Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ADNAN MAJENTOUN, Αρ. Υπόθεσης: 32447/14, 28/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32447/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν -
- ADNAN MAJENTOUN
- RAYED ALTOBAY Κατηγορούμενοι ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Μαΐου 2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Αλ. Σιαπανή Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Π. Πετράκης Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες ---------------------------------------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν από κοινού τις κατηγορίες 1, 3, 4, 5, 11, 14, 27, 29, 33, 36, 43, 45, 46, 50 και
- Πρόκειται στην ουσία, για μια κατηγορία συνωμοσίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος (βλ. κατηγορία 1) και 14 κατηγορίες ψευδών παραστάσεων, με διαφορετικό Παραπονούμενο σε κάθε κατηγορία (βλ. λοιπές κατηγορίες). Αρχικά οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν και άλλες κατηγορίες, οι οποίες όμως διεκόπησαν κατόπιν εντολής του Γενικού Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα οι Κατηγορούμενοι να απαλλαγούν από αυτές. Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν ενοχή στις εναντίον τους κατηγορίες, οπότε και διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκαν και έδωσαν δια ζώσης μαρτυρία δεκαεννέα Μάρτυρες Κατηγορίας, εκ των οποίων, οι πέντε είναι μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και οι δεκατέσσερεις, παρουσιάστηκαν ως Παραπονούμενοι (ο κάθε ένας, για μια κατηγορία) αναφορικά με τις 14 κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα των ψευδών παραστάσεων. Μετά το πέρας της παράθεσης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ο συνήγορος Υπεράσπισης, επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως αθωώσει και τους δύο Κατηγορούμενους από το στάδιο αυτό. Η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, στην ουσία, ήταν ότι, το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό έστω και αντικειμενικά θεωρούμενο στο παρόν στάδιο, και όχι υποκειμενικά αξιολογούμενο, δεν είναι ικανό να αποδείξει, στον απαραίτητο βαθμό που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Ήταν βασικό επιχείρημα του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν πρέπει να εξεταστεί μεμονωμένα αλλά συνολικά και ότι αν γίνει τούτο, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει ότι η ενώπιόν του μαρτυρία δεν αποδεικνύει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Τόνισε ιδιαίτερα ότι, η Κατηγορούσα Αρχή, δεν οφείλει απλά να αποδείξει ότι οι Κατηγορούμενοι προέβηκαν σε κάποια ψευδή δήλωση, αλλά ότι έπραξαν τούτο με σκοπό να καταδολιεύσουν τον εκάστοτε Παραπονούμενο και ότι, ο εν λόγω Παραπονούμενος, επηρεαζόμενος από την εν λόγω παράσταση, πείσθηκε να αποξενωθεί της περιουσίας του. Επί τούτου, σημείωσε ο συνήγορος Υπεράσπισης, αν το Δικαστήριο εξετάσει την ενώπιόν του μαρτυρία συνολικά, θα καταλήξει ότι όλοι οι Παραπονούμενοι που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επηρεάστηκαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από τις οποιεσδήποτε παραστάσεις αποδίδονται στους Κατηγορούμενους, αλλά και ότι οι παραστάσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των 14 αδικημάτων των ψευδών παραστάσεων, είναι διαφορετικές από τις όποιες παραστάσεις αποδίδονται στους Κατηγορούμενους από τους ίδιους τους Παραπονούμενους. Σημείωσε ακόμα, ότι αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, σύμφωνα με το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, τούτος σε καμία περίπτωση δεν οικειοποιήθηκε και/ή απέσπασε οποιαδήποτε χρήματα από τους Παραπονούμενους, μιας, και όπως εξάλλου αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών, τα οποιαδήποτε χρήματα είχε στην κατοχή του, ως εισπραχθέντα από τους Παραπονούμενους, όλα παραδόθηκαν από τον ίδιο στον Κατηγορούμενο 1. Ο συνήγορος Υπεράσπισης παρέπεμψε, με τη λεπτομερή αγόρευσή του, σε διάφορα σημεία της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας προς υποστήριξη όλων των θέσεων που προώθησε. Στην αντίπερα όχθη, ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι, όλα τα θέματα που εγείρονται από την Υπεράσπιση, αφορούν σε κρίσεις οι οποίες ενδεχομένως να προκύψουν μόνο κατόπιν υποκειμενικής αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και εισηγήθηκε ότι, ως έχει το μαρτυρικό υλικό και πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενο, επαρκεί για να κληθούν οι Κατηγορούμενοι σε απολογία και στις δεκαπέντε κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υποδηλώνει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης και αν από αυτή απαιτείται η κλήση του Κατηγορούμενου σε υπεράσπιση, τότε θα πρέπει να κληθεί. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Απαλλαγή Κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο δικαιολογείται μόνο όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος και/ή όταν η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Το κριτήριο για σκοπούς ελέγχου ενός τέτοιου αιτήματος είναι πάντοτε αντικειμενικό, δηλαδή το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε αντικειμενική θεώρηση της (βλ. Azinas and another v. Police
(1981)2 CLR 9, Re In Κάκος
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στ. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2003 σχετικά με την αρχή του εκ πρώτης όψεως αναφέρονται τα ακόλουθα: «With some hesitancy, the following propositions are advanced as representing the position that has now been reached on determining submissions of no case to answer: (
- a)If there is no evidence to prove an essential element of the offence a submission must obviously succeed. (
- b)If there is some evidence which - taken at face value - establishes each essential element, then the case should normally be left to the jury. The judge does, however, have a residual duty to consider whether the evidence is inherently weak or tenuous. If it is so weak that no reasonable jury properly directed could convict on it, then a submission should be upheld. Weakness may arise from the sheer improbability of what the witness is saying, from internal inconsistencies in the evidence or from its being of a type which the accumulated experience of the courts has shown to be of doubtful value (especially in identification evidence cases, which are considered in D14.28). (
- c)The question of whether a witness is lying is nearly always one for the jury, but there may be exceptional cases (such as Shippey) where the inconsistencies (where in the witness´s evidence viewed by itself or between him and other prosecution witnesses) are so great that any reasonable tribunal would be forced to the conclusion that the witness is untruthful. In such a case (and in the absence of other evidence capable of founding a case) the judge should withdraw the case form the jury.» Τα πιο πάνω αναφερόμενα αφορούν παρατηρήσεις και σχολιασμό από τον συγγραφέα, της αγγλικής υπόθεσης Galbraith
(1981)1 WLR 1039 της οποίας το σκεπτικό επιδοκιμάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην υπόθεση Azinas (ανωτέρω). Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9, αναφέρθηκε ότι: «Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορούμενου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.[1] ............................. Στην υπόθεση R. v. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή.». Έχοντας υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων, τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές αλλά και το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενο, είμαι της γνώμης ότι, ο Κατηγορούμενος 2 δεν πρέπει να κληθεί σε απολογία στις κατηγορίες 4, 5, 11, 14, 27, 29, 33, 45, 50 και
- Και τούτο γιατί, από την όλη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, αφενός, καμία παράσταση δεν αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 2 σε σχέση με τις πλείστες από τις εν λόγω κατηγορίες και αφετέρου, σε σχέση με τις λοιπές εκ των εν λόγω κατηγοριών, οι οποιεσδήποτε παραστάσεις αποδίδονται στον Κατηγορούμενο 2, αφορούν σε παραστάσεις οι οποίες έπονται χρονικά, είτε της απόκτησης των χρημάτων, είτε της απόφασης των Παραπονουμένων να αποξενωθούν τούτων. Αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών, θέση με την οποία συμφωνώ απόλυτα, η οποία εξάλλου προκύπτει αβίαστα και από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος των ψευδών παραστάσεων, είναι και τα ακόλουθα: (α) ότι, η οποιαδήποτε ψευδής παράσταση αποδίδεται σε έναν Κατηγορούμενο, τούτη έλαβε χώρα σε χρόνο πριν και/ή κατά τη στιγμή της απόκτησης της περιουσίας από τον Παραπονούμενο και όχι σε χρόνο μεταγενέστερο τούτης (σχετικές είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα) και (β) ότι, η εν λόγω ψευδής παράσταση, αποτέλεσε το λόγο και/ή μέρος των λόγων που οδήγησαν τον Παραπονούμενο στο να πεισθεί να αποξενωθεί της περιουσίας του. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή σχετικά με τις πιο πάνω κατηγορίες, στο απόγειο της αποδεικτικής της αξίας, ως τούτη εξετάζεται στο παρόν στάδιο, δεν είναι ικανή και/ή καλύτερα δεν επαρκεί για να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή τα μόλις πιο πάνω παρατιθέμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος των ψευδών παραστάσεων, αναφορικά με τις πιο πάνω 10 κατηγορίες, σε σχέση με τον Κατηγορούμενο
- Όσον τώρα αφορά στις λοιπές κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, αλλά και όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, είμαι της γνώμης ότι, το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό, πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενο, επαρκεί για να αποτελέσει τη βάση για να κληθούν σε απολογία οι δύο Κατηγορούμενοι. Επί του προκειμένου, κρίνω ότι όλα τα θέματα που ήγειρε η Υπεράσπιση για σκοπούς εξέτασης στο παρόν στάδιο, δεν είναι τέτοια που να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για έκδοση αθωωτικής απόφασης των Κατηγορουμένων, κατόπιν αντικειμενικής και μόνον θεώρησης του μαρτυρικού υλικού. Και τούτο γιατί, τα όσα εισηγείται η Υπεράσπιση και έχοντας υπόψη τους ενώπιον μου ισχυρισμούς των Παραπονούμενων, μόνο κατόπιν συμπερασμάτων είναι ενδεχομένως δυνατόν να προκύψουν και τούτο, μόνο κατόπιν υποκειμενικής αξιολόγησης θα ήταν δυνατόν να εξεταστεί. Αξίζει απλά να σημειώσω, και τούτο όχι εξαντλητικά, ότι μέρος των αποδιδόμενων (με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών) στους Κατηγορούμενους, ψευδών παραστάσεων, είναι και η υπόσχεση να βοηθήσουν τους Παραπονούμενους να ταξιδέψουν, έναντι αμοιβής, με πλοίο από την Κύπρο σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, για το οποίο κατέβαλαν προς τον Κατηγορούμενο 1 (σε κάποιες περιπτώσεις μέσω του Κατηγορουμένου 2) εν όλω ή εν μέρει, το ανάλογο χρηματικό αντίτιμο και ότι εν τέλει, αφενός το ταξίδι δεν πραγματοποιήθηκε και αφετέρου τα χρήματα που κατέβαλαν οι Παραπονούμενοι δεν επεστράφησαν και/ή δεν επιστράφησαν εξ ολοκλήρου, σ΄ αυτούς. Όσον τώρα αφορά στο αδίκημα της 1ης κατηγορίας, αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών, και τούτο εξάγεται και από το ενώπιόν μου μαρτυρικό υλικό ότι, ο 1ος Κατηγορούμενος, συμφώνησε με τρίτο πρόσωπο, όπως διοργανώσει ταξίδια από Κύπρο προς Ιταλία, έναντι χρηματικού αντιτίμου και ο 2ος Κατηγορούμενος, συμφώνησε με τον πρώτο, όπως, σε κάποιες περιπτώσεις, εισπράττει (για λογαριασμό του 1ου Κατηγορούμενου), από τα πρόσωπα που θα επιθυμούσαν να μεταβούν στην Ιταλία, το αντίτιμο, για το ταξίδι που θα έκαναν. Εκείνο που στην ουσία εισηγείται η Υπεράσπιση, και επί του οποίου βάσισε όλα τα επιχειρήματά της, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε με τη μαρτυρία που προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου, να αποδείξει ότι οι Κατηγορούμενοι ενεργούσαν με την απαραίτητη ένοχη νοητική κατάσταση (mens rea), ώστε να κληθούν σε απολογία. Όπως όμως εξήγησα και ανωτέρω, κρίση επί αυτού του θέματος, είναι δυνατόν να σχηματιστεί μόνο κατόπιν υποκειμενικής αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας και όχι με αντικειμενική θεώρησή της και τούτο γιατί, με τους ισχυρισμούς τους οι Παραπονούμενοι, αποδίδουν στους Κατηγορούμενους, την απαραίτητη ένοχη σκέψη. Ως εκ τούτου ο 2ος Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 4, 5, 11, 14, 27, 29, 33, 45, 50 και 51 από αυτό το στάδιο. Όσον τώρα αφορά στις κατηγορίες 1, 3, 36, 43 και 46, για το 2ο Κατηγορούμενο αλλά και όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος, αμφότεροι, κρίνονται εκ πρώτης όψεως ένοχοι σε αυτές. (Επεξηγούνται τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων 1 και 2, αναφορικά με την κλήση τους σε απολογία στις πιο πάνω κατηγορίες). (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ [1] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο