Δήμος Λεμεσού ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13556/14, 14/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13556/14 Δήμος Λεμεσού v. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14.01.2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Κάλια Χρ. Αναστασιάδου Κατηγορούμενος: εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της παρακώλυσης κυκλοφορίας κατά παράβαση των Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 άρθρα 2,58
(1)(η) και των Δημοτικών Κανονισμών άρθρα 173 του Δήμου Λεμεσού 2000 (ΚΔΠ 260/2000), των άρθρων 88 και 140
(3),
(4),
(5)των Περί Δήμων Νόμου, Ν.111/85και 25 του 1986 και Ν.166 του 1987 και των Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Ν.47
(1)/97 και ΚΔΠ 444/2010. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 23.07.13 εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού ενώ είχε τον έλεγχο του μηχανοκινήτου οχήματος με αριθμό εγγραφής KJF268 στην οδό Περσεφόνης το στάθμευσε σε σημείο της εν λόγω οδούς κατά τέτοιο τρόπο ώστε παρακώλυσε την κυκλοφορία. Ακολούθως, αφού του επιδόθηκε η προβλεπόμενη ειδοποίηση ο κατηγορούμενος παρέλειψε εντός 30 ημερών από την έκδοση της να πληρώσει το σχετικό εξώδικο πρόστιμο που αναφερόταν σ' αυτήν. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, ήτοι τον τροχονόμο του Δήμου Λεμεσού κύριο Πρόδρομο Ασσιώτη. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση από το εδώλιο του μάρτυρα. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Μοναδικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής ήταν ο δημοτικός τροχονόμος Πρόδρομος Ασσιώτης που όπως εξήγησε καθήκοντα του είναι ο έλεγχος και η καταγγελία παράνομων αυτοκινήτων και η ρύθμιση της τροχαίας κίνησης. Ο μάρτυρας αυτός στην κυρίως εξέταση του ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι την βδομάδα της επίδικης ημερομηνίας ήταν υπεύθυνος να ελέγχει την περιοχή του εναερίου στην Λεμεσό. Στις 23.07.13 ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία και στην οδό Περσεφονής συγκεκριμένα παρατήρησε ότι το επίδικο όχημα βρισκόταν σταθμευμένο στη μία λωρίδα κυκλοφορίας στην οδό Περσεφόνης έτσι ώστε να παρακωλύει την κυκλοφορία. Όπως εξήγησε ο εν λόγω μάρτυρας, η πιο πάνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με αποτέλεσμα όταν κάποιος σταθμεύσει ένα όχημα στη μία από τις δύο κατευθύνσεις αυτόματα εμποδίζει την κυκλοφορία του άλλου διερχόμενου αυτοκινήτου. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι πρόσεξε το επίδικο όχημα να είναι σταθμευμένο στην προαναφερόμενη οδό στις κατά την πιο πάνω ημερομηνία και αφού έδωσε προειδοποίηση με την σφυρίχτρα του πήγε στον χώρο στάθμευσης του εναερίου να ελέγξει τα οχήματα και μετά γύρω στις 10:30 επέστρεψε στην οδό Περσεφόνης και διαπίστωσε ότι κανείς δεν είχε έρθει για να μετακινήσει το όχημα και ότι ταυτόχρονα αυτό συνέχιζε να παρακωλύει την κυκλοφορία, ως εκ τούτου εξέδωσε εξώδικο για το ποσό των €50,00= τοποθετώντας το στον μπροστινό υαλοπίνακα του οχήματος. Περαιτέρω ανέφερε τις διαστάσεις τους δρόμου και του οχήματος ως ο ίδιος τις υπολόγισε θέλοντας να αποδείξει ότι με αυτό τον τρόπο το όχημα όντως εμπόδιζε την κυκλοφορία. Ο κατηγορούμενος προχώρησε και αντεξέτασε τον μάρτυρα, θέτοντας ουσιαστικά την γραμμή υπεράσπισης του. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο λόγος που τον κατήγγειλε και εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο δεν είναι γιατί παρακώλυε την κυκλοφορία αλλά γιατί κάποια στιγμή προ ημερών ο ίδιος ο κατηγορούμενος του έκανε παρατήρηση για άλλα οχήματα που παρακωλύουν την κυκλοφορία σε παρακείμενο δρόμο και επειδή είχαν έντονη συζήτηση ουσιαστικά τον εκδικήθηκε. Ο μάρτυρας αρνήθηκε τον ισχυρισμό και την υποβολή αυτή και ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορούμενου όντως παρακώλυε την κυκλοφορία και γι'αυτό και μόνο τον λόγο τον κατήγγειλε. Μετά την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία ο κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Κατά την αναφορά του στο συμβάν κατά την κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος ουσιαστικά αποδέχθηκε ότι ήταν το πρόσωπο που είχε τον έλεγχο του οχήματος και ότι όντως στάθμευσε το όχημα του στον εν λόγω δρόμο. Ανέφερε ότι το μήκος του οχήματος του δεν είναι αυτό που ανέφερε ο ΜΚ1 και ότι δεν παρακώλυσε την κυκλοφορία ως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας. Περαιτέρω τόσο κατά την κατάθεση του όσο και κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι στάθμευε το όχημα του καθημερινά στο ίδιο σημείο και παρά το ότι περνούσαν καθημερινά τροχονόμοι ουδέποτε εξέδωσαν εξώδικο καθότι δεν παρακώλυε την κυκλοφορία. Τόνισε επίσης και το ότι στο επίδικο σημείο της οδού δεν υπάρχει ούτε μονή αλλά ούτε και διπλή κίτρινη γραμμή, αναφορά η οποία πρέπει να αναφέρω ότι έγινε αποδεκτή και από τον ΜΚ1. Τέλος η θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι λόγω της παρατήρησης που ο ίδιος έκανε στον ΜΚ1 κάποιες μέρες πριν την επίδικη για οχήματα που πάρκαραν παράνομα και επικίνδυνα εντός διπλανού δρόμου, ο ΜΚ1 εξέδωσε το εξώδικο για να τον εκδικηθεί. Επιπλέον με τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος αμφισβήτησε τις διαστάσεις τόσο του δρόμου όσο και του οχήματος του, ως τις ανέφερε ο ΜΚ1, λέγοντας ότι ο δρόμος είναι περίπου 5,5 - 6 μέτρα πλάτους και το όχημα του περί το 1,5 μέτρα. Τελικές Αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία αποδείκτηκε ότι υπήρξε παρακώλυση της κυκλοφορίας και ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Αντίθετα, ο κατηγορούμενος, παρόλο ότι συμφώνησε ότι στάθμευσε το όχημα του εντούτοις διαφώνησε ότι διέπραξε το αδίκημα της παρακώλυσης κυκλοφορίας και δήλωσε αθώος. Περαιτέρω εισηγήθηκε ο κατηγορούμενος ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την παρακώλυση της κυκλοφορίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων. (βλέπε Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της. (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η μαρτυρία του μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής (ΜΚ1) παρέμεινε αναντίλεκτη στην πλειοψηφία της έκτασης της πλην του σημείου της παρακώλυσης της κυκλοφορίας. Μέσα από την κατάθεση του προκύπτει πως στις 23.07.13 ο εν λόγω μάρτυρας βρισκόταν σε υπηρεσία και παρατήρησε ότι το επίδικο όχημα βρισκόταν σταθμευμένο στη μία λωρίδα κυκλοφορίας στην οδό Περσεφόνης. Προκύπτει ακόμη ότι η οδός Περσεφόνης είναι διπλής κατεύθυνσης. Επίσης, προκύπτει ότι αφού ο μάρτυρας έδωσε προειδοποίηση με την σφυρίχτρα του και διαπίστωσε ότι το επίδικο όχημα δεν είχε μετακινηθεί εξέδωσε εξώδικο για το ποσό των €50,00= τοποθετώντας το στον μπροστινό υαλοπίνακα του οχήματος. Αποδέχομαι τα πιο πάνω ως τα αληθή γεγονότα που έλαβαν χώρα την επίδικη στιγμή. Μέσα από τα πιο πάνω γεγονότα που αποδέχτηκα ως αληθή προκύπτουν οι πλείστες θέσεις του ΜΚ
- Μέσα από την μαρτυρίου του όμως δεν μπορώ να αποδεχτώ τις θέσεις του περί δυνατότητας διέλευσης μόνο δύο οχημάτων, ένα σε κάθε κατεύθυνση, σε βαθμό τέτοιο που όταν κάποιος σταθμεύσει ένα όχημα στη μία από τις δύο κατευθύνσεις να είναι αδύνατη η ελεύθερη διακίνηση δύο οχημάτων στον υπόλοιπο χώρο του δρόμου. Η θέση αυτή του ΜΚ1 αφορά ουσιαστικά μια μόνο αναφορά από τον ίδιο χωρίς να στηρίζεται σε οιοδήποτε τεκμήριο ή άλλο πραγματικό υπόβαθρο. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι το πλάτος του δρόμου είναι περίπου 5 μέτρα και 30 εκατοστά ενώ το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου πλάτους περίπου 2.50 μέτρων. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, η οποία σημειώνεται ότι αμφισβητήθηκε έντονα από τον κατηγορούμενο, ο ΜΚ1 δεν κατέθεσε οιοδήποτε σχεδιάγραμμα της οδού Περσεφόνης στο οποίο να σημειώνονταν οι διαστάσεις του δρόμου, δηλαδή το μήκος και πλάτος του δρόμου, ούτως ώστε να διαπιστωθεί η αλήθεια των λεχθέντων του, επί σημείων τα οποία αμφισβητήθηκαν έντονα από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω ο ΜΚ1 καμία αναφορά δεν έκανε στο ακριβές σημείο που ήταν σταθμευμένο στο όχημα του κατηγορούμενο, εάν δηλαδή ήταν σταθμευμένο σε ευθεία ή πλάγια ή διαγώνια επί της οδού Περσεφόνης. Με την αποκάλυψη αυτών των λεπτομερειών θα διαπιστωνόταν κατά πόσο όντως το επίδικο όχημα παρακώλυε την κυκλοφορία, ως ήταν η θέση του μάρτυρα. Λαμβάνοντας υπόψη μου την απουσία αυτών των λεπτομερειών δεν αποδέχομαι το σημείο αυτό από την μαρτυρία του ΜΚ
- Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και το τεκμήριο που κατατέθηκε καθώς και τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης: Στις 23.07.2013 ο κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής KJF268, που εκείνη την ημέρα βρισκόταν υπό τον έλεγχο του, στην οδό Περσεφόνης, η οποία είναι εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. Την ίδια ημέρα o τροχονόμος του Δήμου Λεμεσού Πρόδρομος Ασσιώτης που βρισκόταν σε υπηρεσία εντός της επίδικης περιοχής εντόπισε το εν λόγω όχημα να είναι σταθμευμένο στη μία λωρίδα κυκλοφορίας. Έδωσε χρονικό περιθώριο αφού ειδοποίησε με την σφυρίχτρα του και αφού επέστρεψε από έλεγχο οχημάτων εντός του χώρου στάθμευσης διαπίστωσε ότι το επίδικο όχημα δεν είχε μετακινηθεί και έτσι εξέδωσε εξώδικο πρόστιμο για το ποσό των €50,00= τοποθετώντας το στον μπροστινό υαλοπίνακα του οχήματος. Το εξώδικο πρόστιμο δεν πληρώθηκε εντός 30 ημερών από της έκδοσης του. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Το βάρος της απόδειξης μιας ποινική υπόθεσης, ήτοι την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλέπε Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε πιο πάνω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα του κατηγορητηρίου αφορά την περίπτωση παρεμπόδισης της τροχαίας κίνησης του δρόμου, είτε από άλλα οχήματα είτε από πεζούς που επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν το δρόμο, λόγω στάθμευσης μηχανοκινήτου οχήματος σε οδό. Κατ' επέκταση το αδίκημα της παρακώλυσης της κυκλοφορίας αφορά τη χρήση του δρόμου από άλλα οχήματα ή πεζούς και διέπεται αναλόγως από τα εδάφια (ζ), (η) και (ιδ) του κανονισμού 16
(1)των Περί Δήμων Κανονισμών, Κ.Δ.Π.260/2000. Οι εν λόγω κανονισμοί είναι του Δήμου Λεμεσού τον οποίο και δημιουργήθηκαν στη βάση του άρθρου 88 του Περί Δήμων Νόμου, Ν.111/85 μετά των συναφών τροποποιήσεων, το οποίο επιτρέπει τη σύνταξη και εφαρμογή τους με τη συναίνεση του Αρχηγού της Αστυνομίας και έγκριση τους από τον Υπουργό Εσωτερικών για σκοπούς ρύθμισης και ελέγχου της τροχαίας κίνησης σε οποιαδήποτε οδό που εμπίπτει εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. Ο δε κανονισμός 23 των Περί Δήμων Κανονισμών, Κ.Δ.Π.260/2000 καθιστά ποινικό αδίκημα την παράβαση οποιουδήποτε δημοτικού κανονισμού οι διατάξεις των οποίων προνοούν την επιβολή της ποινής φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή τη χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €768,87 ή και τις δύο αυτές ποινές. Ερμηνεύοντας συνδυασμένα το λεκτικό των κανονισμών 2 και 16
(1)(ζ), (η) και (ιδ) της Κ.Δ.Π.260/2000 καθώς και του άρθρου 88
(3)του Ν.111/85 προκύπτει ότι πρόσωπο που εγκαταλείπει σε δρόμο μηχανοκίνητο όχημα που βρίσκεται υπό την ευθύνη ή έλεγχο του κατά τρόπο που να παρεμποδίζει αδικαιολόγητα την τροχαία κίνηση ή τη διακίνηση πεζών διαπράττει ποινικό αδίκημα. Συνεπώς, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Μηχανοκίνητο όχημα να βρίσκεται υπό την ευθύνη ή έλεγχο συγκεκριμένου προσώπου. (β) Να βρίσκεται εγκαταλειμμένο σε δρόμο. (γ) Ο τρόπος με τον οποίο το μηχανοκίνητο όχημα βρίσκεται στο δρόμο να μπορεί να παρεμποδίζει αδικαιολόγητα την τροχαία κίνηση ή τη διακίνηση πεζών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)του Περί Εξωδίκου Ρύθμισης Αδικημάτων Νόμος του 1997, Ν.47(Ι)/97 μετά των συναφών τροποποιήσεων η εν λόγω νομοθεσία τυγχάνει εδώ εφαρμογής αφού το αδίκημα της παρακώλυσης κυκλοφορίας είναι από αυτά που επιδέχονται εξώδικη ρύθμιση. Δυνάμει των άρθρων 5
(1)και 6
(1)του Ν.47(Ι)/97 ασκείται ποινική δίωξη εναντίον του παραβάτη στην περίπτωση που παρέλθουν 30 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης και εφόσον δεν έχει πληρωθεί το εξώδικο πρόστιμο που αναφέρεται μέσα από την εν λόγω ειδοποίηση. Οι δε διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 9 της ίδιας νομοθεσίας προνοούν ότι σε περίπτωση που δημοτικός τροχονόμος εντοπίσει όχημα αναφορικά με το οποίο εύλογα πιστεύει ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί αδίκημα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν.47(Ι)/97 προχωρεί με την επικόλληση ειδοποίησης στο όχημα, η οποία θεωρείται ότι δόθηκε στο πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στις 23.07.13 ο δημοτικός τροχονόμος έκδωσε και επικόλλησε γραπτή ειδοποίηση στον μπροστινό υαλοπίνακα του επιδίκου οχήματος με την οποία ο κατηγορούμενος καλείτο να πληρώσει εξώδικο πρόστιμο ύψους €50,00σ για παρακώλυση της κυκλοφορίας σε δημόσιο χώρο. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το εξώδικο πρόστιμο δεν πληρώθηκε εντός 30 ημερών από την έκδοση της γραπτής ειδοποίησης. Συνεπώς, η προϋπόθεση αυτή πληρείται. Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο, είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δηλαδή στις 23.07.13, ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που είχε τον έλεγχο του επιδίκου οχήματος. Ως εκ τούτου, το συστατικό στοιχείο αυτό ικανοποιείται. Σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο, αποτελεί επίσης κοινά παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στις 23.07.13 στάθμευσε το πιο πάνω όχημα στην οδό Περσεφόνης στη Λεμεσό. Η έννοια της 'εγκατάλειψης' προϋποθέτει την αποχώρηση και απομάκρυνση του οδηγού ή του ιδιοκτήτη του οχήματος από το χώρο όπου αυτό βρίσκεται ακινητοποιημένο, δηλαδή χωρίς αυτό να βρίσκεται σε κίνηση. Η στάθμευση ενός οχήματος με τον οδηγό να μην βρίσκεται εντός αυτού είναι για σκοπούς του άρθρου 16
(1)(ζ) της Κ.Δ.Π.260/2000 μορφή εγκατάλειψης. Στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος όντως είχε σταθμεύσει το όχημα του στην οδό Περσεφόνης εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού και ο ίδιος είχε εξέλθει και αποχωρήσει από το χώρο όπου το μηχανοκίνητο όχημα του βρισκόταν ακινητοποιημένο. Συνεπώς, πληρείται και αυτό το συστατικό στοιχείο. Αναφορικά τώρα με την στοιχειοθέτηση του τρίτου συστατικού στοιχείου διαπιστώνω ότι δεν έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο οι απαιτούμενες λεπτομέρειες ή έστω εκείνες οι πληροφορίες που θα αποδείκνυαν στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης κατά πόσο όντως υπήρξε παρακώλυση της κυκλοφορίας του δρόμου με ποιο τρόπο τελέσθηκε η παρακώλυση επί της οδού Περσεφόνης. Όπως προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του μάρτυρα κατηγορίας, δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η αναγκαία μαρτυρία που θα στοιχειοθετούσε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό αυτό στοιχείο. Αντίθετα έχω αναφέρει τις αδυναμίες και ελλείψεις σε σχέση με το θέμα αυτό. Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συνεπώς, κενά αναφορικά με την ύπαρξη γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλέπε Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία του κατηγορητηρίου. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης και λαμβανομένου υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν εκπροσωπείται από συνήγορο αλλά αυτοπρόσωπος, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο