← Κύπρος

SKYRAMOND QUARRIES LIMITED ν. ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13334/2013, 12/1/2015

SKYRAMOND QUARRIES LIMITED ν. ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13334/2013, 12/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13334/2013 Μεταξύ: SKYRAMOND QUARRIES LIMITED Παραπονούμενων ν. ΕΥΡΥΠΙΔΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ Κατηγορούμενου ----------------------------------------- Ημερομηνία: 12 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ι. Ηλιάδου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Καραίσκος Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 25.04.13 στην Λεμεσό εξέδωσε προς τους παραπονούμενους την επιταγή της ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΨΩΝΑ ΛΟΦΟΥ υπ' αριθμό 06175344, για το ποσό των €4.026,00, η οποία κατά ή μετά την 25.04.13 ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε και δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της. Έχοντας αναφερθεί στην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, θεωρώ αυτό κατάλληλο σημείο για να αναφερθώ στην μη συμπερίληψη στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας στο κατηγορητήριο του Ν.70
(1)/08 ο οποίος τροποποίησε τον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 και αντικατέστησε το άρθρο 305Α. Το άρθρο 305A δηλαδή όπως ισχύει σήμερα αλλά και όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η μη αναφορά του εν λόγω Νόμου δεν συνεπάγεται αυτόματα την απόρριψη του κατηγορητηρίου, αφού όπως προκύπτει από την Νομολογία για να συνεπάγεται απόρριψη θα πρέπει να αποδεικνύεται παραπλάνηση ή δυσμενής επηρεασμός για τον κατηγορούμενο (βλ.Σοφοκλής Μαρκίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 ΑΑΔ 598, Π.Ε.6089, Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194, Π.Ε.6053). Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν έθεσε το θέμα αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ούτε ισχυρίστηκε παραπλάνηση ή δυσμενή επηρεασμό του. Έχοντας δε υπόψη ότι οι λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας συνάδουν με το άρθρο 305Α όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τον πιο πάνω Νόμο, ο κατηγορούμενος εκδίκασε την υπόθεση του και υπεράσπισε εαυτόν γνωρίζοντας επακριβώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει ή και ότι το αδίκημα είναι αυτό του άρθρου 305A ενώ περαιτέρω από πουθενά δεν φαίνεται να παραπλανήθηκε ή να έχει επηρεαστεί δυσμενώς κατά την προβολή της υπεράσπισης του, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω θέμα ακυρότητας του κατηγορητηρίου. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερις
(4)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος προέβη σε ανωμοτί δήλωση. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 4 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών αναφέρω έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων αν χρειαστεί κατωτέρω. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Στέλιος Στυλιανού Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. O μάρτυρας αυτός άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα, φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Έδωσε πειστικές λεπτομέρειες για την εξέλιξη των πραγμάτων, τα όσα ανέφερε δε έχουν συνοχή και σε συνδυασμό και με την λοιπή μαρτυρία και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Ανέφερε ότι είναι από το 1992 μέχρι σήμερα ο οικονομικός διευθυντής των παραπονούμενων. Είδε τον κατηγορούμενο μία φορά προηγουμένως όταν ξεκίνησε η συνεργασία τους τον Φεβρουάριο του
  1. Από τον Φεβρουάριο του 2012 μέχρι τον Μάρτη του 2013 αποστέλλονταν στον κατηγορούμενο οι καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με τις αγορές και τις πληρωμές του κατηγορούμενου. Εκ του ποσού των €4.026 που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 1) πληρώθηκε τον Ιούνιο του 2013 δηλαδή μετά την επιστροφή της επίδικης επιταγής ποσό €1500 και παραμένει υπόλοιπο €
  2. Η επίδικη επιταγή Τεκμήριο 2 δόθηκε στο ξεκίνημα της συνεργασίας τους ως εγγύηση ότι ο κατηγορούμενος κάθε μήνα θα εξοφλά το υπόλοιπο του. Η επιταγή δόθηκε ανοικτή δηλαδή ο κατηγορούμενος την υπέγραψε χωρίς να βάλει το ποσό ή ημερομηνία. Η επιταγή θα χρησιμοποιείτο νοουμένου ότι ο πελάτης δεν θα ερχόταν να πληρώσει με άλλο τρόπο. Η επιταγή συμπληρώθηκε από υπάλληλο του λογιστηρίου με το οφειλόμενο ποσό κατά την 31.3.13 δηλαδή €
  3. Η επιταγή κατατέθηκε στην Τράπεζα Κύπρου στις 2.5.13 και επιστράφηκε με την ένδειξη να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα στις 9.5.14 και έγινε ξανά κατάθεση της στις 20.5.13 οπότε επιστράφηκε πάλι στις 21.05.13 με την ένδειξη αποταθείτε στον εκδότη της ακάλυπτη επιταγή. Σχετικές είναι οι σφραγίδες στην επιταγή. Έγιναν αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα και εφόσον δεν ανταποκρίθηκε ο κατηγορούμενος αποτάθηκαν στο δικηγόρο τους για κίνηση των διαδικασιών. Πλην του ποσού των €1500 που αναφέρθηκε ανωτέρω, ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε το υπόλοιπο ποσό. Έδωσε οδηγίες για χρήση της εγγυητικής επιταγής με βάση την αρχική συμφωνία όταν του αναφέρθηκε από την υπάλληλο του λογιστηρίου ότι για αρκετό καιρό ο κατηγορούμενος δεν ερχόταν να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του. Ο κατηγορούμενος δεν έχει υπόψη του να υπέβαλε ποτέ οποιοδήποτε παράπονο στην εταιρεία τους αναφορικά με τις συναλλαγές τους. ΜΚ2 Ηλιάνα Έλληνα Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Εργάζεται στην ΣΠΕ Περιφερειακής Λεμεσού και απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα της και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της για την επίδικη επιταγή και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστη μάρτυρα. Ανέφερε ότι σήμερα εργάζεται στην ΣΠΕ Περιφερειακής Λεμεσού και συγκεκριμένα στο Τμήμα Τρεχούμενων. Το 2013 εργαζόταν στην ΣΠΕ Ύψωνα, στο ίδιο τμήμα. Αναφέρθηκε στην παρουσίαση της επίδικης επιταγής και στην επιστροφή της για τους λόγους που αναφέρονται στις σφραγίδες επί της επιταγής. Ο λογαριασμός που αφορά η επίδικη επιταγή ανήκει στον κατηγορούμενο ο οποίος είναι το πρόσωπο που δέσμευε αυτό τον λογαριασμό. Εκδότης της επιταγής είναι ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος ήταν καθημερινός πελάτης και τον έβλεπε που ερχόταν εκεί. Μετά το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού δόθηκε βιβλιάριο επιταγών στον κατηγορούμενο και ελήφθησαν δείγματα υπογραφών. Γνωρίζει την υπογραφή του κατηγορούμενου και είναι βέβαιη ότι η υπογραφή στην επιταγή ανήκει στον κατηγορούμενο. Η επιταγή παρουσιάστηκε ηλεκτρονικά κοντά τους 2 φορές στις 8.5.13 και 21.5.13 και δόθηκαν οδηγίες από τους ίδιους για επιστροφή της επιταγής. Η επιταγή σφραγίζεται από τη Λευκωσία με βάση τη διαδικασία που υπάρχει. Δεν φέρει πουθενά την υπογραφή της αλλά γνωρίζει ότι δεν εξαργυρώθηκε γιατί δεν είχε επαρκές υπόλοιπο/διαθέσιμα λεφτά ο λογαριασμός του κατηγορούμενου. Ο πελάτης ειδοποιήθηκε και γνώριζε το υπόλοιπο του και ότι δεν είχε μέσα στο λογαριασμό του λεφτά. Ο κατηγορούμενος ήταν σε καθημερινή βάση στην εταιρεία τους. Δεν γνωρίζει αν είχε άλλους λογαριασμούς στο υποκατάστημα τους ο κατηγορούμενος. Την ενδιέφερε ο τρεχούμενος του κατηγορούμενου, επειδή η ίδια είναι στους τρεχούμενους. Δεν γνωρίζει επίσης αν υπήρχαν άλλα χρήματα σε άλλο λογαριασμό που διατηρούσε στη συγκεκριμένη ΣΠΕ. Όμως ο κατηγορούμενος έκδωσε την επίδικη επιταγή από τον συγκεκριμένο λογαριασμό και χωρίς να έρθει να μεταφέρει λεφτά στον τρεχούμενο του δεν μπορεί να περάσει την επιταγή που δεν έχει επαρκή υπόλοιπα. ΜΚ3 Ιωάννης Δημητρίου Η μαρτυρία του γίνεται επίσης αποδεκτή. Εργάζεται στην ΣΠΕ Περιφερειακής Λεμεσού και απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του για την επίδικη επιταγή και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Εν πάση περιπτώσει αναφέρεται ότι η μαρτυρία του έχει παραμένει αναντίλεκτη αφού όπως εμφαίνεται στα πρακτικά της διαδικασίας ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν έχει αντεξεταστεί. Εργάζεται στην Περιφερειακή ΣΠΕ Λεμεσού η οποία προήλθε από συγχώνευση στις 8.3.
  4. Προηγουμένως εργαζόταν στην ΣΠΕ Ύψωνα-Λόφου. Αυτή τη στιγμή είναι διευθυντής τραπεζικών εργασιών, ενώ το 2013 ήταν προϊστάμενος στη ΣΠΕ Ύψωνα-Λόφου. Κατέθεσε έγγραφο με τα δείγματα υπογραφής του επίδικου λογαριασμού και ανέφερε ότι η υπογραφή στην επίδικη επιταγή Τεκμήριο 2, ανήκει στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω εξήγησε τις σφραγίδες που εμφαίνονται στην επιταγή και τους λόγους επιστροφής της. Έδωσαν οι ίδιοι ηλεκτρονική εντολή να μην πληρωθεί η επιταγή και οι σφραγίδες τοποθετήθηκαν από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα με βάση την προβλεπόμενη διαδικασία για τα συνεργατικά ιδρύματα. Η καταχώρηση έγινε από την συνάδελφο του Ηλιάνα Έλληνα (ΜΚ.2) και έγινε επιβεβαίωση της εντολής από τον ίδιο μετά τον έλεγχο που έγινε όπως γίνεται για όλους τους πελάτες. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός έχει τερματιστεί με επιστολή ημερ. 5.3.10 (Τεκμήριο 4) και θεωρείτο για την τράπεζα μη ενεργός. Δεν μπορούσε δηλαδή να εκδίδει επιταγές. Μετά την επιστολή τερματισμού δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος εξέδωσε άλλες επιταγές. Επίσης δεν γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος έχει άλλο λογαριασμό στην συγκεκριμένη ΣΠΕ. ΜΚ4 Δήμητρα Καρεκλά Ανέφερε ότι είναι υπάλληλος στο λογιστήριο των παραπονούμενων. Η μαρτυρία της γίνεται επίσης αποδεκτή. Η μάρτυρας άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα, φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Έδωσε πειστικές λεπτομέρειες για την εξέλιξη των πραγμάτων, τα όσα ανέφερε δε έχουν συνοχή και σε συνδυασμό και με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της προσπάθεια από πλευράς της να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία της μέσα από την αντεξέταση της. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο από την έναρξη της συνεργασίας με τους παραπονούμενους τον Φεβρουάριο του
  5. Εξήγησε τι περιλαμβάνει η κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1, και ανέφερε ότι η τελευταία συναλλαγή με τον κατηγορούμενο ήταν στις 31.3.
  6. Όταν σταμάτησε να πληρώνει ο κατηγορούμενος, τον έπαιρνε τηλέφωνο ότι έχει υπόλοιπο να το διευθετήσει και της έλεγε θα έρθει, θα δει, δεν μπορεί κλπ. Συνέχισε να τον παίρνει και να του λέει ότι έχουν μια επιταγή να την συμπληρώσει και να την βάλει για κατάθεση. Του ανέφερε και το ποσό και της είπε να την συμπληρώσει με το ποσό που αναγράφεται στην επιταγή και με τη συγκεκριμένη ημερομηνία, ως επίσης με το όνομα του δικαιούχου. Ενημέρωσε τον διευθυντή της σχετικά και ακολούθησε κατάθεση της επιταγής στις 2.5.
  7. Η επιταγή επιστράφηκε με ένδειξη να κατατεθεί ξανά επειδή δεν υπάρχουν επαρκή υπόλοιπα. Επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και του το ανέφερε και της ζήτησε να του δώσει κάποιο περιθώριο να το διευθετήσει καμιά δεκαριά μέρες και να καταθέσει ξανά την επιταγή. Στις 20.5.13 όμως επιστράφηκε ξανά ότι ήταν ακάλυπτη. Έλαβαν την επιταγή ανοικτή κατά τη συνήθη διαδικασία με αρκετούς πελάτες για να είναι καλυμμένοι ότι θα πληρωθούν και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η ίδια συμπλήρωσε την επιταγή αφού έγινε με δικές του εντολές. Μετά την επιστροφή της επιταγής την 2η φορά μίλησε με τον κατηγορούμενο 2-3 φορές και στις 28.6.13 ο τελευταίος πήγε και πλήρωσε ένα ποσό €1500 έναντι της επιταγής. Δεν πλήρωσε όμως άλλο ποσό. Δεν εστάλη οποιαδήποτε επιστολή από τους παραπονούμενους προς τον κατηγορούμενο αναφορικά με τις οδηγίες του να συμπληρωθεί η επιταγή και την κατάθεση της αλλά επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς επανειλημμένα. Δεν ζήτησαν γραπτώς την εντολή για συμπλήρωση της επιταγής αλλά με δικές του οδηγίες συμπληρώθηκε η επιταγή, όπως επίσης με δική του εντολή έγινε η κατάθεση. Στο σημείο αυτό και πριν υπεισέλθω στο θέμα της αξιολόγησης της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου θα ήθελα να αναφέρω τα εξής αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας. (α) Όπως εμφαίνεται πιο πάνω με βάση την μαρτυρία της ΜΚ2 η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην ΣΠΕ Ύψωνα-Λόφου και επιστράφηκε για 1η φορά στις 08/05/13, ενώ ο ΜΚ1 αναφέρει ότι αυτό έγινε στις 09/05/
  8. Ευθέως αναφέρω ότι δεν θεωρώ ότι συνεπεία της διάστασης αυτής προκύπτει κάτι ουσιαστικό το οποίο θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Είτε στις 08/05/13 έγινε η παρουσίαση και επιστροφή της επιταγής την 1η φορά είτε στις 09/05/13 αυτό σε συνάρτηση με την λοιπή μαρτυρία δεν έχει σημασία για το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει όμως θα μπορούσε να λεχθεί εδώ ότι ο λόγος της διάστασης αυτής είναι προφανής από απλή μελέτη της σχετικής σφραγίδας που ευρίσκεται στο πάνω μέρος του σώματος της επιταγής αφού ο πρώτος αριθμός της ημερομηνίας θα μπορούσε να διαβαστεί τόσο σαν 8 όσο και σαν 9 και εκ τούτου κρίνω προέκυψε η διάσταση/σύγχυση πιο πάνω. (β) Ο ΜΚ1 ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι έδωσε οδηγίες για συμπλήρωση της επιταγής αφού δεν ανταποκρινόταν ο κατηγορούμενος, ενώ η ΜΚ4 η οποία συμπλήρωσε την επιταγή δεν αναφέρθηκε σε οδηγίες του ΜΚ1 αλλά σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο και ακολούθως σε ενημέρωση του διευθυντή της. Ο συνήγορος της υπεράσπισης με την αγόρευση του σημειώνω αναφερόμενος στη διαφοροποίηση αυτή εισηγείται ουσιαστική αντίφαση μεταξύ των μαρτύρων και αναξιοπιστία τους. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την θέση αυτή. Η διαφορά αυτή έχει εντοπιστεί από το Δικαστήριο το οποίο την έχει μελετήσει σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη μαρτυρία, πλην όμως αυτή κρίνεται επουσιώδης και δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την εν λόγω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δηλαδή οι ΜΚ1 & 4 είναι αξιόπιστοι μάρτυρες και η μαρτυρία τους θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Μετά από πάροδο ενάμιση (1 ½) χρόνου περίπου σημειώνεται, δηλαδή από την περίοδο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι την κατάθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ τουλάχιστον αφύσικο να μην υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις ή αντιφάσεις σε κάποιες λεπτομέρειες στη μαρτυρία των δύο, και προσθέτω ότι αυτό κρίνει το Δικαστήριο δείχνει περισσότερο έλλειψη προ συνεννόησης μεταξύ τους για την εκδοχή που θα έδιναν παρά οτιδήποτε άλλο (βλ. Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320, Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 76). Η ουσία του πράγματος εδώ είναι ότι υπήρξε επικοινωνία της ΜΚ4 με τον κατηγορούμενο ο οποίος έδωσε οδηγίες και την συγκατάθεση του για συμπλήρωση της επιταγής με τα στοιχεία που έχουν αναφερθεί. Κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος όπως αναφέρθηκε πιο πάνω προέβη σε ανωμοτί δήλωση. Ήταν δικαίωμα του να ενεργήσει όπως έπραξε και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του, ούτε και πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η ανωμοτί δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω ο κατηγορούμενος προβαίνοντας στην δήλωση του δεν αναφέρθηκε σε οιαδήποτε γεγονότα και περιορίστηκε απλά να δηλώσει ότι «είναι αθώος». Όπως γίνεται συνεπώς αντιληπτό το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οτιδήποτε από πλευράς κατηγορούμενου προκειμένου να το εξετάσει και να το αξιολογήσει μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει στην ουσία ενώπιον του μόνον την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και με δεδομένο ότι αυτή έχει ήδη κριθεί αξιόπιστη στο σύνολο της, με βάση αυτήν το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και γενικότερα αν έχει αποδειχθεί η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΟΝΤΟΤΗΤΑΣ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΩΝ Το Δικαστήριο έχοντας κάνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που ευρίσκεται ενώπιον του κρίνει σκόπιμο πριν προχωρήσει στα ευρήματα του και στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου να αποφασίσει κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την νομική οντότητα των παραπονούμενων ή όπως θέτει το θέμα η υπεράσπιση (σελ. 3 γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης) την νομική υπόσταση των παραπονούμενων. Η εξέταση του θέματος αυτού, δηλαδή ουσιαστικά του κατά πόσο αποδείχθηκε η ύπαρξη των παραπονούμενων ως νομικού προσώπου, πριν από οτιδήποτε άλλο κρίνεται σκόπιμη αφού όπως θα διαφανεί από όσα θα αναφερθούν πιο κάτω θα κρίνει το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Κατ' αρχήν να παρατηρήσω εδώ ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την σύσταση των παραπονούμενων ούτε και εδόθη οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία αναφορικά με την σύσταση των παραπονούμενων ή την φύση των εργασιών που ασκούν. Συνεπώς το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θα πρέπει να ανατρέξει κρίνω στο σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστωθεί κατά πόσο ηγέρθη μαχητό νομικό τεκμήριο κανονικότητας αναφορικά με την ύπαρξη των παραπονούμενων (βλ. σχετικά ΕΔΑΞΥΛ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. Ανδρέας Αγαθοκλέους Πολιτική ΄Εφεση 9138, ημερομηνίας 18.12.96, LIOUFIS AND CO LTD v. Ανδρονίκου κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 8767, ημερομηνίας 17.07.96, K.N.G. AUTOPARTS LTD v. Μιχάλη Ιωάννου, Πολιτική Έφεση 8872, ημερομηνίας 25.06.96 και UNION DES COOPERATIVES v. 1.APAK AGRO INDUSTRIES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση 9476, ημερομηνίας 20.03.98). Ευθέως λοιπόν αναφέρω ότι τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ΜΚ1 & 4 ανέφεραν απλά ότι εργάζονται στους παραπονούμενους, με τον ΜΚ1 να αναφέρει πιο συγκεκριμένα ότι είναι ο οικονομικός διευθυντής τους και την ΜΚ4 ότι εργάζεται στο λογιστήριο. Δεν εδόθη όμως οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία επί τούτου, ενώ τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί όπως θα διαφανεί και πιο κάτω δεν βοηθούν την πλευρά της κατηγορούσας αρχής επί του σημείου αυτού και συνεπώς θεωρώ ότι δεν μπορούμε να μιλούμε για έγερση του τεκμηρίου πιο πάνω. Όμως το θέμα αναφέρω έχει και μια άλλη διάσταση, την οποία έθεσε σημειώνω το Δικαστήριο στους συνηγόρους των δύο πλευρών ζητώντας τις απόψεις τους μετά την επιφύλαξη της τελικής απόφασης του. Κρίθηκε σκόπιμο σημειώνεται όπως ζητηθούν οι απόψεις των δύο πλευρών αφού πρόκειται για θέμα αναφέρω που δεν προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία αλλά ούτε και στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο ακριβώς κατά την ετοιμασία της παρούσας απόφασης και της εξέτασης του θέματος πιο πάνω διαπίστωσε ότι το όνομα των παραπονούμενων όπως εμφαίνεται στο κατηγορητήριο διαφέρει από το όνομα που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 1 αλλά και από το όνομα του δικαιούχου της επιταγής που φαίνεται στο τεκμήριο
  1. Η πρώτη λέξη της επωνυμίας όπως διαβάζεται στο κατηγορητήριο είναι SKYRAMOND ενώ στην κατάσταση λογαριασμού και στην επιταγή SKYRAMONΤ δηλαδή το τελευταίο γράμμα διαφέρει. Αυτό βέβαια κατά πρώτον θα μπορούσε να λεχθεί ότι επιβεβαιώνει την κατάληξη του Δικαστηρίου πιο πάνω για την μη απόδειξη της νομικής οντότητας των παραπονούμενων. Όμως ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, το Δικαστήριο θα απασχολήσει και το θέμα του κατά πόσο θα μπορούσε να υπάρξει θεραπεία στο πιο πάνω δηλαδή αν το Δικαστήριο θα μπορούσε σε αυτό το τελικό στάδιο να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου ανάλογα. Παρεμβάλλω εδώ ότι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης επί τούτου ήταν ότι τέτοια τροποποίηση δεν θα μπορούσε να γίνει, ενώ η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό. Ότι ανέφερε σημειώνω η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής, μέσα από αντιφατικές θα έλεγα με κάθε σεβασμό θέσεις, είναι αφενός πως πρόκειται για ένα τυπογραφικό λάθος που δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας ή τα δικαιώματα του κατηγορούμενου από τη στιγμή μάλιστα που η πλευρά του δεν έχει εγείρει το θέμα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ενώ ανέφερε περαιτέρω ότι η κατηγορούσα αρχή ενόψει του θέματος που έχει προκύψει ευρίσκεται τώρα, στο τελικό αυτό στάδιο της δίκης, σε δύσκολη θέση γιατί αν αποσυρθεί η υπόθεση θα επιβαρυνθεί η πλευρά τους με πολλά έξοδα και ότι επειδή το θέμα δεν εθίγη σε προηγούμενο στάδιο ή στο εκ πρώτης όψεως τώρα η πλευρά τους ευρίσκεται σε δίλημμα είτε να προωθήσει την υπόθεση είτε να την αποσύρει με συνέπεια τον επηρεασμό των συμφερόντων των παραπονούμενων και την επιβάρυνση τους με περισσότερα έξοδα. Από όσα έχει αναφέρει η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής είναι προφανές αναφέρεται ότι καθαρή θέση δεν προκύπτει. Εξ' όσων όμως το Δικαστήριο έχει αντιληφθεί η πλευρά της κατηγορούσας αρχής αναγνωρίζει το πρόβλημα που έχει προκύψει αλλά θεωρεί ότι ανεξάρτητα τούτου το Δικαστήριο δεν πρέπει να το λάβει υπόψη του αφού πρόκειται για ένα απλό τυπογραφικό λάθος και όχι για κάτι ουσιαστικό που επηρεάζει τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο θεωρεί όμως ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όπως η πλευρά της κατηγορούσας αρχής τα παρουσιάζει και εν πάση περιπτώσει αναφέρω ότι η πλευρά της κατηγορούσας αρχής δεν με έπεισε με ικανά επιχειρήματα για την θέση της αυτή αλλά ούτε σημειώνω παρέπεμψε το Δικαστήριο σε οιονδήποτε σύγγραμμα ή σε Νομολογία που να υποστηρίζει την θέση αυτή. Σε κάθε περίπτωση όμως το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι μόνον αν μπορούσε να υπάρξει θεραπεία του λάθους και αναφορά της ορθής επωνυμίας των παραπονούμενων στο κατηγορητήριο, του υπαρκτού νομικού προσώπου δηλαδή, κρίνω ότι θα μπορούσε να εξεταστεί περαιτέρω η υπόθεση. Συνεπώς ερχόμενος στο θέμα τροποποίησης, κατ' αρχήν θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε ότι αφορά την τροποποίηση κατηγορητηρίου δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι οι πρόνοιες της Ποινικής Δικονομίας που ρυθμίζουν το θέμα είναι αυτές των άρθρων 83 και
  2. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 83
(1)διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨ Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα με τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.¨ Δεν χωρεί επίσης αμφιβολία ότι όπου το κατηγορητήριο κρίνεται ελαττωματικό, το Δικαστήριο έχει την εξουσία για τη μεταβολή του (βλ. Fatma Mehmet v. The Police,
(1970)2 CLR 62, Leonidou v. The Police,
(1987)2 CLR 96 και Κυριάκου v. Αστυνομίας,
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 458). Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Όμως το άρθρο 83 της Ποινικής Δικονομίας δεν προνοεί για τροποποίηση οποιουδήποτε μέρους του κατηγορητηρίου αλλά των μερών που ο ίδιος ο ορισμός της έννοιας του κατηγορητηρίου περικλείει. Ποιά είναι τα μέρη που περικλείει ένα κατηγορητήριο προκύπτει από την ξεκάθαρη ερμηνεία που δίδεται στον ορισμό της έννοιας του κατηγορητηρίου στο άρθρο 2 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155: ¨Κατηγορητήριο¨ : σημαίνει τη γραπτή κατηγορία για ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κάποιος κατηγορούμενος σε συνοπτική δίκη ή προανάκριση¨. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus των κ.κ.Λοϊζου και Πική στη σελ. 46 υποσημείωση 3 διαπιστώνονται δύο μόνο μέρη σε ένα κατηγορητήριο σύμφωνα με την ποινική μας δικονομία δηλαδή αυτά που αφορούν το αδίκημα (έκθεση αδικήματος και λεπτομέρειες αδικήματος). Η πιο πάνω άποψη αντιδιαστέλλεται με όσα αναφέρονται στα αγγλικά συγγράμματα Halsbury's Laws of England,3rd Edition, volume 10 (σελ. 385 παρ. 697 κάτω από τον τίτλο Form of Indictments) και Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice έκδοση 2007 σελ. 83 παρ. 1-114 κάτω από τον τίτλο Three Parts) όπου υποδεικνύεται ότι το κατηγορητήριο αποτελείται από τρία μέρη. Τα εν λόγω μέρη είναι τα ακόλουθα: (α) το εναρκτήριο (commencement), (β) η έκθεση αδικήματος (statement of the offence) και (γ) οι λεπτομέρειες αδικήματος (particulars of the offence). Συνεπώς η συνδυασμένη ερμηνεία των πιο πάνω καθιστά αντιληπτό ότι στον όρο 'κατηγορητήριο' περιλαμβάνονται μόνο η έκθεση και οι λεπτομέρειες του αδικήματος και όχι το όνομα του ιδιώτη κατηγόρου ή το όνομα του κατηγορουμένου ή το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η υπόθεση. Αυτά απλά σημειώνονται στον τύπο του κατηγορητηρίου αλλά δεν αποτελούν μέρη του κατηγορητηρίου υπό τη νομική έννοια του, όπως αυτό προκύπτει μέσα από το άρθρο 2 του Κεφ.155. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης (βλέπε Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204). Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η υπόθεση Ταμείο Προνοίας v. Samoa Clothing Industry,
(2000)2 ΑΑΔ σελ. 289 διακρίνεται ως προς τα περιστατικά της από την παρούσα. Εκεί είχε αναγραφεί λανθασμένα το όνομα της εφεσίβλητης εταιρείας αντί εκείνο του επίσημου παραλήπτη, εφόσον η εταιρεία είχε τεθεί υπό εκκαθάριση. Κρίθηκε πως δεν συνιστούσε κώλυμα η τροποποίηση του τίτλου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε χρόνο για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης του τίτλου της έφεσης βασιζόμενο και στις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  1. Βέβαια η δυνατότητα αυτή στηρίχθηκε στο πιο πάνω άρθρο το οποίο προνοεί ότι: ¨όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διορισθεί προσωρινός εκκαθαριστής καμία αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει¨. Εύκολα επομένως μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης η απαιτούμενη τροποποίηση προβλέπεται από το άρθρο 220 του Κεφ.
  2. Αντίθετα, αντίστοιχο θεσμοθετημένο δικονομικό υπόβαθρο δεν εντοπίζεται μέσα από τις διατάξεις του Κεφ.155, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη σχετική νομολογία. Στη βάση των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι το ελαττωματικό κατηγορητήριο, το οποίο μπορεί να μεταβάλει το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 83, δεν είναι βεβαίως ο τύπος, δηλαδή το σχέδιο ή η φόρμουλα ή το πρότυπο με το οποίο αυτό συντάσσεται και γράφεται, αλλά η γραπτή κατηγορία, στην οποία περιλαμβάνονται μόνο η έκθεση και οι λεπτομέρειες του αδικήματος. Σε καμία περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί το όνομα του ιδιώτη κατηγόρου, ως μέρος της γραπτής κατηγορίας, έτσι ώστε, εφόσον διαπιστωθεί λανθασμένη αναγραφή του στο έντυπο του κατηγορητηρίου, να δύναται να τροποποιηθεί, κατ' επίκληση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 83 του Κεφ.
  3. Ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν θα μπορούσε να γίνει στην προκειμένη περίπτωση. Εφόσον λοιπόν στο κατηγορητήριο δεν αναγράφεται υπαρκτό νομικό πρόσωπο και η υπόθεση δεν εγείρεται από υπαρκτό νομικό πρόσωπο, και εν πάση περιπτώσει δεν εγείρεται από το πρόσωπο εκείνο που είναι το θύμα του κατ' ισχυρισμό αδικήματος το οποίο περιέχεται στο κατηγορητήριο και που έχει δικαίωμα να καταχωρήσει τέτοιου είδους υπόθεση και να προσαγάγει τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης (βλέπε Panayiotis Ttofinis ν. Loizos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 και Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd και άλλων
(1997)2 Α.Α.Δ. 434), αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αναφερόμενοι στο κατηγορητήριο ως παραπονούμενοι δεν νομιμοποιούνταν να εγείρουν και προωθήσουν την παρούσα υπόθεση. Όπως γίνεται συνεπώς αντιληπτό από όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω το αποτέλεσμα της υπόθεσης έχει κριθεί. Το Δικαστήριο όμως ανεξάρτητα από αυτό θα προχωρήσει σε ευρήματα με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω καθώς και σε εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου με βάση την μαρτυρία αυτή, σε περίπτωση που το αποτέλεσμα πιο πάνω ανατραπεί. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι παραπονούμενοι πωλούσαν προϊόντα στον κατηγορούμενο και για την συνεργασία τους ετηρείτο κατάσταση λογαριασμού. Κατά την 31/03/13 το χρεωστικό υπόλοιπο του κατηγορούμενου με βάση την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού ήταν €4.026.- και ο κατηγορούμενος κλήθηκε επανειλημμένως να το διευθετήσει αλλά παρέλειψε να το πράξει. Ως εκ τούτου οι παραπονούμενοι που κατείχαν την επίδικη επιταγή, την οποία είχε υπογράψει και παραδώσει σε αυτούς ο κατηγορούμενος κατά την έναρξη της συνεργασίας τους ως εγγύηση για την εξόφληση του υπολοίπου του κάθε μήνα, χωρίς σημειώνεται ο κατηγορούμενος να συμπληρώσει άλλα στοιχεία επί της επιταγής, ενημέρωσαν τον κατηγορούμενο για το υπόλοιπο του και του ανέφεραν ότι ως η συμφωνία τους θα χρησιμοποιούσαν την επίδικη επιταγή για διευθέτηση της οφειλής του και ο κατηγορούμενος συμφώνησε. Οι παραπονούμενοι ακολούθως συμπλήρωσαν την επιταγή με το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς, με την ημερομηνία και το όνομα του δικαιούχου και κατέθεσαν την επιταγή στην τράπεζα τους σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες για πληρωμή αλλά η επιταγή δεν τιμήθηκε. Συγκεκριμένα κατέθεσαν την επιταγή στις 02/05/2013 και αφού η επιταγή παρουσιάστηκε στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε δηλαδή στην ΣΠΕ Ύψωνα Λόφου στις 08/05/13 ή 09/05/13 επιστράφηκε με σφραγίδα «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα», και ακολούθως την κατέθεσαν ξανά για πληρωμή στις 20/05/13 και αφού παρουσιάστηκε στην εν λόγω ΣΠΕ επιστράφηκε εκ νέου στις 21/05/13 με σφραγίδα αυτή την φορά «αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή». Μετά την επιστροφή της επιταγής την 2η φορά υπήρξε τηλεφωνική συνομιλία με τον κατηγορούμενο και στις 28/06/13 ο κατηγορούμενος πλήρωσε έναντι του ποσού της επιταγής €1500.-. Έκτοτε όμως και μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε το υπόλοιπο ποσό. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Ως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει το αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ως προκύπτει από την μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει αποδειχθεί το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου. Σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επιταγής θα ήθελα μόνον να αναφερθεί εδώ ότι το γεγονός της συμπλήρωσης των στοιχείων της επιταγής (όνομα δικαιούχου, ποσού και ημερομηνίας) από τους παραπονούμενους και όχι από τον κατηγορούμενο στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η συμπλήρωση έγινε κατόπιν ενημέρωσης του κατηγορούμενου για την πρόθεση των παραπονούμενων και με δικές του οδηγίες δεν αλλάζει την ουσία του πράγματος και την κατάληξη του Δικαστηρίου περί έκδοσης της επιταγής από τον κατηγορούμενο. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στον ορισμό 'επιταγή' που παρέχεται στο ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.154 (άρθρο 4) που αποτελεί την κατ' εξοχήν νομοθεσία η οποία ρυθμίζει και προδιαγράφει τα όρια διάπραξης του αδικήματος με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο: " «Επιταγή» σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσης της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή. " Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία προκύπτει πως η συμπλήρωση της επιταγής αποτελεί εντολή του εκδότη της προς τράπεζα για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού σε ορισμένο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό. Ωστόσο το προαναφερόμενο λεκτικό δεν απαιτεί τη συμπλήρωση της επιταγής αποκλειστικά και μόνο από το χέρι του εκδότη. Είναι αρκετό η συμπλήρωση της επιταγής να πραγματοποιηθεί από άλλο πρόσωπο όμως πάντα με τη συγκατάθεση ή εξουσιοδότηση του εκδότη της. Αναφορικά με το δικαίωμα / εξουσία συμπλήρωσης της επιταγής από πλευράς των παραπονούμενων σχετικό είναι αναφέρεται και το άρθρο 20 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262, ως επίσης σχετικά είναι και όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1 Α.Α.Δ.296. Επιπλέον, το Δικαστήριο εδώ θα ήθελε να σχολιάσει και την θέση της Υπεράσπισης περί μη απόδειξης ουσιαστικά του λόγου της μη πληρωμής της επιταγής, κάτι που προκύπτει σύμφωνα με την εισήγηση εκ του γεγονότος ότι η επιταγή επιστράφηκε ως ακάλυπτη λόγω μη επαρκών υπολοίπων ενώ με βάση την μαρτυρία του ΜΚ3 ο λογαριασμός ήταν από προηγουμένως και συγκεκριμένα από το 2010 παγοποιημένος. Έχω μελετήσει την εισήγηση σε συνάρτηση με την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί αλλά δεν θεωρώ ότι προκύπτει κάτι βάσιμο για να απασχολήσει το Δικαστήριο. Ο λόγος για τον οποίο δεν τιμήθηκε η επιταγή είναι ξεκάθαρος και προκύπτει από τις σφραγίδες που εμφαίνονται στο σώμα της επιταγής αλλά και από την λοιπή μαρτυρία. Αν η επιταγή θα έπρεπε να επιστραφεί και για άλλο λόγο δηλαδή επειδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε δεν είναι θέμα κρίνω που θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, όταν μάλιστα ο λόγος για τον οποίο επιστράφηκε η επιταγή δεν έχει σε κανένα σημείο αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Τέλος, έχοντας υπόψη ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου εντάσσει την εισήγηση του στα πλαίσια της γενικότερης θέσης του περί αντιφάσεων και εξ' όσων αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο αναξιοπιστίας των ΜΚ2 & 3, αναφέρεται εδώ ότι η αξιολόγηση πιο πάνω των συγκεκριμένων μαρτύρων μιλά από μόνη της και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι προκύπτει θέμα αντίφασης μεταξύ των δύο μαρτύρων όταν σημειώνω και οι δύο μάρτυρες ανέφεραν και η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη ότι οι λόγοι επιστροφής της επιταγής είναι οι αναφερόμενοι στις δύο σφραγίδες που υπάρχουν στο σώμα της επιταγής όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Συνεπώς αναφέρεται εδώ ότι εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείκνυε ότι οι παραπονούμενοι είναι υπαρκτή νομική οντότητα και εάν περαιτέρω το λάθος που υπάρχει στον τίτλο της υπόθεσης σε ότι αφορά την επωνυμία των παραπονούμενων μπορούσε να διορθωθεί, με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο θα έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω το Δικαστήριο απαλλάσσει και αθωώνει τον κατηγορούμενο εις την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Ενόψει δε του λόγου για τον οποίο αυτό γίνεται και εφόσον αφενός δεν έχει αποδειχθεί η νομική οντότητα των παραπονούμενων και περαιτέρω στον τίτλο της διαδικασίας η επωνυμία των παραπονούμενων δεν αφορά υπαρκτό νομικό πρόσωπο, κρίνω ότι δεν μπορώ να επιδικάσω έξοδα εναντίον ανύπαρκτου προσώπου. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.