← Κύπρος

ANDREAS SOPHOCLEOUS & SONS LIMITED ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1984/13, 28/1/2015

ANDREAS SOPHOCLEOUS & SONS LIMITED ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1984/13, 28/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1984/13 Μεταξύ: ANDREAS SOPHOCLEOUS & SONS LIMITED Κατηγόρων v.

  1. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΠΟΛΥΣ ΚΟΥΡΟΥΣΙΔΗΣ
  3. ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΥΛΑΚΤΟΥ
  4. ΜΑΡΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
  5. ΣΥΜΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ
  6. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ
  7. ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Σ. Νεοκλέους Για τους Κατηγορούμενους 1 : κ. Μ. Παναγιώτου Για τον Κατηγορούμενο 7 : κ. Γ. Γεωργίου μαζί με κ. Ν. Τσαρδελλή Κατηγορούμενος 7 : παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν απόρριψης αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής για περαιτέρω αναβολή της Ακρόασης της υπόθεσης και επειδή η κατηγορούσα αρχή δεν είχε στη διάθεση της άλλο μάρτυρα για να καταθέσει, το Δικαστήριο θεωρώντας περατωθείσα την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής και με δεδομένο ότι υπήρχε ήδη μαρτυρία ενώπιον του, κάλεσε τις πλευρές να αγορεύσουν για το κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορούμενων 1 και 7 εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τους κατηγορούμενους από το στάδιο αυτό, ενώ αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την κατηγορούσα αρχή. Τα όσα ανέφεραν όλες οι πλευρές για υποστήριξη των θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: " Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας ". ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ - ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 7 αντιμετωπίζουν σημειώνω συνολικά 16 κατηγορίες οι οποίες όμως παρατηρώ από μελέτη του κατηγορητηρίου ότι περιστρέφονται όλες γύρω από τα ίδια γεγονότα και την ισχυριζόμενη έκδοση των δύο επιταγών οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 2 και 3. Πιο συγκεκριμένα: Κατηγορίες εναντίον κατηγορούμενων 1 (α) Σύμφωνα με τις κατηγορίες 1 και 9, κατηγορούνται ότι εξέδωσαν δύο
(2)επιταγές (τεκμήρια 2 και 3) χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. (β) Σύμφωνα με τις κατηγορίες 3 και 11, κατηγορούνται ότι εξασφάλισαν αγαθά με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Δηλαδή με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασαν από τους παραπονούμενους εμπορεύματα και ή υπηρεσίες της αξίας των εν λόγω δύο επιταγών ήτοι εξέδωσαν τις εν λόγω δύο επιταγές και ψευδώς προσποιήθηκαν ότι οι επιταγές ήταν καλές για εξαργύρωση ενώ γνώριζαν στην πραγματικότητα ότι δεν θα εξαργυρώνονταν από την Τράπεζα. (γ) Σύμφωνα με τις κατηγορίες 5 και 13, κατηγορούνται ότι εξασφάλισαν αποδοχή αξιόγραφων δηλαδή των εν λόγω δύο επιταγών με δόλο και ή ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  3. Δηλαδή με δόλο και ή ψευδείς παραστάσεις έπεισαν και ή παρότρυναν και ή παρακίνησαν τους παραπονούμενους να αποδεχθούν τις επιταγές πιο πάνω δηλώνοντας και ή παριστάνοντας προς τους παραπονούμενους πως οι επιταγές ήταν καλές προς εξαργύρωση ενώ γνώριζαν στην πραγματικότητα ότι δεν θα εξαργυρώνονταν από την Τράπεζα. (δ) Σύμφωνα με τις κατηγορίες 7 και 15, κατηγορούνται ότι εξασφάλισαν πίστωση με ψευδείς παραστάσεις και ή δόλο κατά παράβαση του άρθρου 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Δηλαδή με ψευδείς παραστάσεις και ή δόλο εξασφάλισαν πίστωση για το ποσό που αφορούν οι δύο επιταγές από τους παραπονούμενους, δηλαδή εξέδωσαν τις εν λόγω δύο επιταγές δηλώνοντας και ή παριστάνοντας προς τους παραπονούμενους πως οι επιταγές ήταν καλές για εξαργύρωση ενώ γνώριζαν ότι θα ελάμβαναν πίστωση για τις εν λόγω επιταγές και πως στην πραγματικότητα οι εν λόγω επιταγές δεν θα εξαργυρώνονταν από την Τράπεζα. Κατηγορίες εναντίον κατηγορούμενου 7 Ο κατηγορούμενος 7 κατηγορείται εις όλες τις υπόλοιπες 8 κατηγορίες (2, 4, 6, 8, 10, 12, 14 και 16) ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και ή ως εξουσιοδοτημένος υπογραφέας και ή ως άτομο που ελέγχει και ή διαχειρίζεται τα οικονομικά και ή τους τραπεζικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων 1, παρείχε συνδρομή και ή παρακίνησε τους κατηγορούμενους 1 στη διάπραξη των αναφερομένων πιο πάνω αδικημάτων, κατά παράβαση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων του Ποινικού Κώδικα που αφορούν τα αδικήματα πιο πάνω ανάλογα. Σημειώνεται εδώ προκειμένου να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι τις ίδιες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 7 πιο πάνω, όπως εμφαίνεται στο κατηγορητήριο, αντιμετώπιζαν αρχικά και οι κατηγορούμενοι 2-6 οι οποίοι όμως έχουν απαλλαγεί των κατηγοριών σε προηγούμενες δικασίμους κατόπιν απόσυρσης της υπόθεσης εναντίον τους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες. Περαιτέρω έγιναν παραδεκτά γεγονότα που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και κατατέθηκαν 5 τεκμήρια. Τα Παραδεκτά Γεγονότα Οι κατηγορούμενοι 1 είναι δημόσια εταιρεία, εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και συνεχίζει να υφίσταται υπό διαχείριση δια ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης από τις 31/12/
  5. Οι παραπονούμενοι είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη. Ο κατηγορούμενος 7 είναι ένας εκ των διευθυντών των κατηγορούμενων
  6. ΜΚ1 Χρίστος Σοφοκλέους Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι είναι ένας εκ των διευθυντών των παραπονούμενων, οι οποίοι για πάρα πολλά χρόνια είχαν συνεργασία με τους κατηγορούμενους
  7. Συγκεκριμένα με βάση παραγγελίες των κατηγορούμενων 1 οι παραπονούμενοι πωλούσαν στους τελευταίους εμπορεύματα επί πιστώσει. Στα πλαίσια δε της συνεργασίας τους αυτής και προς το σκοπό πληρωμής εμπορευμάτων οι κατηγορούμενοι 1, δια του κατηγορούμενου 7, εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές τεκμήρια 2 και 3 κατά ή περί τις 15/12/12 και 24/12/12 αντίστοιχα, οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων των κατηγορούμενων 1 ή λόγω παγοποίησης του λογαριασμού ΚΑΠ και παρέμειναν απλήρωτες. Οι κατηγορούμενοι εξακολουθούν να οφείλουν τα ποσά των επιταγών μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια ανέφερε ότι γνωρίζει ότι εκδότης των επιταγών είναι ο κατηγορούμενος
  8. Μετά την επιστροφή των επιταγών έγινε συνάντηση με τους κατηγορούμενους στην παρουσία μελών της εταιρείας των κατηγορούμενων 1 και των λογιστών τους και μίλησαν για την κατάσταση γενικότερα. Η συνάντηση δεν επικεντρώθηκε στις επιταγές, για τις οποίες δεν ελέχθη κάτι συγκεκριμένο, αλλά στο πως θα συνέχιζε η συνεργασία τους βάση των νέων δεδομένων. Οι ίδιοι αρνήθηκαν όμως την συνέχιση της συνεργασίας αν δεν διευθετείτο προηγουμένως η συγκεκριμένη εκκρεμότητα. Πέραν των επιταγών υπάρχουν και άλλα ποσά που οφείλονται στην εταιρεία τους. Οι επιταγές παραλήφθηκαν από υπάλληλο της εταιρείας τους επ' ονόματι Νίκος ο οποίος όμως δεν εργάζεται μαζί τους σήμερα. Από τα στοιχεία που έχει στα δελτία αποδείξεων που εκδίδει η εταιρεία τους μετά την παραλαβή επιταγών η επιταγή τεκμ.2 παραλήφθηκε στις 28/09/12 και η επιταγή τεκμ.3 στις 25/10/
  9. Συνήθως η επικοινωνία με τους κατηγορούμενους 1 γινόταν τηλεφωνικώς με ανθρώπους της εταιρείας αυτής. Ήταν δύσκολη η επικοινωνία με τον ίδιο τον κατηγορούμενο
  10. Τα μέλη της εταιρείας με τα οποία μιλούσαν τους έλεγαν πάντοτε ότι θα έπρεπε να διαβουλευτούν με τον εκτελεστικό της εταιρείας που είναι ο κατηγορούμενος 7, ειδικά μετά που ξεκίνησαν τα προβλήματα με τις επιταγές. Τέλος, αναφέρθηκε σε κάποια προβλήματα που αντιμετώπισαν με άλλες επιταγές που τους δόθηκαν αλλά και γενικότερα, στην εξέλιξη και βεβαίως στο τέλος της συνεργασίας τους με τους κατηγορούμενους. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η τελευταία παράδοση προϊόντων προς τους κατηγορούμενους 1 έγινε στις 28/11/
  11. Κάποιες άλλες επιταγές που εκδόθηκαν προηγουμένως, όχι οι επίδικες, με δυσκολία όπως εξήγησε εξαργυρώθηκαν. Στο μεσοδιάστημα όμως μέχρι την διευθέτηση τους το χρέος των κατηγορούμενων 1 ανέβηκε σε τεράστια επίπεδα. Σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές ανέφερε ότι παραλήφθηκαν μετά που το λογιστήριο των κατηγορούμενων 1 τους ενημέρωσε ότι έχουν τις επιταγές και να περάσουν να τις πάρουν. Προηγήθηκαν δικά τους τηλεφωνήματα για το θέμα αυτό. Δεν γνωρίζει όμως πότε εκδόθηκαν οι επιταγές από την εταιρεία. ΜΚ2 Γιαννούλα Σοφοκλίδου Η μάρτυρας αυτή εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Όπως ανέφερε εργάζεται στην τράπεζα αυτή από τον Αύγουστο του 2013 οπότε συνέβησαν τα γεγονότα με τη Λαϊκή Τράπεζα όπου εργαζόταν προηγουμένως από το
  12. Γνωρίζει μόνον ότι η εταιρεία των κατηγορούμενων 1 διατηρούσε λογαριασμό στην τράπεζα όπου εργάζεται. Δεν γνωρίζει ανέφερε τον αριθμό του λογαριασμού και δεν είναι ούτε ήταν ποτέ η αρμόδια υπάλληλος της τράπεζας που χειρίζεται τον λογαριασμό αυτό. Γενικότερα ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε αναφορικά με τον λογαριασμό αυτό ή τις επίδικες επιταγές. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 1 και 9 - Κατηγορούμενοι 1 (έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154). Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. » Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Διεξήλθα με προσοχή την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή και διαπιστώνω κατ' αρχήν ότι δεν έχει αποδειχθεί η έκδοση των επιταγών από τους κατηγορούμενους 1 αφού δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιαστικά καμία μαρτυρία για το ποιος συμπλήρωσε και υπέγραψε τις επιταγές εκ μέρους των κατηγορουμένων 1, τι σχέση είχε το πρόσωπο αυτό με τους κατηγορούμενους 1, αλλά και πότε και κάτω από ποιες συνθήκες εκδόθηκαν οι επιταγές. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι άγνωστα στο Δικαστήριο και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι οι επιταγές εκδόθηκαν από τους κατηγορούμενους 1. Αναφέρεται εδώ ότι ο ΜΚ1 το μόνον που ανέφερε επί του θέματος είναι πως γνωρίζει ότι εκδότης των επιταγών είναι ο κατηγορούμενος 7 και ότι οι επιταγές τεκμ.2 & 3 παραλήφθηκαν στις 28/09/12 και 25/10/12 αντίστοιχα. Βεβαίως αυτό που πρέπει κατ' αρχήν να σημειωθεί εδώ είναι πως εκδότης των επίδικων επιταγών δεν θα μπορούσε να είναι ο κατηγορούμενος 7 αλλά οι κατηγορούμενοι 1 (βλ. Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261), ενώ δεν έχει αποδειχθεί οιαδήποτε εμπλοκή του κατηγορούμενου 7 που όπως δηλώθηκε είναι ένας εκ των διευθυντών των κατηγορούμενων 1 στην έκδοση των επίδικων επιταγών. Ούτε σημειώνω η γενική αναφορά του ΜΚ1 στην γραπτή του δήλωση σε έκδοση των επιταγών δια του κατηγορούμενου 7 θα μπορούσε έστω και σε αυτό το στάδιο να καταδείξει εμπλοκή του κατηγορούμενου 7, αφού είναι φανερό ότι ο μάρτυρας δεν γνώριζε οτιδήποτε συγκεκριμένο και βεβαίως δεν είδε ποτέ τον κατηγορούμενο 7 να υπογράφει τις επιταγές. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι το γεγονός της παραλαβής των επιταγών κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες το μόνο που δείχνει και έχει σημασία να αναφερθεί είναι ότι ακριβώς οι επιταγές παραλήφθηκαν πριν την ημερομηνία πληρωμής τους που αναγράφεται σε αυτές χωρίς αυτό βέβαια να δείχνει και τον χρόνο υπογραφής και έκδοσης τους που παραμένει άγνωστος. Συγκεκριμένα όμως για το θέμα υπογραφής των επιταγών, απαραίτητο στοιχείο σημειώνω για να αποδειχθεί η έκδοση τους, αναφέρεται εδώ ότι εφόσον αυτό δεν ήταν παραδεκτό, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης (βλ.Μάρω Χ''Ιωάννου -v- Δημήτρη Δημητρίου
(2000)2 ΑΑΔ 62 και Γιάννη Βούρα -v- Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α.
(2003)2 ΑΑΔ 135). Στην προκειμένη περίπτωση όμως απέτυχε να το πράξει αφού δεν εδόθη μαρτυρία ούτε από πρόσωπο που είδε οιονδήποτε ή τον κατηγορούμενο 7 να υπογράφει, ούτε από γραφολόγο αλλά ούτε και κλήθηκε τραπεζικός για το θέμα ο οποίος να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα πιο πάνω αναφερόμενα μαρτυρικά στοιχεία. Για το θέμα σχετικό σημειώνω είναι και το σύγγραμμα του κ.Χριστάκη Λουκά, με τίτλο Τραπεζική Επιταγή, τόμος 2, σελ.391-
  1. Στην υπόθεση Γιάννη Βούρα ανωτέρω, αναφέρθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: " . Έχουμε εξετάσει κάθε πρόταση του δικηγόρου του εφεσείοντα που περιέχει το διάγραμμα, το οποίο καταχώρισε σύμφωνα με το σχετικό δικονομικό κανονισμό. Δεν έχουμε πεισθεί ότι συντρέχουν λόγοι επέμβασης μας. Δεν υπήρχαν τα μαρτυρικά στοιχεία από τα οποία μπορούσε να συναχθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία εξέδωσε την επιταγή. Ο εφεσίβλητος 2 δεν εμπλέκεται. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επιταγή. Η μαρτυρία της Μ.Κ.2 σχετικά με την εμπλοκή των εφεσιβλήτων 3 και 4, που προεκθέσαμε, δεν παρείχε το υπόβαθρο που θα δημιουργούσε τις υποθέσεις ενοχής για να κληθούν οι εφεσίβλητοι σε απολογία. Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. .. " Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε για σκοπούς εκ πρώτης όψεως η πατρότητα της υπογραφής στις επιταγές και σε συνδυασμό με την μη ύπαρξη όλων των άλλων στοιχείων στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής που αναφέρθηκαν ανωτέρω (βλ. Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν.Εφ.150/09, 15-10-12 για ανάλογη εφαρμογή), έπεται ότι δεν αποδείχθηκε η έκδοση από τους κατηγορούμενους
  2. Ως εκ τούτου οι κατηγορίες 1 & 9 εναντίον τους απορρίπτονται. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 2 και 10 - Κατηγορούμενος 7 (παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση στη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154) Οι κατηγορίες αφορούν τον κατηγορούμενο 7 και με αυτές κατηγορείται ως συνεργός για τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 9 πιο πάνω. Συνάγεται από όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι δεν αποδείχθηκε με νομικά αποδεκτή μαρτυρία οιαδήποτε εμπλοκή του κατηγορούμενου 7 στην έκδοση των επιταγών δια της υπογραφής του. Συνεπώς κρίνω ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατηγορίες 2 και 10 εναντίον του. Όμως αναφέρω εδώ ότι ακόμη και αν αποδεικνύετο ότι ο κατηγορούμενος 7 υπέγραψε τις επιταγές, και πάλιν θα απέρριπτα τις συγκεκριμένες κατηγορίες εναντίον του για τον εξής λόγο. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Στην προκειμένη περίπτωση η μη ύπαρξη μαρτυρίας για τον χρόνο έκδοσης των επιταγών, τα υπόλοιπα στον επίδικο λογαριασμό κατά την έκδοση των επιταγών, την ενεργό εμπλοκή του κατηγορούμενου 7 στη διαχείριση του επίδικου λογαριασμού των κατηγορουμένων 1 και την γνώση του ανά πάσα στιγμή για την κατάσταση λογαριασμού και εν πάση περιπτώσει για γεγονότα και στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 7 γνώριζε τα ουσιώδη γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης των επιταγών και είχε ανάλογη ένοχη πρόθεση, συνεπάγεται ότι δεν θα μπορούσε ποτέ το Δικαστήριο να καταδικάσει τον κατηγορούμενο 7 ως συνεργό αφού η υποκειμενική υπόσταση της διάπραξης των αδικημάτων / η ένοχη διάνοια είναι προφανές ότι δεν έχει καταδειχθεί και δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί (εκτός από την υπόθεση Παυλόπουλος ανωτέρω βλέπε επίσης την υπόθεση Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν.Εφ.150/09, 15-10-12). ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 3 και 11 - Κατηγορούμενοι 1 (εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154). Το άρθρο 297 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή ". Το άρθρο 298 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. " Από το λεκτικό των άρθρων 297 και 298 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  1. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  2. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή.
  3. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  4. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Εξ' αρχής αναφέρω ότι οι κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν. Κατ' αρχήν σημειώνω οι ψευδείς παραστάσεις για τους παραπονούμενους σύμφωνα με το κατηγορητήριο συνίστανται στην έκδοση των δύο επιταγών πιο πάνω τις οποίες οι κατηγορούμενοι 1 ψευδώς προσποιήθηκαν ότι θα εξαργυρώνονταν ενώ γνώριζαν ότι αυτό δεν θα εγίνετο. Εφόσον όμως όπως εμφαίνεται πιο πάνω δεν αποδείχθηκε η έκδοση των επιταγών από τους κατηγορούμενους 1, δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να στοιχειοθετηθούν ούτε τα συγκεκριμένα αδικήματα. Όμως αναφέρω εδώ ότι ακόμη και αν αποδεικνύετο η έκδοση των επιταγών, ο χρόνος έκδοσης τους παραμένει στοιχείο άγνωστο στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αξιολογήσει λόγια ή συμπεριφορές ή άλλα γεγονότα ή στοιχεία και εν τέλει ένοχη πρόθεση από πλευράς κατηγορουμένων 1 για να μπορέσει να καταλήξει σε συμπεράσματα ενοχής ούτε σημειώνω με βάση τη μαρτυρία ή τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί προκύπτει ότι οποτεδήποτε οι κατηγορούμενοι 1 προέβησαν σε οιανδήποτε ψευδή παράσταση ή ενήργησαν δόλια κατά την έκδοση των επιταγών ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο για να καταδολιεύσουν τους παραπονούμενους. Εν πάση περιπτώσει με βάση την προσκομισθείσα ενώπιον μου μαρτυρία καταλήγω ότι κανένα συστατικό στοιχείο του συγκεκριμένου αδικήματος δεν έχει αποδειχθεί. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 4 και 12 - Κατηγορούμενος 7 (παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση των κατηγορουμένων 1 στη διάπραξη των αδικημάτων της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 20, 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154). Ο κατηγορούμενος 7 κατηγορείται με τις κατηγορίες αυτές ως συνεργός για τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 11 πιο πάνω. Είναι προφανές ότι οι κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν. Αφενός δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος 7 συνέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην έκδοση των επίδικων επιταγών, που με βάση το κατηγορητήριο συνδέονται με τις ψευδείς παραστάσεις. Περαιτέρω όμως ακριβώς επειδή δεν έχουν αποδειχθεί τα αδικήματα εναντίον των κατηγορουμένων 1 και ο κατηγορούμενος 7 κατηγορείται ως συνεργός στη διάπραξη αδικημάτων από μέρους των κατηγορουμένων 1, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να βρεθεί ένοχος. Τέλος, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει φυσική παρουσία του κατηγορούμενου 7 οπουδήποτε και εμπλοκή ή συμμετοχή του με οποιοδήποτε τρόπο στη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων ή που να δείχνει ένοχη πρόθεση από πλευράς του για τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 5 και 13 - Κατηγορούμενοι 1 (εξασφάλισαν αποδοχή αξιογράφων δηλαδή των εν λόγω δύο επιταγών με δόλο και ή ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 299 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154). Το άρθρο 299 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: " Όποιος, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, υποκινεί άλλο να εκτελέσει, εκδώσει, αποδεχτεί, οπισθογραφήσει, μεταβάλει ή καταστρέψει ολόκληρο ή μέρος, αξιόγραφο ή να γράψει, αποτυπώσει ή να επιθέσει όνομα ή σφραγίδα σε χαρτί ή περγαμηνή, με σκοπό όπως μετά από αυτό να καταστεί αυτό ή να μετατραπεί σε αξιόγραφο ή να τύχει της χρήσης ή της μεταχείρισης αξιογράφου, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων. " Από το λεκτικό του άρθρου 299 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
  5. Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
  6. Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής.
  7. Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
  8. Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος (μεταξύ άλλων) να υποκινεί άλλον να αποδεχθεί αξιόγραφο. Με την ίδια αιτιολογία που απορρίφθηκαν οι κατηγορίες 3 και 11 πιο πάνω, την οποία επαναλαμβάνω, απορρίπτονται και οι κατηγορίες 5 και
  9. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 6 και 14 - Κατηγορούμενος 7 (παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση των κατηγορουμένων 1 στην εξασφάλιση αποδοχής αξιόγραφων δηλαδή των εν λόγω δύο επιταγών με δόλο και ή ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 299 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154). Ο κατηγορούμενος 7 κατηγορείται με τις κατηγορίες αυτές ως συνεργός για τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 5 και 13 πιο πάνω. Με την ίδια αιτιολογία που απορρίφθηκαν οι κατηγορίες 4 και 12 πιο πάνω, την οποία επαναλαμβάνω, απορρίπτονται και οι κατηγορίες 6 και
  10. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 7 και 15 - Κατηγορούμενοι 1 (εξασφάλισαν πίστωση με ψευδείς παραστάσεις και ή δόλο κατά παράβαση του άρθρου 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154) Το άρθρο 301 του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: "
  11. Όποιος- (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο ή (β) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του ή κάποιου από αυτούς, δωρίζει, παραδίδει ή μεταβιβάζει ή επιβαρύνει την περιουσία του ή προκαλεί τη διενέργεια οποιουδήποτε από αυτά ή (γ) με σκοπό καταδολίευσης των πιστωτών του, αποκρύβει ή μετακινεί οποιοδήποτε μέρος της περιουσίας του, μετά την έκδοση ή εντός των δύο μηνών των προηγούμενων από την έκδοση εναντίον του μη ικανοποιηθείσης δικαστικής απόφασης ή διάταγμα για πληρωμή χρημάτων, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. " Οι κατηγορίες αυτές θα πρέπει επίσης να απορριφθούν με την αιτιολογία που έχουν απορριφθεί και οι κατηγορίες 3 και 11 πιο πάνω, την οποία επαναλαμβάνω. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ 8 και 16 - Κατηγορούμενος 7 (παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση των κατηγορουμένων 1 στη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις και ή δόλο κατά παράβαση των άρθρων 20 και 301 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154) Ο κατηγορούμενος 7 κατηγορείται με τις κατηγορίες αυτές ως συνεργός για τη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών 7 και 15 πιο πάνω. Με την ίδια αιτιολογία που απορρίφθηκαν οι κατηγορίες 4 και 12 πιο πάνω, την οποία επαναλαμβάνω, απορρίπτονται και οι κατηγορίες αυτές. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό τις περιστάσεις όπως πιο πάνω περιγράφονται, η κλήση των κατηγορούμενων σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί καμία κατηγορία ούτε για σκοπούς εκ πρώτης όψεως και κατά συνέπεια απαλλάσσω και αθωώνω τους κατηγορούμενους 1 και 2 από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των κατηγορούμενων 1 και 2 και εναντίον της παραπονούμενης εταιρείας. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.