Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κωστάκης Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 25605/10, 17/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25605/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - Κωστάκης Ιωάννου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17 Σεπτεμβρίου, 2015. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αλ. Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο: κ Κιτρομιλίδης Κατηγορούμενος: Παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει 139 κατηγορίες κατά παράβαση των Άρθρων 331 σε 93 κατηγορίες, 333(α)(δ)(ι) σε 93 κατηγορίες, 336 σε 93 κατηγορίες, 29 σε 93 κατηγορίες, 339 σε 47 κατηγορίες, 297 σε 46 κατηγορίες, 298
(1)σε 46 κατηγορίες του Ποινικού Κώδικα. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης και αν από αυτή απαιτείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση, τότε θα πρέπει να κληθεί. Στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνο όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και/ή όταν η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Το κριτήριο για σκοπούς ελέγχου ενός τέτοιου αιτήματος είναι πάντοτε αντικειμενικό, δηλαδή το δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε αντικειμενική θεώρηση της (βλ. Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Re In Κάκος
(1985)1 C.L.R. 250 και Γεν. Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2003 σχετικά με την αρχή του εκ πρώτης όψεως αναφέρονται τα ακόλουθα: «With some hesitancy, the following propositions are advanced as representing the position that has now been reached on determining submissions of no case to answer: (
- a)If there is no evidence to prove an essential element of the offence a submission must obviously succeed. (
- b)If there is some evidence which - taken at face value - establishes each essential element, then the case should normally be left to the jury. The judge does, however, have a residual duty to consider whether the evidence is inherently weak or tenuous. If it is so weak that no reasonable jury properly directed could convict on it, then a submission should be upheld. Weakness may arise from the sheer improbability of what the witness is saying, from internal inconsistencies in the evidence or from its being of a type which the accumulated experience of the courts has shown to be of doubtful value (especially in identification evidence cases, which are considered in D14.28). (
- c)The question of whether a witness is lying is nearly always one for the jury, but there may be exceptional cases (such as Shippey) where the inconsistencies (where in the witness´s evidence viewed by itself or between him and other prosecution witnesses) are so great that any reasonable tribunal would be forced to the conclusion that the witness is untruthful. In such a case (and in the absence of other evidence capable of founding a case) the judge should withdraw the case form the jury.» Τα πιο πάνω αναφερόμενα αφορούν παρατηρήσεις και σχολιασμό από τον συγγραφέα, της αγγλικής υπόθεσης Galbraith
(1981)1 WLR 1039 της οποίας το σκεπτικό επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην υπόθεση Azinas (ανωτέρω). Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, αναφέρθηκε ότι: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ................................. Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή.». Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, κρίνω ότι δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται εκ πρώτης όψεως ένοχος σε όλες τις κατηγορίες. (Επεξηγούνται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου αναφορικά με την κλήση του σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες). (Υπ.) ........................................... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ Subject: Criminal/Proper/Final (Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως, κλοπή υπό αντιπροσώπου- ψευδείς παραστάσεις) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο