Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 12716/12, 26/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12716/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ Κατηγορούμενης ---------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26/06/2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπανή Για τον κατηγορούμενο: κος Γ. Κυριάκου Κατηγορούμενη: Παρούσα ---------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη, στην 1η και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει, κατηγορείται ότι στις 8 Δεκεμβρίου 2011, στην Αγλαντζιά, της επαρχίας Λευκωσίας, παράνομα εισήλθε εντός της οικίας του Κωνσταντίνου Μουταφίδη, από την Ελλάδα, με σκοπό να τον ενοχλήσει. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, και δη τον Αστυφύλακα 3982, Μιχάλη Κόλα (ΜΚ1) και τον Κωνσταντίνο Μουταφίδη (Παραπονούμενο - ΜΚ2). Η κατηγορούμενη, κλήθηκε σε απολογία και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επιπροσθέτως, παρουσίασε και ένα μάρτυρα υπεράσπισης και δη το Δρ. Μιχαήλ Μαϊμάρη (ΜΥ1). Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Εκτενέστερη αναφορά στην αμφισβητούμενη μαρτυρία, θα γίνει, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, στο στάδιο της αξιολόγησής της. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Παραπονούμενος (στο εξής ΜΚ2) και Κατηγορούμενη, ήταν στο παρελθόν (πριν τη δια ζώσης μαρτυρία τους) ανδρόγυνο σε γάμο. Περί το Νοέμβριο του 2011, επήλθε διάσταση μεταξύ τους, με αποτέλεσμα ο ΜΚ2 να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία και να μετακομίσει στο διαμέρισμα 201 στην οδό Ανδρέα Ζαρτίδη 16 στην Αγλαντζιά. Στις 8 Δεκεμβρίου 2011 και ενώ ο ΜΚ2 βρισκόταν στο εν λόγω διαμέρισμα, τον επισκέφθηκε η Κατηγορούμενη, η οποία του ανάφερε ότι επιθυμούσε να συνομιλήσουν για θέματα που σχετίζοντο με τα παιδιά τους (το ζεύγος απέκτησε δύο παιδιά - μία κόρη και ένα γιο - ηλικίας σήμερα, 18 και 14 ετών αντίστοιχα). Ο ΜΚ2 αποδέχθηκε την επιθυμία της Κατηγορούμενης και επέτρεψε στην τελευταία να εισέλθει στο διαμέρισμά του. Σε κάποιο σημείο, η συνομιλία επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα (ως προς το ποιος εκ των δύο επιδίωξε την αλλαγή του θέματος της συνομιλίας, οι δύο πλευρές διαφωνούν), με αποτέλεσμα, ο ΜΚ2, με το χέρι του να έρθει σε επαφή με το κορμί της Κατηγορουμένης (ως προς τον ακριβή τρόπο της εν λόγω επαφής και γενικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η εν λόγω επαφή και κατά πόσο, της εν λόγω επαφής, προηγήθηκε οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, καθώς επίσης και τις συνέπειες της εν λόγω επαφής, οι δύο πλευρές παρουσίασαν εντελώς διιστάμενες και συγκρουόμενες θέσεις). Μετά την εν λόγω επαφή και κάτω από συνθήκες για τις οποίες και πάλι οι δύο πλευρές διαφωνούν, η Κατηγορούμενη εξήλθε του διαμερίσματος και εγκατέλειψε το χώρο. Εφτά μέρες μετά, η Κατηγορούμενη επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας και υπέβαλε παράπονο εναντίον του ΜΚ
- Της λήφθηκε κατάθεση (Τεκμήριο 1Α), στα πλαίσια της οποίας υπέβαλε το παράπονό της, πλην όμως ζήτησε ρητώς, όπως ο ΜΚ2 μη διωχθεί ποινικά και εξέφρασε ακόμα την επιθυμία της όπως μην καταθέσει ενώπιον Δικαστηρίου. Ωστόσο, ζήτησε από τον ΜΚ1, όπως προβεί σε αυστηρές συστάσεις προς το ΜΚ
- Στις 20/12/2011, ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ2 (Έγγραφο Β). Συνεπεία της θέσης της Κατηγορούμενης όπως μη διωχθεί ο ΜΚ2, σχηματίστηκε ανεπίσημος φάκελος, ο οποίος ταξινομήθηκε. Σε κάποιο στάδιο και συγκεκριμένα στις 17/2/2012, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς τον ΜΚ2 (Τεκμήριο 2), για επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Κατηγορούμενη και για κοινή επίθεση εναντίον της. Την ίδια μέρα, πλην όμως σε μεταγενέστερο χρόνο, ο ΜΚ1 κατηγόρησε γραπτώς και την Κατηγορούμενη (Τεκμήριο 1Β), σε σχέση με το υπό εκδίκαση αδίκημα. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο φάκελος, από ανεπίσημος ταξινομημένος, κατέστη επίσημος και απεφασίσθη η απαγγελία γραπτών κατηγοριών, τόσο εναντίον του ΜΚ2, όσο και εναντίον της Κατηγορούμενης, τούτο παρέμεινε άγνωστο, αφού καμία σχετική με αυτό το θέμα μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα μόλις πιο πάνω γεγονότα αποτελούν πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Επίσης, πριν την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, κρίνω ορθότερο, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, να παραθέσω τις θέσεις των δύο πλευρών. Κατά την Κατηγορούσα Αρχή και τούτο πάντα με βάση τα όσα σχετικά ανέφερε ο ΜΚ2, κατά την 8η Δεκεμβρίου 2011 και περί ώρα 17:30, τον επισκέφθηκε στο διαμέρισμά του, η Κατηγορούμενη. Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, η Κατηγορούμενη αντί να περιοριστεί στα θέματα που αφορούσαν τα δύο τέκνα του ζεύγους, ως ήταν και η μεταξύ τους συνεννόηση ώστε να της επιτρέψει να εισέλθει στο διαμέρισμα και να συνομιλήσουν, άρχισε να καταπιάνεται με θέματα των διαπροσωπικών τους σχέσεων, με αποτέλεσμα να της ζητήσει να εγκαταλείψει το διαμέρισμά του. Αυτή αρνήθηκε και έγινε εκ νέου προσπάθεια να συζητήσουν για τα δύο τέκνα τους. Εν τούτοις, και πάλι η συζήτηση εκτροχιάστηκε με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εκνευρισμός και να αναγκαστεί να ζητήσει εκ νέου από την Κατηγορούμενη όπως εγκαταλείψει το διαμέρισμά του. Η Κατηγορούμενη και πάλι αρνήθηκε να εγκαταλείψει το χώρο, με αποτέλεσμα ο ΜΚ2 να τοποθετήσει το χέρι του στη μέση της και χωρίς να ασκήσει οποιασδήποτε μορφής βία, να την οδηγήσει προς την έξοδο του διαμερίσματός του, ώστε αυτή να εγκαταλείψει το χώρο. Η Κατηγορούμενη, την εν λόγω στιγμή, αδικαιολόγητα και ψευδώς τον κατηγόρησε ότι της επιτέθηκε και της προκάλεσε πόνο. Έπειτα, η Κατηγορούμενη εξήλθε του διαμερίσματος. Κατά το ΜΚ2, η όλη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, καθ' ον χρόνο τούτη βρισκόταν εντός του διαμερίσματος και ειδικότερα κατά το στάδιο που αυτή παρέμεινε εντός του διαμερίσματος, παρά τη ρητώς εκδηλωθείσα επιθυμία του για να εγκαταλείψει τούτο, ήταν ενοχλητική και προκλητική. Στην αντίπερα όχθη και εκ διαμέτρου αντίθετα, η Υπεράσπιση, και τούτα ως προκύπτουν από τα όσα σχετικά ανέφερε η Κατηγορούμενη στη μαρτυρία της, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Το συγκεκριμένο απόγευμα, η Κατηγορούμενη επισκέφθηκε το εν λόγω διαμέρισμα, με σκοπό να συνομιλήσει με το ΜΚ2 αναφορικά με τα δύο τέκνα τους. Κατά την Κατηγορούμενη, μετά τη διάστασή τους, ο ΜΚ2 δεν επεδείκνυε το απαραίτητο ενδιαφέρον για τα δύο τέκνα τους, τα οποία τον αναζητούσαν συνεχώς και έκρινε ότι θα έπρεπε να συζητήσει μαζί του, ώστε να επιλυθεί το εν λόγω θέμα. Ο ΜΚ2 της επέτρεψε την είσοδο και άρχισαν να συνομιλούν. Ο ΜΚ2, αντί να περιοριστεί στο θέμα των τέκνων τους, άρχισε να ζητά εξηγήσεις αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν στη διάστασή τους. Το εν λόγω γεγονός οδήγησε σε ναυάγιο την προσπάθεια συνεννόησης για τα τέκνα τους, με αποτέλεσμα η ίδια στην ουσία, ιδιαίτερα και λόγω του οξύθυμου και νευρικού τρόπου με τον οποίο συμπεριφερόταν ο ΜΚ2, να παραμείνει θεατής και ακροατής του μονολόγου του τελευταίου. Σηκώθηκε δε από την πολυθρόνα στην οποία καθόταν και κατευθύνθηκε προς ένα σημείο παραπλεύρως της πόρτας εξόδου του διαμερίσματος. Σε κάποια στιγμή και αφού η ίδια αρνείτο να λάβει μέρος στη συζήτηση που άπτετο των διαπροσωπικών τους σχέσεων, ο ΜΚ2, αφού άνοιξε την κύρια είσοδο του διαμερίσματος, την τράβηξε από το χέρι με σκοπό να τη βγάλει έξω από αυτό. Επειδή η Κατηγορούμενη, λίγες μέρες προηγουμένως υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση, με το τράβηγμα του ΜΚ2, ένιωσε υπερβολικό πόνο, με αποτέλεσμα να σωριαστεί στο έδαφος, σε χώρο εντός του διαμερίσματος και να σφαδάζει από τον πόνο. Αμέσως μετά, ο ΜΚ2, έκλεισε την πόρτα εξόδου του διαμερίσματος, έθεσε το κορμί του μεταξύ της πόρτας και της Κατηγορούμενης και απευθυνόμενος προς την τελευταία, ισχυρίστηκε ότι ο πόνος που εκδηλώνει είναι προσποιητός. Σε κάποιο όμως μεταγενέστερο στάδιο και αφού, κατά την Κατηγορούμενη, ο ΜΚ2 πρέπει να αντιλήφθηκε ότι ο πόνος που ένιωθε ήταν πραγματικός και αληθινός, ξανάνοιξε την πόρτα εξόδου, με αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη να καταφέρει να εξέλθει του διαμερίσματος. Ουδέποτε η ίδια, κατά το στάδιο που βρισκόταν εντός του διαμερίσματος του ΜΚ2, σκοπούσε να ενοχλήσει τούτον με την παρουσία της και εν πάση περιπτώσει, σε κανένα σημείο της εν λόγω παρουσίας της, δεν συμπεριφέρθηκε με τρόπο προκλητικό ή ενοχλητικό ή άλλως πως παράνομο. Αξιολόγηση Ο ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, στο Δικαστήριο είπε όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψή του, ως ανακριτής της υπόθεσης. Εξάλλου, και τούτο προφανώς λόγω του γεγονότος ότι ούτε η Υπεράσπιση αμφισβητεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του, ο συνήγορος Υπεράσπισης δεν αντεξέτασε καν τον εν λόγω μάρτυρα. Πρόκειται στην ουσία για τον ανακριτή της υπόθεσης. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας, στην ουσία, καλύπτονται από τα ήδη πιο πάνω παρατιθέμενα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ2, μου έκανε κακή εντύπωση ως μάρτυρας, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι μοναδικό του μέλημα καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενόρκως, ήταν να προωθήσει ισχυρισμούς με σκοπό να κριθεί η Κατηγορούμενη ένοχη του αδικήματος που αντιμετωπίζει, ανεξάρτητα του κατά πόσο οι εν λόγω ισχυρισμοί του ήταν ή όχι αληθείς. Η μαρτυρία του παρουσιάζει ισχυρισμούς οι οποίοι συγκρούονται με άλλους δικούς του ισχυρισμούς ή με την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του συγκρούεται, σε κάποια σημεία της, και με την κοινή λογική. Για σκοπούς αιτιολογίας και πληρότητας της απόφασής μου και πάντα σε σχέση με την ήδη εκφρασθείσα θέση μου ως προς την αξιοπιστία του ΜΚ2, σημειώνω τα ακόλουθα: Αποτέλεσε βασική θέση του ΜΚ2 ότι, η Κατηγορούμενη, τη συγκεκριμένη μέρα επισκέφθηκε το διαμέρισμά του με σκοπό και πρόθεση να προκαλέσει στον ίδιο προβλήματα, ώστε να εξασφαλίσει τη φροντίδα των τέκνων της, για την οποία επεδείκνυε και ο ίδιος ενδιαφέρον. Ενδεικτική είναι η αναφορά του ΜΚ2 στην κατάθεσή του: «η πρόθεσή της είναι να μου δημιουργήσει προβλήματα.», καθώς επίσης και η σχετική αναφορά του στη δια ζώσης μαρτυρία του, ότι ο σκοπός της Κατηγορούμενης ήταν να προκαλέσει επεισόδιο ώστε να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Το ερώτημα όμως που αβίαστα προκύπτει, και η απάντηση του οποίου δεικνύει ξεκάθαρα το ανεδαφικό και μετέωρο της εν λόγω θέσης του ΜΚ2, είναι το γιατί δεν τον κατάγγειλε; Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, ότι η Κατηγορούμενη, είναι η πρώτη από τους δύο που αποτείνεται στην αστυνομία αναφορικά με το επίδικο επεισόδιο, και παρά το γεγονός ότι της λαμβάνεται σχετική κατάθεση, ζητά ρητά από το ΜΚ1 που της έλαβε την κατάθεση, όπως μη διωχθεί ο ΜΚ2 για τη συμπεριφορά του και απλά να περιοριστεί σε συστάσεις προς αυτόν. Αν πραγματικά η Κατηγορούμενη ενήργησε τη συγκεκριμένη μέρα επί σκοπώ και με προγραμματισμό, ώστε να καταγγείλει το ΜΚ2 και να επωφεληθεί η ίδια της εν λόγω καταγγελίας, γιατί δεν ζήτησε τη δίωξή του; Επί ενός άλλου θέματος και ιδιαίτερα ως προς τα ουσιώδη περιστατικά του επίδικου επεισοδίου, ο ΜΚ2 προώθησε, ουκ ολίγες φορές, τη σαφέστατη θέση ότι κατά το επίδικο επεισόδιο δεν άσκησε οποιασδήποτε μορφής βία και ότι στην πραγματικότητα απλά τοποθέτησε το χέρι του στη μέση της Κατηγορούμενης και την οδήγησε προς την έξοδο του διαμερίσματος. Η εν λόγω όμως θέση του, συγκρούεται με άλλους δικούς του ισχυρισμούς αλλά και με άλλες δικές του ενέργειες. Αν πραγματικά δεν άσκησε καμίας μορφής βία προς την Κατηγορούμενη, τότε γιατί παραδέχθηκε ενοχή στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπισε για το επίδικο συμβάν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και συγκεκριμένα ότι επιτέθηκε προς την Κατηγορούμενη δια σπρωξίματος (αποτελεί αναφορά του ΜΚ2); Ποιος ο λόγος να παραδεχθεί ένα αδίκημα που δεν διέπραξε; Ακόμα, γιατί ένιωσε την ανάγκη, σε ερώτηση κατά τη λήψη της κατάθεσής του, αναφορικά με το γεγονός της προ ημερών διενεργηθείσας εγχείρησης στην Κατηγορούμενη, να αναφέρει «Το γνώριζα αλλά εκείνη τη στιγμή πάνω στον εκνευρισμό που υπήρξε μεταξύ μας το αγνόησα.». Ποιος ο λόγος να νιώσει ο ΜΚ2 την ανάγκη να δώσει εξήγηση για το αν ενθυμείτο και/ή γνώριζε ή όχι, κατά το επίδικο συμβάν, ότι η Κατηγορούμενη ήταν εγχειρισμένη, αν πράγματι δεν άσκησε οποιασδήποτε μορφής βία εναντίον της και αν πράγματι ο πόνος που επικαλέστηκε η τελευταία ήταν προσποιητός; Το ότι η θέση του ότι δεν άσκησε οποιαδήποτε βία εναντίον της Κατηγορούμενης δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός, προκύπτει και από άλλες αναφορές του ιδίου του μάρτυρα. Στη δια ζώσης μαρτυρία του, ανέφερε ότι όταν άνοιξε για δεύτερη φορά την πόρτα του διαμερίσματος με σκοπό η Κατηγορούμενη να εξέλθει τούτου, η τελευταία «υπέβαλε αντίσταση αρχικά». Αν ο ΜΚ2 δεν προσπάθησε να την μετακινήσει, τότε πώς είναι δυνατόν να προβάλει η Κατηγορούμενη αντίσταση; Αν από την άλλη, όντως προσπάθησε να την μετακινήσει και η Κατηγορούμενη πρόβαλε αντίσταση, πώς ήταν δυνατό να την μετακινήσει χωρίς να ασκήσει βία; Εξάλλου, σε άλλο μέρος της δια ζώσης μαρτυρίας του και δη όταν απαντούσε αναφορικά με το χρόνο που διήρκησε το όλο επεισόδιο, ισχυρίστηκε ότι πέρασαν 4 λεπτά από τη στιγμή που ζήτησε από την Κατηγορούμενη να φύγει μέχρι «να την σπρώξω» έξω. Όσον τώρα αφορά και πάλι στην περιγραφή του επίδικου επεισοδίου, παρά τη ρητή αρχική θέση του, ως τούτη προκύπτει από την απάντησή του στη γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε, αλλά και από αναφορές του στην κυρίως εξέτασή του, ότι ζήτησε από την Κατηγορούμενη, δύο φορές, να εγκαταλείψει το διαμέρισμά του και τούτη αρνήθηκε, στην αντεξέτασή του, ισχυρίστηκε πως τούτο συνέβηκε τρεις φορές. Η εν λόγω αντίφαση, δεν σημειώνεται για την ουσιαστικότητά της. Αλλά για να καταδειχθεί η ευκολία, με τον οποία ο ΜΚ2, άλλαζε θέσεις και/ή προωθούσε υπερβολές, στην προσπάθειά του να επωμίσει την όλη ευθύνη για το επίδικο συμβάν στην Κατηγορούμενη. Ενδεικτικό δε της ανειλικρίνειας του ΜΚ2, είναι και το γεγονός ότι υπέβαλε για πρώτη φορά παράπονο εναντίον της Κατηγορούμενης, μόλις στις 17/2/2012 και δη, αφενός 2 και πλέον μήνες μετά το επίδικο συμβάν και αφετέρου στα πλαίσια της απάντησής του στις κατηγορίες που του απήγγειλε ο ΜΚ1, συνεπεία της σχετικής καταγγελίας της Κατηγορούμενης, αναφορικά με το επίδικο επεισόδιο. Δεν παραγνωρίζω ότι, ο ΜΚ2 ερωτηθείς ειδικά για το γεγονός αυτό ισχυρίστηκε ότι κατά τη λήψη της κατάθεσής του δεν γνώριζε ότι η συμπεριφορά της Κατηγορούμενης ισοδυναμούσε με αδίκημα και γι΄ αυτό το λόγο δεν την κατήγγειλε. Η εν λόγω όμως δικαιολογία του, δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτο γιατί, από τις 20/12/2011 και δη στα πλαίσια της κατάθεσής του προώθησε τη θέση ότι η πρόθεση της Κατηγορούμενης ήταν να «του δημιουργήσει προβλήματα», θέση που δείχνει ότι αν ο ΜΚ2 πραγματικά θεώρησε την παρουσία της Κατηγορούμενης στο διαμέρισμά του ενοχλητική, θα ανέφερνε τουλάχιστον τούτο, ανεξάρτητα του αν γνώριζε ή όχι ότι κάτι τέτοιο αποτελεί ποινικό αδίκημα και δεύτερο γιατί, σύμφωνα με άλλο δικό του ισχυρισμό (στα πλαίσια της αντεξέτασής του), ήταν «προϊδεασμένος» (κατά το επίδικο συμβάν),για το ότι ο σκοπός της Κατηγορούμενης ήταν να δημιουργήσει φτιαχτό επεισόδιο ώστε να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα και αυτή ήταν η εικόνα και η αντίληψη που απεκόμισε από την όλη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, τότε η άμεση καταγγελία της τελευταίας στην αστυνομία, δεν ήταν απλά μια αναμενόμενη ενέργεια, αλλά, επιβεβλημένη. Ενδεικτικό δε του ότι, αφενός, η Κατηγορούμενη δεν είχε τέτοιο σκοπό και αφετέρου ότι, ο ΜΚ2 ουδέποτε πραγματικά θεώρησε ότι η Κατηγορούμενη σκοπούσε κάτι τέτοιο, είναι και το γεγονός ότι ο ίδιος άσκησε όντως βία, έστω και δια σπρωξίματος, για να απομακρύνει την Κατηγορούμενη από το διαμέρισμά του. Αν όντως ήταν προϊδεασμένος όπως ανέφερε, τότε γιατί την ακούμπησε καν, δίδοντας της έτσι τη δυνατότητα να προωθήσει τη φτιαχτή, κατά τον ίδιο, καταγγελία; Γιατί δεν τηλεφώνησε απλά στην αστυνομία και να ζητήσει βοήθεια για να εξέλθει η Κατηγορούμενη από το διαμέρισμά του και με αυτό τον τρόπο να υποδείξει, τόσο στην αστυνομία όσο και στην ίδια την Κατηγορούμενη ότι δεν θα είναι θύμα των αλλότριων κινήτρων της; Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου να παραθέσω άλλες αντιφάσεις και/ή αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΚ2, για να υποδείξω του λόγου το ασφαλές της πιο πάνω ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου, αναφορικά με την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Τη μαρτυρία του, στο βαθμό που τούτη αμφισβητείται, την απορρίπτω. Όπως ανάφερα και πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή, παρουσιάζοντας ως μοναδικό Μάρτυρα Κατηγορίας, επί των γεγονότων που περιβάλλουν το επίδικο συμβάν, το ΜΚ2, στην ουσία εναπόθεσε τις οποιεσδήποτε ελπίδες της για καταδίκη της Κατηγορούμενης στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Εκτός φυσικά που αν, με την υπόλοιπη ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, περιλαμβανομένης και της ίδιας της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης, είναι δυνατόν να προκύψει εύρημα ή έστω συμπέρασμα ενοχής της Κατηγορούμενης στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. Όσον τώρα αφορά στην Κατηγορούμενη σημειώνω ότι, σε μια ποινική υπόθεση, η Κατηγορούμενη δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να αποδείξει την αθωότητά της. Έχοντας δε υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και ειδικότερα αυτή του ΜΚ2, που όπως ανάφερα ακριβώς στην προηγούμενη παράγραφο, επ΄ αυτής βάσισε η Κατηγορούσα Αρχή τις οποιεσδήποτε ελπίδες της για καταδίκη της Κατηγορούμενης, αυτό που στην πραγματικότητα μένει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο, η Κατηγορούμενη προώθησε, είτε με τη δια ζώσης μαρτυρία της, είτε με την κατάθεσή της, είτε ακόμα και με την απάντησή της στη γραπτή κατηγορία της, οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή έστω εναντίον των συμφερόντων της, ισχυρισμούς, ώστε τούτοι, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή ευρήματος ή συμπεράσματος ενοχής της στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την εξέταση των σχετικών αναφορών της, είναι ότι ελλείπει από αυτές ένας τέτοιος ενοχοποιητικός ή εναντίον των συμφερόντων της, ισχυρισμός. Εν πάση όμως περιπτώσει, οφείλω να σημειώσω ότι η Κατηγορούμενη μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας, και ότι η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, παρά της έντονης και ικανότατης αντεξέτασης που έτυχε, από τη συνήγορο που εκπροσωπούσε την Κατηγορούσα Αρχή. Η Κατηγορούμενη, απαντούσε στις ερωτήσεις που της τίθεντο, με σαφήνεια και με αρκετή παραστατικότητα, σε βαθμό που κατάφερε, με τον τρόπο που μαρτυρούσε, να δημιουργήσει στο Δικαστήριο εικόνες των πεπραγμένων εκείνου του απογεύματος. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι, η οποιαδήποτε παραμονή της ιδίας εντός του διαμερίσματος του ΜΚ2, οφειλόταν στην αδυναμία της να εξέλθει τούτου, είτε συνεπεία του πόνου και της οδύνης που ένιωθε λόγω της επίθεσης που δέχθηκε από το ΜΚ2, είτε συνεπεία του γεγονότος ότι ο τελευταίος έκλεισε τη θύρα εισόδου του διαμερίσματος και έθεσε το σώμα του ως εμπόδιο για την έξοδό της από αυτό. Όσον τώρα αφορά στο ΜΥ1, παρατηρώ τα ακόλουθα. Πρόκειται για τον ιατρό ο οποίος εξέτασε την Κατηγορούμενη μετά το επίδικο συμβάν. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος αφενός μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και αφετέρου ως τέτοιον τον αντιμετώπισαν και οι δύο πλευρές, κρίθηκε αναγκαία η εισαγωγή της Κατηγορούμενης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και η παρακολούθησή της για δύο μέρες. Παρά ταύτα, οφείλω να σημειώσω ότι, με τη μαρτυρία του, ο ΜΥ1 δεν διαφώτισε καθ' οιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο, αναφορικά με το κατά πόσο, τα ευρήματά του κατά την εξέταση της Κατηγορούμενης, και τα οποία αποτέλεσαν το λόγο για την απόφασή του να εισάξει τούτην στο Νοσοκομείο και να διατάξει την παρακολούθησή της για δύο μέρες, ήταν το αποτέλεσμα της επιθετικής συμπεριφοράς του ΜΚ
- Και τούτο γιατί, σύμφωνα με τον ΜΥ1, τα ιατρικά ευρήματά του κατά την εξέταση της Κατηγορούμενης, είναι ναι μεν δυνατό να οφείλονται σε επίθεση που δέχθηκε από τρίτο πρόσωπο, αλλά την ίδια στιγμή, είναι δυνατό να προέκυψαν ως μετεγχειρητικές επιπτώσεις, ασύνδετες με οποιαδήποτε επίθεση τρίτου προσώπου. Αν και τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της, εν τούτοις για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, τούτη κρίνεται ως μη βοηθητική για τα επίδικα θέματα. Τούτο, δεν αναιρεί την ήδη πιο πάνω αναφερθείσα κρίση μου ως προς το αληθές των ισχυρισμών της Κατηγορούμενης και δη ότι η επιθετική συμπεριφορά του ΜΚ2 προκάλεσε σ΄ αυτήν πόνο και οδύνη. Εξάλλου, ο πόνος, αποτελεί υποκειμενικό συναίσθημα. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι η επιθετική συμπεριφορά του ΜΚ2, προκάλεσε και τις παθήσεις που παρουσίαζε η Κατηγορούμενη κατά την εξέτασή της. Οι πιο πάνω κρίσεις μου, κατά την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, καθιστούν μη αναγκαία την παράθεση περαιτέρω ευρημάτων, ως τούτα προκύπτουν πλέον από την αποδεκτή μαρτυρία της Κατηγορούμενης και του ΜΥ
- Και τούτο γιατί, τέτοια ευρήματα, δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τη βάση για έκδοση καταδικαστικής απόφασης εναντίον της Κατηγορούμενης για το αδίκημα που αντιμετωπίζει, για τους λόγους που ήδη ανάφερα ανωτέρω. Κατάληξη Συνεπώς, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της Κατηγορούμενης και ως εκ τούτου η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο