Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας ν. ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 328/12, 16/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:328/12 Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας εναντίον ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Ημερομηνία: 16 Οκτωβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Κα Μιχαήλ Ο κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δυο κατηγορίες. Πρόκειται για δυο κατηγορίες κλοπής χρημάτων δια τεχνάσματος, από δυο διαφορετικά πρόσωπα, υπό διαφορετικές συνθήκες και για διαφορετικά χρηματικά ποσά. Η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την υπόθεση της, κάλεσε έξι μάρτυρες και δη τον Α/Αστ.865 Νίκο Τόμα (ΜΚ1), την Γιαννούλλα Πελεκάνου Παπαγγελοδήμου (ΜΚ2 - Παραπονούμενη 1ης κατηγορίας), την Αστ.303 Στ. Πιτσιλλίδου (ΜΚ3), τον Άγγελο Αγγελή (ΜΚ4 - Παραπονούμενο 2ης κατηγορίας), τον Παναγιώτη Στυλιανού (ΜΚ5) και τον Λοχ.837 Γεώργιο Χρυσάνθου (ΜΚ6). Ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και στις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας, δεν είναι η λεπτομερείς παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Αναφορά στην μαρτυρία, θα γίνεται μόνο όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για τους σκοπούς της έκδοσης της παρούσας απόφασης. Κρίνω αρχικά σκόπιμο, να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από την αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε από τα ενώπιον μου παραδεκτά γεγονότα, είτε τέλος, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Ο κατηγορούμενος είναι και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν, διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος και/ή ενεργούσε για λογαριασμό της εταιρείας Κ.Μ. (Famagousta) Developers & Constructions Ltd (στο εξής η εταιρεία). Η εν λόγω εταιρεία, συμβλήθηκε με έκαστο εκ των παραπονουμένων, για σκοπούς πώλησης δύο μεζονέτων. Συγκεκριμένα, μια στην ΜΚ2 και τον σύζυγο της και μια άλλη στον ΜΚ4 και την σύζυγο του. Σε κάθε περίπτωση, οι παραπονούμενοι, ως μέρος της αντιπαροχής που θα κατέβαλλαν (πέραν συγκεκριμένου χρηματικού ποσού που αναφερόταν ρητά επί των συμφωνιών πώλησης) για την αγορά των μεζονέτων, ήταν και ακίνητη περιουσία τους, την οποία θα μεταβίβαζαν, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, στην εταιρεία. Σε κάποιο στάδιο, ως τούτο προσδιορίζεται στις λεπτομέρειες έκαστης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος ζήτησε και απέκτησε χρηματικά ποσά από τους παραπονούμενους. Συγκεκριμένα, από την ΜΚ2, το ποσό των €9.500 και από τον ΜΚ4, το ποσό των €5.500. Ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι ΜΚ2 και ΜΚ4 παρέδωσαν τα χρήματα τους στον κατηγορούμενο, οι δυο πλευρές διαφωνούν και προώθησαν συγκρουόμενες μεταξύ τους θέσεις. Στην ουσία, και οι δυο παραπονούμενοι ισχυρίστηκαν ότι ο κατηγορούμενος τους ζήτησε να του καταβάλουν τα συγκεκριμένα ποσά, λέγοντας τους ότι σκοπεύει να τα χρησιμοποιήσει για να καταβληθούν οφειλές της εταιρείας προς το κράτος (κατά την ΜΚ2 για να τακτοποιήσει «φορολογικά θέματα» της εταιρείας και κατά τον ΜΚ4 για να καταβάλει την οφειλόμενη από την εταιρεία «φορολογία ακίνητης ιδιοκτησίας»), ώστε να είναι δυνατή η μεταβίβαση των αγορασθέντων μεζονέτων, στο όνομα τους. Μεταβίβαση, την οποία υποσχέθηκε να διενεργήσει αμέσως μετά την καταβολή των φόρων της εταιρείας. Ως ισχυρίστηκαν οι δυο παραπονούμενοι, ήταν κατόπιν των εν λόγω υποσχέσεων και/ή διαβεβαιώσεων και/ή παραστάσεων του κατηγορουμένου, που αποδέχθηκαν να συναινέσουν στην απόκτηση των χρημάτων τους, από τον τελευταίο. Οι παραπονούμενοι, ισχυρίστηκαν ακόμα ότι, ο κατηγορούμενος, παρά το ότι έλαβε τα χρήματα τους, μέχρι και την ημέρα που κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μεταβίβασε επ' ονόματι τους τις μεζονέτες. Η επί του προκειμένου θέση του κατηγορούμενου, ήταν ότι, αμφότεροι οι παραπονούμενοι του παρέδωσαν τα εν λόγω χρηματικά ποσά στα πλαίσια ικανοποίησης οφειλής τους έναντι των συμφωνιών πώλησης, ως ήταν και η υποχρέωση τους και ότι η μεταβιβάσεις των μεζονέτων δεν έγιναν, όχι λόγω δικής του άρνησης, αλλά λόγω της αδυναμίας και/ή άρνησης των παραπονούμενων να μεταβιβάσουν στην εταιρεία την δική τους ακίνητη περιουσία, η οποία αποτελούσε μέρος της αντιπαροχής για την αγορά των μεζονέτων. Διαφωνίες μεταξύ των δυο πλευρών (Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης) προέκυψαν και επί πολλών άλλων παρεμφερών θεμάτων, πλην όμως για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρου, δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρειες σε αυτές. Και τούτο γιατί, κατά την γνώμη μου τα ευρήματα στα οποία μπορώ να καταλήξω με βάση την αναντίλεκτη και ή κοινώς αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία, επαρκούν για να μπορώ να εκδώσω με ασφάλεια την απόφαση μου αναφορικά με την υπό εκδίκαση υπόθεση. Με εξαίρεση τα γεγονότα που αφορούν τις ακριβείς συνθήκες κάτω υπό τις οποίες δόθηκαν τα χρήματα από τους παραπονούμενους στον κατηγορούμενο, για τα οποία, ενώπιον μου τέθηκαν συγκρουόμενες από τις δυο πλευρές θέσεις, για τα λοιπά πιο πάνω γεγονότα, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Είμαι της γνώμης ότι, στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αναγκαία η αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας. Και τούτο γιατί, ακόμα και στην περίπτωση που η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής γίνει, στην ολότητα της, αποδεκτή, συνεπεία του περιεχομένου του κατηγορητήριου (εκθέσεις αδικημάτων και λεπτομέρειες αυτών), δεν είναι δυνατή η κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Ως προς τη δυνατότητα ενός Δικαστηρίου, εκεί που κρίνει αναγκαίο και πρόσφορο να μην αξιολογεί όλη την ενώπιον του μαρτυρία και τούτο κατ' επίκληση της αρχής της οικονοµίας της δίκης, παραθέτω πιο κάτω αυτουσίως τα όσα είχε πει ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου ∆ικαστηρίου Γ. Μ. Πικής, επίσης σε ποινική υπόθεση: «∆εν αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγµάτευση κάθε επιχειρήµατος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήµατος συναρτάται µε την επίδραση που µπορεί να έχει στην θεώρηση των επιδίκων θεµάτων.» (Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑ∆ 490. Βλέπε επίσης και την πολύ πιο πρόσφατη απόφαση στην Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28.). Νομική Πτυχή: Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα προνοεί: «
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαµβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)µε τέχνασµα (
- ii)µε εκφοβισµό (iii) µε συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε µε τέτοιο τρόπο (
- iv)µε ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης µπορεί να ανακαλυφθεί µε εύλογα διαβήµατα (β) ο όρος "αποκοµίζει" περιλαµβάνει κάθε µετακίνηση οποιουδήποτε πράγµατος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειµένου όµως για πράγµα προσαρτηµένο, µόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαµβάνει και τον ιδιοκτήτη µέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγµατος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείµενο κλοπής.
(3)∆ύναται να είναι αντικείµενο κλοπής κάθε πράγµα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειµένου όµως για πράγµα προσκολληµένο σε ακίνητο µετά το διαχωρισµό του από τέτοιο ακίνητο». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής θα μπορούσαν να διαχωριστούν ως ακολούθως: (α) Ο Κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας ιδιοκτησίας άλλου προσώπου, (β) ότι αυτός την απέκτησε ή σε μεταγενέστερο χρόνο την ιδιοποιήθηκε, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (γ) ότι ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) ότι η περιουσία που απέκτησε ή ιδιοποιήθηκε είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ότι ο Κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής ή της ιδιοποίησης, την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, γενικά επί του θέματος της κλοπής, βλ. Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174, Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 382, Azinas a.o. v. Police
(1981)2 CLR 9, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, R. V. Cockburn [1968] 1 All ER 466, R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Κατάληξη: Καθίσταται έκδηλο από την παράθεση των πιο πάνω νομικών αρχών και ειδικότερα των προνοιών του άρθρου 255
(1)του Ποινικού Κώδικα ότι, ανεξάρτητα του τρόπου που ο κατηγορούμενος απέκτησε μια περιουσία από τον ιδιοκτήτη της, σε κάθε περίπτωση, για να κριθεί ότι έκλεψε τούτη, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι την απέκτησε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της. Η πρόνοια στο άρθρο 255
(2)(α)(Ι) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 «με τέχνασμα», σχετίζεται κατά την γνώμη μου αποκλειστικά και μόνο με τον τρόπο απόκτησης της περιουσίας και δη την μέθοδο που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να την αποκτήσει και δεν διαφοροποιεί το δεδομένο, ως τούτο εξάλλου προκύπτει αβίαστα από τη πρόνοιες του άρθρων 255
(1)του Κεφ. 154, ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορούμενου στο αδίκημα της κλοπής, θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αποδείξει, μεταξύ άλλων και ότι η απόκτηση της περιουσίας από τον κατηγορούμενο έγινε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. Διαφορετική ερμηνεία και/δη ερμηνεία με την οποία θα θεωρείτο ότι ο νομοθέτης με τη συμπερίληψη της φράσης «τέχνασμα» σκοπούσε με τις πρόνοιες του άρθρου 255
(2)(α)(Ι) ειδικότερα, να ποινικοποιήσει την απόκτηση περιουσίας από τρίτο με την συναίνεση του ιδιοκτήτη της, η οποία όμως συναίνεση δόθηκε κατόπιν κάποιου τεχνάσματος από τον κατηγορούμενο, δεν είναι ορθή κατά την γνώμη μου. Και τούτο, για δυο λόγους. Πρώτο γιατί, θα ήταν αναμενόμενο σε μια τέτοια περίπτωση, ο νομοθέτης να συμπεριελάμβανε ειδική πρόνοια στο άρθρο 255
(2)του Κεφ 154, με την οποία να προνοεί ότι αν η απόκτηση της περιουσίας λαμβάνει χώρα δια τεχνάσματος, τότε δεν είναι αναγκαία η απόδειξη, από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, του αδιαμφισβήτητου συστατικού στοιχείου του αδικήματος της κλοπής ως τούτο προκύπτει αβίαστα από τις πρόνοιες του άρθρου 255
(1)του Ποινικού Κώδικα και δη ότι η απόκτηση της περιουσίας γίνεται χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη της και δεύτερο γιατί, θα προέκυπτε πλέον το ερώτημα, ως προς το τι εξυπηρετούν οι πρόνοιες του άρθρου 300 του Κεφ.154, με τις οποίες, ο νομοθέτης ποινικοποιεί ακριβώς την απόκτηση περιουσίας με τέχνασμα, ανεξάρτητα της συναίνεσης ή μη του ιδιοκτήτη της. Από το 2006 δε, συνεπεία σχετικής τροποποίησης (τροποποιητικός νόμος 18
(1)/2006) το αδίκημα που προνοείτε με το άρθρο 300 του Νόμου, είναι σοβαρότερο των υπό εξέταση αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, μιας, και η μέγιστη προνοούμενη ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης 5 ετών, σε αντιδιαστολή με την προνοούμενη στο άρθρο 262 του Νόμου, τριετή ποινή φυλάκισης, για το αδίκημα της κλοπής. Εκ του περισσού σημειώνω ότι, για τα όσα αποδίδουν οι παραπονούμενοι και γενικά η Κατηγορούσα Αρχή, με βάση την προσκομισθείσα από την τελευταία μαρτυρία, στον κατηγορούμενο, σχετικές ίσως να είναι και οι πρόνοιες των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154. Επί της τελευταίας παρατήρησης μου, θα επανέλθω σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως σημείωσα και ανωτέρω, το σίγουρο είναι ότι, για να μπορεί να κριθεί ο κατηγορούμενος ένοχος του αδικήματος της κλοπής που αντιμετωπίζει στις κατηγορίες 1 και 2, θα πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι, τούτους απέσπασε τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών, χωρίς τη συναίνεση των παραπονουμένων, πράγμα, που εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα του αποτελέσματος της οποιασδήποτε αξιολόγησης της αμφισβητούμενης (επί των συνθηκών απόκτησης των χρημάτων από τον κατηγορούμενο) ενώπιον μου μαρτυρίας, δεν μπορεί να προκύψει. Και οι δυο παραπονούμενοι, παρέδωσαν στον κατηγορούμενο τα χρήματα τους, εν γνώση του τι πραγματικά έπρατταν και συναινετικά. Και τούτο ανεξάρτητα του λόγου που τους οδήγησε στο να παραδώσουν τούτα. Η υπό εξέταση υπόθεση δεν αφορά περίπτωση εκφοβισμού (βλ. άρθρο 255
(2)(α)(ΙΙ) του Κεφ. 154), όπου η αιτία της αποξένωσης της περιουσίας, από πλευράς του ιδιοκτήτη της, γίνεται συνεπεία του εκφοβισμού που του γίνεται και ουχί της συνενώσεως του. Στην περίπτωση ακριβώς του εκφοβισμού, παρά το ότι ο ιδιοκτήτης παραδίδει την περιουσία του σε τρίτον εν γνώση του, ουδέποτε στην ουσία συναινεί σε αυτή του την ενέργεια, η οποία διενεργείτε συνεπεία του εκφοβισμού του και μόνο. Στην υπό εξέταση περίπτωση, είτε ως οι παραπονούμενοι ισχυρίζονται ότι έλαβαν χώρα τα γεγονότα, είτε ως τα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, οι πρώτοι οικιοθελώς συναίνεσαν στην απόκτηση των χρημάτων τους από τον κατηγορούμενο. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου και δη ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, με την μαρτυρία που προσκόμισε δεν θα ήταν δυνατό να αποδείξει ότι η απόκτηση από τον κατηγορούμενο των εν λόγω χρηματικών ποσών των παραπονουμένων, έγινε χωρίς την συναίνεση των τελευταίων, οδηγεί μονοδρομικά στην κρίση ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου σε οποιανδήποτε εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Δεν παραγνωρίζω ότι, υπό κατάλληλες περιστάσεις (βλ. άρθρο 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155), το Δικαστήριο θα μπορούσε, αν κατόπιν της αξιολόγησης της ενώπιον του μαρτυρίας κατέληγε σε τέτοια ευρήματα που δικαιολογούσαν συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου σε άλλο ή άλλα, από αυτά που αντιμετωπίζει, αδίκημα/τα, να τροποποιήσει το κατηγορητήριο και να βρεί τούτον ένοχο για το/τα εν λόγω αδίκημα/τα. Βασική όμως προϋπόθεση για ένα τέτοιο εγχείρημα, είναι το αδίκημα για το οποίο προτίθεται το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο, να αφορά σε αδίκημα για το οποίο ο κατηγορούμενος «δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάση του κατηγορητηρίου . και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του.» (άρθρο 85
(4)του Κεφ. 155). Τόσο το αδίκημα των ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154, όσο και το αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση του άρθρου 300 του ιδίου νόμου, στα οποία δυνατό το Δικαστήριο, στην περίπτωση που αποδεχόταν, κατόπιν σχετικής αξιολόγησης, τη μαρτυρία των παραπονουμένων, θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ενοχής του κατηγορούμενου, προνοούν, ως μέγιστη ποινή φυλάκισης, αυτή των 5 ετών, σε αντιδιαστολή με τις πρόνοιες του άρθρου 262 (πρόκειται για το άρθρο του Ποινικού Κώδικα που αναφέρεται στην έκθεση των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2), το οποίο προβλέπει ως μέγιστη ποινή φυλάκισης τα 3 έτη. Επομένως, καθίσταται έκδηλο ότι, υπό τις περιστάσεις οι πρόνοιες του άρθρου 85
(4)του Κεφ.155, δεν θα μπορούσαν, ανεξάρτητα του αποτελέσματος της οποιασδήποτε αξιολόγησης της ενώπιον μου αμφισβητούμενης μαρτυρίας, να τύχουν εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση. Κατά ακολουθία, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, τόσο αναφορικά με τα υπό εκδίκαση αδικήματα, όσο και αναφορικά με τη μη δυνατότητα εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Ως εκ των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις δυο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο