Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΣΣΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 822/12, 26/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 822/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΣΣΑΡΗΣ Κατηγορούμενου ---------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Αυγούστου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αλ. Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο: κος Μ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενος: Παρών ---------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 237 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι στις 27/6/2011 εντός της νεκρής ζώνης παρά την ιδιωτική σχολή Πασκάλ στην περιοχή Ανθούπολης, διενήργησε παράνομη πράξη και δη εκκίνησε το αυτοκίνητό του με αριθμούς εγγραφής KXD657 και με την πράξη του αυτή κτύπησε και προκάλεσε σωματική βλάβη στους θηροφύλακες, Ηράκλη Ηρακλέους και Γιώργο Γεωργίου, οι οποίοι τη δεδομένη στιγμή στεκόντουσαν δίπλα από τη θέση του οδηγού του εν λόγω οχήματος. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε πέντε μάρτυρες, την Γ/Αστ. 1765 Μελανή Παρασκευαΐδου (ΜΚ1), τον Ανώτερο Θηροφύλακα Ηράκλη Ηρακλέους (ΜΚ2-Παραπονούμενος), τον Θηροφύλακα Γιώργο Γεωργίου (ΜΚ3-Παραπονούμενος), τον Δρ. Σάββα Σάββα (ΜΚ4) και την Γ/Αστ.332 Κ. Κωνσταντίνου (ΜΚ5). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και να καλέσει ως μάρτυρα, προς υπεράσπιση του, τον Χρίστο Παπίρη (ΜΥ1). Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Αναφορά στην ουσιαστική αμφισβητούμενη μαρτυρία, θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησής της. Προτού όμως προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από την αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Στις 27/6/2011 και περί ώρα 01:30, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KXD657, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, χρώματος άσπρου, τύπου pick-up (μονοκάμπινο), εντός της νεκρής ζώνης, στο ύψος της ιδιωτικής σχολής Πασκάλ (ως προς τους λόγους που ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το συγκεκριμένο όχημα στη συγκεκριμένη τοποθεσία, οι δύο πλευρές διαφωνούν). Είχε ως συνοδηγό του, τον ΜΥ
- Στο ίδιο σημείο βρισκόντουσαν, στα πλαίσια περιπολίας τους για πάταξη της λαθροθηρίας, ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3, οι οποίοι είναι Θηροφύλακες. Για σκοπούς της περιπολίας τους χρησιμοποιούσαν το υπηρεσιακό τους όχημα με αριθμούς εγγραφής KXU
- Σε κάποιο σημείο, ο Κατηγορούμενος οδήγησε και σταμάτησε το όχημα που οδηγούσε στην αριστερή, σύμφωνα με την πορεία του, πλευρά του υπηρεσιακού οχήματος των ΜΚ2 και ΜΚ3 (ως προς τις συνθήκες που έγινε αντιληπτός ο Κατηγορούμενος από τους Θηροφύλακες, τις οποιεσδήποτε τυχόν ενέργειες των Θηροφυλάκων για σκοπούς σήμανσης και/ή επίτευξης ακινητοποίησης του οχήματος του Κατηγορουμένου και γενικότερα τους λόγους για τους οποίους ο Κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημά του παραπλεύρως του υπηρεσιακού οχήματος των Θηροφυλάκων, οι δύο πλευρές διαφωνούν). Έπειτα, ο Κατηγορούμενος και ο ΜΥ1 αποβιβάστηκαν του οχήματος και ακολούθησε έρευνα σ' αυτό. Κατά την έρευνα, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο (ως προς το κατά πόσο κατά τη διάρκεια της έρευνας η μηχανή του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε λειτουργία ή όχι, οι δύο πλευρές προώθησαν διαφορετικούς ισχυρισμούς). Κατόπιν της έρευνας, ο Κατηγορούμενος και ο ΜΥ1 εισήλθαν εκ νέου στο όχημα με αριθμούς εγγραφής KXD657 και απομακρύνθηκαν από το σημείο. Ως προς τον τρόπο και γενικότερα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τούτοι εισήλθαν στο όχημα και εν τέλει απομακρύνθηκαν από το σημείο, οι δύο πλευρές διαφωνούν. Διαφωνούν επίσης και αναφορικά με το κατά πόσο, κατά την οδήγηση του οχήματος KXD657 από τον Κατηγορούμενο και δη κατά την απομάκρυνσή τους από το σημείο, μέρη του οχήματος, κτύπησαν και τραυμάτισαν τους ΜΚ2 και ΜΚ
- Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Αξιολόγηση Οι ΜΚ1, ΜΚ4 και ΜΚ5, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Η όλη αντεξέτασή τους περιορίστηκε σε διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις, που μοναδικό σκοπό είχαν να διαφωτιστεί το Δικαστήριο, έτι περισσότερο, αναφορικά με τα σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση γεγονότα. Η ειλικρίνεια τους, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω, από καμία πλευρά. Εν πάση περιπτώσει, και οι τρεις αυτοί μάρτυρες μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Πρόκειται για την Αστυφύλακα η οποία παρέδωσε στους ΜΚ2 και ΜΚ3 τα ιατρικά έντυπα (Τεκμήριο 1), ώστε τούτοι να επισκεφθούν τις Πρώτες Βοήθειες του Νέου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και να τύχουν ιατρικής εξέτασης, τον ιατρό Σάββα Σάββα, ο οποίος εξέτασε τούτους περί τις 02:50 της 27ης Ιουνίου 2011 και την Ανακρίτρια της υπόθεσης, η οποία μεταξύ άλλων, κατέγραψε και την κατάθεση του ΜΚ3 (Έγγραφο Γ) και έλαβε και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου καθώς επίσης κατηγόρησε τούτον γραπτώς (Τεκμήρια 2Α και 2Β αντίστοιχα), αντίστοιχα. Στην ουσία, η ΜΚ1 με τη μαρτυρία της, επιβεβαίωσε ότι, το συγκεκριμένο βράδυ, στα πλαίσια των καθηκόντων της, και αφού της ζητήθη από την ΜΚ5, παρέδωσε στους ΜΚ2 και ΜΚ3 τα ιατρικά έντυπα Τεκμήριο 1, ώστε τούτοι να τύχουν ιατρικής εξέτασης. Ως ισχυρίστηκε, κανένας εκ των Θηροφυλάκων δεν έφερε οποιεσδήποτε εμφανείς κακώσεις. Όσον τώρα αφορά στον ΜΚ4, τούτος αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως τα ιατρικά έντυπα που είχαν στην κατοχή τους οι ΜΚ2 και ΜΚ3 καθ' ον χρόνο επισκέφθηκαν τις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για να τύχουν ιατρικής εξέτασης. Αναγνώρισε ακόμα επ' αυτών των εντύπων τις δικές του σημειώσεις, οι οποίες αφορούν σημειώσεις του σχετικές με την ιατρική εξέταση που διενήργησε στους ΜΚ2 και ΜΚ
- Σύμφωνα με τον ΜΚ4, ο ΜΚ2 παρουσίαζε οίδημα δεξιού αντιβραχίου καθώς επίσης και εκδορά. Ερωτηθής ειδικά κατά πόσο το σημείο στο οποίο έφερε τραύμα ο ΜΚ2 θα μπορούσε να είναι ο αγκώνας του, απάντησε αρνητικά, εξηγώντας ότι το «αντιβράχιο» είναι το σημείο του χεριού ενός ανθρώπου που ξεκινά από τον καρπό και τελειώνει ακριβώς πριν τον αγκώνα. Ανάφερε ακόμα ότι, αν τα τραύματα που ηύρε κατά την εξέταση ήταν επί του αγκώνα θα κατέγραφε τούτο ειδικά στο Τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ΜΚ2, κατά την εξέτασή του, του ανέφερε ότι τα τραύματά του προκλήθηκαν από κτύπημα που δέχθηκε από «πόρτα αυτοκινήτου» το οποίο κινήθηκε «εσκεμμένα» εναντίον του. Αναφορικά δε με τον ΜΚ3, τούτος παρουσίαζε οίδημα στο αριστερό άκρο ποδός, το οποίο, ως του ανέφερε ο ΜΚ3 προκλήθηκε από εσκεμμένη διέλευση αυτοκινήτου πάνω από το πόδι του. Κατά τα λοιπά, ο ΜΚ4 ισχυρίστηκε ότι ο τρόπο με τον οποίο κατά τους ΜΚ2 και ΜΚ3 προκλήθηκαν τα τραύματά τους, αποτελεί έναν από τους τρόπους που θα μπορούσαν τούτα να προκληθούν, χωρίς ωστόσο αφενός να είναι ο μόνος τρόπος και αφετέρου να είναι σε θέση (ο ΜΚ4) να διαφωτίσει το Δικαστήριο ειδικότερα. Τέλος, η ΜΚ5 ανέφερε ότι τις πρώτες ώρες της 27ης Ιουνίου 2011 και ενώ βρισκόταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας, την επισκέφθηκαν οι ΜΚ2 και ΜΚ3 οι οποίοι της κατήγγειλαν ότι λίγη ώρα προηγουμένως ο Κατηγορούμενος, μετά από έλεγχο που διενήργησαν στο όχημά του, εκκίνησε το εν λόγω όχημα, του οποίου η πόρτα του οδηγού, τη δεδομένη στιγμή, ήταν ανοικτή, με αποτέλεσμα η ρηθείσα πόρτα να κτυπήσει τον ΜΚ2 στο δεξιό αντιβραχίονα, ο δε πίσω δεξιός τροχός του οχήματος να περάσει πάνω από το αριστερό πέλμα του ΜΚ
- Ανέφερε ακόμα ότι κατέγραψε την κατάθεση του ΜΚ3 (Έγγραφο Γ) καθώς επίσης και ότι έλαβε την ανακριτική κατάθεση αλλά και κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (Τεκμήρια 2Α και 2Β αντίστοιχα). Ως προς δε την κατάθεση του ΜΚ2 (Έγγραφο Β), ανέφερε ότι τούτη, αφού ετοιμάστηκε από τον τελευταίο, της την παρέδωσε. Κατά το στάδιο της διά ζώσης μαρτυρίας της και συγκεκριμένα στο στάδιο της αντεξέτασής της, ερωτηθείσα ειδικά ως προς το κατά πόσο το συγκεκριμένο βράδυ επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας και ο Κατηγορούμενος, ανέφερε ότι λόγω του χρόνου που παρήλθε δεν ήταν σε θέση να θυμάται κατά πόσο έγινε τούτο ή όχι. Ως προς δε τις διάφορες ερωτήσεις που έθεσε στον Κατηγορούμενο κατά τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης περί του ότι πρόκειται για «γνωστό λαθροθήρα» και περί του ότι ο συνοδηγός του (ΜΥ1) εκδιώχθηκε από την Υπηρεσία Θήρας, στην οποία στο παρελθόν υπηρετούσε, λόγω ανάμειξής του σε λαθροθηρία, ισχυρίστηκε ότι, έστω και αν η υπόθεση που διερευνούσε (η υπό εξέταση υπόθεση) δεν σχετίζετο με θέματα λαθροθηρίας, τις εν λόγω ερωτήσεις τις έθεσε στον Κατηγορούμενο συνεπεία σχετικών πληροφοριών που έλαβε από την Υπηρεσία Θήρας και κατόπιν ειδικών οδηγιών των υπευθύνων της. Ερωτηθείσα δε ειδικά, ως προς το κατά πόσο εξέτασε το παράπονο που υπέβαλε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του περί του ότι ο ΜΚ2 τον σημάδεψε με πιστόλι στο κεφάλι, ανέφερε ότι δεν το εξέτασε και τούτο κατόπιν ρητών οδηγιών των ανωτέρων της, οι οποίοι την διέταξαν όπως μην διερευνήσει το συγκεκριμένο παράπονο. Τη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ4 και ΜΚ5, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Η Κατηγορούσα Αρχή, παρουσίασε τους μάρτυρες ΜΚ2 και ΜΚ3 ως δύο Θηροφύλακες εν ώρα καθήκοντος, οι οποίοι περιπολούσαν σε συγκεκριμένη περιοχή για σκοπούς πάταξης της λαθροθηρίας. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκαν οι δύο αυτοί μάρτυρες, αμφότεροι έζησαν τα ίδια ουσιαστικά, για την υπό εξέταση υπόθεση, γεγονότα, τα οποία να σημειωθεί ότι έλαβαν χώρα, σύμφωνα πάντα με τους ίδιους, εντός ενός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος. Εντελώς συνοπτικά, η θέση των ΜΚ2 και ΜΚ3 είναι ότι, το συγκεκριμένο βράδυ πρόσεξαν το όχημα του Κατηγορούμενου να κινείται μέσα στα χωράφια στην περιοχή που περιπολούσαν και έκριναν ότι υπό τις περιστάσεις και γενικά με τον τρόπο με τον οποίο τούτο κινείτο, δημιουργείτο εύλογη υποψία διάπραξης του αδικήματος της λαθροθηρίας και αποφάσισαν να ακινητοποιήσουν τούτο και να διενεργήσουν σχετική έρευνα. Ο ΜΚ2 εξήλθε του οχήματος και με τη χρήση ειδικού υπηρεσιακού φανού έκανε σήμα προς το όχημα του Κατηγορούμενου για να σταματήσει. Την ίδια στιγμή ο ΜΚ3 έθεσε σε λειτουργία το υπηρεσιακό όχημα, άναψε τα φώτα πορείας του με τα οποία έκανε επαναλαμβανόμενες εναλλαγές «τιπ», καθώς επίσης και έθεσε και τον φάρο του υπηρεσιακού οχήματος σε λειτουργία. Σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος ακινητοποίησε το όχημά του στην αριστερή, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου, πλευρά του υπηρεσιακού οχήματος των ΜΚ2 και ΜΚ
- Εκεί ενημέρωσαν τον Κατηγορούμενο και τον ΜΥ1 ότι επιθυμούν να ερευνήσουν το όχημα, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να εξέλθουν από αυτό. Διενήργησαν έρευνα, από την οποία δεν προέκυψε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Παρά ταύτα, αποφάσισαν όπως ζητήσουν και λάβουν τα στοιχεία των επιβαινόντων του οχήματος. Καθ' ον χρόνο, ο ΜΚ2 επιχειρούσε να καταγράψει τα στοιχεία του ΜΥ1 και προτού προλάβει να περατώσει τη ρηθείσα ενέργειά του, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε ήδη εισέλθει στο όχημα, εντός του οποίου βρισκόταν ήδη και ο ΜΥ1, εντελώς απροειδοποίητα, οδήγησε απότομα το όχημα, με αποτέλεσμα η ανοιχτή πόρτα του οδηγού να κτυπήσει στο δεξί χέρι του ΜΚ2, ο δε πισινός δεξιός τροχός του, να περάσει πάνω από το αριστερό πέλμα του ΜΚ
- Τα μόλις πιο πάνω, αποτελούν θέσεις των ΜΚ2 και ΜΚ3, ως τούτες προκύπτουν από το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων, τις οποίες να σημειωθεί ετοίμασαν και/ή τους λήφθηκαν ελάχιστη ώρα μετά που επεσυνέβησαν τα υπό εξέταση γεγονότα. Η Υπεράσπιση, από την πρώτη στιγμή, προβάλλοντας την αθωότητα του Κατηγορούμενου, υποστήριξε ότι η παρούσα υπόθεση είναι το αποτέλεσμα ψευδούς καταγγελίας από πλευράς των ΜΚ2 και ΜΚ3, η οποία καταγγελία προωθήθηκε για αλλότριους σκοπούς συνεπεία του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος, πριν την απομάκρυνση του από το σημείο που έλαβε χώρα η έρευνα του οχήματός του, ανέφερε στον ΜΚ2 και ΜΚ3 ότι θα καταγγείλει τον ΜΚ2 περί παράνομης χρήσης του υπηρεσιακού πιστολιού του κατά την ακινητοποίηση του οχήματος που οδηγούσε. Με γνώμονα την πιο πάνω γραμμή υπεράσπισης, η αντεξέταση των ΜΚ2 και ΜΚ3 κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες. Πρώτο, στο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα ισχυριζόμενα από τον Κατηγορούμενο γεγονότα τα οποία οδήγησαν, σύμφωνα πάντα με την Υπεράσπιση, τον ΜΚ2 με τη βοήθεια του ΜΚ3, να καταγγείλουν ψευδώς τον Κατηγορούμενο για το υπό εξέταση αδίκημα, και δεύτερο, στο να καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι οι εν λόγω μάρτυρες ψεύδονται αναφορικά με τα ισχυριζόμενα από αυτούς γεγονότα. Αυτό που με σαφήνεια προκύπτει, από την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας είναι ότι, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, επί πολύ ουσιωδών θεμάτων, προώθησαν μετωπικά συγκρουόμενες θέσεις, σε βαθμό που πραγματικά δημιουργείται αβίαστα απορία γιατί να συμβαίνει τούτο. Επιπροσθέτως προκύπτει ότι, και ανεξάρτητα η μαρτυρία, έκαστου εκ των δύο αυτών μαρτύρων ιδωμένη, παρουσιάζει ουσιαστική αδυναμία, και σε κάποια σημεία της συγκρούεται και με την κοινή λογική, ιδιαίτερα ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ισχυρίζονται ότι τραυματίστηκαν το συγκεκριμένο βράδυ. Επί του προκειμένου, σημειώνω τα εξής. Ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι τα τραύματά του ήταν το αποτέλεσμα ενός κτυπήματος από μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Ως προς το ποιο μέρος του οχήματος τον κτύπησε, προώθησε τρεις διαφορετικούς ισχυρισμούς. Στην κατάθεσή του, η οποία ως σημειώθηκε και ανωτέρω ετοιμάστηκε από τον ίδιο ελάχιστο χρόνο μετά που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, αναφέρει ρητά ότι χτυπήθηκε από την ανοικτή πόρτα του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Την ίδια θέση πρόβαλε και προς τον γιατρό που τον εξέτασε, ΜΚ4, καθώς επίσης και προς την ΜΚ
- Όταν όμως κατέθετε ενόρκως και βρέθηκε αντιμέτωπος με το γεγονός ότι ήταν αδύνατον, ως τούτος περιέγραφε τα γεγονότα, να χτυπηθεί από την ανοικτή πόρτα του αυτοκινήτου, άλλαξε θέση και ισχυρίστηκε, καθόλου πειστικά, ότι αυτό που εννοούσε αναφερόμενος σε «πόρτα» του αυτοκινήτου, ήταν ο «στύλλος» που χωρίζει τα δύο μέρη ενός αυτοκινήτου. Και παρά την πιο πάνω τελευταία θέση του, σε άλλο σημείο της διά ζώσης μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι το σημείο του οχήματος με το οποίο χτυπήθηκε στο δεξί χέρι, είναι το σημείο στο οποίο η πόρτα ενώνεται με το υπόλοιπο μέρος ενός αυτοκινήτου, ώστε να μπορεί να ανοιγοκλείνει. Πέραν της προφανούς αντίφασης που παρουσιάζουν οι τρεις διαφορετικές σχετικές εκδοχές του ΜΚ2, οι δύο εξ αυτών, συγκρούονται και με την κοινή λογική. Και τούτο γιατί, ο ΜΚ2 παρουσιάζει τον εαυτό του κατά τη στιγμή που κατ' ισχυρισμό του τραυματίζεται, να βρίσκεται ιστάμενος στον κενό χώρο που δημιουργείται μεταξύ της ανοικτής πόρτας του οδηγού του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου και του υπόλοιπου μέρους του. Το δε όχημα του Κατηγορούμενου, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ2, κατά την αποχώρησή του από το σημείο, κινήθηκε προς τα εμπρός σε ευθεία πορεία. Πώς είναι δυνατόν κάτω από αυτές τις περιστάσεις, είτε η ανοικτή πόρτα, είτε το σημείο που τούτη ενώνεται με το υπόλοιπο μέρος του αυτοκινήτου, το οποίο σημείο να σημειωθεί ότι υπέδειξε με συγκεκριμένες περιγραφές και κινήσεις κατά την ώρα που κατέθετε διά ζώσης, (αμφότερα τα υποδειχθέντα μέρη του οχήματος, τη δεδομένη στιγμή, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ2, βρίσκονται στα δεξιά του και δη προς την κατεύθυνση που κινείται το όχημα κατά την απομάκρυνσή του), να έρθουν σε οποιανδήποτε επαφή με οποιονδήποτε σημείο του σώματος του ΜΚ2; Επί ενός άλλου θέματος και δη ως προς το κατά πόσο εκείνο το βράδυ έκανε χρήση του υπηρεσιακού του πιστολιού, ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι όντως έκανε χρήση του εν λόγω πιστολιού, πλην όμως με μοναδικό σκοπό να ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος το οποίο τη δεδομένη στιγμή οδηγείτο με ταχύτητα προς το μέρος στο οποίο στεκόταν, με πρόθεση όπως τον πλήξει. Ξέχασε προφανώς ο ΜΚ2 ότι σύμφωνα με άλλο ισχυρισμό του τη δεδομένη στιγμή με το χέρι του κρατά αναμμένο φανό με τον οποίο κάνει σήμα προς τον Κατηγορούμενο για να σταματήσει το όχημά του. Δεν παραγνωρίζω ότι κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι, σε κάποια στιγμή, με το ένα χέρι κρατούσε τον αναμμένο φανό και με το άλλο χέρι απεγκλώβισε από τη θήκη το υπηρεσιακό του πιστόλι και έστρεψε τούτο προς την κατεύθυνση του οχήματος του Κατηγορούμενου. Σημειώνω όμως ότι, κάτι τέτοιο δεν αποτέλεσε θέση του ΜΚ
- Ούτε καν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς την «τύχη» του αναμμένου φανού τη στιγμή που, κατ' ισχυρισμό του, χρησιμοποίησε το υπηρεσιακό του πιστόλι. Υπενθυμίζω ακόμα ότι, σύμφωνα με τα όσα σχετικά ισχυρίστηκε ο ΜΚ2, η χρήση του φανού και σε κάποιο στάδιο, ως ισχυρίστηκε, του υπηρεσιακού του πιστολιού, λαμβάνει χώρα εντός μερικών δευτερολέπτων και δη όσο χρόνο χρειάζεται ένα όχημα που κινείται με σχετικά γρήγορη ταχύτητα να διανύσει μια απόσταση περίπου 50 μέτρων. Είναι πασιφανές, κατά τη γνώμη μου, το ανεδαφικό του σχετικού αυτού ισχυρισμού του. Ως προς, τώρα, τον τρόπο που κινήθηκε το όχημα του Κατηγορούμενου κατά την απομάκρυνσή του από το σημείο που διεξήχθη η έρευνα, στην κατάθεσή του, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι διέφυγαν «με ιλιγγιώδη ταχύτητα» προς άγνωστο προορισμό. Κατά το στάδιο της διά ζώσης μαρτυρίας του και ευρισκόμενος πλέον αντιμέτωπος με τη θέση ότι αν όντως το όχημα του Κατηγορούμενου απομακρύνθηκε από το σημείο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δεν θα ήταν δυνατό ο ΜΚ3 να προλάβει να τραβήξει τούτον από το χέρι για να αποφευχθεί ενδεχόμενος τραυματισμός του, θέση που προβάλλει στην κατάθεσή του, άλλαξε θέση και εγκατέλειψε τον ισχυρισμό του περί ιλιγγιώδους ταχύτητας και περιορίστηκε στο να ισχυριστεί ότι η εκκίνηση ήταν «απότομη». Ως προς δε τις δικές του κινήσεις κατά τη χρονική στιγμή που κατ' ισχυρισμό του τραυματίζεται από το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, αρχικά, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ισχυρίστηκε ότι στεκόταν στο κενό που δημιουργούσε η ανοικτή πόρτα και το υπόλοιπο μέρος του αυτοκινήτου, με στραμμένο το μπροστινό μέρος του σώματός του προς τον Κατηγορούμενο, ο οποίος τη δεδομένη στιγμή καθόταν στη θέση του οδηγού. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, ο ΜΚ3, ο οποίος τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν πίσω του, τον τράβηξε προς τα «πίσω» ώστε να αποφύγει ενδεχόμενο κτύπημα από το αυτοκίνητο το οποίο βρισκόταν ήδη εν κινήσει. Η εν λόγω όμως θέση του, συγκρούεται με τον άλλο ισχυρισμό του, που θέλει το δεξί πισινό τροχό του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος να διέρχεται πάνω από το αριστερό πέλμα του ποδιού του ΜΚ
- Πώς είναι δυνατόν ο ΜΚ3 να βρίσκεται πίσω από τον ΜΚ2 και παρά ταύτα ο τροχός του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος να διέρχεται πάνω από το πέλμα του; Ιδιαίτερα ως προς τον τρόπο που κατ' ισχυρισμό του τραυματίστηκε, ανέφερε ότι ο λόγος που τραυματίστηκε στο δεξί του χέρι, ήταν γιατί ο ΜΚ3 πρόλαβε και τον τράβηξε από τον αριστερό του ώμο, με αποτέλεσμα ο ίδιος να προβεί σε αριστερόστροφη κίνηση που έφερε το χέρι του στην πορεία του κινούμενου αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να τον κτυπήσει σε συγκεκριμένο σημείο. Εξήγησε ακριβώς ότι ο λόγος που εν τέλει κτυπήθηκε, ήταν γιατί βρέθηκε το χέρι του στην πορεία του κινούμενου αυτοκινήτου συνεπεία του τραβήγματος από τον ΜΚ
- Όμως, ο εν λόγω αυτός ισχυρισμός του, συγκρούεται μετωπικά με τον σχετικό ισχυρισμό του προς τον ΜΚ4 (Δρ. Σάββας Σάββα), στον οποίο ανέφερε ότι τα τραύματά του ήταν το αποτέλεσμα εσκεμμένης ενέργειας του Κατηγορούμενου να τον πλήξει με το όχημά του. Ως προς δε το σημείο των τραυμάτων, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τούτα προκλήθηκαν στον αγκώνα του δεξιού του χεριού. Όπως όμως υποδείχθηκε και ανωτέρω, ο ΜΚ4, του οποίου η μαρτυρία παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ως ειλικρινής μαρτυρία και την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε, ισχυρίστηκε ότι τα οποιαδήποτε τραύματα ηύρε το συγκεκριμένο βράδυ που εξέτασε τον ΜΚ2, τούτα δεν ήταν επί του αγκώνα του αλλά επί του αντιβραχίου. Επί ενός άλλου θέματος, για το οποίο ελέγχεται η μαρτυρία του ΜΚ2, είναι και το κατά πόσο, κατά την έρευνα, η μηχανή του οχήματος βρισκόταν σε λειτουργία ή όχι. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, καθ' ον χρόνο κάνει σήμα στον Κατηγορούμενο για να ακινητοποιήσει το όχημά του, ο τελευταίος δεν υπακούει στο σήμα και οδηγεί το όχημά του προς την κατεύθυνση που στέκεται, με σκοπό να τον πλήξει. Τέτοιος ήταν ο τρόπος που οδήγησε ο Κατηγορούμενος το όχημά του, που ο ΜΚ2, νιώθοντας ότι η σωματική του ακεραιότητα βρίσκεται υπό άμεση απειλή, αποφάσισε να κάνει χρήση του υπηρεσιακού του πιστολιού, στρέφοντάς το προς την κατεύθυνση που κινείται το όχημα του Κατηγορούμενου, ώστε ο τελευταίος να πειστεί, αφενός να εγκαταλείψει την προσπάθεια πλήξης του, και αφετέρου να ακινητοποιήσει το όχημά του. Πώς είναι δυνατόν υπό αυτές τις περιστάσεις να δεχθώ ότι ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3 διενήργησαν έρευνα στο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος καθ' ον χρόνο, τόσο ο τελευταίος όσο και ο ΜΥ1 ήταν εκτός τούτου και άφησαν (ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3), ως ισχυρίζονται, τη μηχανή του οχήματος σε λειτουργία; Πόσο μάλλον όταν, σύμφωνα πάντα με τον ΜΚ2, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο, πριν εξέλθει του οχήματός του, να θέσει εκτός λειτουργίας τη μηχανή και ο τελευταίος δήθεν αρνήθηκε να πράξει τούτο; Είναι δυνατόν να είχε ζητήσει ο ΜΚ2 από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ελάχιστα δευτερόλεπτα προηγουμένως έστρεψε το όχημά του απειλητικά προς το μέρος του για να τον πλήξει, να θέσει εκτός λειτουργίας τη μηχανή του οχήματος, ο τελευταίος να αρνείται να πράξει τούτο και κατόπιν ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3 να διενεργούν έρευνα στο όχημα και να μην θέσουν οι ίδιοι τη μηχανή του εκτός λειτουργίας; Ή μήπως ουδέποτε ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημά του απειλητικά προς το ΜΚ2 με σκοπό να τον πλήξει; Σημειώνω επί του προκειμένου ότι στην κατάθεσή του ο ΜΚ2, υποβάλλει παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου μόνο αναφορικά με τον τραυματισμό του και όχι αναφορικά με την ισχυριζόμενη εσκεμμένη οδήγηση του οχήματος προς την κατεύθυνσή του με σκοπό να τον πλήξει. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο ισχυρισμός περί του ότι η μηχανή του οχήματος τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν σε λειτουργία, τέθηκε από τους ΜΚ2 και ΜΚ3 με μοναδικό σκοπό να δικαιολογήσουν την αναφορά τους περί απρόσμενης και απότομης εκκίνησης του οχήματος ώστε να δικαιολογήσουν την καταγγελία τους εναντίον του Κατηγορούμενου. Ως ανάφερα ανωτέρω, και η μαρτυρία του ΜΚ3 παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις. Αξίζει απλά να σημειώσω ότι, σύμφωνα με τον ΜΚ3 το αυτοκίνητο που ερεύνησε το συγκεκριμένο βράδυ είχε τέσσερεις πόρτες. Δύο μπροστινές και δύο πισινές. Υπέδειξε δε τον «στύλλο» που βρίσκεται μεταξύ της μπροστινής και της πισινής πόρτας ως το σημείο που έπληξε τον ΜΚ2 στο δεξί χέρι και του προκάλεσε τα τραύματά του. Υπενθυμίζω φυσικά, στο σημείο αυτό, ότι το όχημα που οδηγούσε το συγκεκριμένο βράδυ ο Κατηγορούμενος, έχει μόνο δύο πόρτες και δη του οδηγού και του συνοδηγού (μονοκάμπινο). Όταν κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, του υποδείχθηκε το εν λόγω γεγονός, ισχυρίστηκε, καθόλου πειστικά όμως, ότι λόγω του ότι το όλο συμβάν έλαβε χώρα εν ώρα νύχτας με σκοτάδι, ίσως να μην πρόσεξε καλά τον τύπο του αυτοκινήτου. Υπενθυμίζω όμως ότι, αφενός ο ΜΚ3 είναι το πρόσωπο που διενεργεί την έρευνα εντός του αυτοκινήτου και επομένως το πρόσωπο που εκ των πραγμάτων ανοίγει και κλείνει πόρτες για να διενεργήσει την εν λόγω έρευνα και αφετέρου ότι, ο ισχυρισμός του περί του ότι επρόκειτο για αυτοκίνητο με τέσσερεις πόρτες, προωθήθηκε και στην γραπτή του κατάθεση η οποία δόθηκε 2½ περίπου ώρες μετά το συμβάν. Πώς είναι δυνατόν ο ΜΚ3 να είναι το πρόσωπο που διενεργεί την έρευνα στο όχημα του Κατηγορουμένου, ανοιγοκλείνοντας όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, προφανώς τις πόρτες του εν λόγω αυτοκινήτου και 2½ μόλις ώρες μετά να αναφέρει στην κατάθεσή του ότι πρόκειται για «διπλοκάμπινο» αυτοκίνητο; Νιώθω την ανάγκη να σημειώσω ότι η αναφορά του ΜΚ3 στην κατάθεσή του σε «διπλοκάμπινο» δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γραμματικό σφάλμα στη σύνταξή της και τούτο γιατί τη θέση του, ότι δηλαδή το όχημα που ερεύνησε είχε τέσσερεις πόρτες, την προώθησε και στη διά ζώσης μαρτυρία του, 3½ και πλέον χρόνια μετά. Την ίδια δικαιολογία και δη ότι το συμβάν έλαβε χώρα ενώ επικρατούσε σκοτάδι επιστράτευσε σε αρκετές άλλες περιπτώσεις για να δικαιολογήσει άλλες αναφορές του. Π.χ., όταν του υπεδείχθη ότι ήταν αδύνατο το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος να κινείται και εν τέλει να ακινητοποιείται στη δεξιά (σύμφωνα με την πορεία προς την οποία έβλεπε ο ΜΚ3) πλευρά, του υπηρεσιακού τους οχήματος και την ίδια στιγμή ο ΜΚ2, ο οποίος σύμφωνα με τον ΜΚ3 στεκόταν αριστερά του εν λόγω υπηρεσιακού οχήματος, να ισχυρίζεται ότι κινδύνεψε η ζωή του από τον τρόπο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω αναφορές του δεν αφορούν γεγονότα για τα οποία έχει ιδίαν γνώση, καθότι συνεπεία του σκοταδιού που επικρατούσε δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί κατά πόσο κινδύνεψε ή όχι ο ΜΚ
- Την ίδια δικαιολογία πρόταξε και αναφορικά με το κατά πόσο ο ΜΚ3 χρησιμοποίησε ή όχι κατά εκείνο το βράδυ το υπηρεσιακό του πιστόλι. Όταν ακριβώς του υπεδείχθη ότι ο ίδιος αναφερόμενος στις κινήσεις του ΜΚ2 περιορίζεται απλά στο να αναφέρει ότι ο τελευταίος έκαμε σήμα με αναμμένο φανό προς το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ώστε τούτος να το ακινητοποιήσει, ισχυρίστηκε ότι, συνεπεία του σκοταδιού που επικρατούσε, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο ΜΚ2 προέβη και σε χρήση του υπηρεσιακού του πιστολιού. Το ίδιο έπραξε και σχετικά με το κατά πόσο το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος κινήθηκε, το συγκεκριμένο βράδυ, καθ' οιονδήποτε τρόπο, προς το σημείο που ήταν ιστάμενος ο ΜΚ
- Ενώ η αρχική του θέση ήταν ότι το όχημα του Κατηγορουμένου, παρά το σήμα που του έγινε, συνέχισε να κινείται προς το μέρος τους και εν τέλει σταμάτησε, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, επικαλούμενος το σκοτάδι που επικρατούσε, ισχυρίστηκε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το εν λόγω όχημα κινήθηκε ειδικά προς το μέρος του ΜΚ2 και ότι η σχετική αναφορά του είναι το αποτέλεσμα των όσων του ανέφερε ο ΜΚ2 και όχι γεγονότων που υπέπεσαν στην αντίληψή του. Σε παρόμοιες υπεκφυγές και γενικά μη πειστικές προσπάθειές του να δικαιολογήσει κάποιες αναφορές του, προσέφυγε και αναφορικά με άλλα ζητήματα. Π.χ., στην κατάθεσή του αναφέρεται ρητά σε τραυματισμό του ΜΚ2 καθώς επίσης και στον τρόπο που τούτος προκλήθηκε. Όταν όμως στο στάδιο που κατέθετε διά ζώσης, του υπεδείχθη ότι με βάσει τα όσα ο ίδιος ισχυρίζεται δεν ήταν δυνατό να είχε ιδίαν αντίληψη ως προς το κατά πόσο τραυματίστηκε ή όχι ο ΜΚ2, ανάφερε το εξής: «από τα λεγόμενα του συναδέλφου λέει ότι εκείνος ανάφερε, ότι χτύπησε πάνω στο στύλλο της πόρτας. Εγώ δεν το είδα». Υπενθυμίζω φυσικά ότι, ο ΜΚ2, κατά τον ουσιώδη χρόνο, προωθούσε τη θέση ότι χτυπήθηκε από την ανοικτή πόρτα του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και όχι τον στύλλο του εν λόγω οχήματος. Ως προς δε τον τραυματισμό του, ισχυρίστηκε ότι τούτος προκλήθηκε τη στιγμή που προσπαθούσε να τραβήξει τον ΜΚ2 ώστε να αποφευχθεί ενδεχόμενος τραυματισμός του τελευταίου. Ήταν ακριβώς η θέση του ότι, τη στιγμή που προσπάθησε να τραβήξει τον ΜΚ2, έθεσε προφανώς το αριστερό του πόδι σε τέτοιο σημείο που το κινούμενο πλέον όχημα του Κατηγορούμενου πέρασε πάνω από το πέλμα του. Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός του συγκρούεται μετωπικά με τον άλλο σχετικό ισχυρισμό του προς τον ΜΚ4 (Δρ. Σάββα Σάββα). Υπενθυμίζω ότι, ως ο ΜΚ4 ανέφερε, και ο ΜΚ3, κατά την ιατρική του εξέταση, του ανέφερε ότι κτυπήθηκε από όχημα το οποίο κινήθηκε εσκεμμένα προς τον ίδιο με σκοπό να τον κτυπήσει. Ανεξάρτητα των πιο πάνω αντιφάσεων και γενικά αδυναμιών που παρουσιάζει η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 ιδωμένη έκαστη ανεξάρτητα, τούτη παρουσιάζει και ουσιώδεις αντιφάσεις αν εξεταστούν οι ισχυρισμοί του ενός, έναντι των σχετικών ισχυρισμών του άλλου. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τους ΜΚ2 και ΜΚ3, αμφότεροι έζησαν μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα τα ίδια γεγονότα. Παρά ταύτα, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους παρατήρησα τα ακόλουθα: (α) Ο ΜΚ2 περιγράφει το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ως μονοκάμπινο, ενώ ο ΜΚ3 ως διπλοκάμπινο. (β) Ο ΜΚ2 ισχυρίζεται ότι καθ' ον χρόνο διά αναμμένου φανού κάνει σήμα στο κινούμενο όχημα του Κατηγορούμενου, αναγκάζεται να κάνει χρήση του υπηρεσιακού του πιστολιού ώστε να αναχαιτίσει τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει συνεπεία επικείμενης πλήξης του από το όχημα του Κατηγορουμένου, το οποίο κινείται τη δεδομένη στιγμή απειλητικά προς αυτόν. Ο ΜΚ3 αναφέρεται μόνο σε χρήση αναμμένου φανού, χωρίς αναφορά σε χρήση πιστολιού. Επιπρόσθετα τοποθετεί τον ΜΚ2, τη δεδομένη στιγμή, σε χώρο αριστερά του υπηρεσιακού τους οχήματος, ενώ το όχημα του Κατηγορούμενου, ως κινούμενο και εν τέλει ακινητοποιημένο, στη δεξιά, σύμφωνα με την κατεύθυνση στην οποία κοίταζε, πλευρά του υπηρεσιακού τους οχήματος. (γ) Κατά τον ΜΚ2, αρχικά ο ΜΚ3 διενήργησε έρευνα στο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και μετά που περατώθηκε η έρευνα και δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο, ο ίδιος (ο ΜΚ2) ζήτησε και άρχισε να καταγράφει τα στοιχεία του Κατηγορουμένου και του ΜΥ
- Η επί του προκειμένου θέση του ΜΚ3 ήταν ότι η ενέργεια του ΜΚ2 να ζητήσει και να αρχίσει να λαμβάνει τα στοιχεία του Κατηγορουμένου και του ΜΥ1, γινόταν ταυτόχρονα με τη διενέργεια της έρευνας από αυτόν. (δ) Σύμφωνα με τον ΜΚ2, καθ' ον χρόνο τούτος συνομιλούσε με τον ΜΥ1, ο οποίος τη δεδομένη στιγμή, μαζί με τον Κατηγορούμενο βρισκόντουσαν καθήμενοι εντός του αυτοκινήτου, αναμένοντας να λάβει από αυτόν τα προσωπικά του στοιχεία, ο Κατηγορούμενος απρόσμενα και απότομα εκκίνησε το όχημα για να απομακρυνθεί από το σημείο. Ο ΜΚ3, επί του θέματος, ανέφερε ότι μόλις περάτωσε την έρευνά του, άμεσα, ο Κατηγορούμενος και ο ΜΥ1 εισήλθαν στο αυτοκίνητο και άμεσα εκκίνησαν και απομακρύνθηκαν από το σημείο. Η δε σχετική αναφορά του ήταν «με γρήγορες κινήσεις επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο και εκκίνησαν». (ε) Κατά τον ΜΚ2, μετά που επιτεύχθηκε η ακινητοποίηση του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, ενημέρωσε τούτον ότι σκοπεύει να διεξάγει έρευνα στο εν λόγω όχημα. Ο δε Κατηγορούμενος και ο συνοδηγός του, συμμορφούμενοι με την οδηγία του, αποβιβάστηκαν από το αυτοκίνητο ώστε να διενεργηθεί η ρηθείσα έρευνα. Κακίζει δε τον Κατηγορούμενο μόνο αναφορικά με το τραύμα που κατ' ισχυρισμό υπέστη συνεπεία της απότομης απομάκρυνσής τους από το σημείο. Στην ουσία, παρουσιάζει τούτους γενικά συνεργάσιμους και τονίζει ως μοναδικό μελανό σημείο τον τρόπο με τον οποίο εκκίνησε και απομάκρυνε το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Σχετική ήταν η εξής αναφορά του: «σε έτσι περιπτώσεις εγώ δεν καταγγέλλω, αλλά επειδή ένιωσα τόσο πόνο τζιαι τόσην απογοήτευσην, δηλαδή δεν είχαν κάτι, για το τίποτε έγινε αυτό, για το τίποτε τζιαι αναγκάστηκαν να πάω στο νοσοκομείο γιατί με χτύπησαν». Ο ΜΚ3, αναφερόμενος στις συνθήκες ακινητοποίησης και εν γένει αποβίβασης του Κατηγορουμένου και του ΜΥ1 από το όχημα, ανέφερε ότι τούτοι ήταν «διαμαρτυρόμενοι» και ζητούσαν συνεχώς εξηγήσεις αναφορικά με το λόγο που τους ζητείτο να διενεργηθεί η έρευνα. (στ) Ο ΜΚ2, αναφορικά με τους λόγους που αποφάσισε να κάνει σήμα στον Κατηγορούμενο, ώστε τούτος να ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε, ανέφερε ότι έπραξε τούτο καθότι ο τελευταίος οδηγούσε το όχημά του προβαίνοντας σε συγκεκριμένες μανούβρες και δη πότε δεξιά και πότε αριστερά εις τρόπον ακριβώς που θεώρησε τις εν λόγω κινήσεις του ως ύποπτες. Η επί του προκειμένου θέση του ΜΚ3, ως τούτη προκύπτει από το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, ήταν ότι πριν το σήμα του ΜΚ2, το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος κινείτο προς την κατεύθυνσή τους και ότι, οι οποιεσδήποτε μανούβρες διενεργήθηκαν από αυτό, τούτες έλαβαν χώρα ακριβώς πριν την ακινητοποίησή του παραπλεύρως του υπηρεσιακού τους οχήματος και τούτο, κατόπιν του σήματος του ΜΚ
- Ανεξάρτητα των πιο πάνω παρατηρήσεών μου, νιώθω την ανάγκη να σημειώσω και τα εξής. Αν πραγματικά, ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3 είχαν όντως τραυματιστεί με τον τρόπο που οι ίδιοι περιέγραψαν και ένιωθαν υπερβολικό πόνο, ως οι ίδιοι ισχυρίστηκαν, συνεπεία των τραυμάτων τους, αναμενόμενο θα ήταν ότι, τόσο η ΜΚ1 όσο και η ΜΚ5 να αναφερθούν κατά κάποιο τρόπο σ' αυτά, π.χ. σημειώνοντας προφανές πρόβλημα στη βάδιση του ΜΚ3, συνεπεία του σοβαρού και πολύ ισχυρού πόνου που ένιωθε στο πέλμα του. Όχι απλά δεν ανέφεραν οτιδήποτε σχετικό, αλλά η ΜΚ1, ένιωσε την ανάγκη να καταγράψει στην κατάθεσή της ότι ο ΜΚ2 και ο ΜΚ3 δεν έφεραν «οποιεσδήποτε εμφανείς κακώσεις». Ακόμα σημειώνω, ότι ενώ και οι δύο Θηροφύλακες, τόσο στην κατάθεσή τους στην αστυνομία, καθώς επίσης και με τις αναφορές τους στον ΜΚ4, όσο και κατά την κυρίως εξέτασή τους, προώθησαν τη θέση ότι τα τραύματά τους ήταν το αποτέλεσμα εσκεμμένης ενέργειας του Κατηγορούμενου ο οποίος, κατ' αυτούς οδήγησε το όχημα με σκοπό να τους τραυματίσει, στην αντεξέτασή τους, προώθησαν εντελώς διαφορετική θέση και δη ότι τα τραύματά τους προκλήθηκαν συνεπεία δικής τους ενέργειας με την οποία έθεσαν, ο ΜΚ2 το δεξί του χέρι (λόγω σχετικού τραβήγματος του ΜΚ3) και ο ΜΚ3 το αριστερό του πέλμα, σε τέτοιο σημείο που το κινούμενο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ήρθε σε επαφή με αυτά. Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου να παραθέσω άλλες αδυναμίες και/ή αντιφάσεις που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, είτε η κάθε μία ανεξάρτητα ιδωμένη, είτε σε συνάρτηση, τόσο μεταξύ τους όσο και με τη λοιπή ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, για να δικαιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την ποιότητά της. Είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι η μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3 αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα. Ως εκ τούτου, στο βαθμό που τούτη αμφισβητείται, απορρίπτεται. Όσον τώρα αφορά στον Κατηγορούμενο, σημειώνω ότι, αυτός δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να αποδείξει την αθωότητά του. Έχοντας δε υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, αυτό που στην πραγματικότητα μένει να εξεταστεί, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου, είναι το κατά πόσο τούτος προώθησε οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή έστω εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμούς, ώστε τούτοι, είτε από μόνοι τους, είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή ευρήματος ή συμπεράσματος ενοχής του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την εξέταση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, είναι ότι ελλείπει από αυτήν ένας τέτοιος ενοχοποιητικός ή έστω εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμός. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, από την πρώτη στιγμή, η Υπεράσπιση έθεσε ως μέρος της υπερασπιστικής της γραμμής την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα και δη την υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Και τούτο το προώθησε ως διαζευκτική υπεράσπιση υπό την έννοια ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι με οποιανδήποτε πράξη και/ή παράλειψή του προκάλεσε οποιαδήποτε σωματική βλάβη στον ΜΚ2 και/ή στον ΜΚ
- Φυσικά, η μη αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 καθιστά το ζήτημα της υπεράσπισης της αυτοάμυνας καθαρά ακαδημαϊκής πλέον σημασίας, αφού για να είναι δυνατή η εφαρμογή του, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος, διά πράξης του, προκάλεσε σωματική βλάβη στους Παραπονούμενους. Με την απόρριψη της μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ3, στην ουσία παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο, η αιτία που προκάλεσε τις σωματικές βλάβες που έφεραν τούτοι. Εν πάση όμως περιπτώσει, ούτε η Υπεράσπιση κατάφερε να με πείσει (χωρίς να ισχυρίζομαι καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι υπείχε μιας τέτοιας υποχρέωσης) ότι τα γεγονότα έγιναν ως τα περίγραψε, είτε ο Κατηγορούμενος, είτε ο ΜΥ
- Και τούτο συνεπεία των αντιφάσεων και γενικά αδυναμιών που παρουσιάζει τόσο η μαρτυρία του Κατηγορούμενου, αλλά πολύ περισσότερο αυτή του ΜΥ
- Ως προς τη συμπεριφορά που επέδειξε ο ΜΚ2 κατά το επίδικο περιστατικό, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου ήταν πολύ πιο πειστική από οποιανδήποτε άλλη σχετική ενώπιόν μου μαρτυρία. Δεν ήταν όμως τέτοιας ποιότητας που να νιώθω ασφαλής, επ' αυτής να προβώ σε σχετικά ευρήματα ή έστω συμπεράσματα. Ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, και η μαρτυρία που προσκόμισε η Υπεράσπιση, ως σύνολο ιδωμένη, παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις. Τούτες θα αναφερθούν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ
- Επαναλαμβάνω όμως, στο σημείο αυτό, ότι ανεξάρτητα της εντύπωσης που μου έκανε ο Κατηγορούμενος και γενικότερα της αξιοπιστίας του, τούτος δεν προώθησε κανένα ενοχοποιητικό ή έστω εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμό, ώστε να μπορούσε η μαρτυρία του, είτε από μόνη της, είτε σε συνάρτηση με την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία να οδηγούσε σε εύρημα ή έστω συμπέρασμα ενοχής του στο αδίκημα που αντιμετωπίζει. Ο ΜΥ1 μου έκανε αλγεινή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να προωθήσει ισχυρισμούς οι οποίοι κατά τη γνώμη του εξυπηρετούσαν τον Κατηγορούμενο, ανεξάρτητα αν τούτοι ήταν ψευδείς ή αληθινοί. Μοναδική έγνοια του ήταν η εξυπηρέτηση της φιλίας του με τον Κατηγορούμενο και όχι η διαφώτιση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα εκείνο το βράδυ. Κρίνω αχρείαστη τη λεπτομερή παράθεση των αντιφάσεων και γενικά των αδυναμιών που παρουσιάζει η μαρτυρία του. Σημειώνω απλά, επιγραμματικά, ότι σε πλείστα σημεία της διά ζώσης μαρτυρίας του άλλαζε συνεχώς θέσεις και προωθούσε συγκρουόμενους με προηγούμενούς του ισχυρισμούς, απλά γιατί τη δεδομένη στιγμή αντιλαμβανόταν το ανεδαφικό των αρχικών του θέσεων. Αξίζει απλά να σημειώσω ότι, η μαρτυρία του ΜΥ1 επί ουσιωδών θεμάτων, για τα οποία κατέθεσε ενόρκως και ο Κατηγορούμενος, συγκρούεται μετωπικά με αυτή του τελευταίου, καθιστώντας έτσι τη μαρτυρία, που προσκόμισε γενικά η Υπεράσπιση, ως ακροσφαλή υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων. Ως προς δε τις αντιφάσεις της μαρτυρίας του ΜΥ1, συγκρινόμενη τούτη με αυτήν του Κατηγορούμενου, σημειώνω τα εξής: (α) Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ο δρόμος εντός του οποίου αρχικά κινούντο και έπειτα ακινητοποιήθηκε το όχημα για να διενεργηθεί η έρευνα από τους ΜΚ2 και ΜΚ3, ήταν ασφαλτοστρωμένος δρόμος ο οποίος επεκτείνεται προς τα βόρεια, παραπλεύρως και παράλληλα του αυτοκινητόδρομου που οδηγεί προς το Ακάκι. Η επί του προκειμένου θέση του Κατηγορούμενου είναι ότι ο εν λόγω δρόμος είναι χωματόδρομος. (β) Ερωτηθείς ειδικά κατά πόσο ο εν λόγω δρόμος διέρχεται και μέσα από νεκρή ζώνη, απάντησε αρνητικά, τονίζοντας ακριβώς την προηγούμενη θέση του ότι τούτος επεκτείνεται δίπλα από τον αυτοκινητόδρομο. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο μέρος του δρόμου εντός του οποίου κινούντο το συγκεκριμένο βράδυ, διέρχετο και μέσω της νεκρής ζώνης. (γ) Ερωτηθείς ειδικά ο ΜΥ1 ως προς το κατά πόσο στη συγκεκριμένη περιοχή υπήρχαν χωράφια, απάντησε και πάλι με απόλυτο τρόπο αρνητικά. Κατά τον Κατηγορούμενο ο δρόμος τούτος διέσχιζε χωράφια. (δ) Ως προς το γιατί ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε, ανέφερε ότι το έπραξε γιατί ο ΜΚ2 «Μας ένεψε να σταματήσουμε». Σημειώνω φυσικά ότι, μετέπειτα, άλλαξε τη θέση του και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο ΜΚ2 έκανε οποιοδήποτε σήμα προς αυτούς με σκοπό να ακινητοποιήσουν το όχημα στο οποίο επέβαιναν. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο λόγος που ακινητοποίησε το όχημα που οδηγούσε ήταν γιατί, το ακινητοποιημένο υπηρεσιακό όχημα των ΜΚ2 και ΜΚ3, ενοχλούσε τη διέλευσή τους, καθώς επίσης και από περιέργεια ως προς το ποια ήταν τα εν λόγω πρόσωπα που τη δεδομένη στιγμή βρίσκονταν στο σημείο. (ε) Ως προς τη στιγμή που ακινητοποίησε ο Κατηγορούμενος το όχημα στο οποίο επέβαιναν, ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ2 άρχισε να φωνάζει «έλεγχος, έλεγχος, έλεγχος». Η επί του προκειμένου θέση του Κατηγορουμένου ήταν ότι ο ΜΚ2 του ανέφερε «εν να σε παίξω, εν να σε παίξω, είμαι της Θήρας, κατέβα κάτω». (στ) Αναφορικά με το λόγο που μετά την έρευνα, τόσο ο ίδιος όσο και ο Κατηγορούμενος εισήλθαν στο όχημα που οδηγούσε ο τελευταίος, ισχυρίστηκε ότι έπραξαν τοιουτοτρόπως, καθότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 τους είπαν να εισέλθουν σ' αυτό. Ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που εισήλθαν στο όχημα ήταν γιατί η έρευνα είχε περατωθεί και δεν είχαν κανένα λόγο να παραμείνουν στο χώρο. (ζ) Ως προς το ποιοι διενήργησαν έρευνα στο όχημα στο οποίο επέβαινε το εν λόγω βράδυ, ισχυρίστηκε ότι τούτη διενεργήθηκε και από τους δύο Θηροφύλακες. Η επί του εν λόγω ζητήματος θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι, έρευνα στο όχημα διενήργησε μόνο ο ΜΚ
- (η) Σε σχέση με το λόγο που ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να εκκινήσει το όχημα και να απομακρυνθούν από το σημείο, ισχυρίστηκε ότι τούτο έγινε κατόπιν σχετικής αναφοράς των Θηροφυλάκων οι οποίοι τους ανέφεραν ότι μπορούν να εγκαταλείψουν το χώρο. Η δε θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι, μόλις εισήλθε στο όχημά του, απευθύνθηκε προς τους Θηροφύλακες και τους ανέφερε ότι σκοπεύει να τους καταγγείλει για παράνομη χρήση του υπηρεσιακού πιστολιού από τον ΜΚ2 και ότι ο τελευταίος κάνοντας εκ νέου χρήση του πιστολιού στρέφοντάς το προς το κεφάλι του, του φώναξε «αν φύεις εν να σε παίξω». Συνεπεία της τελευταίας αυτής αντίδρασης του ΜΚ2, τρόμαξε και εκκίνησε το όχημα και εγκατέλειψε το χώρο. (θ) Κατά τον ΜΥ1, ο ΜΚ3, έλαβε από αυτόν τα στοιχεία του και ο ΜΚ2 έλαβε τα στοιχεία του Κατηγορουμένου. Κατά τον Κατηγορούμενο, προσωπικά στοιχεία τους εκείνο το βράδυ, έλαβε μόνο ο ΜΚ
- (ι) Σύμφωνα με τον ΜΥ1, ο ΜΚ3, τη στιγμή που εισήλθαν στο αυτοκίνητο με τον Κατηγορούμενο και εκκίνησαν για να απομακρυνθούν από το σημείο, βρισκόταν μπροστά από το όχημα στο οποίο επέβαινε και ενημέρωνε τον ΜΚ2 για τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω οχήματος ώστε ο τελευταίος να τους καταγράψει. Κατά τον Κατηγορούμενο, τη στιγμή που εισήλθε στο όχημα και εκκίνησε, τόσο ο ΜΚ2 όσο και ο ΜΚ3 βρίσκονταν δεξιά του ρηθέντος οχήματος σε μια απόσταση 1-2 μέτρα. (ια) Τέλος, και πάντα σε σχέση με τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1, πριν ο Κατηγορούμενος οδηγήσει το όχημα στο οποίο επέβαιναν για να εγκαταλείψει το σημείο, έλεγξε, τόσο προς τα αριστερά, όσο και προς τα δεξιά, για να βεβαιωθεί ότι δεν θα προκαλέσει ζημιά στον οποιονδήποτε. Ο Κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ότι μόλις άκουσε τον ΜΚ2 να εκστομίζει τη φράση «αν φύεις εν να σε παίξω», τρόμαξε και με μοναδικό γνώμονα να γλυτώσει από τον κίνδυνο να τραυματιστεί από ενδεχόμενα πυρά του ΜΚ2, οδήγησε το όχημα και απομακρύνθηκε από το σημείο. Πέραν των πιο πάνω αντιφάσεων που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΥ1, συγκρινόμενη με τη σχετική μαρτυρία του Κατηγορούμενου, ως ανάφερα και ανωτέρω, η μαρτυρία του παρουσιάζει αντιφάσεις και συγκρινόμενη με δικούς του άλλους ισχυρισμούς. Επίσης, σε κάποια σημεία της, συγκρούεται και με την κοινή λογική. Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου να σημειώσω με κάθε λεπτομέρεια τις σχετικές αναφορές του. Φτάνει να αναφέρω ότι σε τουλάχιστον τέσσερεις περιπτώσεις, επί ουσιαστικών θεμάτων και δη θεμάτων που άπτοντο των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα για να απομακρυνθούν από το σημείο, στη διά ζώσης μαρτυρία του, προώθησε ισχυρισμούς μετωπικά συγκρουόμενους με τους σχετικούς ισχυρισμούς του ως τούτοι αναφέρονται στην κατάθεση που του λήφθηκε στα πλαίσια των ανακρίσεων. Τόσο έκδηλη ήταν η προσπάθειά του να προωθήσει ισχυρισμούς που κατά τη γνώμη του βοηθούσαν τον Κατηγορούμενο, που έφτασε στο σημείο να ισχυριστεί ότι ο Κατηγορούμενος, τόσο κατά την εκκίνηση όσο και κατά την απομάκρυνσή τους από το σημείο, ενήργησε με φυσιολογικό τρόπο, χωρίς να βιάζεται και χωρίς απότομες κινήσεις. Υπενθυμίζω όμως ότι σύμφωνα, τόσο με τη θέση του Κατηγορούμενου όσο και του ιδίου (σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του), ο λόγος που ο Κατηγορούμενος εγκατέλειψε το σημείο ήταν γιατί τη δεδομένη στιγμή ο ΜΚ2 τον σημάδευε με το υπηρεσιακό του πιστόλι στο κεφάλι και προκάλεσε σ' αυτούς τρόμο και την αντίληψη ότι εποικείτο σοβαρότατος κίνδυνος να τους πλήξει με πυρά. Τόσο τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου όσο και αυτή του ΜΥ1 την απορρίπτω. Ευρήματα Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιόν μου τεθείσας μαρτυρίας και με δεδομένη την κρίση μου ότι ο Κατηγορούμενος δεν προώθησε, είτε με τη μαρτυρία του, είτε με τη μαρτυρία του ΜΥ1, οποιονδήποτε ενοχοποιητικό γι' αυτόν ισχυρισμό ή έστω ισχυρισμό εναντίον των συμφερόντων του, κρίνω ότι αδυνατώ επί της εν τέλει αποδεκτής μαρτυρίας, να καταλήξω, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε οποιαδήποτε ευρήματα ή έστω συμπεράσματα αναφορικά με τα ενώπιόν μου επίδικα γεγονότα. Παρέμεινε στην ουσία άγνωστο, κατά πόσο τα τραύματα που έφεραν οι ΜΚ2 και ΜΚ3, προκλήθηκαν όντως από πράξη και/ή παράλειψη του Κατηγορούμενου, και αν ναι, υπό τέτοιες συνθήκες που να καθιστούν την εν λόγω ενέργεια και/ή παράλειψή του, αξιόποινη. Και τούτο γιατί, από τη στιγμή που η Υπεράσπιση της αυτοάμυνας, προωθήθηκε από τον Κατηγορούμενο, τόσο μέσω της κατάθεσής του, όσο και δια σχετικών υποβολών προς τους ΜΚ2 και ΜΚ3, αποτελούσε πλέον υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να προσκομίσει μαρτυρία που να καταρρίπτει την εν λόγω Υπεράσπιση (βλ. Οριάνα Γιάλλουρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320, Mohamed Shahin Ηaisan Fawzy v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266, R v. Julien [1969] 2 All ER 856, Palmer v. Reginam [1971] 1 All ER 1088 και R v. Mclnnes [1971] 3 All ER 295). Η μόνη, όμως, σχετική με το επίδικο αυτό θέμα μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, έχει απορριφθεί. Κατάληξη Με δεδομένο ότι μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι και η, διά της πράξης και/ή παράλειψής του, πρόκληση σωματικής βλάβης στους Παραπονούμενους και τούτο νοουμένου ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα, και με δεδομένο ότι η μοναδική μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη των μόλις πιο πάνω, προερχόταν από τους ΜΚ2 και ΜΚ3, των οποίων η μαρτυρία απερρίφθη, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορούμενου και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο