Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 15087/11, 18/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟN: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15087/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΜΑΡΙΑ ΑΝΔΡΕΟΥ Κατηγορούμενη -------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/08/2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπανή Για Κατηγορούμενη: κος Ρ. Βραχίμης Κατηγορούμενη: Παρούσα -------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορούμενη, αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες και συγκεκριμένα μία κατηγορία πλαστογραφίας πληρεξουσίου εγγράφου (1η κατηγορία), μία κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και δη του πληρεξουσίου εγγράφου που αναφέρεται στην 1η κατηγορία (2η κατηγορία) και τέλος μία κατηγορία εξασφάλισης εγγραφής ακίνητης περιουσίας διά ψευδών παραστάσεων (3η κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε πέντε μάρτυρες, και δη τον Αστ. 3049 Αθανάσιο Καρεκλά (ΜΚ1), την Αφροδίτη Κανονιστή (ΜΚ2), τον Γαβριήλ Ανδρέου Λάμπρου (ΜΚ3 -Παραπονούμενο), τον γραφολόγο Μάριο Μαρκίδη (ΜΚ4) και τον Ανδρέα Λάμπρου (ΜΚ5). Η Κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και να καλέσει δύο Μάρτυρες Υπεράσπισης και συγκεκριμένα τον Γεώργιο Λάμπρου (ΜΥ1) και τον Γιάννο Κτωρίδη (ΜΥ2). Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιόν μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Εκτενέστερη αναφορά στην αμφισβητούμενη μαρτυρία, θα γίνει όπου αυτό κριθεί αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησής της. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από την αναντίλεκτη ενώπιόν μου μαρτυρία, είτε από τα ενώπιόν μου παραδεκτά γεγονότα, είτε τέλος, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ο ΜΚ3 και η Κατηγορούμενη διετέλεσαν στο παρελθόν ανδρόγυνο, οι οποίοι απέκτησαν δύο παιδιά. Τον ΜΚ5 και τον ΜΥ
- Περί τα τέλη του 2006 με αρχές του 2007, ως προς τον επακριβή χρόνο αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τούτο συνέβη, οι δύο πλευρές διαφωνούν, επήλθε πλήρης διάσταση μεταξύ του ΜΚ3 και της Κατηγορούμενης, σε βαθμό που διέμεναν πλέον σε διαφορετικές οικίες. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου 2002, η Κατηγορούμενη είχε στην κατοχή της ένα έγγραφο τιτλοφορούμενο ως «ΓΕΝΙΚΟΝ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΝ ΕΓΓΡΑΦΟΝ» (στο εξής το Τεκμήριο 2). Το Τεκμήριο 2, σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενό του, παρουσιάζετο ως Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο με Πληρεξουσιοδότη τον ΜΚ3, με το οποίο διόριζε ως Γενικό Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του, την Κατηγορούμενη, όπως για αυτόν και/ή εξ ονόματός του διαχειρίζεται, την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Η φερόμενη κάτω από τη λέξη «ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣ» υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2, δεν τέθηκε από τον ΜΚ3 και πρόκειται για αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του, από πρόσωπο που γνώριζε και/ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή του ΜΚ
- Πάντα σε σχέση με το Τεκμήριο 2, τούτο πρόκειται περί τυποποιημένου εγγράφου το οποίο αρχικά παρουσίαζε διάφορα κενά στη δομή του, τα οποία συνεπληρώθησαν με τη χρήση μπλε μελάνης. Επιπροσθέτως, στο κάτω μέρος του εν λόγω Τεκμηρίου έχουν τεθεί κάποιες σφραγίδες και κάποιες σημειώσεις και υπογραφές. Οι εν λόγω σημειώσεις και υπογραφές τέθηκαν, επίσης με τη χρήση μπλε μελάνης. Με εξαίρεση την υπογραφή που τέθηκε επί της στρογγυλής σφραγίδας της κοινότητας Πάνω Λακατάμειας (η οποία αποδίδεται και από τις δύο πλευρές, στον τότε Κοινοτάρχη της Πάνω Λακατάμειας), την υπογραφή που τέθηκε επί της σφραγίδας του Εφόρου Τελών Χαρτοσήμων (η οποία αποδίδεται και από τις δύο πλευρές σε εκπρόσωπο του εν λόγω Εφόρου), της αμφισβητούμενης υπογραφής κάτω από τη λέξη «ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣ» (για τις συνθήκες εναπόθεσης της οποίας, οι δύο πλευρές διαφωνούν και που στο εξής θα αναφέρεται ως «η επίδικη υπογραφή») και τις συμπληρώσεις επί της ορθογώνιας σφραγίδας πιστοποίησης υπογραφής, που βρίσκεται στο μέσο, ακριβώς κάτω από το τυποποιημένο κείμενο του Τεκμηρίου 2 (για τις οποίες συμπληρώσεις, σύμφωνα με την κοινώς αποδεκτή και αναντίλεκτη ενώπιόν μου μαρτυρία του ΜΚ4, τούτες δεν τέθηκαν από την Κατηγορούμενη), οι λοιπές, με μπλε μελάνη, συμπληρώσεις στα κενά του τυποποιημένου περιεχομένου του Τεκμηρίου 2, τέθηκαν από την Κατηγορούμενη (ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Κατηγορούμενη συμπλήρωσε τα εν λόγω κενά, καθώς επίσης και αναφορικά με το πώς τέθηκαν οι διάφορες σφραγίδες, πιστοποιήσεις και/ή επιβεβαιώσεις, οι δύο πλευρές διαφωνούν και προώθησαν διαφορετικές θέσεις). Παρά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 2, από το Φθινόπωρο του 2002, τούτο δεν έτυχε οποιασδήποτε επίσημης χρήσης, παρά μόνο την 24η Οκτωβρίου 2007, όπου, κατ' εκείνη την ημέρα, η Κατηγορούμενη, μαζί με τον ΜΥ1, κάνοντας χρήση του Τεκμηρίου 2, καθώς επίσης και του Τεκμηρίου 10, μεταβίβασε τρία
(3)τεμάχια γης, ιδιοκτησίας μέχρι τότε του ΜΚ3 (ως τούτα περιγράφονται στις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας - στο εξής «τα επίδικα κτήματα»), εξ ημισείας, στα δύο τέκνα της οικογένειας και δη στον ΜΚ5 και στον ΜΥ
- Το Τεκμήριο 10, είναι Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο που φέρει τον ΜΚ5 ως Πληρεξουσιοδότη, με το οποίο διορίζει ως Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του τον ΜΥ1 για σκοπούς αποδοχής της επ' ονόματί του μεταβίβασης των επιδίκων κτημάτων. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 10, οι δύο πλευρές διαφωνούν, πλην όμως, αφενός τούτο δεν αποτελεί έγγραφο επί του οποίου βασίζονται οι λεπτομέρειες οποιασδήποτε εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη και αφετέρου, το δακτυλικό αποτύπωμα που τέθηκε επ' αυτού κάτω από τη λέξη «Πληρεξουσιοδότης», ανήκει στον ΜΚ5 (ο ΜΚ5 είναι παραπληγικός και δεν είχε τη δυνατότητα κατά το χρόνο ετοιμασίας του Τεκμηρίου 10 και δη κατά τις 20/02/2007, να υπογράψει). Κατά το 2005, ο ΜΚ5 υπέστη ατύχημα, συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε σοβαρά και κατέστη και παραμένει, έκτοτε, παραπληγικός. Πριν τον Οκτώβριο του 2007, που έλαβε χώρα η μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων, και συγκεκριμένα στις 22/3/2007, ο ΜΚ3, χωρίς να ενημερώσει σχετικά την Κατηγορούμενη και τον ΜΥ1 (δεν εισηγούμαι ότι υπείχε οποιασδήποτε υποχρέωσης να προβεί σε μια τέτοια ενημέρωση), μεταβίβασε αποκλειστικά στο όνομα του ΜΚ5, μία οικία, στην οδό Ανδριανής 21 στην Ανθούπολη (στο εξής «η οικία»), της οποίας η ανέγερση περατώθηκε λίγο χρόνο προηγουμένως, επιφυλάσσοντας επ' αυτής, για τον εαυτό του, δικαίωμα οικήσεως εφ' όρου ζωής. Περί το Φεβρουάριο του 2009, ο ΜΚ3, ο οποίος από τη διάστασή του με την Κατηγορούμενη και έπειτα διέμενε και διαμένει με τον ΜΚ5 στην οικία, επισκέφθηκε το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και ζήτησε εξηγήσεις αναφορικά με τους λόγους που τα επίδικα κτήματα μεταβιβάσθηκαν στα τέκνα του, καθώς επίσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ρηθείσα μεταβίβαση (ως προς το κατά πόσο ο ΜΚ3, γνώριζε εκ των προτέρων, περί της πρόθεσης της Κατηγορούμενης να μεταβιβάσει τα επίδικα κτήματα, στο όνομα των τέκνων του, ή ενημερώθη περί της εν λόγω μεταβίβασης, για πρώτη φορά, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, περί το Φεβρουάριο του 2009 από το Κοινοτικό Συμβούλιο Τσερίου, στα πλαίσια επίσκεψής του για σκοπούς καταβολής των κτηματικών του φόρων, οι δύο πλευρές προώθησαν διαφορετικές, συγκρουόμενες μεταξύ τους, εκδοχές). Κατά την εκεί επίσκεψή του (στο Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας), του παραδόθηκαν, μεταξύ άλλων, και αντίγραφα των Τεκμηρίων 2 και
- Ακολούθως, και τούτο πάντα εντός Φεβρουαρίου 2009, ο ΜΚ3 επισκέφθηκε το ΤΑΕ Λευκωσίας με σκοπό να καταγγείλει υπόθεση πλαστογραφίας της υπογραφής του, επικαλούμενος ότι, η επίδικη επί του Τεκμηρίου 2 υπογραφή δεν τέθηκε από τον ίδιο. Παρά την πρόθεσή του να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία, ο ΜΚ3 αποχώρησε από το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ), και αποτάθηκε στον ιδιώτη γραφολόγο Ανδρέα Παναγιώτου, με οδηγίες προς αυτόν όπως αποφανθεί περί του γνησίου ή μη της επίδικης υπογραφής (ως προς τους λόγους που ο ΜΚ3 δεν κατήγγειλε το Φεβρουάριο του 2009 την υπόθεση στην Αστυνομία και αποτάθηκε στον γραφολόγο Παναγιώτου για να αποφανθεί για το γνήσιο ή μη της επίδικης υπογραφής, οι δύο πλευρές διαφωνούν). Στις 25 Φεβρουαρίου 2009, ο γραφολόγος Ανδρέας Παναγιώτου παρέδωσε την έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 14) στον ΜΚ
- Στην εν λόγω έκθεσή του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, η επίδικη υπογραφή δεν τέθηκε από τον ΜΚ3 και πρόκειται για αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του, από πρόσωπο που γνώριζε και/ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή του. Στις 27.7.2009, ο Δικαστικός Επιδότης Γιάννης Κτωρίδης (ΜΥ2), επέδωσε στον ΜΚ3 τα Τεκμήρια 21Α, 21Β και 21Γ, τα οποία αφορούν στην Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών υπ' αρ. 105/2009, με Αιτήτρια την Κατηγορούμενη και Καθ' ου η Αίτηση τον ΜΚ3, μία Ενδιάμεση Μονομερή Αίτηση με ίδιο αριθμό και τίτλο για σκοπούς εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος απαγόρευσης αποξένωσης ακίνητης περιουσίας και τέλος, ένα πιστό αντίγραφο Προσωρινού Διατάγματος που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο στα πλαίσια της μόλις πιο πάνω αναφερθείσας Ενδιάμεσης Μονομερούς Αίτησης, αντίστοιχα (στο εξής «η Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών και το Προσωρινό Διάταγμα»). Την επομένη και δη στις 28/7/2009, ο ΜΚ3 επισκέφθηκε το ΤΑΕ Λευκωσίας και υπέβαλλε παράπονο αφενός περί πλαστότητας του Τεκμηρίου 2 και αφετέρου για τη χρήση του για σκοπούς μεταβίβασης της περιουσίας του, στο όνομα των δύο τέκνων του, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Μέχρι και την ημέρα που ο ΜΚ3 κατέθετε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, τούτος δεν ζήτησε, είτε δια οποιασδήποτε δικαστικής οδού, είτε ακόμα και με απλό αίτημά του προς τα τέκνα του, την επανεγγραφή των επιδίκων κτημάτων στο όνομά του. Τέλος, ο ΜΚ5, μετά τη μεταβίβαση της οικίας στο όνομά του, καταχώρισε ενώπιον Δικαστηρίου, διαδικασία με την οποία επιδίωξε την έκδοση διατάγματος αποκλειστικής χρήσης της εν λόγω οικίας με σκοπό να απαγορεύσει στην Κατηγορούμενη την είσοδο σ' αυτήν. Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Δεν παραγνωρίζω ότι, μέρος των πιο πάνω ευρημάτων μου, βασίζεται στη μαρτυρία του ΜΚ3, του οποίου η αξιοπιστία αμφισβητείται σφόδρα από την Υπεράσπιση, πλην όμως σημειώνω ότι, αφενός οι εν λόγω ισχυρισμοί του όχι απλά δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, αλλά παρέμειναν και αναντίλεκτοι, και αφετέρου ότι, επί της αλήθειας των ρηθέντων ισχυρισμών του, βασίζει, σε μεγάλο βαθμό, η Υπεράσπιση τη θέση της περί αναξιοπιστίας του. Νομική πτυχή Περιστατική μαρτυρία Αναφορικά με την αποδεικτική αξία της περιστατικής μαρτυρίας, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα. «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφ' εαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνο δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. . Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 CLR 73, p.79, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172, Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102 και Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 746). Πλαστογραφία εγγράφου Ο ορισμός της πλαστογραφίας προνοείται από το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα. Η δε κατάρτιση πλαστού εγγράφου προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 333 του ιδίου Νόμου. Συγκεκριμένα πλαστογραφεί κάποιος έγγραφο όταν (α) καταρτίζει πλαστό έγγραφο και (β) με σκοπό να καταδολιεύσει τρίτο. Αναφορικά τώρα με την κατάρτιση πλαστού εγγράφου, ουσιαστικής σημασίας για την υπό εξέταση υπόθεση έχουν οι πρόνοιες του άρθρου 333(δ)(
- i)τις οποίες παραθέτω ευθύς αμέσως αυτούσιες: «333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) .......................... (β) .......................... (γ) .......................... (δ) υπογράφει έγγραφο- (
- i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότησή του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι. (
- ii)....................... (iii) ....................... (
- iv)........................». Σχετικές με την πρόθεση καταδολίευσης, που πρέπει συν της άλλης να συνοδεύει την οποιαδήποτε πράξη ενός Κατηγορούμενου, είναι οι πρόνοιες του άρθρου 334 του Ποινικού Κώδικα, οι οποίες, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δημιουργούν τεκμήριο ύπαρξης μιας τέτοιας πρόθεσης από πλευράς ενός Κατηγορουμένου. Ως προς την ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 334 σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2ΑΑΔ 457, τα οποία θεωρώ ορθότερο να παραθέσω αυτούσια: «Στη Georghiou v. Republic
(1984)2 C.L.R 65 το Εφετείο αναφέρθηκε εκτενώς στην αγγλική νοµολογία από την οποία θα µπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση αναφορικά µε την ερµηνεία των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που διέπουν το αδίκηµα της πλαστογραφίας µε επίκεντρο κυρίως το νοµοθετικό τεκµήριο που καθιερώνεται από το Άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα ως προς την ύπαρξη «πρόθεσης καταδολίευσης» σε σχέση βέβαια µε τον ορισµό της πλαστογραφίας. Χρήσιµη και άκρως βοηθητική είναι η καθοδήγηση που µπορεί να αντληθεί για το ίδιο θέµα από την εµπεριστατωµένη µελέτη του ευπαίδευτου νοµικού, πρώην Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και µέχρι πρόσφατα ∆ικαστή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων κ. Λ. Λουκαϊδη µε τίτλο «Η πρόθεση καταδολιεύσεως (Intent to defraud)» η οποία είναι δηµοσιευµένη στα «Θέµατα Κυπριακού ∆ικαίου» ΙΙ, υπό Λ. Γ. Λουκαΐδη. Από την εν λόγω µελέτη θα δανειστώ και τη µετάφραση του πιο κάτω αποσπάσµατος από την απόφαση στην Georghiou (ανωτέρω) που θεωρώ ότι ρίχνει αρκετό φως στο θέµα. «Το κακουργιοδικείο καθοδηγούµενο από τη νοµική ανάλυση των συστατικών της προθέσεως καταδολιεύσεως που έγινε από το ∆ικαστήριο της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1960)αποφάσισε ότι η «πρόθεση καταδολιεύσεως» σε σχέση µε το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριµένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονοµική βλάβη. Το αδίκηµα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται µε το ψεύτικο έγγραφο µπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριµένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονοµικής φύσεως. Στην υπόθεση Welham το δικαστήριο συζήτησε σε έκταση την έννοια της «προθέσεως καταδολιεύσεως» και έδωσε έµφαση στη διάκριση µεταξύ «προθέσεως εξαπατήσεως» και «προθέσεως καταδολιεύσεως». Όπως επεξήγησε ιδιαίτερα ο Λόρδος Denning ούτε στο κοινό δίκαιο ούτε δυνάµει του περί Πλαστογραφίας Νόµου η «πρόθεση καταδολιεύσεως» συνδεόταν µε την πρόκληση οικονοµικής βλάβης σε οποιοδήποτε συγκεκριµένο πρόσωπο σαν αποτέλεσµα της απάτης που χρησιµοποιείται. Όπως το διατύπωσε ο ευπαίδευτος δικαστής «ένα οποιοδήποτε πρόσωπο γενικά αρκεί». Επίσης η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονοµική απώλεια - «όχι στην ιδέα αποστερήσεως από κάποιο κάτι που έχει αξία». Η πιθανότητα βλάβης, όπως επεξηγείται στην απόφαση, είναι αρκετή. Από την απόφαση στην υπόθεση R. v. Peter Martin [E.R. 168, 1354] που µας υπέδειξε ο κ. Λουκαΐδης, φαίνεται ότι το κοινοδίκαιο ουδέποτε απαιτούσε απόδειξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριµένο πρόσωπο ούτε απαιτούσε ζηµιά οικονοµικής φύσεως. Η καταδίκη ενός υπαλλήλου που πλαστογράφησε µια απόδειξη µε σκοπό να εξαπατήσει τον εργοδότη του έτσι που ο τελευταίος να πιστέψει ότι χρήµατα που πήρε απ' αυτόν ο καταδικασθείς χρησιµοποιήθηκαν για το σκοπό που δόθηκαν ήταν νοµικά έγκυρη (βλ. επίσης R. v. Hill 173 E.R. 492). Η νοµική ανάλυση που έγινε στην υπόθεση Welham πάνω στο θέµα της «προθέσεως καταδολιεύσεως» υποστηρίζεται από ισχυρές απόψεις που εκφράστηκαν σε µεταγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων (βλ. Scott v. Comr. of Police [1974] 2 All E.R. 1032 and A-G's Reference (No. 1 of 19812) [1982] 2 All E.R. 417). Στην υπόθεση R. v. Allsop 64 Cr. App. R. 29 έγινε µια προσπάθεια να εξετασθεί η πραγµατική φύση της εγκληµατικής προθέσεως που απαιτείται για τη διάπραξη του αδικήµατος της πλαστογραφίας. Υπογραµµίστηκε δε ότι ο στόχος των πλαστογράφων είναι γενικά να ωφελήσουν τον εαυτό τους·η βλάβη στα θύµατα είναι δευτερεύουσας σηµασίας. Ο κύριος στόχος των πλαστογράφων που έχουν την απαιτούµενη εγκληµατική πρόθεση είναι (όπως το αντιλαµβανόµαστε) να αλλοιώσουν µια εικόνα πραγµάτων προς όφελος τους. Αν, σαν αποτέλεσµα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθορισθεί προηγουµένως, τότε διαπράττεται το έγκληµα της πλαστογραφίας. Το νοµοθετικό τεκµήριο που καθιερώνεται µε το Άρθρο 334 του Κεφ. 154 ως προς την ύπαρξη «προθέσεως καταδολιεύσεως», ρίχνει αρκετό φως την έννοια της «προθέσεως καταδολιεύσεως» σε σχέση µε το έγκληµα της πλαστογραφίας που καθορίζεται στο Άρθρο
- .. Το Άρθρο 334 δείχνει καθαρά ότι η εν λόγω «πρόθεση καταδολιεύσεως» σε σχέση µε τον ορισµό της «πλαστογραφίας» είναι ταυτόσηµη µε την έννοια της «προθέσεως καταδολιεύσεως» σύµφωνα µε το αγγλικό δίκαιο στο θέµα της πλαστογραφίας. Συνεπώς το κακουργιοδικείο ορθά επεδίωξε καθοδήγηση από την αγγλική νοµολογία και ιδιαίτερα την απόφαση στην υπόθεση Welham. Το δικαστήριο σωστά προσέγγισε το θέµα της φύσεως της προθέσεως που είναι αναγκαία για να στηρίξει το αδίκηµα της πλαστογραφίας τα δε πορίσµατα του ήταν απόλυτα δικαιολογηµένα». Εκείνο επομένως που προκύπτει από τα ανωτέρω, είναι ότι, για να αποδειχθεί η ενοχή της Κατηγορουμένης, στην παρούσα υπόθεση, στο αδίκημα της πλαστογραφίας, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει (α) ότι η Κατηγορούμενη έθεσε την επίδικη υπογραφή, επί του Τεκμηρίου 2, φερόμενη ωσάν να τέθηκε από τον ΜΚ3, (β) χωρίς την εξουσιοδότηση του τελευταίου και (γ) με σκοπό να καταδολιεύσει τρίτο πρόσωπο. Ως προς την πλαστότητα ενός εγγράφου, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Georghiou v. The Republic (ανωτέρω, στο αυτουσίως παρατιθέμενο απόσπασμα της υπόθεσης Τσιέλεπος), όπου στη σελίδα 91 σημειώθηκαν τα εξής. «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of 'forgery' in R v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Ακόμα, στο σύγγραμμα Archbold 2002 par. 22-8, αναφέρονται και τα εξής σχετικά. «.As we have said...the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ...The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which 'tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered it by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered». Εκείνο που συνάγεται από τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα είναι ότι, το σημαντικό για να κριθεί ένα έγγραφο πλαστό, δεν είναι αν αυτό περιέχει ψεύδη, αλλά αν τούτο, ως προκύπτει από το περιεχόμενό του, λέει ψέματα για τον εαυτό του. Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου Βασικές για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου είναι οι πρόνοιες του άρθρου 339 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «
- Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ιδίου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν να είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.». Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω νομικές πρόνοιες, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η γνώση του Κατηγορούμενου ότι το έγγραφο που κατέχει είναι πλαστό, (β) η κυκλοφορία του εν λόγω εγγράφου από αυτόν και (γ) ότι ενεργούσε με δόλιο τρόπο. Όσον αφορά την οποιαδήποτε δόλια πρόθεση του Κατηγορούμενου, τούτη συνήθως αποδεικνύεται με έμμεση και/ή περιστατική μαρτυρία και προκύπτει στην ουσία, κατά κανόνα, ως συμπέρασμα από τα περιστατικά που περιβάλλουν μια υπόθεση (βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 301). Εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις Σχετικές με το μόλις πιο πάνω αδίκημα είναι οι πρόνοιες του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα οι οποίες είναι οι ακόλουθες: «305. Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή για άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου ή Κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων». Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου και πάντα σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι ότι ένας Κατηγορούμενος (α) εσκεμμένα, (β) με ψευδή παράσταση, (γ) εξασφαλίζει για τον εαυτό του ή για άλλον εγγραφή δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου ή Κανονισμού. Επομένως αυτό που απαιτείται να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή είναι η στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης και δη ως τούτη ερμηνεύεται στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά η οποία είναι ψευδής και ότι εκείνος ο οποίος προβαίνει στην εν λόγω παράσταση, είτε γνωρίζει ότι τούτη είναι ψευδής, είτε δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. Η ψευδής παράσταση δεν είναι αναγκαίο να γίνεται με λόγια. Είναι δυνατό αυτή να μπορεί να εξαχθεί μέσα από τις πράξεις και γενικά τη συμπεριφορά ενός προσώπου έστω και εν απουσία οποιασδήποτε προφορικής ή γραπτής παράστασης. Επιπρόσθετα θα πρέπει να αφορά σε παρουσίαση κάποιου γεγονότος ως υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα τούτο δεν υφίσταται. Όσο δε αφορά στην παρουσίαση του υπαρκτού γεγονότος αυτό δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι ρητά ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε το υπαρκτό του γεγονότος. Είναι αρκετό να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι με τον τρόπο που ενήργησε ο Κατηγορούμενος εξάγεται το συμπέρασμα ότι αυτός ισχυρίστηκε το υφιστάμενο του γεγονότος. Αυτό όμως που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί είναι ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η εν λόγω παράσταση δεν ήταν αληθής. Όπως αναφέρθηκε «ψευδής παράσταση συνίσταται όταν ο Κατηγορούμενος παρακινεί έτερο πρόσωπο να πιστέψει ότι ένα γεγονός είναι αληθινό το οποίο όμως στην πραγματικότητα δεν είναι και ο Κατηγορούμενος γνωρίζει ή πιστεύει ότι το εν λόγω γεγονός δεν είναι αληθινό». («To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practising the deceit knows or believes to be false»). Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος των ψευδών παραστάσεων βλέπε Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 861, Μιχάλης Ζένιου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 65, R. v. Smith
(1950)2 All ER 679, R. v. Kritz
(1949)2 All ER 406, R. v. Sullivan 30 Cr. App. R. 132, R. v. Hammerson 10 Cr. App. R. 121, R. v. Carpenter (ανωτέρω), Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 CH 368, B.R. v. Jones
(1898)1 QB 41, Blackstone`s Criminal Practice 2000, 328 και Archbold Criminal Pleadings Evidence and Practice, 41η έκδοση, σελ.
- Επιπρόσθετα αν ο Κατηγορούμενος, με λόγια ή με τη συμπεριφορά του, δημιούργησε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία, επί της οποίας το θύμα βάσισε την απόφασή του να αποδεχθεί την εγγραφή και/ή την έκδοση άδειας ή πιστοποιητικού, τότε τούτο αποτελεί αρκετή απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε ψευδείς παραστάσεις. Τέλος, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η εγγραφή η οποία εξασφαλίστηκε ήταν το αποτέλεσμα των ψευδών παραστάσεων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Η όλη αντεξέταση τους περιορίστηκε σε διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις, που μοναδικό σκοπό είχαν να διαφωτιστεί το Δικαστήριο, έτι περισσότερο, αναφορικά με τα σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση γεγονότα. Η ειλικρίνεια τους, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω, από καμία πλευρά. Εν πάση περιπτώσει, και οι τρεις αυτοί μάρτυρες μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Πρόκειται για τον ανακριτή της υπόθεσης, τη γραφέα του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας που διεκπεραίωσε τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων επ' ονόματι των ΜΚ5 και ΜΥ1 και τον ιδιώτη γραφολόγο (πρώην υπαστυνόμο) Μάριο Μαρκίδη, αντίστοιχα. Η μαρτυρία τους, ως επί το πλείστον, καλύπτεται από τα ήδη πιο πάνω αναφερόμενα ευρήματά μου. Στην ουσία, ο ΜΚ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και το Γενικό Πληρεξούσιο (Τεκμήριο 2), καθώς επίσης και το Ειδικό Πληρεξούσιο που φέρει το αποτύπωμα του ΜΚ5 (Τεκμήριο 10). Επιπροσθέτως, μέρος των Τεκμηρίων που κατέθεσε ήταν και η ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης (Τεκμήριο 1Α) και η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε σ' αυτήν (Τεκμήριο 1Β), καθώς επίσης και οι καταθέσεις που λήφθησαν κατά το στάδιο των ανακρίσεων από τον ΜΚ5 (Τεκμήρια 8Α, 8Β και 8Γ) και τον ΜΥ1 (Τεκμήριο 9). Όσον τώρα αφορά στην ΜΚ2, η εν λόγω μάρτυρας, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δύο Τεκμήρια και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 12, το οποίο αφορά στην αίτηση που υπεβλήθη από την Κατηγορουμένη και τον ΜΥ1, συνοδευόμενη από διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα Τεκμήρια 2 και 10 και η οποία, κατόπιν εγκρίσεώς της (της ΜΚ2), οδήγησε στη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων, εξ ημισείας, επ' ονόματι των ΜΚ5 και ΜΥ
- Επίσης, κατέθεσε και το Τεκμήριο 13 το οποίο αποτελείται από δύο χειρόγραφες επιστολές που φέρονται ως σταλθείσες και/ή παραδοθείσες από τον ΜΚ3 και τον ΜΚ5, με τις οποίες ανακαλούν και/ή ακυρώνουν τα Τεκμήρια 2 και 10, αντίστοιχα, καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλα Πληρεξούσια Έγγραφα τυχόν εξέδωσαν και με τα οποία πληρεξουσιοδοτούσαν ως αντιπρόσωπο τους την Κατηγορούμενη. Σύμφωνα με τη ρηθείσα μάρτυρα, τα Τεκμήρια 2 και 10 υπείχαν ουσιαστικής σημασίας και ήταν απαραίτητα για να ήταν δυνατή η μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων. Όπως εξήγησε η μάρτυρας, από τη στιγμή που επί αμφοτέρων των εν λόγω Τεκμηρίων υπήρχαν σφραγίδες αρμοδίων προσώπων που πιστοποιούσαν τη γνησιότητα της υπογραφής και/ή του αποτυπώματος των Πληρεξουσιοδοτών, για το Κτηματολογικό Γραφείο, τα εν λόγω Πληρεξούσια Έγγραφα, θεωρήθηκαν γνήσια και δη ως Πληρεξούσια που υπογράφτηκαν από τους επ' αυτών αναφερόμενους Πληρεξουσιοδότες και με βάση το εν λόγω περιεχόμενό τους, αφενός η Κατηγορούμενη θεωρήθηκε ως πρόσωπο που νομίμως εκπροσωπούσε τον ΜΚ3 και αφετέρου ο ΜΥ1, ως πρόσωπο που εκπροσωπούσε τον αδελφό του, ΜΚ
- Είναι κατόπιν αυτής της θεώρησης που η ΜΚ2 προχώρησε και υλοποίησε τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων επ' ονόματι των ΜΚ5 και ΜΥ
- Αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΚ4, σημειώνεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η επίδικη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2, δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του ΜΚ3 και ότι τέθηκε από τρίτο πρόσωπο στα πλαίσια μιας προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του ΜΚ3, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη ρηθείσα γνήσια υπογραφή. Επιπρόσθετα, ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε ότι, συνεπεία του τρόπου που σχηματίζεται η επίδικη υπογραφή, χωρίς να εμπεριέχει οποιαδήποτε γράμματα του αλφαβήτου και ότι αποτελεί απομίμηση της γνήσιας υπογραφής, τούτη είναι αδύνατο να αποδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Ακόμα ότι, η συμπλήρωση με μπλε μελάνη επί της ορθογώνιας σφραγίδας που βρίσκεται στο μέσο, κάτω από το τυποποιημένο κείμενο του Τεκμηρίου 2, δεν μπορεί να αποδοθεί, ούτε στον ΜΚ3, ούτε στην Κατηγορούμενη ή τον ΜΥ1, καθότι παρουσιάζει διαφορές συγκρινόμενη με τον γραφικό χαρακτήρα των τριών αυτών προσώπων. Επιπροσθέτως, και τούτο ερωτηθείς ειδικά από το συνήγορο Υπεράσπισης, ανέφερε ότι, η επίδικη, επί του Τεκμηρίου 2, υπογραφή, είναι αδύνατο να τέθηκε από τον ΜΚ3 στα πλαίσια προσπάθειάς του να διαφοροποιήσει και/ή να αλλοιώσει τη γνήσια υπογραφή του. Τέλος, ανέφερε ότι, η επίδικη υπογραφή τέθηκε από πρόσωπο που ενεργούσε με γρήγορες κινήσεις και χωρίς διστακτικότητα κατά τη συγγραφή της. Τη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ4, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ο ΜΚ3, δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του βρίθει αντιφάσεων και σε πολλά σημεία της συγκρούεται με την κοινή λογική και/ή τη λογική συνέχεια των πραγμάτων, ως τούτη προκύπτει από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε, ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να προωθήσει ισχυρισμούς, ανεξαρτήτως αν τούτοι ήταν αληθείς ή όχι, με πρώτιστο μέλημά του να επωμίσει στην Κατηγορούμενη πρόθεση καταδολίευσης και γενικότερα ευθύνη αναφορικά με τα εναντίον της αποδιδόμενα αδικήματα. Ήταν επίσης έκδηλη η προσπάθεια υπεκφυγής σε πλείστες όσες ερωτήσεις και/ή υποβολές του ετίθοντο αναφορικά με την οποιαδήποτε σχέση του με κάποιαν Ανδρούλα Κυριάκου, καθώς επίσης και αναφορικά με το πότε και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε γνώστης της ύπαρξης του Γενικού Πληρεξουσίου Τεκμήριο
- Γενικότερα, η μαρτυρία του, είτε από μόνη της ιδωμένη, είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου αναφορικά με την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, παρατηρώ τα ακόλουθα: Κρίνω απαραίτητο, στο παρόν στάδιο, με όσο το δυνατό συνοπτικότερο τρόπο, να παραθέσω τη βασική θέση του ΜΚ
- Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας, το 2002 δεν έλαβε χώρα κανένα γεγονός που να δικαιολογεί ή έστω να μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την ετοιμασία του Γενικού Πληρεξουσίου Τεκμήριο
- Ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε ως Πληρεξουσιοδότης επί του εν λόγω Πληρεξουσίου. Η πρώτη φορά που έλαβε γνώση περί της ύπαρξής του ήταν περί τα μέσα Φεβρουαρίου του
- Συγκεκριμένα, ως ισχυρίστηκε, το Φεβρουάριο του 2009 επισκέφθηκε το Κοινοτικό Συμβούλιο Τσερίου με σκοπό να καταβάλει τους κτηματικούς του φόρους σε σχέση με ένα εκ των επίδικων κτημάτων. Εκεί ενημερώθηκε περί του ότι το εν λόγω ακίνητο δεν αποτελούσε πλέον δική του ιδιοκτησία, με αποτέλεσμα να επισκεφθεί εσπευσμένα το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και να ζητήσει εξηγήσεις αναφορικά με την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου. Στο Κτηματολογικό Γραφείο, ενημερώθηκε ότι στις 24/10/2007, η Κατηγορούμενη (τότε εν διαστάσει σύζυγος του), μαζί με τον ΜΥ1 (υιό τους), παρουσιάζοντας, μεταξύ άλλων, τα Τεκμήρια 2 και 10, αιτήθηκαν και επέτυχαν, τη μεταβίβαση, τόσο του συγκεκριμένου ακινήτου για το οποίο ζητούσε εξηγήσεις, όσο και άλλων δύο ακινήτων του (και τα τρία, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, «τα επίδικα κτήματα»). Ζήτησε και έλαβε αντίγραφα όλων των εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν από την Κατηγορούμενη και τον ΜΥ1 για να επιτευχθεί η ρηθείσα μεταβίβαση. Άμεσα, επισκέφθηκε το ΤΑΕ Λευκωσίας με σκοπό να καταγγείλει την υπόθεση. Εκεί, τον ενημέρωσαν ότι για να καταγγείλει την υπόθεση θα πρέπει να είναι σίγουρος ότι η επίδικη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2 δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του. Ρώτησε τους Αστυφύλακες του ΤΑΕ να τον ενημερώσουν πώς ήταν δυνατό να ελεγχθεί κατά πόσο η επίδικη υπογραφή ήταν ή όχι γνήσια και τον παρέπεμψαν στον ιδιώτη γραφολόγο Ανδρέα Παναγιώτου. Στις 20 Φεβρουαρίου 2009, έδωσε εντολή στον εν λόγω γραφολόγο να αποφανθεί ως προς το γνήσιο ή μη της επίδικης υπογραφής. Ο κ. Παναγιώτου, στις 25 Φεβρουαρίου του 2009, του παρέδωσε γραπτή έκθεση (Τεκμήριο 14), στα πλαίσια της οποίας αποφαίνεται ότι η επίδικη υπογραφή δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του (του ΜΚ3), αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του, από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του τη γνήσια υπογραφή του. Σύμφωνα με τον ΜΚ3, αμέσως μετά τη λήψη της έκθεσης του κ. Παναγιώτου, επισκέφθηκε εκ νέου το ΤΑΕ Λευκωσίας και κατήγγειλε την υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης. Ήταν έντονος στη βασική θέση του ότι, ποτέ πριν τον Φεβρουάριο του 2009 δεν είχε δει το Τεκμήριο 2 και ούτε γνώριζε προηγουμένως, περί της ύπαρξής του. Αρνήθηκε επίμονα θέσεις που του υποβλήθηκαν περί του ότι, όχι μόνο γνώριζε εκ των προτέρων για την ύπαρξη του Τεκμηρίου 2, αλλά και ότι η Κατηγορούμενη τον είχε ενημερώσει πριν τις 24 Οκτώβρη του 2007 ότι επρόκειτο να ενεργήσει ώστε να μεταβιβάσει τα επίδικα κτήματα στα τέκνα τους. Επίσης αρνήθηκε επίμονα τη θέση που του υποβλήθηκε ότι το Τεκμήριο 2 ετοιμάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2002 με σκοπό να καθησυχαστεί η Κατηγορούμενη αναφορικά με φοβίες που τη διακατείχαν περί του ότι η ακίνητη περιουσία της οικογένειάς της, δυνατό να μεταβιβάζετο σε κάποια κυρία Ανδρούλα Κυριάκου, με την οποία, τον ουσιώδη χρόνο (καλοκαίρι του 2002), ο ΜΚ3 διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση. Επί του τελευταίου, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι, αφενός ουδέποτε είχε οποιαδήποτε εξωσυζυγική σχέση με την εν λόγω κυρία και αφετέρου ότι, ουδέποτε το 2002 έγινε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση με την Κατηγορούμενη, ούτε η τελευταία τον κατηγόρησε ποτέ για κάτι τέτοιο. Είναι ακριβώς γι' αυτό τον λόγο που προώθησε τη θέση ότι, κανένα γεγονός δεν έλαβε χώρα το 2002 που να δικαιολογεί την ετοιμασία του Τεκμηρίου
- Οι πιο πάνω θέσεις του ΜΚ3 δεν μπορούν να γίνουν δεκτές γιατί, από τη μια συγκρούονται με άλλες δικές του θέσεις και από την άλλη, με άλλα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, ως τούτα προκύπτουν, είτε από την αναντίλεκτη, είτε από τη λοιπή ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία. Επίσης, ως ανέφερα και ανωτέρω, συγκρούονται και με την κοινή λογική, αλλά και με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Η βασική του θέση ότι δεν γνώριζε περί της υπάρξεως του Τεκμηρίου 2 μέχρι και το Φεβρουάριο του 2009, συγκρούεται με την όλη στάση που τήρησε, από το Φεβρουάριο του 2009 και μετά. Αν πραγματικά ο ΜΚ3 δεν γνώριζε περί της ύπαρξης του Τεκμηρίου 2, μέχρι που το αντίκρισε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 2009, τότε γιατί είχε οποιουσδήποτε ενδοιασμούς στο να καταγγείλει την υπόθεση στο ΤΑΕ και αναζήτησε τρόπο για να εξετάσει κατά πόσο η αμφισβητούμενη υπογραφή τέθηκε από τον ίδιο; Ανεξαρτήτως όμως της ακριβώς προηγούμενης απορίας, γιατί όταν στις 25 Φεβρουαρίου 2009 επιβεβαιώθηκε η άποψή του ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν ήταν δική του, δεν κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία; Η δε θέση του ΜΚ3, ότι δηλαδή άμεσα μετά την παραλαβή της έκθεσης του γραφολόγου Παναγιώτου, κατήγγειλε την υπόθεση στο ΤΑΕ Λευκωσίας, είναι ψευδής. Ενώπιον μου, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω στα αρχικά μου ευρήματα, παρουσιάστηκε αδιαμφισβήτητη μαρτυρία (από τον ΜΚ1, αλλά και από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης/παραπόνου του ΜΚ3) ότι η καταγγελία της υπόθεσης στο ΤΑΕ έλαβε χώρα στις 28/7/2009 και δη πέντε ολόκληρους μήνες μετά που ενημερώθηκε από τον κ. Παναγιώτου αναφορικά με τα αποτελέσματα της εμπειρογνωμοσύνης του. Παρά το ότι, το εν λόγω γεγονός και δη ότι η καταγγελία στο ΤΑΕ έγινε πέντε ολόκληρους μήνες μετά που ήρθε στην κατοχή του η έκθεση του κ. Παναγιώτου, τέθηκε στον ΜΚ3 με κάθε σαφήνεια από τον συνήγορο Υπεράσπισης, τούτος δεν έδωσε καμία πειστική εξήγηση γιατί περίμενε πέντε ολόκληρους μήνες για να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Τουναντίον, κατά τα τελικά στάδια της αντεξέτασής του, ερωτώμενος εκ νέου επί του προκειμένου, προώθησε εκ νέου τη θέση ότι μόλις έλαβε την έκθεση Παναγιώτου και δη στις 25 Φεβρουαρίου 2009, άμεσα κατήγγειλε την υπόθεση στο ΤΑΕ Λευκωσίας. Ένας άλλος λόγος που με οδηγεί στην κρίση ότι ο ΜΚ3 δεν είπε την αλήθεια αναφορικά με τις συνθήκες ετοιμασίας του Τεκμηρίου 2, καθώς επίσης και αναφορικά με το κατά πόσο γνώριζε περί της ύπαρξής του, αλλά και της προθέσεως της Κατηγορουμένης, αν χρειαστεί, να χρησιμοποιήσει τούτο, αποτελεί και το γεγονός ότι η καταγγελία της υπόθεσης στο ΤΑΕ, έλαβε χώρα μία ημέρα μετά την επίδοση σ' αυτόν της Αίτησης Περιουσιακών Διαφορών και του Προσωρινού Διατάγματος που εξασφάλισε η Κατηγορούμενη στα πλαίσια διαδικασιών που καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο της Επαρχίας Λευκωσίας. Το εν λόγω γεγονός υποδείχθηκε στον ΜΚ3 και ζητήθηκε από αυτόν να δώσει εξήγηση για το πώς έτυχε, η καταγγελία της παρούσας υπόθεσης στην Αστυνομία να λάβει χώρα την επομένη της επίδοσης σ' αυτόν των εν λόγω εγγράφων. Ο ΜΚ3 δεν έδωσε καμία πειστική ή άλλως πως εξήγηση. Ως προς το ότι ο ΜΚ3 γνώριζε περί της ύπαρξης του Τεκμηρίου 2 και αυτό σε χρόνο πριν την ετοιμασία της έκθεσης του κ. Παναγιώτου, προκύπτει και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Υπενθυμίζω ότι μέρος του Τεκμηρίου 13 αποτελεί μία χειρόγραφη επιστολή, επί της οποίας ο ΜΚ3 αναγνώρισε την υπογραφή του και/ή καλύτερα δεν αμφισβήτησε το γνήσιο τούτης, σύμφωνα με την οποία, ο ίδιος, φέρεται να ακυρώνει το Τεκμήριο 2 το οποίο αναγνωρίζει ως Πληρεξούσιο Έγγραφο που ο ίδιος εξέδωσε προς την Κατηγορούμενη. Δεν παραγνωρίζω ότι, ο ΜΚ3 ερωτηθείς ειδικά για το Τεκμήριο 13, ισχυρίστηκε ότι δεν το απέστειλε ο ίδιος και ότι ούτε του ζητήθηκε κατά την ημέρα που επισκέφθηκε το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, το Φεβρουάριο του 2009, να υπογράψει ένα τέτοιο έγγραφο. Σημειώνω όμως ότι, δεν αμφισβήτησε το γνήσιο της υπογραφής του και ούτε έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το πώς τέθηκε τούτη επί του εν λόγω εγγράφου. Ακόμα, το εν λόγω έγγραφο φέρει ημερομηνία 16/2/09, και δη μέσα Φεβρουαρίου, που σύμφωνα με τον ΜΚ3, έμαθε για την ύπαρξη του Τεκμηρίου 2 και τη χρήση του από την Κατηγορούμενη για σκοπούς μεταβίβασης των επιδίκων κτημάτων. Επί του ιδίου θέματος και δη σε σχέση με την κρίση μου ότι ο ΜΚ3 δεν έπεισε με τη μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε περί της ύπαρξης του Τεκμηρίου 2 πριν το Φεβρουάριο του 2009, ουσιαστικός είναι και ο ισχυρισμός που προέβαλε ως απάντηση στη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης περί του ότι γνώριζε ο ίδιος ότι η Κατηγορούμενη θα προέβαινε στη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων επ' ονόματι των παιδιών τους και τούτο γιατί του το ανέφερε η Κατηγορούμενη όταν έμαθε ότι αυτός (ο ΜΚ3), χωρίς να την ενημερώσει σχετικά, μεταβίβασε την οικία στον ΜΚ
- Αντί ο ΜΚ3, στα πλαίσια της άρνησης της θέσης που του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση, να διερωτηθεί για το αυτονόητο και δη για το πώς είναι δυνατό ένα πρόσωπο (η Κατηγορούμενη) που δεν είναι ιδιοκτήτρια της εν λόγω ακίνητης περιουσίας, και δεν κατέχει (ως ο ίδιος ισχυρίζεται) οποιοδήποτε σχετικό Πληρεξούσιο Έγγραφο, θα ήταν δυνατό να μεταβιβάσει τούτην σε τρίτο πρόσωπο, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν γνώριζε το εν λόγω γεγονός (τη μεταβίβαση), ήταν γιατί, κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν διέμενε μαζί με την Κατηγορούμενη, αφήνοντας έτσι ξεκάθαρα να νοηθεί ότι, ο μόνος λόγος που δεν ενημερώθηκε για τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων, ήταν το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν διέμενε με την Κατηγορούμενη και όχι γιατί η τελευταία δεν είχε τη δυνατότητα να προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση. Οι μόλις πιο πάνω παρατηρήσεις μου, δεικνύουν επ' ακριβώς ότι η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρήματος, ότι ο ΜΚ3 δεν γνώριζε, πριν το Φεβρουάριο του 2009, περί της ύπαρξης του Τεκμηρίου
- Πέραν όμως των πιο πάνω, ως σημείωσα και στο αρχικό στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ3, τούτος προώθησε αρκετούς αντιφατικούς ισχυρισμούς, καθώς επίσης και ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να προσφύγει σε υπεκφυγές. Για του λόγου το αληθές, σημειώνω τα ακόλουθα. Στην προσπάθειά του να επιρρίψει την όλη ευθύνη, καθώς επίσης και πρόθεση καταδολίευσης στην Κατηγορούμενη, ισχυρίστηκε ότι η τελευταία, γενικά πλαστογραφούσε έγγραφα και ότι τούτο συνέβαινε καθότι η ίδια επαγγελόταν τον Πιστοποιούντα Υπάλληλο. Όταν όμως του υπεδείχθη ότι το εν λόγω επάγγελμα άρχισε να το ασκεί μετά το 2002, και δη σε χρόνο μετά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 2, αναγκάστηκε να αποδεχθεί την εν λόγω θέση. Σε κάποιο σημείο της κυρίως εξέτασής του, του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 10 (Ειδικό Πληρεξούσιο που φέρει το αποτύπωμα του ΜΚ5 κάτω από τη λέξη «Πληρεξουσιοδότης») και του ζητήθη να αναφέρει κατά πόσο το είχε ξαναδεί προηγουμένως. Η απάντηση του ήταν άμεση και αρνητική στο ερώτημα. Παρά ταύτα, σύμφωνα με άλλο δικό του ισχυρισμό, το Τεκμήριο 10 αποτελούσε ένα από τα έγγραφα που του παραδόθησαν το Φεβρουάριο του 2009 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο κατόπιν δικού του αιτήματος. Οι μόλις πιο πάνω αντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΚ3 δεν σημειώνονται για το ουσιώδες τους, αλλά για να υποδειχθεί η ευκολία με την οποία προωθούσε κάποιο αναληθή ισχυρισμό, απλά γιατί θεωρούσε τη δεδομένη στιγμή ότι εξυπηρετείτο, με τον τρόπο αυτό, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Επί ενός άλλου θέματος, πλην όμως πάντα σε σχέση με την αντιφατικότητα που παρουσιάζει η μαρτυρία του, ο ΜΚ3, όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που αποτάθηκε στο γραφολόγο Παναγιώτου, ήταν γιατί ήθελε να βεβαιωθεί πλήρως για την πλαστότητα της επίδικης επί του Τεκμηρίου 2 υπογραφής, προτού υποβάλει παράπονο στην Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση. Όταν όμως, στο στάδιο της αντεξέτασής του, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη θέση της Υπεράσπισης ότι γνώριζε για την ύπαρξη του Τεκμηρίου 2 εκ των προτέρων και ότι είναι γι' αυτό το λόγο που δεν ήταν σίγουρος για το γνήσιο ή μη της επίδικης επ' αυτού υπογραφής, άλλαξε θέση και καθόλου πειστικά, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που αποτάθηκε στο γραφολόγο Παναγιώτου, ήταν γιατί η Αστυνομία έθεσε ως προϋπόθεση για σκοπούς της έναρξης των ανακρίσεων για την υπόθεση, τη διενέργεια ενός τέτοιου γραφολογικού ελέγχου από ιδιώτη γραφολόγο. Τόσο έντονη ήταν η προσπάθεια του ΜΚ3 να αποκρύψει από το Δικαστήριο γεγονότα που κατά τη γνώμη του αδυνάτιζαν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, που ακόμα και επί θεμάτων που άπτοντο γεγονότων που με μια απλή υπόδειξη σχετικών εγγράφων, θα μπορούσε να αποδειχθεί το αδιαμφισβήτητο τους, προωθούσε αρνητικές ως προς το υπαρκτό τους θέσεις, και μόνο κατόπιν της υπόδειξης των εγγράφων και/ή άλλων αποδεικτικών μέσων, αποδεχόταν να αλλάξει την αρχική αρνητική του θέση. Π.χ., ερωτηθείς κατά πόσο, στο παρόν στάδιο, εκκρεμούν διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων μέσω των οποίων η Κατηγορούμενη διεκδικεί περιουσία που βρίσκεται στο όνομά του, αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, μέχρις ότου του υποδείχθηκαν σχετικά αποδεικτικά μέσα, που τον ανάγκασαν τελικά να αποδεχθεί το εκκρεμές των διαδικασιών. Επίσης, όταν αρχικά ερωτήθη κατά πόσο γνώριζε κάποιαν Ανδρούλα Κυριάκου, το αρνήθηκε. Έπειτα, λόγω επιμονής του συνηγόρου Υπεράσπισης, αναγκάστηκε να αποδεχθεί ότι όντως γνώριζε το εν λόγω πρόσωπο. Ως προς το κατά πόσο η Κατηγορουμένη διεκδικεί δικαιώματα επί της «οικίας», ο ΜΚ3 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η Κατηγορούμενη προωθεί τέτοια διεκδίκηση και επιπροσθέτως ισχυρίστηκε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς αδικαιολόγητο, καθότι η εν λόγω οικία ανεγέρθηκε με αποκλειστικά δικά του έξοδα και επί γης η οποία ήταν εγγεγραμμένη αποκλειστικά στο όνομά του. Με τη μόλις πιο πάνω θέση του, ο ΜΚ3, στην ουσία ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούμενη δεν έχει, ούτε είχε κανένα δικαίωμα επί της ρηθείσας ακίνητης ιδιοκτησίας και ότι, όντας ο μόνος ιδιοκτήτης (ο ΜΚ3), είχε κάθε δικαίωμα να διαθέσει τούτην όπως επιθυμούσε χωρίς να έχει οποιαδήποτε υποχρέωση να λογοδοτήσει προς την Κατηγορούμενη. Εξ ου, και τη μεταβίβασε στον ΜΚ
- Παρά ταύτα, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ερωτηθείς ειδικά για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μεταβίβασε την εν λόγω οικία στο όνομα του ΜΚ5, ανέφερε ότι συνεννοήθηκε με τον τελευταίο όπως, «κρυφά» από την Κατηγορούμενη, προχωρήσουν στη μεταβίβασή της επ' ονόματί του. Ποιος ο λόγος να πρέπει να ενεργήσει στα «κρυφά», αν πραγματικά θεωρούσε ότι η Κατηγορούμενη δεν είχε δικαίωμα διεκδίκησης επί της εν λόγω περιουσίας; Πάντα σε σχέση με την αντιφατικότητα της μαρτυρίας του, και την ευκολία με την οποία αρνείτο συγκεκριμένες θέσεις, παρά το γεγονός ότι τούτες αφορούσαν σε πραγματικά γεγονότα, σημειώνω και τη σχετική αντίφαση της μαρτυρίας του αναφορικά με την αλλαγή των κλειδαριών των θυρών της «οικίας». Όταν ερωτήθη αναφορικά με το γιατί προχώρησε στην αλλαγή των κλειδαριών της ρηθείσας οικίας, αρχικά εξέφρασε άγνοια για το θέμα και έπειτα, αφού αποδέχθηκε το γεγονός της αλλαγής των κλειδαριών, επώμισε την ευθύνη για την εν λόγω ενέργεια, στο γιο του ΜΚ5, επικαλούμενος δε προς τούτο ότι, η εν λόγω οικία είχε ήδη μεταβιβασθεί στο όνομα του ΜΚ5 και μόνο αυτός μπορούσε να αλλάξει τις κλειδαριές. Η τελευταία φυσικά θέση του, πέραν της αντιφατικότητας που παρουσιάζει σε σχέση με τον αρχικό ισχυρισμό του περί άγνοιας του γεγονότος, συγκρούεται και με την κοινή λογική. Πώς είναι δυνατό, ο ΜΚ5, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι παραπληγικός, να αλλάξει τις κλειδαριές των θυρών; Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την ενώπιον μου αναντίλεκτη και κοινώς αποδεκτή μαρτυρία, παρά τη μεταβίβαση της εν λόγω οικίας στο όνομα του ΜΚ5, ο ΜΚ3 διατήρησε, εφ όρου ζωής, δικαίωμα οικήσεως στην εν λόγω οικία. Δικαίωμα, που χωρίς καμιά αμφιβολία, του δίνει τη δυνατότητα να έχει γνώμη και άποψη αναφορικά με το ποιος εισέρχεται και ποιος δύναται να έχει πρόσβαση στην εν λόγω οικία. Εκείνο όμως που αξίζει έτι περισσότερο να σημειωθεί είναι ότι, παρά την πιο πάνω απόλυτη θέση του περί του ότι είναι ο ΜΚ5 που προέβη στην αλλαγή των κλειδαριών, όταν δια των ερωτήσεων που του τέθηκαν προέκυπτε αβίαστα το ανεδαφικό του ισχυρισμού του, άλλαξε εκ νέου θέση και αποδέχτηκε ότι είναι ο ίδιος που μερίμνησε ώστε να αλλαχθούν οι κλειδαριές. Μια άλλη ουσιαστική αντίφαση που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΚ3, αφορά στο λόγο που αποφάσισε στις 28.7.09 να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Επί τούτου, ο συνήγορος Υπεράσπισης, του υπέβαλε ότι ο λόγος που κατήγγειλε την υπόθεση στις 28/7/2009, ήταν γιατί την προηγούμενη μέρα, ο ΜΥ2, του επέδωσε την Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών και το Προσωρινό Διάταγμα. Ο ΜΚ3, αρνήθηκε έντονα την εν λόγω υποβληθείσα θέση και χωρίς κανένα δισταγμό ισχυρίστηκε ότι, ο λόγος που προέβη στην καταγγελία της υπόθεσης, ήταν γιατί επιθυμούσε την επανεγγραφή των επιδίκων κτημάτων στο όνομά του. Η εν λόγω όμως θέση του, δεν είναι δυνατό να συμβαδίσει αρμονικά με την όλη στάση που τήρησε και τηρεί ακόμα, από την ημέρα της υποβολής της καταγγελίας. Και δη, με τη μη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας για σκοπούς υλοποίησης της ισχυριζόμενης επιθυμίας του. Ούτε καν ζήτησε, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, είτε από το ΜΚ5, είτε και από το ΜΥ1, να του επιστρέψουν πίσω την περιουσία του, οι οποίοι εξέφρασαν κάθε ετοιμότητα να το πράξουν εφόσον τους ζητηθεί. Ενδεικτική της προσπάθειας του ΜΚ3 να αποκρύψει από το Δικαστήριο γεγονότα που κατά τη γνώμη του αδυνάτιζαν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν και η αντίδρασή του στην ερώτηση που του τέθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο μιας ένορκης δήλωσης στην οποία προέβη στα πλαίσια των διαδικασιών μεταξύ του ιδίου και της Κατηγορούμενης, ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Όταν του υπεδείχθη ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωσή του ισχυριζόταν συγκεκριμένο γεγονός, για το οποίο ενώπιον του Δικαστηρίου, στην παρούσα υπόθεση, προώθησε μετωπικά συγκρουόμενη θέση, ισχυρίστηκε, πλην όμως καθόλου πειστικά, ότι ουδέποτε έλεγξε το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσής του πριν ορκιστεί ενώπιον του αρμόδιου Πρωτοκολλητή και ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτή, είναι στην ουσία θέσεις του συνηγόρου του και όχι του ιδίου. Δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να παραθέσω και άλλες αντιφάσεις και/ή αδυναμίες, που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΚ3, για να δικαιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου αναφορικά με την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα. Τη μαρτυρία του, στο βαθμό που τούτη αμφισβητείται, την απορρίπτω. Όσον αφορά στον ΜΚ5, η μαρτυρία του, σε μεγάλο μέρος της, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και στην ουσία καλύπτεται από τα αναφερόμενα στο αρχικό στάδιο της παρούσας υπόθεσης ευρήματά μου. Οι βασικές διαφωνίες της Υπεράσπισης με τον εν λόγω μάρτυρα κατηγορίας, εστιάζονται στις συνθήκες ετοιμασίας του Τεκμηρίου 10, καθώς επίσης και αναφορικά με το κατά πόσο γνώριζε, πριν τις 24/10/07, ότι η Κατηγορούμενη και ο ΜΥ1, θα χρησιμοποιούσαν, μεταξύ άλλων, και το Τεκμήριο 10, για να μεταβιβάσουν τα επίδικα κτήματα, στον ίδιο και στο ΜΥ
- Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ5, κρίνω ότι, αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων, ως προς τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα επίδικα ζητήματα. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ5 ισχυρίστηκε ότι, μετά τον τραυματισμό του, παρουσίασε διάφορα ψυχολογικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να μην επιδεικνύει κανένα ενδιαφέρον αναφορικά με τα θέματα διαχείρισης της περιουσίας του και γενικά αναφορικά με την ετοιμασία των εγγράφων επί των οποίων του ζητείτο να θέσει το αποτύπωμά του και τα οποία θα χρησιμοποιούντο για την διεκπεραίωση εργασιών δικών του συμφερόντων. Ειδικότερα, αναφορικά με την ετοιμασία του Τεκμηρίου 10, προώθησε δύο συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Στη μία περίπτωση, ισχυρίστηκε ότι λόγω των ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, μεταξύ των οποίων και κατάθλιψη, όταν του ζητούσε η Κατηγορούμενη θα θέσει το αποτύπωμά του επί κάποιου εγγράφου, έπραττε τούτο, χωρίς να στρέφει την προσοχή του στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Την εν λόγω θέση του, την αναφέρει, τόσο στις καταθέσεις που του λήφθηκαν στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, όσο και στο αρχικό στάδιο της διά ζώσης μαρτυρίας του, κατά την κυρίως εξέτασή του. Σε άλλο όμως σημείο της διά ζώσης μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι «99%» όταν τοποθετούσε το αποτύπωμά του επί του Τεκμηρίου 10, τούτο ήταν μία «άσπρη κόλλα» που του ζητήθη να «υπογράψει», χωρίς ωστόσο να εξηγήσει πού βασίζει τη θέση του αυτή, με δεδομένη φυσικά την πιο πάνω, πέραν της μιας φοράς εκδηλωθείσας, αδιαμφισβήτητη θέση του περί του ότι, ουδέποτε έστρεψε την προσοχή του προς το περιεχόμενο των εγγράφων, επί των οποίων του ζητείτο να εναποθέσει το αποτύπωμά του. Αξίζει κατά τη γνώμη μου να σημειώσω ότι, η Κατηγορούμενη, στα πλαίσια της ανακριτικής κατάθεσης που της λήφθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αναφέρει ρητά ότι το Τεκμήριο 10, κατά τη χρονική στιγμή που ο ΜΚ5 εναπόθεσε το αποτύπωμά του, ήταν μία «λευκή κόλλα». Επομένως, η πιθανότητα ο ΜΚ5 να προωθούσε θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου βασισμένος και στα διάφορα λεγόμενα των λοιπών προσώπων από τα οποία λήφθηκαν καταθέσεις κατά το στάδιο των ανακρίσεων και όχι ως γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση, αποτελεί μια υπαρκτή πιθανότητα. Η εικόνα που απεκόμισα, κατά το στάδιο που κατέθετε ενόρκως ο ΜΚ5, ήταν ότι αυτός ένιωθε πικρία, καθώς επίσης και διακατέχετο από εχθρικά συναισθήματα, και τούτο για λόγους άσχετους με τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων και/ή την ετοιμασία του Τεκμηρίου 10, έναντι, τόσο της Κατηγορούμενης όσο και του ΜΥ
- Ως προς την Κατηγορούμενη, ζητούσε επίμονα, να τιμωρηθεί για τον τρόπο με τον οποίο κατ' ισχυρισμό του ενήργησε ώστε να μεταβιβασθούν τα επίδικα κτήματα, μεταξύ άλλων, και επ' ονόματί του, ενώ ο ίδιος, ως θα ήταν και αναμενόμενο, δεν εξέφρασε ποτέ προς τον ΜΚ3 την επιθυμία τουλάχιστον να επανεγγραφεί το δικό του μερίδιο στον ΜΚ
- Πέραν όμως τούτου, πώς είναι δυνατόν να ζητά ο ΜΚ5 την τιμωρία της Κατηγορούμενης για την, ισχυριζόμενη από αυτόν, πλαστογραφία του Τεκμηρίου 2 και την ίδια στιγμή να δηλώνει (σχετική αναφορά υπάρχει στην 3η χρονικά κατάθεσή του - Τεκμήριο 8Γ - της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του) ότι, έστω και αν το Τεκμήριο 10 (το Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο ο ΜΥ1 διορίζετο από τον ΜΚ5 ως Πληρεξούσιος Αντιπρόσωπός του), ήταν πλαστό, δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο και δεν επιθυμεί τη δίωξη κανενός; Ως προς τις σχέσεις του και γενικά τα συναισθήματά του για το ΜΥ1, ο οποίος υπενθυμίζω ότι είναι αδελφός του, απλά σημειώνω ότι αναφέρθηκε σ' αυτόν ως «ο γιος της (Κατηγορούμενης) ο μεγάλος», δεικνύοντας με κάθε σαφήνεια την εχθρική, έναντί του (του ΜΥ1), στάση. Αναφορικά τώρα με την ετοιμασία του Τεκμηρίου 2, ενώ από την μια προώθησε τη σαφέστατη θέση ότι το εν λόγω έγγραφο το αντίκρισε για πρώτη φορά όταν του το υπέδειξε ο ΜΚ3, μετά που επέστρεψε ο τελευταίος από το Κτηματολόγιο και ότι δεν γνώριζε τίποτε σχετικό με την ετοιμασία του εν λόγω εγγράφου, από την άλλη, εξέφρασε απόλυτη θέση αναφορικά με το γνήσιο ή μη, της επ' αυτού επίδικης υπογραφής. Ήταν ακριβώς η θέση του ότι η επίδικη υπογραφή δεν αποτελεί τη γνήσια υπογραφή του ΜΚ3 και ότι τούτου είναι εξόφθαλμο. Η δε σχετική αναφορά του ήταν ότι η επίδικη υπογραφή «δεν έχει καμία σχέση με την υπογραφή του ΜΚ3». Πώς είναι δυνατόν ο ΜΚ5, ο οποίος δεν είναι γραφολόγος, να έχει τέτοια απόλυτη θέση επί του γνήσιου ή μη της επίδικης υπογραφής του Τεκμηρίου 2, τη στιγμή, που επί του ιδίου θέματος, ο ίδιος ο ΜΚ3, ένιωσε την ανάγκη να αποταθεί σε ιδιώτη εμπειρογνώμονα γραφολόγο για να τον διαφωτίσει σχετικά; Υπενθυμίζω δε ότι οι θέσεις και των δύο γραφολόγων που εξέτασαν την επίδικη υπογραφή, ήταν ότι, ο συγγραφέας της, ήταν γνώστης της υπογραφής του ΜΚ3 και προσπάθησε να την αντιγράψει και να τη μιμηθεί και όπως σχετικά ανέφερε ο ΜΚ4, χωρίς η εν λόγω προσπάθειά του να παρουσιάζει στοιχεία διστακτικότητας ή αργής κίνησης κατά τη συγγραφή της. Αν τώρα πέραν των πιο πάνω αναφερόμενων αδυναμιών και/ή αντιφάσεων που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΚ5, συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι, ο ΜΚ5, από το 2007 και εντεύθεν, διαμένει με τον ΜΚ3 στην οικία του στην οδό Ανδριανής 21 στη Λακατάμεια και ότι με την Κατηγορούμενη έχει πολλές διαφορές, στα πλαίσια μίας εκ των οποίων, εξασφάλισε και Διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην Κατηγορούμενη η είσοδος στην οικία στην οποία διαμένει, δικαιολογείται κατά τη γνώμη μου η ήδη πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση μου, αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΚ5, σε σχέση πάντα με τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα. Εξάλλου, ως θα διαφανεί και κατωτέρω, επί των σχετικών με τη μαρτυρία του ΜΚ5 επιδίκων θεμάτων, ενώπιόν μου έχει τεθεί άλλη αποδεκτή μαρτυρία επί της οποίας, με κάθε σιγουριά και χωρίς κανένα ενδοιασμό μπορώ να βασίσω ασφαλή ευρήματα. Επομένως, στο βαθμό που η μαρτυρία του ΜΚ5 αμφισβητείται, τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στρέφομαι τώρα στην Κατηγορούμενη. Εξ αρχής παραθέτω με συνοπτικό τρόπο τη βασική θέση της ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της υπό εξέταση υπόθεσης. Περί το καλοκαίρι του 2002, επισκέφθηκε την οικία στην οποία διέμενε με το ΜΚ3 και ΜΚ5 κάποια Ανδρούλλα Κυριάκου, η οποία, σύμφωνα με τα όσα σχετικά της ανέφερε ο ΜΚ3, κατά τα παιδικά του χρόνια, ήταν γειτόνισσα και φίλη του. Η Κατηγορούμενη, για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο λόγω απουσίας σχετικής αναφοράς, έκρινε ότι η σχέση του ΜΚ3 με την Κυριάκου, δεν περιοριζόταν σε φιλική και ότι, τόσο ο γάμος της, όσο και η περιουσία, που κατά την ίδια αποτελούσε οικογενειακή περιουσία, βρισκόταν υπό απειλή. Σύμφωνα πάντα με την Κατηγορούμενη, η Κυριάκου κατά τη δεκαετία του 1960 εργαζόταν σε ένα μπαρ στην οδό Ρηγαίνης στη Λευκωσία και εκεί γνώρισε και σύναψε σχέση με ένα Δανό υπήκοο, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στις δυνάμεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Μετά την ολοκλήρωση της θητείας του, ο Δανός υπήκοος και η Κυριάκου μετέβηκαν στη Δανία όπου και τέλεσαν μεταξύ τους γάμο. Σε κάποιο στάδιο, η Κυριάκου χώρισε με το σύζυγό της και επισκέφθηκε το καλοκαίρι του 2002 την Κύπρο για διακοπές. Στα πλαίσια των διακοπών της, συναντήθηκε με τον ΜΚ3, ο οποίος την προσκάλεσε στο σπίτι τους. Μετά το τέλος των διακοπών της Κυριάκου και την επιστροφή της στη Δανία, ο ΜΚ3, ανάφερε στην Κατηγορούμενη ότι επιθυμούσε να ταξιδέψει με ένα φίλο του στην Ελλάδα. Λίγες μέρες μετά, ο ΜΚ3 ταξίδεψε στο εξωτερικό. Η Κατηγορούμενη, εξ αρχής θεώρησε ότι ο ΜΚ3 ψευδόταν ως προς τον προορισμό του και ότι ο σκοπός του ταξιδιού του στο εξωτερικό ήταν να έρθει σε επαφή με την Κυριάκου. Έτσι, σε κάποιο στάδιο, η Κατηγορούμενη άνοιξε την αλληλογραφία του ΜΚ3, μέρος της οποίας ήταν και η, από τραπεζικό ίδρυμα, αποσταλείσα κατάσταση λογαριασμού της πιστωτικής του κάρτας (Τεκμήριο 16). Επίσης αναζήτησε και βρήκε και κάποιες αποδείξεις που κατείχε ο ΜΚ3 μετά την επιστροφή του από το ταξίδι (Τεκμήριο 19). Μέσω των πληροφοριών που έλαβε από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, καθώς επίσης και άλλων ενεργειών της (μεταξύ άλλων αποτάθηκε στο προξενείο της Δανίας), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ο ΜΚ3 χρησιμοποίησε την πιστωτική του κάρτα σε εστιατόρια της περιοχής στην οποία διέμενε η Κυριάκου στη Δανία και ότι πλήρωσε τους σχετικούς λογαριασμούς με Δανέζικες Κορώνες. Από την επιστροφή του ΜΚ3 από το εξωτερικό και για 3-4 εβδομάδες, το ζευγάρι λογομαχούσε, με την Κατηγορούμενη να κατηγορεί τον ΜΚ3 για σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης με την Κυριάκου και τον ΜΚ3 να αρνείται κατηγορηματικά τούτο. Σε κάποιο όμως σημείο της εν λόγω διαμάχης τους, ο ΜΚ3 αποδέχθηκε ότι όντως συνάντησε την Κυριάκου. Προσπάθησε ακόμα να πείσει την Κατηγορούμενη, ότι ούτε ο γάμος τους κινδυνεύει, ούτε η περιουσία της οικογένειας. Έφθασε ακόμα στο σημείο να αποδεχθεί την απαίτηση της Κατηγορούμενης να την διορίσει ως Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του για σκοπούς διαχείρισης, μεταξύ άλλων, και της ακίνητης περιουσίας του. Κατόπιν τούτου η Κατηγορούμενη χρησιμοποίησε ένα τυποποιημένο Γενικό Πληρεξούσιο Έγγραφο που, λόγω της εργασίας της, είχε στην κατοχή της (Τεκμήριο 2), και συμπλήρωσε όλα τα σχετικά κενά που υπήρχαν στη δομή του, έτσι ώστε, με το λεκτικό του, η ίδια να διορίζεται ως Πληρεξούσιος Αντιπρόσωπος του ΜΚ
- Έπειτα, παρέδωσε το εν λόγω Πληρεξούσιο στον ΜΚ3, μαζί με άλλο αριθμό εγγράφων (τα οποία σχετίζοντο με τις εργασίες που διεκπεραίωνε στα πλαίσια του επαγγέλματός της - διατηρούσε και διατηρεί ακόμα Γραφείο Παροχής Υπηρεσιών), τοποθετώντας τούτο στο πάνω μέρος της δέσμης και ζήτησε από τον ΜΚ3, όπως μεταφέρει όλα τα έγγραφα στον τότε Κοινοτάρχη Πάνω Λακατάμειας κύριο Μυλωνά, για σκοπούς πιστοποίησης των επ' αυτών υπογραφών. Ο ΜΚ3 υπέγραψε το εν λόγω πληρεξούσιο κάτω από τη λέξη «Πληρεξουσιοδότης» και μαζί με τα λοιπά έγγραφα, τα μετέφερε στον ρηθέντα Κοινοτάρχη. Έπειτα, ο ΜΚ3, της επέστρεψε το Πληρεξούσιο, έχοντας πλέον επ' αυτού τοποθετηθεί τόσο η σφραγίδα του Κοινοτάρχη Πάνω Λακατάμειας όσο και η υπογραφή του τελευταίου. Η Κατηγορούμενη, σε μεταγενέστερο στάδιο, πλην όμως εντός του Σεπτέμβρη του 2002, επισκέφθηκε τον Έφορο Χαρτοσήμων και αφού πρώτα ενημερώθηκε ότι ήταν αναγκαίο να πιστοποιηθεί εκ νέου η υπογραφή του ΜΚ3 από αρμόδιο πρόσωπο το οποίο θα τοποθετούσε ειδική σφραγίδα επ' αυτού, ζήτησε, μέσω κάποιων γνωστών της στο Γραφείο του Εφόρου Χαρτοσήμων, από έναν άγνωστο προς αυτήν Πιστοποιούντα Υπάλληλο, ο οποίος τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν στο χώρο, να προβεί στη ρηθείσα πιστοποίηση, πράγμα το οποίο και έγινε. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω άγνωστος προς αυτήν Πιστοποιών Υπάλληλος, έθεσε επί του Τεκμηρίου 2 την ορθογώνια σφραγίδα στη μέση ακριβώς κάτω από το τυποποιημένο περιεχόμενό του, και αφού συμπλήρωσε (ο Πιστοποιών Υπάλληλος) τα σχετικά κενά της σφραγίδας, έθεσε και την υπογραφή του. Έπειτα, η Κατηγορούμενη προχώρησε με τη χαρτοσήμανση. Συνεπεία του γεγονότος ότι κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα ο ΜΚ3 φαινόταν μετανιωμένος και αποφασισμένος να διακόψει την οποιαδήποτε επικοινωνία και σχέση του με την Κυριάκου, η Κατηγορούμενη δεν θεώρησε αναγκαίο να χρησιμοποιήσει το Πληρεξούσιο και το έθεσε υπό τη φύλαξή της. Περί το 2007, η Κατηγορούμενη ενημερώθηκε από κάποιο γνωστό της, ότι ο ΜΚ3 μεταβίβασε την «οικία» στο όνομα του ΜΚ5, πράγμα το οποίο την ενόχλησε πολύ γιατί θεώρησε την ενέργεια του ΜΚ3 εντελώς αδικαιολόγητη και άδικη έναντι του ΜΥ
- Έτσι, επισκέφθηκε την οικία και συζήτησε έντονα με τον ΜΚ
- Στα πλαίσια της εν λόγω συζήτησης τους, η Κατηγορούμενη ενημέρωσε τον ΜΚ3 ότι πρόθεσή της είναι να μεταβιβάσει τα επίδικα κτήματα στον ΜΚ5 και στον ΜΥ
- Ο ΜΚ3 στο άκουσμα της σχετικής αναφοράς της Κατηγορούμενης, χωρίς να αντιδράσει λεκτικά καθ' οιονδήποτε τρόπο, εγκατέλειψε το χώρο. Κατόπιν τούτου, η Κατηγορούμενη, συμπλήρωσε μία λευκή κόλλα που είχε στην κατοχή της και η οποία έφερε ήδη το δακτυλικό αποτύπωμα του ΜΚ5 επ' αυτής, με το λεκτικό ενός Ειδικού Πληρεξούσιου Εγγράφου, ετοιμάζοντας έτσι, το Τεκμήριο
- Σε μεταγενέστερο χρόνο ζήτησε από τον ΜΥ1 να ενημερώσει τον ΜΚ5 αναφορικά με την πρόθεσή της να του μεταβιβάσει το ½ των επιδίκων κτημάτων, πράγμα, που κατά την ίδια, ο ΜΥ1 έπραξε. Μετά η Κατηγορούμενη, μαζί με τον ΜΥ1, επισκέφθηκαν στις 24/10/2007 το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και με τη χρήση, μεταξύ άλλων, των Τεκμηρίων 2 και 10, προώθησε και πέτυχε τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων επ' ονόματι των ΜΚ5 και ΜΥ
- Σε καμία περίπτωση δεν έθεσε η ίδια την επίδικη υπογραφή επί του Τεκμηρίου
- Την έθεσε ο ΜΚ3 και ως ισχυρίστηκε η Κατηγορούμενη, μόνο αυτός μπορεί να δώσει εξήγηση αναφορικά με το γεγονός ότι οι γραφολόγοι που εξέτασαν την επίδικη υπογραφή θεωρούν ότι τούτη δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του. Ο λόγος που μεταβίβασε τα επίδικα κτήματα στους ΜΚ5 και ΜΥ1, ήταν γιατί, αφενός θεωρούσε ότι ο ΜΥ1 αδικείτο από τον ΜΚ3, ο οποίος δεν σκόπευε να μεταβιβάσει σε αυτόν οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και αφετέρου, γιατί, ο ΜΚ3 της ανάφερε ότι σκόπευε, αν βρισκόταν ποτέ σε οικονομική ανάγκη, να πωλήσει μέρος της ακίνητης περιουσίας του και από το προϊόν πώλησης να ζει και να διασκεδάζει με άλλα μέλη της οικογένειάς του. Εξ αρχής αναφέρω ότι, ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης ως προς τον τρόπο που τέθηκε η επίδικη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Σημειώνω δε σχετικά ότι, επί του προκειμένου, προώθησε δύο συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της κατάθεσης που της λήφθηκε από την Αστυνομία, η επί του θέματος, αρχική της θέση, ήταν ότι την επίδικη υπογραφή την έθεσε ο ΜΚ3 και μετά μετέφερε το Τεκμήριο 2 μαζί με άλλα έγγραφα στον τότε Κοινοτάρχη Πάνω Λακατάμειας για πιστοποίηση υπογραφών. Όταν όμως, ενώπιον του Δικαστηρίου, βρέθηκε πλέον αντιμέτωπη με το δεδομένο ότι η επίδικη υπογραφή δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του ΜΚ3, άλλαξε θέση και καθόλου πειστικά ισχυρίστηκε ότι αυτό που ανέφερε στην κατάθεσή της περί του ότι την επίδικη υπογραφή την έθεσε ο ΜΚ3, ήταν μια συμπερασματική της αναφορά, καθότι τούτο προέκυπτε από το γεγονός ότι, όταν ο ΜΚ3 της επέστρεψε το Τεκμήριο 2, επ' αυτού υπήρχε η επίδικη υπογραφή. Οι σχετικές όμως αναφορές της στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 1Α, δεικνύουν χωρίς καμία αμφιβολία ότι η πραγματική της θέση, κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσής της, ήταν ότι η επίδικη υπογραφή τέθηκε εν γνώσει της από τον ΜΚ
- Κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την κατάθεση της κατηγορούμενης: «Όταν επέστρεψε για να εξασφαλίσει τα παιδιά μου καθώς και για να γίνει πιστευτός ότι δεν θα ξαναεπαναλάβει αυτή την πράξη του υπέγραψε[1] το πληρεξούσιο ημερομηνίας 27/9/2002.. Ο άντρας μου υπέγραψε[2] το γενικό πληρεξούσιο και ακολούθως[3] το πήρε αυτός στον μουκτάρη κ. Νίκο Μυλωνά για πιστοποίηση.». Δεν νομίζω ότι χρειάζεται περαιτέρω σχόλιο ως προς το τι πραγματικά ισχυρίστηκε η Κατηγορούμενη στην κατάθεσή της. Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός της, συγκρούεται άμεσα και με τα παραδεκτά ενώπιόν μου γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία, η επίδικη υπογραφή δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του ΜΚ
- Ούτε η έτερη της θέση, την οποία προώθησε στα πλαίσια της αντεξέτασής της, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το γεγονός ότι η επίδικη υπογραφή δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του ΜΚ3, περί του ότι ο ΜΚ3 σε συνεννόηση με τρίτο πρόσωπο (κάποιο από τα αδέλφια του), ζήτησε από αυτό όπως θέσει την επίδικη υπογραφή ώστε τούτη να μην αποτελεί τη γνήσια υπογραφή του, μπορεί να γίνει δεκτή. Και τούτο γιατί, μια τέτοια ενέργεια από πλευράς του ΜΚ3, προϋποθέτει σκοπιμότητα και δόλο από πλευράς του τελευταίου, ώστε να μπορούσε μελλοντικά να επικαλεστεί το μη γνήσιο της επίδικης υπογραφής. Η αναντίλεκτη όμως αντίδραση και εν γένει συμπεριφορά του ΜΚ3 μετά που έλαβε γνώση περί της μεταβίβασης των επιδίκων κτημάτων, και συγκεκριμένα ο διορισμός ιδιώτη γραφολόγου για σκοπούς απόφανσης ως προς το γνήσιο της επίδικης υπογραφής και η αποφυγή υποβολής σχετικού παραπόνου πριν την σχετική απόφαση του γραφολόγου, δεικνύει, χωρίς καμία αμφιβολία ότι, ο ΜΚ3, τη δεδομένη στιγμή είχε αμφιβολία ως προς το κατά πόσο η επίδικη υπογραφή αποτελούσε τη γνήσια υπογραφή του, αμφιβολία η οποία είναι εντελώς ασυμβίβαστη με τα όσα του αποδίδει η πιο πάνω θέση της Κατηγορούμενης. Η δε άλλη θέση της Κατηγορούμενης, η οποία τέθηκε μέσω σχετικών υποβολών του συνηγόρου Υπεράσπισης, περί του ότι την επίδικη υπογραφή την έθεσε ο ΜΚ3, πλην όμως με τρόπο ώστε τούτη να παρουσιάζεται ως μη γνήσια υπογραφή του, αφενός παρέμεινε μετέωρη, αφού καμιά μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε προς υποστήριξή της και αφετέρου καταρρίφθηκε από τη σχετική μαρτυρία του ΜΚ4, την οποία δεν αμφισβήτησε η Υπεράσπιση και η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Ούτε οι σχετικές με το θέμα της εναπόθεσης της επίδικης υπογραφής επί του Τεκμηρίου 2, είτε από τον ΜΚ5, είτε από τον ΜΥ1, θέσεις της Κατηγορούμενης, ως τούτες τέθηκαν και πάλι από το συνήγορο Υπεράσπισης στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, μπορούν να γίνουν δεκτές. Και τούτο γιατί, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε και/ή τέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου, από οποιανδήποτε εκ των δύο πλευρών που να αφήνει έστω ανοικτό το ενδεχόμενο, κάτι τέτοιο να συνέβηκε. Επιπροσθέτως όμως, σημειώνω ότι, αυτή η υποβληθείσα από το συνήγορο Υπεράσπισης θέση, συγκρούεται και με τη βασική θέση της Κατηγορούμενης, ως τούτη προβάλλει μέσα από τη δική της μαρτυρία. Υπενθυμίζω ότι, η Κατηγορούμενη, επί του προκειμένου, προώθησε δύο συγκρουόμενες θέσεις. Η μία, ότι ο ΜΚ3 έθεσε επί του Τεκμηρίου 2 την επίδικη υπογραφή, και η άλλη ότι, παρέδωσε το Τεκμήριο 2 στον ΜΚ3, χωρίς επ' αυτού να έχει εναποτεθεί από οποιονδήποτε η επίδικη υπογραφή, και μετά, ο ΜΚ3, μετέφερε τούτο στον τότε Κοινοτάρχη Πάνω Λακατάμειας, ο οποίος πιστοποίησε την επίδικη υπογραφή που προφανώς έθεσε ενώπιον του ο ΜΚ3 και ακολούθως, ο ίδιος και δη ο ΜΚ3, της το επέστρεψε, έχοντας πλέον επ' αυτού την επίδικη υπογραφή. Ούτε η πρώτη, αλλά ούτε και η δεύτερη εκδοχή της Κατηγορούμενης, αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο, την επίδικη υπογραφή να την έθεσε είτε ο ΜΚ5 είτε ο ΜΥ1, εκτός φυσικά αν κάτι τέτοιο έγινε σε συνεννόηση και εν γνώσει του ΜΚ
- Όπως όμως εξήγησα ανωτέρω, η όλη συμπεριφορά και αντίδραση του ΜΚ3 μετά που έλαβε γνώση περί της μεταβίβασης των επίδικων κτημάτων, δεν μπορεί να συμβαδίζει με επιτήδειες από πλευράς του ενέργειες ώστε τρίτο πρόσωπο να θέσει εν γνώσει του, επί του Τεκμηρίου 2, την επίδικη υπογραφή. Είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι την επίδικη υπογραφή την έθεσε η Κατηγορούμενη. Σε αυτό το συμπέρασμα με οδηγεί όλη η αποδεκτή ενώπιόν μου περιστατική μαρτυρία και κατά τη γνώμη μου αυτό είναι και το μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο μπορώ να καταλήξω. Σε αυτό δε, καταλήγω με ασφάλεια και χωρίς στο μυαλό μου να δημιουργείται καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθότητα της κατάληξής μου. Η Κατηγορούμενη είναι πρόσωπο που γνώριζε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με τις δικές τις σχετικές αναφορές, την υπογραφή του ΜΚ
- Είναι δε το πρόσωπο που διενεργούσε και διεκπεραίωνε όλες τις αναγκαίες εργασίες και διαδικασίες σε σχέση με τις ανάγκες όλων των μελών της οικογένειάς της. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η Κατηγορούμενη θεωρούσε και θεωρεί τον ΜΚ3 ως πρόσωπο άβουλο και γενικά ως πρόσωπο ανίκανο να διαχειριστεί την περιουσία του, πόσο μάλλον τα χρήματα και γενικά την περιουσία, που κατά την ίδια αποτελεί οικογενειακή περιουσία. Αναφερόμενη στον ΜΚ3, καθώς επίσης και στα αδέλφια του, ισχυρίστηκε ότι «εν τζιαι ισιεν ο ένας νουν παραπάνω που τον άλλον» και «το IQ τους εν χαμηλό εν τζιαι μπορώ να τους το αλλάξω. Τζίνος εν ο νους τους.». Αναφερόμενη στον τρόπο που η ίδια λειτουργούσε ως μέλος της οικογένειας, ανέφερε ότι «Απλά εγώ διεκπεραίωνα τα πάντα λόγω ικανοτήτων, τι να αρκέψω να χουμίζω τον εαυτό μου τωρά; Διεκπεραίωνα τα πάντα και τους πάντες, ότι δουλειές είχαν, ότι αυτά ήταν να τα κάμω εγώ. Οι άλλοι δεν ήξεραν να κινηθούν να παν στη Λευκωσία. Μιλώ για τον άντρα μου, όχι τα παιθκιά μου.». Ως προς το πώς ένιωθε κατά το 2002 και δη σε χρόνο ακριβώς πριν την ετοιμασία του Τεκμηρίου 2, ανέφερε τα ακόλουθα: «Αφού η γυναίκα ήταν πόρνη μέσα στη Ρηγαίνης..εφυε με έναν ΟΗΕΝ τζιαι επήαν ποτζιή (Δανία) . ο άντρας της της έκαμε φιλενάδα..για εμένα ήταν πρωτόγνωρο να έρτει σπίτι μου στο περβόλι να φάει και να φύει τζιαι με τον άντρα μου. Μόνον που ένιωθα τούντο πράμα ήθελα να κάμω φόνο, να την σφάξω.» και «Εκαίγουμουν, είχα πίσω μια μυημένη.. Να μεν πω λέξη. Ηταν δυνατή ανταγωνίστρια.». Ακόμα, «..εάν ετόλμα να έρτει ήταν να τη σφάξω ή ήταν να βάλω άλλο να την παίξει.». Αναφερόμενη στην ανάγκη να προστατεύσει την οικογενειακή, κατά την ίδια, περιουσία, ώστε να μην την στερηθούν τα παιδιά της ανέφερε, «Κοιτάξτε, έκαμε (ο ΜΚ3) την προσευχή του τζιαι ελάλεν εν θα το ξανακάμω, αλλά πλέον είχε χαθεί η εμπιστοσύνη ανάμεσά μας, έπρεπε με κάποιο τρόπο να καλύψω τα παιθκιά μου.». Ως προς δε την άποψή της αναφορικά με την οικονομική δυνότητα ενός προσώπου, ανέφερε «το χρήμα είναι το παν για μένα». Προκύπτει αβίαστα από τις πιο πάνω αναφορές της Κατηγορούμενης, οι οποίες σημειώνω δεν είναι οι μόνες σχετικές, ότι κατά τον ουσιώδη ως προς την ετοιμασία του Τεκμηρίου 2 χρόνο, αυτή θεωρούσε την Κυριάκου και γενικά την οποιαδήποτε σχέση του ΜΚ3 με αυτή, ως απειλή για την οικογενειακή της περιουσία και/ή εν γένει για την περιουσία που κατά την γνώμη της θα έπρεπε να καταλήξει στα παιδιά της. Επιπροσθέτως, και τούτο σύμφωνα με τα δικά της λεγόμενα, συνεπεία της μακρόχρονης συνεργασίας της με τον τότε Κοινοτάρχη της Πάνω Λακατάμειας, η Κατηγορούμενη είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίζει από αυτόν πιστοποιήσεις υπογραφών τρίτων προσώπων χωρίς οι υπογράψαντες, είτε να θέσουν την υπογραφή τους ενώπιον του, είτε να τον διαβεβαιώσουν περί το γνήσιό τους. Οι δε γνωριμίες της γενικότερα, ως πρόσωπο που επισκεπτόταν διάφορες κρατικές αρχές για τη διεκπεραίωση των εργασιών των πελατών της, της έδιδαν την δυνατότητα, αλλά και την ικανότητα, να μπορεί ακόμα, και τούτο σύμφωνα πάντα με τα δικά της λεγόμενα, να εξασφαλίζει πιστοποιήσεις υπογραφών από άγνωστους σε αυτή Πιστοποιούντες Υπαλλήλους, χωρίς και πάλι να έχει προηγουμένως επιβεβαιωθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, το γνήσιο της υπογραφής για την οποία γινόταν η πιστοποίηση. Οι δε απαντήσεις της στις διάφορες ερωτήσεις και/ή υποβολές που της τέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής περί του ότι η ίδια είναι η συγγραφέας της επίδικης υπογραφής, όχι απλά δεν ήταν πειστικές, αλλά ήταν και συγκρουόμενες μεταξύ τους. Συγκεκριμένα σημειώνω ότι όταν αρχικά της υπεβλήθη ότι είναι αυτή που έθεσε επί του Τεκμηρίου 2 την επίδικη υπογραφή, αρνήθηκε τούτο σφόδρα και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπέγραψε εκ μέρους και/ή για λογαριασμό του ΜΚ
- Ανάφερε ακόμα σχετικά, ότι πάντα συμπλήρωνε η ίδια τα διάφορα έγγραφα, όπως τραπεζικές επιταγές, αποδείξεις και άλλα σχετικά έγγραφα και έπειτα ο ΜΚ3, ο οποίος βρισκόταν δίπλα της τη δεδομένη στιγμή, έθετε επ' αυτών την υπογραφή του. Όταν όμως η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επέμεινε επί του σημείου, η Κατηγορούμενη άλλαξε τη θέση της και παραδέχθηκε ότι υπέγραφε για λογαριασμό του ΜΚ3 διάφορα έγγραφα, πλην όμως, μη πειστικά, ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή που έθετε ήταν διαφορετική από την υπογραφή του τελευταίου και επιπροσθέτως κατέγραφε και τη λέξη «αντ' αυτού». Με δεδομένο ότι από τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων επωφελούνται μόνο ο ΜΚ5 και ο ΜΥ1 και με δεδομένο ότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε η οποία να μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία έστω λογικής υποψίας ότι ενδεχομένως, συγγραφέας της επίδικης υπογραφής, είναι ένας εξ αυτών, και με δεδομένο ότι η εν λόγω υπογραφή δεν τέθηκε από τον ΜΚ3 και τέλος με γνώμονα όλες τις πιο πάνω αναφερόμενες παρατηρήσεις μου σε σχέση με τον ψυχικό κόσμο, δυνατότητες, ικανότητες και προθέσεις της Κατηγορούμενης, χωρίς καμιά απολύτως αμφιβολία, κρίνω ότι την επίδικη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2, την έθεσε η ίδια. Η πιο πάνω κατάληξή μου, σε συνδυασμό με τις συγκρουόμενες με αυτή θέσεις που προώθησε η Κατηγορούμενη επί ενός τόσο σημαντικού και επίδικου ζητήματος, με οδηγεί στην κρίση ότι, η αμφισβητούμενη μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ο ΜΥ1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια αναφορικά με τα όσα περιέπεσαν στην αντίληψή του. Τούτο καταμαρτυρά η όλη στάση του ενώπιον του Δικαστηρίου και η σιγουριά και σαφήνεια με την οποία απαντούσε σε κάθε ερώτηση. Εξάλλου, τούτο προκύπτει και από την απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής ή μη αντίφασης στη μαρτυρία του ή έστω ισχυρισμού που να συγκρούεται είτε με τη λογική γενικότερα, είτε με τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Παρά της ικανής αντεξέτασης που έτυχε, η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Στο βαθμό που τούτη δεν καλύπτεται από τα αρχικά ευρήματά μου και που κρίνεται ουσιαστική για την παρούσα απόφασή μου, σημειώνω τα ακόλουθα. Κατά το έτος 2002, η Κατηγορούμενη και ο ΜΚ3 είχαν τριβές στη σχέση τους λόγω του γεγονότος ότι, η Κατηγορούμενη πίστευε ότι ο ΜΚ3 είχε συνάψει εξωσυζυγική σχέση με την Κυριάκου και ότι συνεπεία της εν λόγω σχέσης, υπήρχε κίνδυνος να απωλεσθεί ή να αποξενωθεί η οικογενειακή περιουσία. Οι διαφορές του ζεύγους (ΜΚ3 και Κατηγορούμενης), άρχισαν με την επιστροφή του ΜΚ3 από το εξωτερικό. Σε κάποιο χρόνο, εντός του 2002, τον οποίο χρόνο όμως ο ΜΥ1 δεν μπορούσε να προσδιορίσει επακριβώς, ο ΜΚ3 παραδέχθηκε σε αυτόν ότι, στα πλαίσια του ταξιδιού του, μετέβη στη Δανία καθώς επίσης και του ανέφερε ότι «για να γλυτώσει πουλλόου της (Κατηγορούμενη)» της ικανοποίησε την απαίτησή της, και της «έκανε» πληρεξούσιο έγγραφο. Ως προς το πώς ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 2, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν είχε σχετική γνώση. Για πρώτη φορά το είδε τον Οκτώβριο του 2007 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στα πλαίσια των διαδικασιών για τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων. Ανάφερε ακόμα ότι, μία εβδομάδα πριν τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων, στα πλαίσια συζήτησης που είχε όλη η οικογένεια, η Κατηγορούμενη, επικαλούμενη κίνδυνο «ρευστοποίησης» της, κατ΄ εκείνη, οικογενειακής περιουσίας, και θεωρώντας λάθος την ενέργεια του ΜΚ3, άνευ της συναίνεσης και γνώσης της να μεταβιβάσει στον ΜΚ5 την οικία, ανέφερε ότι σκοπούσε να μεταβιβάσει στα δύο τέκνα της τα επίδικα κτήματα. Στο άκουσμα της εν λόγω αναφοράς της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ3 δεν αντέδρασε λεκτικά με οποιοδήποτε τρόπο και με θυμωμένο ύφος εγκατέλειψε το χώρο στον οποίο λάμβανε χώρα η συζήτηση. Τότε ο ΜΥ1, ανέφερε στον ΜΚ5 ότι θα «κάμω χρήση του πληρεξουσίου σου προς εμένα» (αναφερόταν στο Τεκμήριο 10), και εκ μέρους του (του ΜΚ5), θα αποδέχετο την επ' ονόματί του μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων. Ανέφερε ακόμα ότι, αν ο ΜΚ5 ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε για το Τεκμήριο 10 και ότι θα μεταβιβάζοντο επ' ονόματί του τα επίδικα κτήματα, τότε ψευδόταν, καθότι ο ΜΚ5 συμφώνησε στο να μεταβιβαστούν επ' ονόματί του τα επίδικα κτήματα. Έκτοτε, ουδέποτε ο ΜΚ3 του ζήτησε να επανεγγράψει εκ νέου τα επίδικα κτήματα στο όνομά του, ούτε καν συζήτησαν ποτέ μαζί οποιοδήποτε σχετικό θέμα. Μία βδομάδα μετά την πιο πάνω αναφερόμενη οικογενειακή συζήτηση, στα πλαίσια της οποίας η Κατηγορούμενη ανάφερε ότι σκόπευε να προβεί στη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων και ο ΜΥ1 προς το ΜΚ5 ότι θα χρησιμοποιήσει το Τεκμήριο 10 για σκοπούς της εν λόγω μεταβίβασης, επισκέφθηκε μαζί με την Κατηγορούμενη το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και με τη χρήση, μεταξύ άλλων, και των Τεκμηρίων 2 και 10 αιτήθηκαν και επέτυχαν τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων επ' ονόματί του και του ΜΚ
- Τη μαρτυρία του ΜΥ1, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Ως προς τον ΜΥ2, η μαρτυρία του και γενικά η αξιοπιστία του, δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Πρόκειται για τον Ιδιώτη Επιδότη ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 21Α, 21Β και 21Γ, τα οποία αποτελούν πιστά αντίγραφα (α) της Αίτησης Περιουσιακών Διαφορών υπ' αρ. 105/2009 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με Αιτήτρια την Κατηγορούμενη και Καθ' ου η Αίτηση το ΜΚ3, (β) την με τον ίδιο αριθμό και τίτλο Μονομερή Αίτηση για Εξασφάλιση Προσωρινού Απαγορευτικού Διατάγματος για σκοπούς μη αποξένωσης ακίνητης περιουσίας και (γ) Προσωρινό Διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του ΜΚ3 στα πλαίσια της υπό το (β) πιο πάνω αναφερόμενης, Μονομερούς Αίτησης. Σύμφωνα με τον ΜΥ2, στις 27/7/2009 και δη μία μέρα πριν την καταγγελία της υπό εξέτασης υπόθεσης από τον ΜΚ3 στο ΤΑΕ Λευκωσίας, επέδωσε στον τελευταίο πιστά αντίγραφα των Τεκμηρίων 21Α, 21Β και 21Γ. Το γεγονός ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, αποτέλεσε και το λόγο που το Δικαστήριο επ' αυτής βάσισε μέρος των ευρημάτων του ως τούτα αναφέρονται στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης. Τελικά Ευρήματα Πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, με γνώμονα την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, προβαίνω και στα ακόλουθα ευρήματα. Η επίδικη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2 τέθηκε από την Κατηγορούμενη στα πλαίσια ετοιμασίας του εν λόγω Πληρεξουσίου. Έπειτα, το Τεκμήριο 2 τέθηκε ενώπιον του τότε Κοινοτάρχη Πάνω Λακατάμειας, ο οποίος χωρίς να επιβεβαιώσει το γνήσιο της επίδικης υπογραφής, πιστοποίησε τούτη τοποθετώντας σχετική στρογγυλή σφραγίδα επ' αυτού, θέτοντας επίσης και την υπογραφή του. Κατά πόσο το Τεκμήριο 2 στον εν λόγω Κοινοτάρχη, το παρέδωσε ο ΜΚ3 ή η Κατηγορούμενη, τούτο παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο. Ακολούθως, η Κατηγορούμενη επισκέφθηκε τον Έφορο Χαρτοσήμων και επιχείρησε να χαρτοσημάνει το Τεκμήριο
- Εκεί ενημερώθηκε ότι για να είναι δυνατή η χαρτοσήμανση του εν λόγω εγγράφου θα έπρεπε η επίδικη υπογραφή να πιστοποιηθεί από αρμόδιο πρόσωπο το οποίο θα έθετε ειδική σφραγίδα με συγκεκριμένο λεκτικό επ' αυτού. Συνεπεία τούτου και εκμεταλλευόμενη τις γνωριμίες της, ζήτησε από κάποιον Πιστοποιούντα Υπάλληλο, ο οποίος βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή στον Έφορο Χαρτοσήμων, να της πιστοποιήσει το γνήσιο της επίδικης υπογραφής, πράγμα το οποίο και έπραξε χωρίς να επιβεβαιώσει το γνήσιό της. Μετά προχώρησε στη χαρτοσήμανση του Τεκμηρίου
- Επειδή η Κατηγορούμενη θεωρούσε, το δεδομένο χρονικό διάστημα, ότι δεν ελλόχευε άμεσος κίνδυνος αποξένωσης περιουσίας από πλευράς του ΜΚ3, έθεσε το Τεκμήριο 2 υπό τη φύλαξή της και δεν προέβη σε οποιαδήποτε άμεση χρήση του. Το σίγουρο όμως, είναι ότι, ο ΜΚ3, με τη σχετική αναφορά του προς το ΜΥ1, περί του ότι «έκανε» στην Κατηγορούμενη Πληρεξούσιο Έγγραφο, αφενός κατέδειξε ότι γνώριζε από τότε περί της ύπαρξης του Τεκμηρίου 2 και αφετέρου ότι, τούτο αποτελούσε Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο ο ίδιος θεωρούσε και πίστευε ότι εξουσιοδοτούσε την Κατηγορούμενη ως Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του. Η πιο πάνω παρατεθείσα αναφορά του ΜΚ3 προς το ΜΥ1 και ιδιαίτερα ότι κατέστησε την Κατηγορούμενη Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του για «να γλυτώσει πουλλόου της» σε συνδυασμό με το δεδομένο ότι η Κατηγορούμενη απαιτούσε να καταστεί Πληρεξούσιος Αντιπρόσωπός του ώστε να μπορεί, κατά την ίδια, να προστατεύσει την περιουσία του ΜΚ3, προς όφελος των τέκνων της, αποδεικνύει ότι ο ΜΚ3 γνώριζε και τις προθέσεις της Κατηγορούμενης αναφορικά με την οποιαδήποτε μελλοντική χρήση του Τεκμηρίου
- Εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΥ1, την οποία αποδέχτηκα στο σύνολό της, ο ΜΚ3, γνώριζε, τουλάχιστον μία εβδομάδα πριν τις 24/10/2007 (ημερομηνία μεταβίβασης των επίδικων κτημάτων) ότι η Κατηγορούμενη θα προχωρούσε στη μεταβίβαση. Παρά τη ρηθείσα πληροφόρηση, ο ΜΚ3 δεν αντέδρασε καθ' οιονδήποτε τρόπο για να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η Κατηγορούμενη, ουδέποτε μετά τη μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων ενημέρωσε σχετικά το ΜΚ
- Όταν, στις 27/7/2009, ο ΜΚ3 παρέλαβε τα δικαστικά έγγραφα (Τεκμήρια 21Α, 21Β και 21Γ) και έχοντας ήδη στα χέρια του αντίγραφο του Τεκμηρίου 2, γνωρίζοντας πλέον ότι η επ' αυτού επίδικη υπογραφή δεν αποτελεί γνήσια υπογραφή του (από τις 25/2/2009 κατείχε τη σχετική γραφολογική έκθεση του κυρίου Παναγιώτου), αποφάσισε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Εκείνο το οποίο επίσης παρέμεινε άγνωστο προς το Δικαστήριο, είναι και το κατά πόσο ο ΜΚ3 εξουσιοδότησε την εκ μέρους του υπογραφή του Τεκμηρίου 2 πριν τεθεί τούτη ή κατά πόσο έμαθε για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 2 και μετέπειτα συγκατατέθηκε ώστε τούτο να αποτελεί Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο ο ίδιος να καθιστά την Κατηγορούμενη ως Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του για σκοπούς διαχείρισης της περιουσίας του. Ως σημείωσα και ανωτέρω, το ότι ο ΜΚ3 θεωρούσε από το 2002 ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί Πληρεξούσιο Έγγραφο που δόθηκε από τον ίδιο προς την Κατηγορούμενη, προκύπτει αβίαστα από τη σχετική αναφορά του προς τον ΜΥ
- Το ότι δε, κατά την εν λόγω αναφορά του, αναφερόταν στο Τεκμήριο 2 και όχι σε οποιοδήποτε άλλο Πληρεξούσιο Έγγραφο, προκύπτει επίσης αβίαστα από το γεγονός ότι καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από οποιαδήποτε πλευρά, περιλαμβανομένου και του ΜΚ3, που να υποστηρίζει ή έστω να υπονοεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ή ακόμη και σε άλλο χρόνο, ετοιμάστηκε οποιοδήποτε άλλο Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο ο ΜΚ3 καθιστούσε την Κατηγορούμενη ως Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του. Επιπροσθέτως αποτελεί εύρημά μου ότι, το Τεκμήριο 2 υπείχε ουσιαστικής σημασίας και ήταν απαραίτητο για να ήταν δυνατό, χωρίς την άμεση ανάμειξη του ΜΚ3, να διενεργηθεί η μεταβίβαση των επίδικων κτημάτων. Και τούτο γιατί, το Τεκμήριο 2, έφερε σφραγίδα με την οποία Πιστοποιών Υπάλληλος, πιστοποιούσε το γνήσιο της υπογραφής του ΜΚ3 ως Πληρεξουσιοδότης. Για το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, το Τεκμήριο 2 θεωρήθηκε γνήσιο και με βάση το περιεχόμενό του, η Κατηγορούμενη θεωρήθηκε ως πρόσωπο που εκπροσωπούσε τον ΜΚ3, ο οποίος φερόταν ως το πρόσωπο που έθεσε την επίδικη υπογραφή επί του Τεκμηρίου
- Είναι κατόπιν αυτής της θεώρησης που η ΜΚ2 προχώρησε και υλοποίησε τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων επ' ονόματι των ΜΚ5 και ΜΥ
- Κατάληξη Δεν υπάρχει αμφιβολία, και τούτο εξάγεται από τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας ότι, αυτό που αποδίδεται ως αξιόποινη πράξη στην Κατηγορούμενη είναι η εναπόθεση της επίδικης υπογραφής επί του Τεκμηρίου 2, χωρίς την εξουσιοδότηση του ΜΚ
- Επομένως, και ανεξάρτητα της συμπερίληψης του άρθρου 333(α) του Ποινικού Κώδικα στην έκθεση αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ουσιαστικής σημασίας έχουν οι πρόνοιες του άρθρου 333(δ)(i) (οι οποίες επίσης αναφέρονται), οι οποίες παρατέθηκαν αυτουσίως ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της νομική πτυχής. Όπως δε προκύπτει αβίαστα από τις ρηθείσες νομικές πρόνοιες, για να αποδειχθεί η ενοχή της Κατηγορούμενης στην 1η κατηγορία και κατ' επέκταση και στη 2η κατηγορία, η οποία στην ουσία αυτό που αποδίδει στην Κατηγορούμενη είναι ότι εν γνώσει της περί της πλαστότητας του Τεκμηρίου 2 έθεσε τούτο σε κυκλοφορία, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή πρωτίστως να αποδείξει ότι το Τεκμήριο 2 είναι πλαστό έγγραφο, και αφού αποδείξει τούτο να αποδείξει επιπροσθέτως ότι το κατήρτισε η Κατηγορούμενη και με γνώση περί της πλαστότητάς του το έθεσε σε κυκλοφορία. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να αποδείξει και ότι η Κατηγορούμενη κατά το χρόνο που ενεργούσε, ως της αποδίδεται, ενεργούσε με σκοπό την καταδολίευση τρίτου προσώπου. Όπως όμως προκύπτει επίσης από τις πρόνοιες του άρθρου 333(δ)(i), για να είναι δυνατή η κατάληξη περί πλαστότητας ενός εγγράφου, συνεπεία εναπόθεσης επ' αυτού μη γνήσια υπογραφής, θα πρέπει το πρόσωπο που υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, να έπραξε τούτο, χωρίς την εξουσιοδότηση του προσώπου που φέρεται ως ο συγγραφέας της. Στην υπό κρίση υπόθεση, ως ακροθιγώς αναφέρθηκε και ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι κατά την κατάρτιση του Τεκμηρίου 2 η Κατηγορούμενη δεν είχε την εξουσιοδότηση του ΜΚ3 για να υπογράψει εκ μέρους του τούτο. Τουναντίον, ως αποτελεί εύρημά μου, ο ΜΚ3, από το 2002 (έτος κατά το οποίο καταρτίστηκε το Τεκμήριο 2) θεωρούσε τούτο ως Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο καθιστούσε την Κατηγορούμενη ως Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του. Το γεγονός αυτό, δημιουργεί τουλάχιστον εύλογη αμφιβολία αν η Κατηγορούμενη, κατά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 2, όταν έθετε επ' αυτού την επίδικη υπογραφή, το έπραττε χωρίς την εξουσιοδότηση του ΜΚ
- Υπενθυμίζω ότι, συνεπεία της απόρριψης των σχετικών αναφορών, τόσο του ΜΚ3, όσο και της Κατηγορούμενης, παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο οι επακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες η Κατηγορούμενη έθεσε την επίδικη υπογραφή επί του Τεκμηρίου
- Δεν παραγνωρίζω ότι η Κατηγορούμενη δεν προώθησε ως Υπεράσπισή της τη θέση ότι ναι μεν η ίδια είναι η συγγραφέας της επίδικης υπογραφής, πλην όμως έθεσε τούτην κατόπιν εξουσιοδότησης του ΜΚ
- Τούτο όμως, δεν απαλλάσσει την Κατηγορούσα Αρχή από την ευθύνη της να αποδείξει με τη μαρτυρία της όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδει στην Κατηγορούμενη και, όπως ανάφερα και ανωτέρω, μέρος τους είναι και η απόδειξη ότι η Κατηγορούμενη έθεσε την επίδικη υπογραφή χωρίς την εξουσιοδότηση του ΜΚ
- Το δεδομένο αυτό, σφραγίζει και την τύχη της υπό εξέταση υπόθεσης αναφορικά με την 1η και 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η αθώωση και η απαλλαγή της Κατηγορουμένης από τις εν λόγω κατηγορίες. Αντίθετη όμως είναι η γνώμη μου αναφορικά με την 3η κατηγορία. Είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας την ενοχή της Κατηγορούμενης στην εν λόγω κατηγορία. Η πλαστότητα ή μη του Τεκμηρίου 2, ως τούτη δυνατόν να εξεταστεί στα πλαίσια και/ή με γνώμονα τις πρόνοιες του άρθρου 333(δ)(i) του Ποινικού Κώδικα, δεν υπέχει οποιασδήποτε σημασίας κατά την εξέταση του κατά πόσο η Κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα της 3ης κατηγορίας. Και τούτο, παρά την αναφορά στις λεπτομέρειες του αδικήματος σε «πλαστογραφημένο πληρεξούσιο έγγραφο που περιγράφεται στην 1η κατηγορία ως γνήσιο». Και αυτό γιατί, η πλαστότητα ή μη ενός εγγράφου, δεν αποτελεί μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος ως τούτο προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα, επί του οποίου βασίζεται η 3η κατηγορία. Εκείνο που στην ουσία αποδίδουν οι λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας στην Κατηγορούμενη, είναι ότι χρησιμοποίησε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας το Τεκμήριο 2, παρουσιάζοντας το περιεχόμενό του ως γνήσιο, ενώ γνώριζε ότι τούτο ήταν ψευδές, με αποτέλεσμα η εν λόγω ψευδή της παράσταση να αποτελέσει μέρος των λόγων που ώθησε και/ή παρακίνησε την Κτηματολογική Λειτουργό να διενεργήσει τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων στο ΜΚ5 και ΜΥ
- Και επί τούτου, ως προκύπτει από τα ευρήματά μου, η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει ότι η Κτηματολογική Λειτουργός που εξέτασε την αίτηση της Κατηγορουμένης και του ΜΥ1 για σκοπούς διενέργειας της επίδικης μεταβίβασης, θεώρησε, μεταξύ άλλων, και ότι η πιστοποίηση της γνησιότητας της υπογραφής του ΜΚ3 επί του Τεκμηρίου 2 ήταν ορθή και βάσιμη και ότι στην ουσία, η επίδικη υπογραφή τέθηκε από το ΜΚ3, ο οποίος παρουσιάζετο ως ο Πληρεξουσιοδότης, ο οποίος ήταν και ο ιδιοκτήτης των επιδίκων κτημάτων. Αυτή δε η θεώρηση από πλευράς της Κτηματολογικής Λειτουργού ήταν το αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης της Κατηγορούμενης η οποία παρουσίασε, μεταξύ άλλων, προς αυτήν και το Τεκμήριο 2, μη αποκαλύπτοντας ότι η φερόμενη επ' αυτού υπογραφή του ΜΚ3, δεν αποτελούσε τη γνήσια υπογραφή του και ότι την έθεσε η ίδια. Είναι με αυτά τα δεδομένα που η Κτηματολογική Λειτουργός αποφάσισε να εγκρίνει την αίτηση Τεκμήριο 12 και να προχωρήσει στη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων στο όνομα των ΜΚ5 και ΜΥ
- Οι δε περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησε η Κατηγορούμενη και δη κατόπιν πικρίας και θυμού συνεπεία του ότι ο ΜΚ3 μεταβίβασε την οικία στον ΜΚ5, χωρίς τη συγκατάθεσή της, καθώς επίσης και το γεγονός ότι η ίδια θεωρούσε επάναγκες να προβεί στην επίδικη μεταβίβαση, ώστε να προστατευθούν τα επίδικα κτήματα από τον κίνδυνο αποξένωσής τους που, κατά την ίδια, τη δεδομένη στιγμή ελλόχευε, με οδηγούν στην κρίση ότι η ενέργεια της Κατηγορούμενης να παρουσιάσει την επίδικη υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2 ως υπογραφή του ΜΚ3 εν γνώσει της ότι τούτη δεν αποτελούσε τη γνήσια υπογραφή του τελευταίου, αποτελούσε εσκεμμένη ενέργεια της Κατηγορούμενης, ώστε να επιτύχει την εγγραφή των επιδίκων κτημάτων στα παιδιά της. Είναι άσχετο, κατά τη γνώμη μου, το κατά πόσο θα ήταν δυνατή η μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων αν η Κτηματολογική Λειτουργός γνώριζε περί του μη γνήσιου της επίδικης υπογραφής, πλην όμως τελούσε υπό την πεποίθηση ότι ο ΜΚ3 συγκατατίθετο στη μεταβίβαση ή, εν πάση περιπτώσει, θεωρούσε (ο ΜΚ3) το Τεκμήριο 2 ως έγκυρο Γενικό Πληρεξούσιο με το οποίο καθιστούσε την Κατηγορούμενη ως Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπό του. Το ουσιαστικό, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι, με τις ψευδείς παραστάσεις της, η Κατηγορούμενη, άφησε τη Κτηματολογική Λειτουργό να ενεργεί υπό την πεποίθηση ότι το Τεκμήριο 2 έφερε τη γνήσια υπογραφή του ΜΚ3 και με αυτό το δεδομένο, η εν λόγω Λειτουργός ενέκρινε την αίτηση Τεκμήριο 12 και διενήργησε τη μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων, θεωρώντας ότι ο ΜΚ3 εξουσιοδοτούσε και αποδεχόταν μέσω του Τεκμηρίου 2, το οποίο υπέγραψε, την προώθηση της αίτησης Τεκμήριο 12 από την Κατηγορούμενη. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή της Κατηγορούμενης στην 3η κατηγορία. Συνεπώς, η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ [1] Υπογράμμιση δική μου. [2] Υπογράμμιση δική μου. [3] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο