VENOM SOFTWARE DEVELOPMENT LTD ν. BAKANAΣ ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 26338/2012, 16/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26338/2012 Μεταξύ: VENOM SOFTWARE DEVELOPMENT LTD Κατηγόρων ν. BAKANAΣ ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κατηγορούμενου ----------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Νεοφύτου (κα Ε.Ηλία για να ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Κλεοβούλου (κα Ε.Σωκράτους για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2012 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος της εταιρείας VENOM SOFTWARE DEVELOPMENT LTD μια επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αριθμό 29066569 για ποσό των €7.000.- πληρωτέα την 04/01/12, οι οποίοι παρουσίασαν την εν λόγω επιταγή προς πληρωμή στην Alpha Bank την 18/01/2012 και την 19/01/2012 αλλά η επιταγή δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε από το ΚΑΠ κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής και παραμένει μέχρι σήμερα ανεξόφλητη παρόλο ότι παρήλθαν 15 μέρες από την εν λόγω παρουσίαση της προς πληρωμή στην τράπεζα. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρείς
(3)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και κάλεσε δύο
(2)μάρτυρες για την υπεράσπιση του. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 20 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών αναφέρω έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων αν χρειαστεί κατωτέρω. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Χριστάκης Φραντζής Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του για την επίδικη επιταγή και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ο μάρτυρας δεν έχει αντεξεταστεί και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Ανέφερε ότι είναι υπεύθυνος για τον επίδικο λογαριασμό του κατηγορούμενου. Η επίδικη επιταγή κατατέθηκε για πληρωμή στις 18/01/12 στην Alpha Bank και την επόμενη ημέρα παρουσιάστηκε κοντά τους αλλά επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθεί την επέστρεψαν πίσω στην Alpha Bank. Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής προσομοιάζει με το δείγμα υπογραφής που έχουν στην τράπεζα. Έχουν τεθεί δύο σφραγίδες στην επιταγή δηλαδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ και να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα. Δεν υπήρχαν λεφτά για να πληρωθεί η επιταγή ούτε μετά από πάροδο 15 ημερών από την παρουσίαση της επιταγής. Ο λογαριασμός είχε εγγραφεί στο ΚΑΠ στις 27/09/
- Δεν υπήρχαν άλλοι λογαριασμοί του κατηγορούμενου στην τράπεζα με διαθέσιμα υπόλοιπα για να πληρωθεί η επιταγή. ΜΚ2 Νίκος Τσίκκου Ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος ανέφερε είναι ο διευθυντής των παραπονούμενων, δεν με έπεισε και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του η οποία κρίνεται αναξιόπιστη. Κατ' αρχήν με την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, την διστακτικότητα και την ανησυχία που τον διέκρινε σε όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του, και έχοντας υπόψη τις απαντήσεις του, θεωρώ ότι δεν ήταν ειλικρινής. Διέκρινα εν πάση περιπτώσει στη μαρτυρία του έντονη προσπάθεια αποφυγής από μέρους του να δώσει απαντήσεις σε ουσιαστικά ζητήματα και καίριας σημασίας ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση, τα οποία ζητήματα αναφέρω μόνον ο ίδιος λογικά θα μπορούσε να γνωρίζει, στην προσπάθεια από πλευράς του κρίνω για αποφυγή παρουσίασης στο Δικαστήριο της αλήθειας για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα μεταξύ των παραπονούμενων και του κατηγορούμενου. Τέλος, η μαρτυρία του θα πρόσθετα εδώ χαρακτηρίζεται από γενικές και μη καθαρές θέσεις, όπως επίσης από μη λογικές απαντήσεις. Πιο συγκεκριμένα: (α) Κατ' αρχήν θα πρέπει να σημειωθεί η τάση του μάρτυρα να παραπέμπει συνεχώς στο λογιστή της εταιρείας για διάφορα θέματα που τέθηκαν από την Υπεράσπιση, τον οποίο λογιστή μάλιστα για να ληφθούν απαντήσεις είπε ότι «μπορείτε να τον καλέσετε». Με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο παρατήρησε ότι προσπαθούσε να αποφύγει να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, τις οποίες ας σημειωθεί το Δικαστήριο λογικά θα ανέμενε να απαντήσει ο ίδιος. Όμως το θέμα εδώ έχει και μια άλλη διάσταση. Η μη παρουσίαση τελικά από τον λογιστή, ΜΚ3, των στοιχείων τα οποία ο ΜΚ2 ανέφερε ότι κατέχει προς επιβεβαίωση όσων ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου άφησε κενά στην μαρτυρία του και δημιούργησε στο Δικαστήριο σοβαρές αμφιβολίες για την βασιμότητα των όσων ανέφερε με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί σε καμία περίπτωση να βασιστεί στην μαρτυρία του. (β) Ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι οι παραπονούμενοι ασχολούνται με την κατασκευή προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, επιδιορθώσεις, πωλήσεις ηλεκτρονικών υπολογιστών, κατασκευή δικτύων και internet marketing, γενικά ότι έχει σχέση με ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Η υπεράσπιση σημειώνω αμφισβήτησε έντονα ότι οι παραπονούμενοι προσφέρουν αυτού του είδους τις υπηρεσίες. Όμως ο μάρτυρας όχι μόνον δεν προσκόμισε το παραμικρό στοιχείο για να δείξει την φύση των εργασιών των παραπονούμενων, αλλά αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι δεν θυμόταν ούτε ένα όνομα άλλου πελάτη των παραπονούμενων. Μάλιστα ενώ αρχικά όταν ερωτήθηκε ανέφερε ότι αυτά είναι προσωπικά δεδομένα της εταιρείας του, σε επόμενη ερώτηση ανέφερε ο ίδιος δεν θυμάται άλλα εστιατόρια για τα οποία έκανε παρόμοιες εργασίες και θα φέρει τα στοιχεία ο λογιστής του. Οι απαντήσεις του μάρτυρα κρίνω ακριβώς καταδεικνύουν την προσπάθεια από πλευράς του να αποφύγει να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις ενώ η θέση του ότι δεν θυμάται κανέναν άλλο πελάτη του δεν είναι λογική αφού δεν μπορεί να μην θυμάται έστω έναν πελάτη από το πελατολόγιο της εταιρείας του. Εν πάση όμως περιπτώσει ο λογιστής της εταιρείας που έδωσε μαρτυρία ως ΜΚ3 δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία για το θέμα αυτό όπως είχε αναφέρει ο ΜΚ2 με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να παραμένει μετέωρη και να προκαλεί αμφιβολίες στο Δικαστήριο για όσα ο μάρτυρας είχε αναφέρει. (γ) Ανέφερε ότι η επιταγή τεκμήριο 1 τους δόθηκε για υπηρεσίες που πρόσφεραν στον κατηγορούμενο τέλη του 2010 και συγκεκριμένα για πωλήσεις 6 κομπιούτερ (ηλεκτρονικών υπολογιστών) και κατασκευή δικτύων στα εστιατόρια του και διαφήμιση εστιατορίων στο internet. Πήγαν πολλές φορές στο μαγαζί του κατηγορούμενου γιατί μπορεί να είχε πρόβλημα το κομπιούτερ ή μιλούσαν σχετικά με τη διαφήμιση. Έχουν εκδοθεί τιμολόγια για τις υπηρεσίες τους ανέφερε τα οποία θα παρουσιάσει ο λογιστής όπως και την καταχώρηση της επιταγής στο βιβλίο της εταιρείας στο Φόρο. Ας σημειωθεί εδώ ότι η παροχή οιωνδήποτε υπηρεσιών αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση η οποία πρόβαλε την θέση ότι τόσο η επίδικη επιταγή όσο και μια άλλη επιταγή που αφορά άλλη υπόθεση δόθηκαν για δάνειο με τοκογλυφία. Με αυτά υπόψη αναφέρεται ότι ο μάρτυρας σε καμία περίπτωση δεν έπεισε ότι παρασχέθηκαν οιεσδήποτε υπηρεσίες στον κατηγορούμενο. Οι απαντήσεις που έδωσε επί του θέματος κατά την αντεξέταση του ήταν γενικές και αόριστες. Κατ' αρχήν ο μάρτυρας αναφορικά με την διαφήμιση της ιστοσελίδας δεν θυμόταν τι έλεγε η διαφήμιση αφού όπως ανέφερε έχει περάσει αρκετός χρόνος και γενικότερα δεν θυμόταν οτιδήποτε συγκεκριμένο για το θέμα αυτό της παροχής υπηρεσιών διαφήμισης. Επίσης ανέφερε ότι δεν θυμάται ούτε το ποσό που αφορούσαν οι υπηρεσίες ούτε τα ποσά των διαφημίσεων, ούτε ποιες ακριβώς υπηρεσίες προσέφερε τέλος του
- Ακόμη παρά τις δηλώσεις του μάρτυρα για παρουσίαση τιμολογίων στο Δικαστήριο από τον λογιστή, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε σχετικό ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο λογιστής κατέθεσε επαναλαμβάνω ως ΜΚ3 και δεν έχει παρουσιαστεί ούτε κάποιο τιμολόγιο ούτε άλλο υποστηριχτικό στοιχείο της εκδοχής του μάρτυρα, αφήνοντας στην ουσία κενό στην μαρτυρία του και αμφιβολίες στο Δικαστήριο. (δ) Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου η θέση που υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο κατά την αντεξέταση του ότι ο ΜΚ2 δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι του πρόσφερε υπηρεσίες και ότι αυτό που είπε είναι ότι σε συνεννόηση με τον λογιστή του αποφάσισαν να βγάλουν την επιταγή στο όνομα της εταιρείας. Βεβαίως τι ακριβώς ισχυρίστηκε ο ΜΚ2 αναφορικά με το αντάλλαγμα της έκδοσης της επιταγής είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά και σχετικά είναι όσα αναφέρονται ανωτέρω. Και επειδή ακριβώς η κατηγορούσα αρχή σε ένα τόσο ουσιώδες ζήτημα που αφορά το αντάλλαγμα της επιταγής με την εν λόγω υποβολή άλλαξε εντελώς τη θέση της, το Δικαστήριο θεωρεί ότι έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω αυτό δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο παρά προβολή μη καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου και κατά συνέπεια απόρριψη της όλης εκδοχής της ως αναξιόπιστης. ΜΚ3 Άγης Αγησιλάου Είναι ο λογιστής των παραπονούμενων όπως ανέφερε και κατέθεσε ότι η επίδικη επιταγή έγινε κατάθεση στο λογαριασμό της εταιρείας από τον ΜΚ
- Η επίδικη επιταγή επίσης περάστηκε στα βιβλία της εταιρείας ότι κατατέθηκε στην εταιρεία. Ο μάρτυρας αυτός σημειώνω δεν αντεξετάστηκε. Όπως γίνεται αντιληπτό η μαρτυρία του, η οποία γίνεται αποδεκτή, δεν έχει ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω κάποια ουσιαστική σημασία για την υπόθεση. Αν στο τέλος της ημέρας συμπληρώθηκε από τον ΜΚ2 επί της επιταγής το όνομα των παραπονούμενων ως δικαιούχων της επιταγής και η επιταγή κατατέθηκε στο λογαριασμό της εταιρείας ή πέρασε λογιστικά στην εταιρεία δεν είναι βέβαια το ζητούμενο, ενόψει των θέσεων της Υπεράσπισης αλλά και των κενών που άφησε η κατηγορούσα αρχή με τη μαρτυρία της. Κατηγορούμενος Η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος με την όλη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και τις απαντήσεις του ήταν αρνητική και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του η οποία κρίνεται αναξιόπιστη. Οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ήταν γενικές και πολλές φορές άσχετες, ενώ η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται κρίνω από αντιφάσεις, αλλά και από μη καθαρές και μη λογικές θέσεις. Η μαρτυρία του συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέταση του ότι ο δανεισμός του από τον ΜΚ2 έγινε με υψηλό τόκο 20%. Στο τεκμ.12 όμως δηλαδή σε επιστολή του ημερ.15/12/12 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας και στον Γενικό Εισαγγελέα γίνεται αναφορά σε τόκο 30%. Όταν ο κατηγορούμενος ετέθη προ της ουσιώδους αυτής αντίφασης στα λεγόμενα του εν σχέση με ότι ισχυρίστηκε στην εν λόγω επιστολή έδωσε απαντήσεις που αφενός δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ειλικρινής και δεν είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου και περαιτέρω που σε καμία περίπτωση δεν πείθουν το Δικαστήριο. Ανέφερε δηλαδή ότι το 20% ήταν η αρχική συμφωνία και επειδή καθυστέρησε έγινε 30% αυτόματα και τον χρέωσαν τελικά με 30%, ανέφερε ακολούθως ότι δεν το έβαλε στη γραπτή δήλωση του (τεκμ. 3) γιατί υπάρχουν πάρα πολλά που έγιναν μέσα σε ένα ενάμιση χρόνο και τέλος, όταν του υποβλήθηκε ότι δεν λέει την αλήθεια και ότι λέει το λέει για να δικαιολογηθεί απάντησε με μια μακροσκελή και άσχετη απάντηση. Αν είναι όμως δυνατόν με βάση αυτά να γίνει πιστευτός ο κατηγορούμενος, ο οποίος προσπαθεί από τη μια να πείσει ότι του έγινε τοκογλυφία και από την άλλη δίνει τις πιο πάνω απαντήσεις. Και διερωτάται κανείς βέβαια με το σκεπτικό και την λογική του κατηγορούμενου στην προκειμένη περίπτωση, ο οποίος λέγοντας απλά ότι συνέβησαν πολλά γεγονότα δεν θεωρεί σημαντικό να αναφέρει ότι τελικά ο τόκος που του ζητήθηκε ήταν 30% δηλαδή 10% πιο αυξημένος από τον ήδη αναφερόμενο. Εν πάση περιπτώσει καταλήγοντας αναφέρω ότι ουδέποτε υπεβλήθη στον ΜΚ2 ότι δάνεισε με τόκο 30% και σαφώς εκ τούτου προκύπτουν μη καθαρές θέσεις από πλευράς Υπεράσπισης. (β) Όταν του υπεβλήθη ότι σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εξ' όσων αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο που έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, στην Υπεράσπιση που καταχώρησε αναφέρει διαφορετικά ποσά από τα ποσά που ανέφερε στην παράγρ.3 της γραπτής του δήλωσης τεκμ.3, ανέφερε αποδεχόμενος ουσιαστικά την διαφορά αυτή ότι πρέπει να υπήρχε παρεξήγηση με την κοπέλα που έπιασε τα στοιχεία και ότι απλώς σύγχυσε τα νούμερα. Από την επόμενη ερώτηση που υπεβλήθη στον κατηγορούμενο το Δικαστήριο αντιλήφθηκε ότι στην εν λόγω υπεράσπιση του ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε €10.000.- αντί €15.000 που ισχυρίστηκε στην παρούσα υπόθεση. Αφού σημειώσω ότι δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε αναφορικά με το θέμα αυτό στο Δικαστήριο και επαναλάβω ότι οι εξηγήσεις του κατηγορούμενου οι οποίες ήταν γενικές και αόριστες δεν έπεισαν, αναφέρεται ότι εκ των ανωτέρω έχουν παραμείνει σκιές στην εκδοχή του κατηγορούμενου αφού όπως προκύπτει σε άλλη διαδικασία μέσω της Υπεράσπισης του ισχυρίστηκε άλλα πράγματα εν σχέση με ότι έχει καταθέσει στην παρούσα υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται εδώ ότι ο κατηγορούμενος δεν έπεισε ότι πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό στον ΜΚ2 και το γεγονός ότι παρουσίασε ένα βιβλιάριο τράπεζας με την ανάληψη ενός ποσού δεν σημαίνει απολύτως τίποτε ενόψει των όσων άλλων αναφέρονται αναφορικά με την μαρτυρία του. (γ) Ανέφερε ότι αρχές του 2011 ο ΜΚ2 του δάνεισε €8.000.- συνολικά με τόκο 20% δηλ.€1000 τον μήνα. Πλήρωσε €3.000 και ακολούθως επειδή αδυνατούσε να πληρώσει άλλα λεφτά άρχισε να τον απειλεί. Τον Ιούνιο του 2011 τον υποχρέωσαν να τους δώσει 2 επιταγές λευκές, τις οποίες θα κρατούσαν για ασφάλεια μέχρι να τους δώσει €15.000.- όταν θα έπαιρνε από την απαλλοτρίωση. Σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή ο ΜΚ2 έβαλε ποσό €7.000.- αφού από ότι φαίνεται υπολόγισε τους τόκους. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία του κατηγορούμενου πιο πάνω, αναφέρεται ότι η όλη εκδοχή του είναι γενική και δεν έχει συνοχή. Ειδικότερα τι αφορούσε το ποσό των €15.000 και κάτω από ποιες συνθήκες του ζητήθηκε δεν έχει εξηγήσει στο Δικαστήριο. Η μόνη συμφωνία στην οποία έχει αναφερθεί ήταν για πληρωμή τόκου 20%. Ανατρέχοντας δε στην μαρτυρία του ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του παρατηρώ ότι οι θέσεις που υποβλήθηκαν δεν απαντούν στα ερωτήματα που προκύπτουν. Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι τα ποσά που δάνεισε τα πολλαπλασίασε με τοκογλυφικό τρόπο και χωρίς άλλο ότι με το ποσό των €15.000.- που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι πλήρωσε τον έχει εξοφλήσει. Δεν έχω πεισθεί για την θέση τη Υπεράσπισης η οποία έχει δημιουργήσει αμφιβολίες στο Δικαστήριο για τη βασιμότητα της. Από όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω δεν προκύπτει εν πάση περιπτώσει καθαρή θέση και ενόψει των αμφιβολιών που έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. (δ) Στο Δικαστήριο όμως αμφιβολίες για την αλήθεια της εκδοχής του κατηγορούμενου έχουν προκαλέσει και άλλα σημεία της μαρτυρίας του, όπως: i. Το χρονικό σημείο που επέλεξε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του ΜΚ
- Η επιστολή τεκμ.12 στην οποία κατονομάζει τον ΜΚ1 σαν τοκογλύφο εστάλη από μέρους του στις 15/12/12, ενώ παρουσιάστηκε για να δώσει κατάθεση στην αστυνομία στις 12/06/13 όπως προκύπτει από την μαρτυρία (βλ. και τεκμ.13). Ενέργειες δηλαδή από πλευράς του έγιναν αμέσως μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο και την λήψη του κατηγορητηρίου (με βάση την ένορκη δήλωση επίδοσης που ευρίσκεται στο φάκελο της διαδικασίας το κατηγορητήριο επιδόθηκε στις 03/12/12) και δεν έχει πείσει ο κατηγορούμενος γιατί αφού δεχόταν απειλές και την ίδια στιγμή δήλωσε κατά την αντεξέταση του ότι μετά την πληρωμή του ποσού των €15.000.- τον Απρίλιο του 2012 δεν φοβόταν τίποτε, δεν πήγε προηγουμένως στην Αστυνομία να κάνει καταγγελία. Γιατί ανέμενε ο κατηγορούμενος 8 μήνες περίπου για να στείλει την επιστολή τεκμ.12, αμέσως μετά δηλαδή που έλαβε το κατηγορητήριο της υπόθεσης, και από εκεί και πέρα άλλους 6 περίπου μήνες μέχρι να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία. Το χρονικό σημείο εν πάση περιπτώσει που επέλεξε να ενεργήσει ενόψει των ανωτέρω δημιουργεί υποψίες για το σκοπό που το έχει κάνει και το ενδεχόμενο να το έπραξε για να εξυπηρετήσει την υπεράσπιση του στην παρούσα υπόθεση και να ενισχύσει τη θέση του θεωρώ ότι είναι πολύ πιθανό. ii. Όσα ανέφερε για κάποιον Μαρίνο Θεοδοσίου και τα πλαστά χαρτονομίσματα. Πήρε τα λεφτά αυτά και στην πορεία να τα πάρει του ΜΚ2 ανέφερε ότι σταμάτησε σε βενζινάδικο να βάλει βενζίνη €10.-. Αντί να χρησιμοποιήσει όμως χρήματα που φαίνεται ότι είχε για το σκοπό αυτό, χρησιμοποίησε λεφτά από αυτά που θα παρέδιδε λίγο αργότερα στον ΜΚ2 και τα οποία δηλαδή δεν ήταν δικά του. Επιπρόσθετα όμως για ένα τόσο σοβαρό θέμα δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία. Θεωρώ ότι όσα ανέφερε δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής. iii. H γενική και αόριστη αναφορά του σε στρατοπέδευση του ΜΚ2 και των φίλων του κοντά στο σπίτι της μητέρας του και η κλοπή της αλληλογραφίας του, χωρίς να τον έχει δει ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο ή να έχει κάποιο στοιχείο για το θέμα αυτό και χωρίς να έχει καταγγείλει ποτέ την υπόθεση αυτή στην Αστυνομία. Η αναφορά του αυτή εν πάση περιπτώσει δεν πείθει και θεωρώ ότι έγινε απλά και μόνον για να πείσει για την όλη εκδοχή του. ΜΥ1 Ανδρέας Αποστόλου - Αρχιαστυφύλακας 556 Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει σε ότι αφορά την καταγγελία του κατηγορούμενου στην Αστυνομία εναντίον του ΜΚ2 για υπόθεση τοκογλυφίας και αφαίρεσης χρημάτων με σκοπό την κλοπή. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Ο μάρτυρας εργάζεται στο ΤΑΕ Λεμεσού και διερεύνησε την υπόθεση πιο πάνω, την αποπεράτωσε και την διαβίβασε όταν συμπληρώθηκε ο φάκελος στην Εισαγγελία για καταχώρηση στο Δικαστήριο. Ότι άλλο ανέφερε, ερωτώμενος αν γνωρίζει ποια είναι η ενασχόληση του ΜΚ2, είναι πως γνωρίζει ότι το ΤΑΕ Λεμεσού διερευνά 8 υποθέσεις εναντίον του ΜΚ2 που αφορούν υποθέσεις καζίνου αλλά δεν καταχωρήθηκε ακόμα κάποια υπόθεση. Ενημερώθηκε από τον υπεύθυνο του αρμόδιου τμήματος που διερευνά τις υποθέσεις ότι σε άλλες εκ των αναφερόμενων υποθέσεων ο ΜΚ2 φαίνεται σαν υπεύθυνο πρόσωπο και σε άλλες ο ιδιοκτήτης. Είναι με βάση τα τεκμήρια 11 και 12 που κάλεσε τον κατηγορούμενο και του πήρε κατάθεση. Η κατάθεση λήφθηκε σίγουρα μετά τις 13/06/
- Δεν γνωρίζει αν η υπόθεση καταχωρήθηκε μέχρι σήμερα στο Δικαστήριο. Ο ίδιος αυτό που γνωρίζει είναι πως διαβίβασε την υπόθεση για καταχώρηση στις 18/08/
- ΜΥ2 Ανδρέας Παναγιώτου Κατ' αρχήν θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας έχει κληθεί να καταθέσει από την Υπεράσπιση ως εμπειρογνώμονας για την εξέταση και αναγνώριση εγγράφων, χειρογράφων-δακτυλογραφημένων κειμένων κλπ, και δέχομαι ότι πράγματι πρόκειται για εμπειρογνώμονα. Τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του μάρτυρα τεκμ.18 και πιο συγκεκριμένα στις σελίδες 1 και 2 σε συνάρτηση με όσα ανέφερε ο μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου για τα προσόντα του αλλά και του γεγονότος της μη αμφισβήτησης από πλευράς της Υπεράσπισης της εμπειρογνωμοσύνης του, επιβεβαιώνουν θεωρώ του λόγου το αληθές. Με αυτό υπόψη αναφέρω εδώ ότι ο μάρτυρας με οδηγίες της Υπεράσπισης έχει ελέγξει στην ουσία την επίδικη επιταγή για να διαπιστωθεί αν είναι η γραφή του κατηγορούμενου το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς καθώς επίσης η ημερομηνία. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο ΜΚ2 έκανε παραδεκτό ότι αυτός συμπλήρωσε την ημερομηνία και συνεπώς η εξέταση και η κατάληξη αναφορικά με το σημείο αυτό δεν έχουν κάποια ουσιαστική αξία. Η εξέταση έγινε με τη σύγκριση των πιο πάνω με τα δείγματα που έλαβε ο μάρτυρας από τον κατηγορούμενο για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και της εξέτασης. Η κατάληξη του μάρτυρα δε είναι πως η αμφισβητούμενη γραφή που αφορά τα πιο πάνω δεν έχει χαραχθεί από τον κατηγορούμενο αλλά από άλλο πρόσωπο (βλ.τεκμ.18 σελ.11). Έχω μελετήσει πάρα πολύ προσεκτικά την μαρτυρία που έχει δοθεί από τον συγκεκριμένο μάρτυρα-εμπειρογνώμονα και κρίνω ότι για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δεν έχω πεισθεί για το βάσιμο της κατάληξης του μάρτυρα και εν πάση περιπτώσει έχω σοβαρές αμφιβολίες για τούτο σε βαθμό που να μην μπορώ να στηριχθώ στην κατάληξη του αυτή. Α. Κατ' αρχήν δεν θεωρώ ότι έγινε η καλύτερη δυνατή έρευνα και εξέταση από τον εμπειρογνώμονα ως εκ της μη λήψης υπόψη για σκοπούς εξέτασης χειρογράφων του κατηγορούμενου που γράφτηκαν σε ανύποπτο χρόνο ή δειγμάτων από τον κατηγορούμενο σε πρωτότυπη μορφή πλησιόχρονα με την αμφισβητούμενη γραφή (βλ.αντεξέταση και σελ. 5 & 11 τεκμ.18). Δεν εδόθη καμία απολύτως εξήγηση σημειώνω για το λόγο που δεν κατέστη δυνατό να ληφθούν τέτοια δείγματα ούτε από τον μάρτυρα αλλά ούτε και από τον κατηγορούμενο, ενώ την ίδια στιγμή ο μάρτυρας αποδέκτηκε ότι είναι πάντοτε καλύτερα όταν χρησιμοποιείται γραφή σε ανύποπτο χρόνο. Την ίδια στιγμή αναφέρω έχουν κατατεθεί από τον κατηγορούμενο τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου όπως επιστολές, τα πρωτότυπα των οποίων γνωρίζει που ευρίσκονται και θα μπορούσαν να επιθεωρηθούν, ενώ είναι προφανές ότι θα μπορούσαν να επιθεωρηθούν και άλλα έγγραφα λόγω των δραστηριοτήτων του ως επιχειρηματία ή των συναλλαγών του με τράπεζες που με ασφάλεια συνάγεται από την μαρτυρία του ότι είχε. Η λήψη των δειγμάτων δε από τον κατηγορούμενο μόνον για σκοπούς της ετοιμασίας της έκθεσης τεκμ.18 και προς απόδειξη συγκεκριμένων θέσεων του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, παρά τα όσα αναφέρθηκαν από τον μάρτυρα για το ότι δεν θα ήταν δυνατόν να αλλοιωθούν 13 σελίδες με δείγματα και δεν θα μπορούσε εσκεμμένα ο κατηγορούμενος να τον ξεγελάσει κάνοντας διαφορετικό τύπο γραμμάτων σε όλα τα δείγματα, έχει αφήσει σκιές και σε κάθε περίπτωση ενόψει των ανωτέρω αλλά και των όσων αναφέρονται κατωτέρω έχουν δημιουργήσει στο Δικαστήριο αμφιβολίες για το αξιόπιστο της εξέτασης που έγινε. Β. (α) Είναι η θέση του μάρτυρα ότι από τη σύγκριση που έγινε μεταξύ της αμφισβητούμενης γραφής και των δειγμάτων που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο, διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ άλλων στη μορφή και σχηματισμό των γραμμάτων (σελ. 8 τεκμ.18). Πρόκειται για τη μορφή που παρουσιάζουν τα γράμματα, πως σχηματίζουν δηλαδή. Τα γράμματα γράφονται με διαφορετικούς τρόπους και συγκεκριμένα ένα γράμμα μπορεί να γράφεται με μια κίνηση, άλλα με τρείς και άλλα με περισσότερες κινήσεις. Αν υπάρχουν συγκριτικά δείγματα σε ανύποπτο χρόνο είναι πάντοτε καλύτερα αλλά σε περίπτωση που βρεθούν δεν θα υπάρχει διαφορά ουσίας αλλά θα είναι κάποια παραλλαγή. Ο τύπος θα είναι ο ίδιος. Με την πάροδο του χρόνου ο τύπος και η μορφή του γράμματος πρέπει να είναι σταθερά αλλά μπορεί να υπάρξουν κάποιες παραλλαγές. Επίσης ανάλογα με τη διάθεση που έχει κάποιος, την θέση που βρίσκεται, αν είναι κάθοντας ή όρθιος τότε υπάρχουν κάποιες παραλλαγές, όχι όμως διαφορές μεταξύ των γραμμάτων. (β) Έχει σημασία εδώ να αναφερθεί πριν προχωρήσω περαιτέρω στη μαρτυρία που έδωσε ο μάρτυρας αυτός κατά την αντεξέταση, ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί από τον κατηγορούμενο τα τεκμήρια 11 και
- Πρόκειται για δύο επιστολές που ο ίδιος απέστειλε και που αναμφίβολα εκ της μαρτυρίας προκύπτει ότι έχουν ετοιμαστεί από τον ίδιο. Ο ΜΥ2 ας σημειωθεί δεν είχε υπόψη του τις επιστολές αυτές κατά την σύνταξη της έκθεσης του και τις είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο όταν του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέταση του. (γ) Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ο μάρτυρας σημειώνεται κατά την αντεξέταση του ανέφερε τα εξής: - Το γράμμα «ε» στην λέξη «ευρώ» στην επιταγή έχει μεγάλη διαφορά από το δείγμα που έλαβε από τον κατηγορούμενο, αφού η μορφή του είναι εντελώς διαφορετική. Περαιτέρω όμως ανέφερε ότι το γράμμα «ε» που επαναλαμβάνεται πάρα πολλές φορές στα τεκμήρια 11 και 12, τα οποία υπενθυμίζεται τα έχει συντάξει ο κατηγορούμενος, δεν μοιάζουν και έχουν διαφορετικό τύπο με το δείγμα. Αντίθετα φαίνεται να προσομοιάζουν με το «ε» που φαίνεται στη λέξη «ευρώ» στην επιταγή. Υπάρχει διαφορά στον τύπο με το ίδιο γράμμα στο δείγμα που έδωσε ο κατηγορούμενος. - Το γράμμα «λ» στη λέξη «χιλιάδες» του δείγματος που έδωσε ο κατηγορούμενος σε σύγκριση με το ίδιο γράμμα που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στα τεκμήρια 11 & 12, διαφέρει αναφορικά με τον τύπο του και ομοιάζει με τα αμφισβητούμενα δηλαδή της επίδικης επιταγής τεκμ.
- Μάλιστα συμφώνησε με σχετική υποβολή του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ότι εκείνος που γράφει το «λ» στα τεκμήρια 11 & 12 το γράφει με τον τύπο που κανονικά χρησιμοποιεί και που είναι διαφορετικός με το δείγμα που έδωσε ο κατηγορούμενος. - Ο αριθμός «7» στο ποσό «€7000» που αναγράφεται στην επιταγή δεν προσομοιάζει με τον αριθμό «7» στο τεκμήριο 11 όπως επίσης δεν μοιάζει με το αμφισβητούμενο. - Τέλος, το γράμμα «δ» που υπάρχει συνολικά 25 φορές στα τεκμήρια 11 & 12 δεν είναι ίδια με το δείγμα που έδωσε ο κατηγορούμενος αλλά διαφορετικά, ενώ το γράμμα «μ» που υπάρχει στο τεκμήριο 11 είναι χαρακτηριστικό και είναι διαφορετικό ως αναφορά την κλίση του τόσο από το δείγμα του κατηγορούμενου όσο και από την επιταγή στη λέξη «μόνον». (δ) Με αυτά υπόψη είναι προφανές ότι οι ως άνω απαντήσεις του μάρτυρα κάθε άλλο παρά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη γραφή στην επιταγή αποκλείεται να έγινε από τον κατηγορούμενο. Αντίθετα ο τύπος και η μορφή των γραμμάτων στην αμφισβητούμενη γραφή επί της επιταγής, όπως ο ίδιος τα έχει εξηγήσει ενώπιον του Δικαστηρίου, με βάση τα πιο πάνω θα μπορούσαν έχοντας υπόψη ότι τα τεκμήρια 11 & 12 συντάχθηκαν από τον κατηγορούμενο, να ανήκουν και στον τελευταίο, χωρίς βέβαια το Δικαστήριο να καταλήγει ή να είναι σε θέση να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα. Αναφέρει αυτό το Δικαστήριο θέλοντας απλά και μόνον να δείξει τις αμφιβολίες που υπάρχουν στο μυαλό του αναφορικά με την κατάληξη του εμπειρογνώμονα. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο θεωρεί ότι σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω αυτό που επιβεβαιώνεται κατ' αρχήν είναι ότι ο περιορισμός της σύγκρισης μόνον στα δείγματα που έδωσε ο κατηγορούμενος ήταν λανθασμένη και η έρευνα του ΜΥ2 ελλιπής και περαιτέρω ότι η βάση πάνω στην οποία έχει «οικοδομηθεί» η έκθεση τεκμ.18 έχει καταρρεύσει σε βαθμό που η έκθεση να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. (ε) Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η επανεξέταση του μάρτυρα από τον συνήγορο της Υπεράσπισης και οι απαντήσεις του μάρτυρα κρίνω δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τα πράγματα και την κατάληξη του Δικαστηρίου ως ανωτέρω αναφέρεται. Αντίθετα θεωρώ επιβεβαιώνουν την κατάληξη του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το γράμμα «ε» στη λέξη «χιλιάδες» του δείγματος με τα «ε» του τεκμ.11 ομοιάζουν κάπως, αλλά δεν τα έχει εξετάσει. Το «μ» του δείγματος με το «μ» της αμφισβητούμενης γραφής προσομοιάζουν, προσομοιάζει ο τύπος τους. Σε σχέση δε με το γράμμα «δ» του υποδείχθηκαν δύο από το τεκμήριο 12 εκ των οποίων το ένα ανέφερε ότι έχει μια σχετική ομοιότητα με αυτό της δειγματικής γραφής ενώ το άλλο διαφέρει. Την ίδια στιγμή επαναλαμβάνεται η υποβολή κατά την αντεξέταση αφορούσε 25 «δ» και η απάντηση του εμφαίνεται πιο πάνω. Γ. Στην υπόθεση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Μ. ΠΙΤΤΑΛΗΣ Κ.Α., v. IANIRA ENTERPRISES LTD. Κ.Α.,
(1997)1 Α.Α.Δ. 814, Πολιτική Έφεση Αρ. 8983, 11 Ιουλίου, 1997, το Εφετείο κρίνοντας ως ορθή την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα ως γενική και αόριστη ανέφερε ότι : " Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης (Βλέπε Constantinides (Akinita) Ltd. v Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 662). O πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Βλέπε Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). " Όπως επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο και στην απόφασή του στην υπόθεση Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498, η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. Διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί και να στηριχτεί στη μαρτυρία του, έστω και αν είναι ο μόνος πραγματογνώμονας που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Στην ίδια την υπόθεση, η μαρτυρία του μόνου πραγματογνώμονα για οικοδομικές εργασίες, ενός αρχιτέκτονα, κρίθηκε πρωτόδικα ως ανεπαρκής. Η μαρτυρία του ως προς διάφορες παραμέτρους αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά σε ζωτικά της σημεία και σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο μάρτυρας δεν κατάφερε να αντικρούσει τις αμφισβητήσεις κατά τρόπο τεκμηριωμένο. Ενόψει της παρατηρηθείσας ανεπάρκειας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αδύνατο, στηριζόμενο στη μαρτυρία εκείνου του πραγματογνώμονα, να εξήγαγε ασφαλή συμπεράσματα, οπότε και απέρριψε τη μαρτυρία του και την Απαίτηση. Το Εφετείο επικύρωσε αυτή την προσέγγιση και την πρωτόδικη απόφαση. Δ. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και τις αρχές της Νομολογίας, αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη και αιτιολογημένη γνώμη από τον ΜΥ2 προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο για το συμπέρασμα του. Συνεπώς δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα και η γνώμη του ως επίσης το συμπέρασμα του απορρίπτονται. Η Υπεράσπιση γενικότερα Εδώ το Δικαστήριο θα ήθελε να αναφέρει και τα εξής. Πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω αναφορικά με τον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες Υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην σημειώσει ότι η Υπεράσπιση του κατηγορούμενου από την πρώτη στιγμή μέχρι και την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου χαρακτηρίζεται από μη καθαρές θέσεις. Αυτό βέβαια έχει σαν αποτέλεσμα σε συνάρτηση με όλα τα πιο πάνω να πλήττεται η αξιοπιστία της Υπεράσπισης και μην μπορεί το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση να κάνει αποδεκτή την εκδοχή της. Και εξηγώ: (α) Ο κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο τις επιστολές τεκμ.11 και 12 σαν επιστολές που έχει αποστείλει στον Γενικό Εισαγγελέα και τον Αρχηγό Αστυνομίας. Στις επιστολές αναφέρει ότι είναι ο Μάριος Βακανάς και μιλά σε πρώτο πρόσωπο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου όμως με την τελική του αγόρευση, για πρώτη φορά σημειώνω, στην ουσία αναφέρει ότι τις έχει υπογράψει ο κατηγορούμενος αλλά το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος τις έχει συντάξει και συνεπώς ο γραφικός χαρακτήρας των εν λόγω τεκμηρίων παραμένει αδιευκρίνιστο τίνος είναι. Ο λόγος που το αναφέρει αυτό ο συνήγορος είναι προφανής. Έχει αντιληφθεί ότι αν το Δικαστήριο κάνει αποδεκτό ότι οι επιστολές αυτές έχουν συνταχθεί από τον κατηγορούμενο, έχοντας υπόψη όσα ανέφερε ο ΜΥ2 ουσιαστικά αφενός το υπόβαθρο της κατάληξης του τελευταίου θα καταρρεύσει και αφετέρου η γραμμή της Υπεράσπισης ότι το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς αποκλείεται να έχουν συμπληρωθεί από τον κατηγορούμενο θα καταρριφθεί. Όμως το Δικαστήριο, το οποίο δεν έχει αμφιβολία ότι ο συντάκτης των επιστολών έχοντας υπόψη την μαρτυρία είναι ο κατηγορούμενος και αποκλείει την πιθανότητα να είναι άλλος, θεωρεί ότι η θέση πιο πάνω της Υπεράσπισης δεν είναι καθαρή και αντίθετα γίνεται προσπάθεια ερμηνείας των πραγμάτων κατά το δοκούν και μια ύστατη προσπάθεια να περισωθεί η αξιοπιστία της εκδοχής της πλην όμως ανεπιτυχώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου. (β) Εν συνεχεία όμως των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, το γεγονός σημειώνω του ότι δεν τέθηκαν από την Υπεράσπιση οι πιο πάνω επιστολές τεκμ.11 & 12 ενώπιον του ΜΥ2, δείχνει από μόνο του ότι η πρόθεση της με την παρουσίαση της μαρτυρίας του ΜΥ2 δεν ήταν ειλικρινής και καθαρή. Αντίθετα με τη στάση της η Υπεράσπιση έχει αφήσει σκιές στην όλη υπόθεση της. Εν πάση περιπτώσει θα πρόσθετα εδώ ότι τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν θεωρώ και την κατάληξη του Δικαστηρίου να μην αποδεκτεί την μαρτυρία του ΜΥ2. (γ) Υποβλήθηκε στον ΜΚ2 κατά την αντεξέταση του ότι αρχικά δάνεισε στον κατηγορούμενο ποσό €5.000.- το οποίο του εξόφλησε με δόσεις των €2.000 και €3.000 στη συνέχεια και ακολούθως του δάνεισε επιπλέον ποσό €3.000. Όμως ο κατηγορούμενος ουδέποτε ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο αφού η θέση του ήταν ότι πλήρωσε €1000 μετά τη λήψη του δανείου των €5.000, ενώ μετά έλαβε όταν έλαβε και το επιπλέον ποσό των €3.000 του πλήρωσε ακόμα €2.000.- Σε κάθε περίπτωση δηλαδή ο ίδιος ο κατηγορούμενος διέψευσε την θέση που υποβλήθηκε στον ΜΚ2 ότι του εξόφλησε το αρχικό ποσό των €5000.- ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καθώς επίσης τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί καταλήγω ότι τα μόνα ευρήματα που θα μπορούσα να κάνω είναι τα ακόλουθα: Η επίδικη επιταγή κατατέθηκε για πληρωμή στις 18/01/12 στην Alpha Bank και την επόμενη ημέρα δηλ.19/01/12 παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού επί του οποίου εκδόθηκε αλλά επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια για να πληρωθεί επιστράφηκε πίσω στην Alpha Bank. Το εν λόγω Συνεργατικό έχει θέσει δύο σφραγίδες στην επιταγή δηλαδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ και να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα. Δεν υπήρχαν λεφτά για να πληρωθεί η επιταγή ούτε μετά από πάροδο 15 ημερών από την παρουσίαση της επιταγής. Ο λογαριασμός είχε εγγραφεί στο ΚΑΠ στις 27/09/2011. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Ως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. » Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει το αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ως προκύπτει από τα ευρήματα του δεν έχει αποδειχθεί το αδίκημα εναντίον του κατηγορούμενου αφού δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία υπό 1 και 5 πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει έχοντας απορρίψει την μαρτυρία τόσο του ΜΚ2 όσο και του κατηγορούμενου αναφέρεται ότι ο χρόνος έκδοσης της επιταγής, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η έκδοση, το αντάλλαγμα της καθώς επίσης το τι έγινε τελικά με την επιταγή αυτή παραμένουν στοιχεία άγνωστα στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει άλλη επιλογή από την αθώωση του κατηγορούμενου (βλ. και Π.Ε.129/2011 Παναγιώτου v. Φουρνίδου ημερ. 18/12/12). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο απαλλάσσει και αθωώνει τον κατηγορούμενο εις την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το θέμα εξόδων έχω αποφασίσει να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ του κατηγορούμενου, με δεδομένο ότι και η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του κρίθηκε αναξιόπιστη. Η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο