαλλάσσεται από την μοναδική κατηγορία του αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.