← Κύπρος

ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΚΚΟΥ ν. ΒΑΚΑΝΑΣ ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 26337/2012, 26/1/2015

ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΚΚΟΥ ν. ΒΑΚΑΝΑΣ ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ, Αρ. Υπόθεσης: 26337/2012, 26/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26337/2012 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΚΚΟΥ Κατηγόρου ν. ΒΑΚΑΝΑΣ ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κατηγορούμενου ----------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ. Νεοφύτου (κα Ε.Ηλία για να ακούσει απόφαση) Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Κλεοβούλου (κα Ε.Σωκράτους για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2012 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αρ.29066565 για το ποσό των €20.900,00 σεντ πληρωτέα την 04/01/2012, ο οποίος παρουσίασε την επιταγή προς πληρωμή στην Ελληνική Τράπεζα την 18/01/2012 και την 19/01/2012 αλλά η επιταγή δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε από το ΚΑΠ κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη παρόλο ότι παρήλθαν 15 μέρες από την εν λόγω παρουσίαση της για πληρωμή στην τράπεζα. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο
(2)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε τρείς
(3)μάρτυρες για την υπεράσπιση του. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 17 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων αν χρειαστεί κατωτέρω. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). MK1 Νίκος Τσίκκου - παραπονούμενος Ο παραπονούμενος μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα και χωρίς δισταγμό. Δεν διέκρινα σε καμία περίπτωση προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ενώ αντίθετα θα έλεγα ότι η μαρτυρία του στο σύνολο της έχει συνοχή και είναι λογική. Όσες φορές σημειώνω ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι δεν θυμάται κρίνω ότι ήταν λογικό να μην θυμάται έχοντας υπόψη τα θέματα για τα οποία ερωτάτο αλλά και το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από όταν έλαβαν χώρα τα γεγονότα αυτά. Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του κατά την αντεξέταση του, καθ' όλη της διάρκεια της οποίας οφείλω να πω παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και πειστικός, και καταλήγοντας αναφέρω ότι το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ότι έχει σημασία δε να αναφερθεί από την μαρτυρία του παραπονούμενου είναι ότι τον Μάρτιο του 2011 συμφώνησε να δανείσει τον κατηγορούμενο με το ποσό των €20.000.-, πλην όμως του ζήτησε να του εκδώσει για το ποσό αυτό μια επιταγή για να γνωρίζει πότε θα εισπράξει τα χρήματα του. Του ζήτησε επίσης άλλη μια επιταγή για εξόφληση ενός ποσού που όφειλε στην εταιρεία του για υπηρεσίες. Μέσα του Μάρτη του 2011 και συγκεκριμένα 15 Μαρτίου, συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο για να του δώσει τα χρήματα και ο κατηγορούμενος είχε μαζί του 2 φύλλα επιταγών στα οποία συμπλήρωσε το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς, τα υπόγραψε και άφησε κενό το όνομα και την ημερομηνία, ακολούθως δε τα παρέδωσε στον παραπονούμενο. Στην επίδικη επιταγή τεκμ.2 ο κατηγορούμενος ανέγραψε ποσό €20.900.- λέγοντας στον ΜΚ1 όταν τον ρώτησε ότι το επιπλέον ποσό €900.- ήταν δώρο για την ευκολία που του έκανε. Στην συνέχεια ο ΜΚ1 συμπλήρωσε το όνομα του επί της επιταγής και συμφώνησαν να βάλουν ημερομηνία 04/01/
  1. Όταν έφτασε η ημερομηνία κατάθεσης της επιταγής τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο ο οποίος του ζήτησε να περιμένει ακόμη λίγες ημέρες αφού αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα. Προσπάθησε να επικοινωνήσει ξανά μαζί του αλλά χωρίς αποτέλεσμα και άρχισε να ανησυχεί. Στις 18/01/12 τελικά κατέθεσε την επίδικη επιταγή στην τράπεζα του προς εξαργύρωση αλλά αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα» και επιπλέον ότι «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ», και σχετικές είναι οι σφραγίδες που φέρει η επιταγή. Ακολούθως επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο για να του δώσει εξηγήσεις και ο τελευταίος τον διαβεβαίωνε ότι όλα θα τακτοποιηθούν. Επειδή όμως περνούσε ο χρόνος χωρίς να υπάρχει ανταπόκριση αναγκάστηκε να προχωρήσει τόσο με την παρούσα ποινική υπόθεση όσο και με σχετική αγωγή στο Δικαστήριο. Μέχρι σήμερα δεν έλαβε κανένα ποσό έναντι ή για εξόφληση της επίδικης επιταγής. Ο μάρτυρας σημειώνεται κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε ότι το ποσό που δάνεισε στον κατηγορούμενο ήταν αρχικά €5.000 και ακολούθως επιπλέον ποσό €3.000 με τοκογλυφικό επιτόκιο 20% μηνιαίως. Επίσης αρνήθηκε ότι έλαβε ποσό €3.000 τους πρώτους μήνες και επειδή ο κατηγορούμενος αργούσε άρχισε να τον απειλεί. Τέλος, αρνήθηκε ότι στις 09/04/12 του πληρώθηκε ποσό €15.000.- προς εξόφληση ουσιαστικά αλλά πήρε μαζί με συνεργάτη του την επιταγή μέσα από τα χέρια του κατηγορούμενου και του ζητούσε επιπλέον ποσό €10.000.- για τόκους. Καταληκτικά επί του θέματος της αξιολόγησης του ΜΚ1, αναφέρω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην τελική του αγόρευση και συγκεκριμένα στις σελ.6 και 7 εισηγείται αναξιοπιστία του ΜΚ1 παραθέτοντας σημεία από την μαρτυρία του προς υποστήριξη της θέσης του. Έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά όσα ο συνήγορος εκεί αναφέρει αλλά με κάθε σεβασμό οφείλω να πω ότι δεν έχω πεισθεί. Επικαλείται ο συνήγορος κάποια διάσπαρτα σημεία από την μαρτυρία του ΜΚ1, επουσιώδη κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και επιπλέον κάποια άσχετα με την παρούσα υπόθεση θέματα που αφορούν μια εταιρεία του παραπονούμενου. Επίσης σε ότι αφορά τον ΜΥ1 στη μαρτυρία του οποίου γίνεται αναφορά στα πλαίσια της πιο πάνω εισήγησης, αναφέρω ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν έχει κληθεί για να αποδείξει στο Δικαστήριο πέραν των όσων αναφέρονται πιο κάτω στην μαρτυρία του ότι δηλαδή διερεύνησε μια καταγγελία του κατηγορούμενου εναντίον του παραπονούμενου. Ανέφερε ναι ότι η Αστυνομία διερευνά υποθέσεις εναντίον του ΜΚ1 που αφορούν καζίνο. Δεν έχει όμως αποδειχθεί ότι ο ΜΚ1 κατείχε καζίνα, ούτε εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης που αφορά αδίκημα έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα να καταλήξει σε συμπεράσματα και να προβεί σε οιαδήποτε ευρήματα για την κατοχή καζίνο από τον ΜΚ1 ή εν πάση περιπτώσει αν διέπραξε οποιαδήποτε αδικήματα που αφορούν καζίνο όταν η ίδια η Αστυνομία βρίσκεται ακόμη στο στάδιο διερεύνησης των υποθέσεων. Όμως αναφέρεται ότι ακόμη και να αποδεχόταν το Δικαστήριο ότι ο ΜΚ1 κατείχε καζίνα όπως ισχυρίζεται ο συνήγορος του κατηγορούμενου αυτό κρίνω δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση ούτε εκ τούτου και μόνον συνάγεται κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα που αφορά την υπόθεση. Θεωρώ εν πάση περιπτώσει καταληκτικά ότι δεν προκύπτει από όσα ο συνήγορος αναφέρει κάποια ουσιώδης αντίφαση ή κάτι ουσιώδες που θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρή αμφιβολία στο Δικαστήριο για την εκδοχή του παραπονούμενου σε βαθμό που να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του. ΜΚ2 Χριστάκης Φραντζής Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του για την επίδικη επιταγή και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ο μάρτυρας δεν έχει αντεξεταστεί και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Ανέφερε ότι είναι ο υπεύθυνος για τον επίδικο λογαριασμό του κατηγορούμενου, και η επίδικη επιταγή τεκμ.2 εκδόθηκε από το λογαριασμό αυτό. Το δείγμα υπογραφής που έχουν στην τράπεζα τους προσομοιάζει με την υπογραφή επί της επιταγής. Η επιταγή τεκμ.2 κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα στις 18/01/12 και την επομένη ήρθε κοντά τους όπου έγινε έλεγχος, δεν υπήρχαν χρήματα και επιστράφηκε πίσω. Η μια σφραγίδα στην επιταγή ότι «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ» σημαίνει ότι έκδωσε προηγουμένως άλλες επιταγές που ήταν ακάλυπτες και η άλλη σφραγίδα «να παρουσιαστεί ξανά» σημαίνει ότι αν έβαζε λεφτά και ερχόταν ξανά η επιταγή σε 15 μέρες θα μπορούσαν να την πληρώσουν. Δεν μπήκαν όμως λεφτά στο λογαριασμό 15 μέρες μετά την κατάθεση της. Στο ΚΑΠ ήταν από τις 27/09/
  2. Ο κατηγορούμενος δεν είχε άλλους λογαριασμούς κοντά τους για να καλυφθεί η επίδικη επιταγή. Κατηγορούμενος Ευθέως αναφέρω ερχόμενος στον κατηγορούμενο, ότι η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας αυτός με την όλη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και τις απαντήσεις του ήταν αρνητική και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του η οποία κρίνεται αναξιόπιστη. Το Δικαστήριο παρατήρησε αμηχανία από πλευράς του κατά την αντεξέταση του καθώς επίσης δισταγμό στις απαντήσεις του, ενώ η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται κρίνω από αντιφάσεις, αλλά και από μη καθαρές και μη λογικές θέσεις. Η μαρτυρία του συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πιο συγκεκριμένα: (α) Η θέση του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση ήταν ότι δανείστηκε τον Ιανουάριο του 2011 αρχικά €5.000.- και κατόπιν πρότασης του ΜΚ1 επιπλέον ποσό €3.000.- δηλ. συνολικά €8.000.-. Πλήρωσε στον ΜΚ1 €3.000.- και στις 09/04/12 επιπλέον ποσό €15.000.-, ο ΜΚ1 δε μαζί με φίλο και συνεργάτη του ενώ αρχικά του έδωσαν την επιταγή ακολούθως του την άρπαξαν και του ζητούσαν και άλλα χρήματα. Ενώπιον άλλου Δικαστηρίου όμως και συγκεκριμένα στο Δικαστήριο που εκκρεμεί η αγωγή 4126/13 του Ε.Δ.Λεμεσού που αφορά επίσης τα ίδια γεγονότα με την παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος εδώ μέσω της Υπεράσπισης του ισχυρίζεται πολύ διαφορετικά πράγματα. Κατ' αρχήν αναφέρει το δάνειο από τον ΜΚ1 ελήφθη την άνοιξη του 2011, ότι κατέφυγε στον ΜΚ1 για λήψη δανείου αρχικά €2.000.- και μετά €3.000.- δηλ. συνολικά €5.000.-, ότι πλήρωσε στον ΜΚ1 ποσό €10.000.- που απαιτούσε και ο ΜΚ1 διεκδικώντας και άλλο τόκο αρνήθηκε να του επιστρέψει τις επιταγές. Η πλευρά της Υπεράσπισης σημειώνεται εδώ αντιλαμβανόμενη τις αντιφάσεις που υπήρχαν μεταξύ των όσων ανέφερε ο μάρτυρας εν σχέση με την εν λόγω υπεράσπιση προέβη σε αίτηση τροποποίησης της (τεκμ.17) και σχετικά είναι όσα αναφέρονται κατωτέρω αναφορικά με την ΜΥ
  3. Το Δικαστήριο αυτό στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας σαφώς και δεν θα αποφασίσει επί της αίτησης τροποποίησης. Αυτό που θα αναφέρει όμως το Δικαστήριο είναι ότι έχουν προκληθεί σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο για την όλη εκδοχή της Υπεράσπισης κατ' αρχήν από την ενέργεια της να τροποποιήσει την Υπεράσπιση στην αναφερθείσα αγωγή εκκρεμούσης της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας και κυρίως μετά την κατάθεση του κατηγορούμενου όπου διαπιστώθηκαν οι ουσιαστικές αυτές αντιφάσεις. Περαιτέρω όμως και συνεπεία των δικαιολογιών που έχει δώσει ο κατηγορούμενος για τις πάρα πολλές αυτές διαφορές κατά την αντεξέταση του, αφού ανέφερε ότι μπορεί να έγινε λάθος, μπορεί να το δακτυλογράφησαν λάθος και «να μην διάβασαν σωστά τα γράμματα μου» ενώ σε άλλο σημείο «. ή κάποιος δεν διάβασε καλά τι είπα». Οι τελευταίες αυτές προτάσεις παραπέμπουν είτε σε κάτι που εδόθη γραπτώς από μέρους του, το οποίο όμως ούτε παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ούτε και έγινε κάποια αναφορά σε αυτό σημειώνω από την ΜΥ3, είτε σε κατάθεση που έδωσε σε κάποιον, χωρίς όμως να υπάρχει διευκρίνιση σε ποιόν και τι ακριβώς του ανέφερε αφού το πρόσωπο αυτό δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο να καταθέσει. Η ΜΥ3 αναφέρεται εδώ απλά είπε ποιος ετοίμασε την Υπεράσπιση και τίποτε άλλο. Γενικότερα όμως οι αμφιβολίες του Δικαστηρίου για το ποια είναι η αληθινή εκδοχή του κατηγορούμενου επιτάθηκαν και από την συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα ενώ κατέθετε, αφού ήταν προφανές ότι όταν του τέθηκαν οι αντιφάσεις αυτές από την κατηγορούσα αρχή ένιωσε αμήχανα. Εν πάση περιπτώσει οι απαντήσεις του αναφέρω δεν έπεισαν το Δικαστήριο το οποίο θεωρεί ότι δόθηκαν εκ του προχείρου και αν ληφθεί υπόψη και η αμηχανία του κατηγορούμενου σαφώς συνάγεται ότι αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις. (β) Το σημείο όμως με την μεγαλύτερη αμηχανία του κατηγορούμενου, κάτι που έχοντας υπόψη και τις απαντήσεις του μάρτυρα που δεν έπεισαν το Δικαστήριο δείχνει ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια, ήταν το σημείο όπου ο μάρτυρας ετέθη προ της αντίφασης που υπάρχει μεταξύ της εκδοχής του ενώπιον του Δικαστηρίου για δανεισμό με υψηλό τόκο 20%, ενώ στην επιστολή του τεκμ.8 το οποίο φέρει ημερομηνία 15/12/12 και το οποίο σημειώνεται εστάλη αρκετούς μήνες μετά που έλαβαν χώρα τα γεγονότα της υπόθεσης γίνεται αναφορά σε τόκο 30%. Αναφέρθηκε κατ' αρχήν προς αιτιολόγηση της ουσιαστικής αυτής διαφοράς σε μια περίοδο διαμάχης με τον ΜΚ1 ο οποίος έβρισκε τρόπο να ζητά παραπάνω, ενώ μετά ανέφερε ότι δεν το ανέφερε στη γραπτή του δήλωση διότι υπάρχουν πάρα πολλά και θα χρειαζόταν βιβλία για να γράψει τα γεγονότα και έτσι στη δήλωση του έβαλε τα σημαντικά. Αν είναι όμως δυνατόν με βάση αυτά να γίνει πιστευτός ο κατηγορούμενος, ο οποίος προσπαθεί από τη μια να πείσει ότι του έγινε τοκογλυφία και από την άλλη δεν θεωρεί σημαντικό να αναφέρει ότι ο τόκος που του ζητούσε ο κατ' ισχυρισμό τοκογλύφος ήταν 30% και δίνει τι απαντήσεις πιο πάνω. Και διερωτάται κανείς βέβαια με το σκεπτικό και την λογική του κατηγορούμενου στην προκειμένη περίπτωση, ο οποίος θεωρεί σημαντικό μεν κατά τα λεγόμενα του να αναφέρει στην κατάθεση του ότι του ζητήθηκε τόκος 20% όμως την ίδια στιγμή δεν θεωρεί σημαντικό να αναφέρει ότι τελικά ο τόκος που του ζητήθηκε ήταν 30% δηλαδή 10% πιο αυξημένος από τον ήδη αναφερόμενο. Εν πάση περιπτώσει καταλήγοντας αναφέρω ότι ουδέποτε υπεβλήθη στον ΜΚ1 ότι δάνεισε με τόκο 30% και σαφώς εκ τούτου προκύπτουν μη καθαρές θέσεις από πλευράς Υπεράσπισης, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στην Υπεράσπιση του στην αγωγή 4126/13 ο κατηγορούμενος παρά τα ανωτέρω εμμένει σε τόκο 20% χωρίς να έχει ζητήσει τροποποίηση του σημείου αυτού με βάση το τεκμ.
  4. (γ) Στο Δικαστήριο όμως αμφιβολίες για την αλήθεια της εκδοχής του κατηγορούμενου έχουν προκαλέσει και άλλα σημεία της μαρτυρίας του, όπως: i. Το χρονικό σημείο που επέλεξε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του ΜΚ
  5. Η επιστολή τεκμ.8 στην οποία κατονομάζει τον ΜΚ1 σαν τοκογλύφο εστάλη από μέρους του στις 15/12/12, ενώ παρουσιάστηκε για να δώσει κατάθεση στην αστυνομία στις 12/06/
  6. Ενέργειες δηλαδή από πλευράς του έγιναν αμέσως μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο και την λήψη του κατηγορητηρίου (με βάση την ένορκη δήλωση επίδοσης που ευρίσκεται στο φάκελο της διαδικασίας το κατηγορητήριο επιδόθηκε στις 03/12/12) και δεν έχει πείσει ο κατηγορούμενος λέγοντας γενικά και αόριστα ότι δεχόταν απειλές και δεν πήγε προηγουμένως να καταθέσει. Το Δικαστήριο θα ανέμενε από τον κατηγορούμενο να δικαιολογήσει επαρκώς το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα κατ' αρχήν από τον Απρίλιο του 2012 οπότε έδωσε όπως είπε τα λεφτά και του πήραν από τα χέρια τις επιταγές μέχρι την αποστολή της επιστολής τεκμ.8 στις 15/12/12 και ακολούθως μέχρι την κατάθεση του στην Αστυνομία εξηγώντας στο Δικαστήριο τι ακριβώς συνέβηκε μέσα σε αυτά τα διαστήματα και όχι να μείνει σε γενικές και αόριστες δηλώσεις περί απειλών που δεχόταν. Το λογικό ήταν αναμφίβολα μόλις έδωσε τα λεφτά όπως ισχυρίζεται και του πήραν την επιταγή μέσα από τα χέρια να προβεί αμέσως σε καταγγελία. Εν πάση περιπτώσει αναφέρεται ότι το χρονικό σημείο που επέλεξε να ενεργήσει ενόψει των ανωτέρω δημιουργεί υποψίες για το σκοπό που το έχει κάνει και το ενδεχόμενο να το έπραξε για να εξυπηρετήσει την υπεράσπιση του στην παρούσα υπόθεση και να ενισχύσει τη θέση του θεωρώ ότι είναι πολύ πιθανό. ii. Όσα ανέφερε για κάποιον Μαρίνο Θεοδοσίου και τα πλαστά χαρτονομίσματα. Πήρε τα λεφτά αυτά και στην πορεία να τα πάρει του ΜΚ1 ανέφερε ότι σταμάτησε σε βενζινάδικο να βάλει βενζίνη €10.-. Αντί να χρησιμοποιήσει όμως χρήματα που φαίνεται ότι είχε για το σκοπό αυτό, χρησιμοποίησε λεφτά από αυτά που θα παρέδιδε λίγο αργότερα στον ΜΚ1 και τα οποία δηλαδή δεν ήταν δικά του. Επιπρόσθετα όμως για ένα τόσο σοβαρό θέμα δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία. Θεωρώ ότι όσα ανέφερε δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής. iii. H γενική και αόριστη αναφορά του σε κλοπή της αλληλογραφίας του από τον ΜΚ1 για μια περίοδο 4-5 μηνών, χωρίς να τον έχει δει ποτέ να κάνει κάτι τέτοιο ή να έχει κάποιο στοιχείο για το θέμα αυτό και χωρίς να έχει καταγγείλει ποτέ την υπόθεση αυτή στην Αστυνομία. Η αναφορά του αυτή εν πάση περιπτώσει δεν πείθει και θεωρώ ότι έγινε απλά και μόνον για να πείσει για την όλη εκδοχή του. iv. Επίσης η παραδοχή του κατηγορούμενου ότι ήταν φίλοι με τον ΜΚ1 θεωρώ δεν συνάδει με την όλη εκδοχή του. (δ) i. Ακόμη, αναφέρεται ότι μόνον σύγχυση και αμφιβολίες για την αλήθεια των όσων είπε ο κατηγορούμενος μπορούν να προκαλέσουν οι απαντήσεις του αναφορικά με το τι συμφωνήθηκε με τον ΜΚ1, τι ποσό και πως ακριβώς ισχυρίζεται ότι πλήρωσε και τελικά πως προέκυψε να του ζητά ο παραπονούμενος επιπλέον ποσό €10.000.-. Ανέφερε ότι έλαβε δάνειο €8.000 τον Ιανουάριο του 2011 με συμφωνημένο τόκο 20% μηνιαίως. Πλήρωσε τους πρώτους μήνες €3.000 και του ζητήθηκε να πληρώσει για ένα χρόνο μέχρι που κατατέθηκε η επίδικη επιταγή τον Ιανουάριο του 2012 τόκους ενός χρόνου δηλαδή €19.200 που μαζί με το αρχικό ποσό των €8.000 ήταν σύνολο €27.200.-. Του ανέφεραν όμως ότι είναι €29.200.-, δεν υπολόγισαν την πληρωμή που έκανε €3.000 πιο πάνω, του είπαν ότι η επιταγή που έδωσε και έγραφε €20.900 είναι λάθος και έπρεπε να είναι €20.000 και άρα μέχρι τις €29.200 είναι ακόμη €9.200 και γι' αυτό του ζητούσαν ακόμα €10.000.-. ii. Στην ουσία δηλαδή με τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος έβαλε στα μαθηματικά του σαν δεδομένο το ποσό της επίδικης επιταγής, και αφαιρώντας το δικαιολόγησε την αξίωση του παραπονούμενου για πληρωμή επιπλέον ποσού €10.000.-. Την επιταγή δηλαδή που ήταν η θέση του ότι δόθηκε λευκή, εκτός του ότι προκύπτει από τα λεγόμενα του ότι δόθηκε συμπληρωμένη με το ποσό, δέχεται εδώ ότι αφού ελήφθη υπόψη από τον ΜΚ1 του ζητήθηκε να πληρώσει το εναπομείναν ποσό. iii. Στην συνέχεια της αντεξέτασης όμως τα πράγματα άλλαξαν και η αιτιολόγηση των ποσών που κατ'ισχυρισμό του εζητούντο από τον ΜΚ1 διαφοροποιήθηκε, όταν προφανώς αντιλήφθηκε μέσα από τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ότι τα ποσά που κατέθετε στο Δικαστήριο σε συνάρτηση με τον υποτιθέμενο τόκο 20% που συμφωνήθηκε δεν είχαν λογική. Ανέφερε ότι στην πορεία συμφωνήθηκε ένα ποσό €15.000.- για εξόφληση και ότι το επιπλέον ποσό των €10.000 που του ζητούσαν, σε αντίθεση με την αιτιολόγηση που έδωσε ως ανωτέρω αναφέρεται, ήταν επειδή ο ΜΚ1 και ο φίλος του αντιλήφθηκαν ότι πήρε τα λεφτά που περίμενε από το Υπουργείο Οικονομικών. iv. Την ίδια στιγμή αναφέρω που ο κατηγορούμενος δίνει τις πιο πάνω απαντήσεις οι οποίες είναι αντιφατικές και ουδεμία συνοχή έχουν, υπενθυμίζω ότι μίλησε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του για τρόπους που έψαχνε ο ΜΚ1 να ζητά παραπάνω λεφτά και για το λόγο αυτό του ζητούσε 30% επειδή και οι άλλοι τοκογλύφοι χρεώνουν το ποσοστό αυτό για τις καθυστερήσεις, ενώ την ίδια στιγμή τον απειλούσαν. Εάν οι τοκογλύφοι όμως τον απειλούσαν και ζητούσαν τόκο 30% τελικά για την καθυστέρηση, λογικά θα επέμεναν να πάρουν το λαβείν τους και όχι να κάνουν συμφωνία να λάβουν ένα αρκετά χαμηλότερο ποσό. v. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο αναφέρω ενόψει των ανωτέρω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η λογική υπαγορεύσει εν πάση περιπτώσει ότι ένας μάρτυρας με καθαρές θέσεις ο οποίος έζησε τα γεγονότα όταν καταθέτει δεν μπορεί να δίνει τις πιο πάνω ασυνάρτητες απαντήσεις και αντιφατικές θέσεις. Ακριβώς όμως ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. ΜΥ1 Ανδρέας Αποστόλου - Αρχιαστυφύλακας 556 Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει σε ότι αφορά την καταγγελία του κατηγορούμενου στην Αστυνομία εναντίον του ΜΚ1 για υπόθεση τοκογλυφίας και απαίτησης χρημάτων με απειλές με σκοπό την κλοπή. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Ο μάρτυρας υπηρετεί στο ΤΑΕ Λεμεσού και διερεύνησε την υπόθεση πιο πάνω, την αποπεράτωσε και όταν συμπληρώθηκε ο φάκελος την διαβίβασε στις 18/08/14 στην Εισαγγελία για καταχώρηση στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος πήγε κοντά τους και κατήγγειλε την υπόθεση στις 13/06/
  7. Η διερεύνηση της υπόθεσης του ανατέθηκε όταν έλαβε τις επιστολές τεκμήρια 7 και 8 μέσω του Αρχηγείου Αστυνομίας. Ότι άλλο ανέφερε, ερωτώμενος αν γνωρίζει ποια είναι η ενασχόληση του ΜΚ1, είναι πως γνωρίζει ότι ασχολείται με καζίνο και ότι το ΤΑΕ Λεμεσού διερευνά 8 υποθέσεις εναντίον του ΜΚ1 που αφορούν υποθέσεις καζίνου αλλά δεν καταχωρήθηκε ακόμα κάποια υπόθεση στο Δικαστήριο. Έτυχε 2-3 φορές να είναι και ο ίδιος παρών που ελάμβαναν καταθέσεις από τον ΜΚ1 ο οποίος ήταν εμπλεκόμενος σε υποθέσεις που ανέφερε πιο πάνω είτε ως υπεύθυνος του χώρου είτε ως ιδιοκτήτης. ΜΥ2 Ανδρέας Παναγιώτου Κατ' αρχήν θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας έχει κληθεί να καταθέσει από την Υπεράσπιση ως εμπειρογνώμονας για την εξέταση και αναγνώριση εγγράφων, χειρογράφων-δακτυλογραφημένων κειμένων κλπ, και δέχομαι ότι πράγματι πρόκειται για εμπειρογνώμονα. Τα όσα αναφέρονται στην έκθεση του μάρτυρα τεκμ.13 και πιο συγκεκριμένα στις σελίδες 1 και 2 σε συνάρτηση με όσα ανέφερε ο μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου για τα προσόντα του αλλά και του γεγονότος της μη αμφισβήτησης από πλευράς της Υπεράσπισης της εμπειρογνωμοσύνης του, επιβεβαιώνουν θεωρώ του λόγου το αληθές. Με αυτό υπόψη αναφέρω εδώ ότι ο μάρτυρας με οδηγίες της Υπεράσπισης έχει ελέγξει στην ουσία την επίδικη επιταγή για να διαπιστωθεί αν είναι η γραφή του κατηγορούμενου το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς. Η εξέταση έγινε με τη σύγκριση των πιο πάνω με τα δείγματα που έλαβε ο μάρτυρας από τον κατηγορούμενο για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και της εξέτασης. Η κατάληξη του μάρτυρα δε είναι πως η αμφισβητούμενη γραφή που αφορά τα πιο πάνω δεν έχει χαραχθεί από τον κατηγορούμενο αλλά από άλλο πρόσωπο (βλ.τεκμ.13 σελ.9). Έχω μελετήσει πάρα πολύ προσεκτικά την μαρτυρία που έχει δοθεί από τον συγκεκριμένο μάρτυρα-εμπειρογνώμονα και κρίνω ότι για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δεν έχω πεισθεί για το βάσιμο της κατάληξης του μάρτυρα και εν πάση περιπτώσει έχω σοβαρές αμφιβολίες για τούτο σε βαθμό που να μην μπορώ να στηριχθώ στην κατάληξη του αυτή. Α. Κατ' αρχήν δεν θεωρώ ότι έγινε η καλύτερη δυνατή έρευνα και εξέταση από τον εμπειρογνώμονα ως εκ της μη λήψης υπόψη για σκοπούς εξέτασης χειρογράφων του κατηγορούμενου που να γράφτηκαν σε ανύποπτο χρόνο και πλησιόχρονα με την αμφισβητούμενη γραφή (βλ. αντεξέταση μάρτυρα και σελ.5 & 9 τεκμ.13). Δεν εδόθη καμία απολύτως εξήγηση σημειώνω για το λόγο που δεν κατέστη δυνατό να ληφθούν τέτοια χειρόγραφα δείγματα ούτε από τον μάρτυρα αλλά ούτε και από τον κατηγορούμενο, ενώ την ίδια στιγμή ο μάρτυρας αποδέκτηκε ότι είναι πάντοτε καλύτερα όταν χρησιμοποιείται γραφή σε ανύποπτο χρόνο παρά τα δείγματα. Τα δείγματα σε ανύποπτο χρόνο έχουν καλύτερη, σπουδαία αξία, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Την ίδια στιγμή αναφέρω έχουν κατατεθεί από τον κατηγορούμενο τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου όπως επιστολές, τα πρωτότυπα των οποίων γνωρίζει που ευρίσκονται και θα μπορούσαν να επιθεωρηθούν, ενώ είναι προφανές ότι θα μπορούσαν να επιθεωρηθούν και άλλα έγγραφα λόγω των δραστηριοτήτων του ως επιχειρηματία ή των συναλλαγών του με τράπεζες που με ασφάλεια συνάγεται από την μαρτυρία του ότι είχε. Η λήψη των δειγμάτων δε από τον κατηγορούμενο μόνον για σκοπούς της ετοιμασίας της έκθεσης τεκμ.13 και προς απόδειξη συγκεκριμένων θέσεων του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο, παρά τα όσα αναφέρθηκαν από τον μάρτυρα για το ότι δεν εντόπισε στοιχεία ύποπτα στα δείγματα που να δικαιολογούν ότι πρόκειται για εσκεμμένη γραφή, έχει αφήσει σκιές και εν πάση περιπτώσει ενόψει των ανωτέρω αλλά και των όσων αναφέρονται κατωτέρω έχουν δημιουργήσει στο Δικαστήριο αμφιβολίες για το αξιόπιστο της εξέτασης που έγινε και κατ' επέκταση για την κατάληξη του μάρτυρα. Β. (α) Είναι η θέση του μάρτυρα ότι από τη σύγκριση που έγινε μεταξύ της αμφισβητούμενης γραφής και των δειγμάτων που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο, διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στα γενικά και ειδικά γραφολογικά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, όπως μεταξύ άλλων στη μορφή και σχηματισμό των γραμμάτων (σελ. 7 τεκμ.13). Κατά την κυρίως εξέταση του δε αναφέρθηκε πιο συγκεκριμένα στις διαφορές που έχουν εντοπιστεί και κατέληξε ότι όλες αυτές οι διαφορές δεν συνηγορούν ότι η αμφισβητούμενη γραφή έχει γραφεί από το πρόσωπο που έδωσε τα δείγματα (δηλαδή τον κατηγορούμενο) αλλά από διαφορετικό πρόσωπο. Επίσης έχει σημασία να αναφερθεί εδώ ότι με την έναρξη της αντεξέτασης του ανέφερε ότι ο τύπος των γραμμάτων ενός ανθρώπου δεν αλλάζει τελείως με τα χρόνια, και με την πάροδο του χρόνου θα υπάρχουν απλά ορισμένες παραλλαγές. (β) Έχει σημασία εδώ να αναφερθεί πριν προχωρήσω περαιτέρω στη μαρτυρία που έδωσε ο μάρτυρας αυτός κατά την αντεξέταση, ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί από τον κατηγορούμενο τα τεκμήρια 7 και
  8. Πρόκειται για δύο επιστολές που ο ίδιος απέστειλε και που αναμφίβολα εκ της μαρτυρίας προκύπτει ότι έχουν ετοιμαστεί από τον ίδιο. Ο ΜΥ2 ας σημειωθεί δεν είχε υπόψη του τις επιστολές αυτές κατά την σύνταξη της έκθεσης του και τις είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο όταν του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέταση του. (γ) Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ο μάρτυρας σημειώνεται κατά την αντεξέταση του ανέφερε τα εξής: - Η μορφή του γράμματος «κ» στη λέξη «ενιακόσια» στη σελ.8 της έκθεσης του (αμφισβητούμενη) είναι εντελώς διαφορετική από τα δείγματα δίπλα. Το γράμμα «κ» όμως που υπάρχει στα τεκμήρια 7 και 8 συνολικά 44 φορές μοιάζουν με το αμφισβητούμενο και έχουν διαφορετική μορφή με το δείγμα. - Το γράμμα «ε» που επαναλαμβάνεται στα τεκμήρια 7 και 8 συνολικά 143 φορές, προσομοιάζει με το αμφισβητούμενο στη λέξη «ενιακόσια». Ο άνθρωπος που έγραψε το «ε» στα τεκμήρια 7 και 8 και που το επαναλαμβάνει τόσες φορές το έκανε με τον τύπο που χρησιμοποιεί, με τον φυσικό τρόπο γραφής του και δεν έχει καμία σχέση με τα δείγματα. - Το γράμμα «ρ» σε δύο διαφορετικές λέξεις στο τεκμήριο 7 γράφεται με διαφορετικούς τρόπους, υπάρχει δηλαδή ποικιλία γραφής στον σχηματισμό του «ρ». - Στη λέξη «είκοσι» το «ε» στο δείγμα είναι με 2 γραμμές, ενώ στο αμφισβητούμενο με 3 γραμμές. Στο τεκμήριο 7 σε συγκεκριμένη λέξη το «ε» εκεί προσομοιάζει με το αμφισβητούμενο και όχι με το δείγμα. - Το γράμμα «λ» επίσης στη λέξη «χιλιάδες» στα δείγματα έχει διαφορετικό τύπο από το αμφισβητούμενο. Το «λ» όμως που επαναλαμβάνεται αρκετές φορές στα τεκμήρια 7 και 8 προσομοιάζει περισσότερο με το αμφισβητούμενο παρά με τα δείγματα, απέχει κατά πολύ από τα δείγματα. Εφόσον το «λ» στα τεκμήρια 7 και 8 επαναλαμβάνεται 44 φορές και προσομοιάζει με το ίδιο γράμμα της αμφισβητούμενης γραφής, είναι ο τύπος που χρησιμοποιεί το άτομο που έγραψε τις επιστολές. - Το «2» του αριθμού «20» στο αμφισβητούμενο κάνει μια θηλιά και διαφέρει από το δείγμα που είναι ευθεία. Το «2» στο τεκμήριο 7 κάνει θηλιά και εκείνος που έγραψε την επιστολή αυτή σημαίνει ότι κάνει το «2» με θηλιά. Το οποίο διαφέρει εντελώς από το δείγμα. - Τα γράμματα «ε», «κ», «λ» και ο αριθμός «2» στο τεκμήριο 7 διαφέρουν εντελώς από τα δείγματα και προσομοιάζουν περισσότερο με την αμφισβητούμενη επιταγή (γραφή). - Το γράμμα «μ» στη λέξη «μόνον» στα δείγματα είναι διαφορετικά από το γράμμα αυτό στο τεκμήριο 7, ενώ το γράμμα «δ» στη λέξη «χιλιάδες» στο δείγμα είναι διαφορετικό από το ίδιο γράμμα στο τεκμήριο 7 και φαίνεται να μοιάζει με το «δ» στην αμφισβητούμενη γραφή. - Τέλος, το γράμμα «σ» στην αμφισβητούμενη γραφή συγκρίνοντας το με το γράμμα αυτό σε συγκεκριμένες λέξεις στο τεκμήριο 7 έχει ομοιότητα. - Με βάση τα πιο πάνω υπόψη δέκτηκε ο μάρτυρας την θέση ότι το άτομο που έχει συμπληρώσει το τεκμήριο 7 είναι πιθανόν να συμπλήρωσε και την αμφισβητούμενη γραφή. Και περαιτέρω ότι το τεκμήριο 7 στα πλείστα γράμματα είναι διαφορετικό με τα δείγματα. - Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε την αμφισβητούμενη γραφή απάντησε ότι «δεν είχα στην κατοχή μου τα τεκμήρια που είχατε εσείς για να μπορέσω να προχωρήσω. Εγώ απλά έκανα εξέταση με βάση τα δείγματα που δόθηκαν στην παρουσία μου και πιστοποιώ ότι τα δείγματα αυτά έχουν δοθεί ελεύθερα χωρίς οποιοδήποτε δισταγμό ή αβεβαιότητα.» (δ) Είναι προφανές κατά την κρίση μου ότι οι απαντήσεις του μάρτυρα κάθε άλλο παρά υποστηρίζουν το τελικό συμπέρασμα στο οποίο έχει καταλήξει ο μάρτυρας με βάση την έκθεση του τεκμ. 13 (σελ. 9). Αντίθετα μέσα από την μαρτυρία του πιο πάνω αφήνει ουσιαστικά ανοικτή την πιθανότητα με δεδομένο ότι συντάκτης του τεκμηρίου 7 ήταν ο κατηγορούμενος ακριβώς να συμπλήρωσε ο κατηγορούμενος την αμφισβητούμενη γραφή, καθώς επίσης να κατέληγε διαφορετικά αν είχε στην κατοχή του τα τεκμήρια 7 και
  9. Με βάση τα δείγματα που είχε κατέληξε σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι σύμφωνα με τα πιο πάνω αφενός επιβεβαιώνεται ότι ο περιορισμός της σύγκρισης μόνον στα δείγματα που έδωσε ο κατηγορούμενος ήταν λανθασμένη και η έρευνα που έγινε ελλιπής και περαιτέρω ότι η βάση πάνω στην οποία έχει «οικοδομηθεί» η έκθεση τεκμ.13 έχει καταρρεύσει σε βαθμό που η έκθεση να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρεται ότι όλα όσα έχουν αναφερθεί μαζί σαφώς έχουν δημιουργήσει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατάληξη του εμπειρογνώμονα. (ε) Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η επανεξέταση του μάρτυρα από τον συνήγορο της Υπεράσπισης και οι απαντήσεις του μάρτυρα κρίνω δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν τα πράγματα και την κατάληξη του Δικαστηρίου ως ανωτέρω αναφέρεται. Αντίθετα θα μπορούσε να λεχθεί ότι η επανεξέταση του μάρτυρα και οι απαντήσεις του έρχονται να επιβεβαιώσουν τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας σε σχετικές ερωτήσεις με αναφορά και στα τεκμήρια 7 και 8 ουσιαστικά απάντησε ότι θα μπορούσε ένα πρόσωπο όπως και ο κατηγορούμενος να έχει δύο τύπους γραφής αλλά για την συγκεκριμένη περίπτωση έχοντας υπόψη τα δείγματα δεν παρουσιάζεται τέτοια περίπτωση. Επαναλαμβάνω εδώ μέχρι τέλους ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει αν τα τεκμήρια 7 και 8 ανήκουν στον κατηγορούμενο και το μόνον που είχε υπόψη του και έλαβε υπόψη ήταν τα δείγματα. Γ. Στην υπόθεση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Μ. ΠΙΤΤΑΛΗΣ Κ.Α., v. IANIRA ENTERPRISES LTD. Κ.Α.,
(1997)1 Α.Α.Δ. 814, Πολιτική Έφεση Αρ. 8983, 11 Ιουλίου, 1997, το Εφετείο κρίνοντας ως ορθή την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα ως γενική και αόριστη ανέφερε ότι : " Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης (Βλέπε Constantinides (Akinita) Ltd. v Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 662). O πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Βλέπε Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). " Όπως επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο και στην απόφασή του στην υπόθεση Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498, η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. Διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί και να στηριχτεί στη μαρτυρία του, έστω και αν είναι ο μόνος πραγματογνώμονας που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Στην ίδια την υπόθεση, η μαρτυρία του μόνου πραγματογνώμονα για οικοδομικές εργασίες, ενός αρχιτέκτονα, κρίθηκε πρωτόδικα ως ανεπαρκής. Η μαρτυρία του ως προς διάφορες παραμέτρους αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά σε ζωτικά της σημεία και σύμφωνα με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο μάρτυρας δεν κατάφερε να αντικρούσει τις αμφισβητήσεις κατά τρόπο τεκμηριωμένο. Ενόψει της παρατηρηθείσας ανεπάρκειας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αδύνατο, στηριζόμενο στη μαρτυρία εκείνου του πραγματογνώμονα, να εξήγαγε ασφαλή συμπεράσματα, οπότε και απέρριψε τη μαρτυρία του και την Απαίτηση. Το Εφετείο επικύρωσε αυτή την προσέγγιση και την πρωτόδικη απόφαση. Δ. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και τις αρχές της Νομολογίας, αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη και αιτιολογημένη γνώμη από τον ΜΥ2 προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο για το συμπέρασμα του. Συνεπώς δεν μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτήν για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα και η γνώμη του ως επίσης το συμπέρασμα του απορρίπτονται. ΜΥ3 Ειρήνη Σωκράτους Είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του Παναγιώτη Κλεοβούλου, δικηγόρου του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή μόνον αναφορικά με το γεγονός ότι έλαβε οδηγίες από τον ρηθέντα δικηγόρο και ετοίμασε την αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης στα πλαίσια της αγωγής 4126/13 του Ε.Δ.Λεμεσού δηλ. το τεκμ.
  1. Το Δικαστήριο δεν θα αποφασίσει βέβαια επί της αιτήσεως τεκμ.
  2. Όμως για το Δικαστήριο τούτο ευθέως αναφέρεται ότι η αναφορά απλά και μόνον από την μάρτυρα σε οδηγίες για διόρθωση επειδή εμπεριέχει λάθη η Υπεράσπιση (τεκμ.3) που οφείλονται στον συντάκτη της, τα οποία όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση την οποία σημειώνεται υπογράφει η ίδια διαπιστώθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας ποινικής υπόθεσης και της ποινικής υπόθεσης 26338/12, και χωρίς να δίνονται εξηγήσεις από τον ίδιο το συντάκτη ο οποίος ας σημειωθεί δεν έχει κληθεί στο Δικαστήριο ούτε και έχει δοθεί εξήγηση για τούτο ή εν πάση περιπτώσει κάτω από ποιες συνθήκες ετοιμάστηκε η υπεράσπιση αυτή και πως προέκυψαν τα λάθη, όταν μάλιστα η μάρτυρας ανέφερε ότι η τακτική που ακολουθείται στο γραφείο τους είναι να λαμβάνονται οι λεπτομέρειες από τον πελάτη πριν την ετοιμασία της υπεράσπισης όπως έγινε προφανώς και στην προκειμένη περίπτωση του κατηγορούμενου, κάτι που επιβεβαίωσε και ο κατηγορούμενος, έχει δημιουργήσει αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το γνήσιο της ενέργειας της πλευράς του κατηγορούμενου να προχωρήσει με την τροποποίηση αυτή στα πλαίσια της αναφερθείσας αγωγής. Τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου επιτείνει αναφέρω και το γεγονός ότι ενώ η μάρτυρας μίλησε στην γραπτή της δήλωση και μαρτυρία της σε παράλειψη του συντάκτη της υπεράσπισης να την θέσει στον κατηγορούμενο για διόρθωση τυχόν λαθών όπως είθισται να γίνεται στο γραφείο τους, εντούτοις από όσα η ίδια έχει αναφέρει και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση προκύπτει ότι ούτε η ίδια έθεσε την Υπεράσπιση στον κατηγορούμενο ή συζήτησε την Υπεράσπιση μαζί του και απλά συμπεριέλαβε στην αίτηση τα λάθη που κατά τον δικηγόρο που υπερασπίζεται τον κατηγορούμενο στις αναφερόμενες ποινικές υποθέσεις διαπιστώθηκαν στις διαδικασίες αυτές. Αμφιβολίες και σκιές όμως σημειώνω έχει αφήσει και το χρονικό σημείο που η υπεράσπιση του κατηγορούμενου στην εν λόγω αγωγή έχει επιλέξει να προβεί στην εν λόγω τροποποίηση. Αυτό έγινε αναφέρω μετά την κατάθεση του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου οπόταν προέκυψαν αντιφάσεις στη μαρτυρία του εν σχέση με την υπεράσπιση που καταχώρησε στην αγωγή 4126/13 και την ίδια ημέρα δηλ.27/10/14 που η ΜΚ3 παρουσιάστηκε για να καταθέσει για την παρούσα υπόθεση. Ας σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση τεκμ.3 είχε καταχωρηθεί στις 30/05/
  3. Όλα τα πιο πάνω μαζί σε συνδυασμό με όσα έχουν αναφερθεί κατά την αξιολόγηση του κατηγορούμενου, οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της ΜΚ3 πέραν αυτού που αναφέρθηκε αρχικά ότι δηλαδή έλαβε οδηγίες και ετοίμασε την αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αποδείξει οτιδήποτε περισσότερο αλλά ούτε θα πρόσθετα για να θεραπεύσει, αν αυτός ήταν ο σκοπός της μαρτυρίας της, τις σοβαρές αντιφάσεις που προέκυψαν κατά την μαρτυρία του κατηγορούμενου σε συνάρτηση με ισχυρισμούς που προέβαλε μέσω δικογράφου του στα πλαίσια άλλης διαδικασίας. Αντίθετα θα έλεγα έχοντας υπόψη όλη την μαρτυρία που έχει δοθεί και μέσα από όσα έχουν αναφερθεί προκύπτει μια σαφής προσπάθεια από πλευράς υπεράσπισης να διορθώσει εκ των υστέρων τις ουσιαστικές αυτές αντιφάσεις, κάτι που κατά την κρίση του Δικαστηρίου δείχνει μη καθαρές θέσεις από πλευράς της και προσδίδει αναξιοπιστία στην όλη υπόθεση της. Η Υπεράσπιση γενικότερα Εδώ το Δικαστήριο θα ήθελε να αναφέρει και τα εξής. Πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω αναφορικά με τον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες Υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην σημειώσει ότι η Υπεράσπιση του κατηγορούμενου από την πρώτη στιγμή που αντεξέτασε τον ΜΚ1 μέχρι και την τελική αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου χαρακτηρίζεται από μη καθαρές και μη λογικές θέσεις. Αυτό βέβαια έχει σαν αποτέλεσμα σε συνάρτηση με όλα τα πιο πάνω να πλήττεται η αξιοπιστία της Υπεράσπισης και μην μπορεί το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση να κάνει αποδεκτή την εκδοχή της. Και εξηγώ: (α) Χωρίς η Υπεράσπιση να έχει κανένα στοιχείο στα χέρια της όπως διεφάνη, υπέβαλε στον ΜΚ1 την θέση ότι αγόρασε διαμέρισμα απέναντι από το σπίτι της μητέρας του κατηγορούμενου ακριβώς με σκοπό να παρακολουθεί και να κλέβει την αλληλογραφία του κατηγορούμενου προκειμένου να μάθει τι γίνεται με την υπόθεση της απαλλοτρίωσης. Πως είναι δυνατόν να αντέξει την βάσανο της λογικής μια τέτοια θέση. Να αγοράσει δηλαδή ο ΜΚ1 διαμέρισμα πληρώνοντας δεκάδες χιλιάδες ευρώ, προκειμένου να μάθει τι γίνεται με την απαλλοτρίωση για να μπορεί να πιέσει εξ' όσων έχει αντιληφθεί το Δικαστήριο και να πάρει τα λεφτά που του όφειλε ο κατηγορούμενος. Ας σημειωθεί όμως εδώ ότι ο κατηγορούμενος με τη δική του μαρτυρία αναίρεσε την πιο πάνω θέση λέγοντας ότι αγόρασε μεν διαμέρισμα ο ΜΚ1 αλλά όχι για να κλέβει την αλληλογραφία. Και πάλιν όμως ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε μετέωρος. (β) Διαζευκτικά με την πιο πάνω θέση, υπεβλήθη στον ΜΚ1 χωρίς και πάλιν στοιχεία, ότι είχε ενοικιάσει διαμέρισμα απέναντι από την μητέρα του κατηγορούμενου για τον σκοπό αυτό. Η προβολή διαζευκτικών και μάλιστα αβάσιμων θέσεων επιβεβαιώνει θεωρώ τις μη καθαρές θέσεις της Υπεράσπισης. Η θέση αυτή της Υπεράσπισης ενόψει των ξεκάθαρων απαντήσεων του ΜΚ1 παρέμεινε μετέωρη επίσης. Όμως έχει σημασία να λεχθεί ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος με τη δική του μαρτυρία αργότερα την διέψευσε. (γ) Ο κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο τις επιστολές τεκμ.7 και 8 σαν επιστολές που έχει αποστείλει στον Γενικό Εισαγγελέα και τον Αρχηγό Αστυνομίας. Στις επιστολές αναφέρει ότι είναι ο Μάριος Βακανάς και μιλά σε πρώτο πρόσωπο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου όμως με την τελική του αγόρευση, για πρώτη φορά σημειώνω, στην ουσία αναφέρει ότι τις έχει υπογράψει ο κατηγορούμενος αλλά το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος τις έχει συντάξει και συνεπώς ο γραφικός χαρακτήρας των εν λόγω τεκμηρίων παραμένει αδιευκρίνιστο τίνος είναι. Ο λόγος που το αναφέρει αυτό ο συνήγορος είναι προφανής. Έχει αντιληφθεί ότι αν το Δικαστήριο κάνει αποδεκτό ότι οι επιστολές αυτές έχουν συνταχθεί από τον κατηγορούμενο, έχοντας υπόψη όσα ανέφερε ο ΜΥ2 ουσιαστικά αφενός το υπόβαθρο της κατάληξης του τελευταίου θα καταρρεύσει και αφετέρου η γραμμή της Υπεράσπισης ότι το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς αποκλείεται να έχουν συμπληρωθεί από τον κατηγορούμενο θα καταρριφθεί. Όμως το Δικαστήριο, το οποίο δεν έχει αμφιβολία ότι ο συντάκτης των επιστολών έχοντας υπόψη την μαρτυρία είναι ο κατηγορούμενος και αποκλείει την πιθανότητα να είναι άλλος, θεωρεί ότι η θέση πιο πάνω της Υπεράσπισης δεν είναι καθαρή και αντίθετα γίνεται προσπάθεια ερμηνείας των πραγμάτων κατά το δοκούν και μια ύστατη προσπάθεια να περισωθεί η αξιοπιστία της εκδοχής της πλην όμως ανεπιτυχώς κατά την κρίση του Δικαστηρίου. (δ) Εν συνεχεία όμως των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, το γεγονός σημειώνω του ότι δεν τέθηκαν από την Υπεράσπιση οι πιο πάνω επιστολές τεκμ.7 & 8 ενώπιον του ΜΥ2, δείχνει από μόνο του ότι η πρόθεση της με την παρουσίαση της μαρτυρίας του ΜΥ2 δεν ήταν ειλικρινής και καθαρή. Αντίθετα με τη στάση της η Υπεράσπιση έχει αφήσει σκιές στην όλη υπόθεση της. Εν πάση περιπτώσει θα πρόσθετα εδώ ότι τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν θεωρώ και την κατάληξη του Δικαστηρίου να μην αποδεκτεί την μαρτυρία του ΜΥ
  4. (ε) Ο ΜΚ1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι με τον κατηγορούμενο ήταν πολύ καλοί φίλοι και σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του ότι του δάνεισε τα λεφτά δείχνοντας του εμπιστοσύνη. Η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 αμφισβήτησε ότι οι δύο ήταν φίλοι, κάτι όμως που ήρθε να επιβεβαιώσει ο κατηγορούμενος με την δική του μαρτυρία. Συγκεκριμένα σε υποβολή κατά την αντεξέταση του ότι η μόνη αλήθεια από όσα είπε είναι ότι έλαβε δάνειο απάντησε ότι αν έπαιρνε δάνειο θα έδινε πίσω λεφτά στον ΜΚ1 προσθέτοντας «Αφού ήμασταν φίλοι». (στ) Υπεβλήθη στον ΜΚ1 η θέση κατά την αντεξέταση του ότι δάνεισε τον κατηγορούμενο με τόκο 20% και ότι ο κατηγορούμενος του πλήρωσε αρχικά €3000 και τον Απρίλιο του 2012 €15.000.- για εξόφληση. Δεν υπεβλήθη ποτέ στον ΜΚ1 όμως ολοκληρωμένη η θέση της Υπεράσπισης όπως προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο για να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει. Δεν υπεβλήθη δηλαδή η θέση ότι παρά την συμφωνία για τόκο 20%, ακολούθως σε συγκεκριμένο χρόνο, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, συμφωνήθηκε η πληρωμή ποσού €15.000 για εξόφληση και είναι με βάση αυτή τη συμφωνία που πληρώθηκε το ποσό αυτό τον Απρίλιο του
  5. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρεται εδώ ότι ανεξάρτητα από αυτό, ο κατηγορούμενος δεν έπεισε ότι πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό στον ΜΚ1 και το γεγονός ότι παρουσίασε μια σελίδα βιβλιαρίου τράπεζας όπου φαίνεται η ανάληψη ενός ποσού δεν σημαίνει απολύτως τίποτε ενόψει των όσων άλλων αναφέρονται αναφορικά με την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καθώς επίσης τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο παραπονούμενος ΜΚ1 τον Μάρτιο του 2011 συμφώνησε να δανείσει τον κατηγορούμενο με τον οποίο ήταν φίλοι το ποσό των €20.000.-, πλην όμως του ζήτησε να του εκδώσει για το ποσό αυτό μια επιταγή για να γνωρίζει πότε θα εισπράξει τα χρήματα του. Μέσα του Μάρτη του 2011 και συγκεκριμένα 15 Μαρτίου, συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο για να του δώσει τα χρήματα και ο κατηγορούμενος συμπλήρωσε στην επίδικη επιταγή τεκμ.2 το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς, την υπόγραψε και άφησε κενό το όνομα και την ημερομηνία, ακολούθως δε την παρέδωσε στον παραπονούμενο. Στην επίδικη επιταγή τεκμ.2 ο κατηγορούμενος ανέγραψε ποσό €20.900.- λέγοντας στον ΜΚ1 όταν τον ρώτησε ότι το επιπλέον ποσό €900.- ήταν δώρο για την ευκολία που του έκανε. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος συμπλήρωσε το όνομα του επί της επιταγής και συμφώνησαν να βάλουν ημερομηνία 04/01/
  6. Όταν έφτασε η ημερομηνία κατάθεσης της επιταγής τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο ο οποίος του ζήτησε να περιμένει ακόμη λίγες ημέρες αφού αντιμετώπιζε κάποια προβλήματα. Προσπάθησε να επικοινωνήσει ξανά μαζί του αλλά χωρίς αποτέλεσμα και στις 18/01/12 τελικά κατέθεσε την επίδικη επιταγή στην τράπεζα του δηλαδή την Ελληνική Τράπεζα προς εξαργύρωση αλλά αυτή όταν παρουσιάστηκε στις 19/01/12 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού επί του οποίου εκδόθηκε επιστράφηκε με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά-Μη επαρκή υπόλοιπα» και επιπλέον ότι «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ», και σχετικές είναι οι σφραγίδες που φέρει η επιταγή. Δεν υπήρχαν χρήματα στο λογαριασμό του κατηγορούμενο για να πληρωθεί η επιταγή. Ακολούθως επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο για να του δώσει εξηγήσεις και ο τελευταίος τον διαβεβαίωνε ότι όλα θα τακτοποιηθούν. Μέχρι σήμερα η επιταγή δεν έχει εξοφληθεί. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Ως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. » Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει το αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ως προκύπτει ξεκάθαρα από την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή και τα ευρήματα του Δικαστηρίου το αδίκημα έχει αποδειχθεί. Βεβαίως στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι παρόλο που έχει αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 εν σχέση με την επιταγή τεκμ.2, εντούτοις η κατηγορία διαπιστώνω δεν αποδεικνύεται ως έχει στο κατηγορητήριο αφού οι λεπτομέρειες αδικήματος είναι λανθασμένες κατ' αρχήν σε ότι αφορά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής αλλά περαιτέρω και επειδή γίνεται αναφορά σε παρουσίαση της επιταγής στην Ελληνική Τράπεζα προς πληρωμή αντί στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού επί του οποίου εκδόθηκε και μάλιστα σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες ενώ η μαρτυρία και οι σφραγίδες στο τεκμήριο 2 μιλούν για κατάθεση της επιταγής στην Ελληνική Τράπεζα που είναι η τράπεζα του ΜΚ1 στις 18/01/12 και παρουσίαση της επιταγής στο εν λόγω Συνεργατικό στις 19/01/
  1. Αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης της επιταγής πιο συγκεκριμένα να αναφέρω ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αναφέρεται ουσιαστικά σαν ημερομηνία έκδοσης η ημερομηνία πληρωμής της. Από την μαρτυρία όμως που έχει γίνει αποδεκτή η επιταγή έχει εκδοθεί στις 15/03/
  2. Συνεπώς το Δικαστήριο με δεδομένο ότι αφενός κατά την αναφερόμενη στις λεπτομέρειες αδικήματος ημερομηνία ο κατηγορούμενος δεν εξέδωσε την επίδικη ή οποιαδήποτε επιταγή, ενώ περαιτέρω στις λεπτομέρειες δεν αναφέρεται η παρουσίαση στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου έχει εκδοθεί, για να μπορέσει να καταδικάσει τον κατηγορούμενο για το αναφερόμενο αδίκημα και με δεδομένο ότι τα στοιχεία πιο πάνω αφορούν δύο εκ των συστατικών στοιχείων της κατηγορίας, μόνον στη βάση κατηγορητηρίου με τις ορθές λεπτομέρειες θα μπορούσε να προχωρήσει να το πράξει. Το ερώτημα που τίθεται συνεπώς ενόψει των όσων αναφέρονται ανωτέρω είναι κατά πόσο οι λανθασμένες λεπτομέρειες οδηγούν αυτόματα σε αθώωση του κατηγορούμενου χωρίς άλλο ή κατά πόσο υπάρχει θεραπεία. Ευθέως λοιπόν αναφέρω ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν κώλυμα για την καταδίκη του κατηγορούμενου αφού είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας κυρίως υπόψη την μαρτυρία την οποία έχει κάνει αποδεκτή το Δικαστήριο και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155. Το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155 έχει ως εξής: « Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο. » Για την άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155 θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής τέσσερις προϋποθέσεις (βλ. και σύγγραμμα των κ.κ.Λοϊζου και Πική Criminal Procedure in Cyprus σελ. 75): Στο τέλος της Δίκης το Δικαστήριο να είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχθεί με μαρτυρία, η διάπραξη αδικήματος από τον Κατηγορούμενο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Ο Κατηγορούμενος να μη μπορεί να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Ο Κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Με άλλα λόγια, η ποινή που προβλέπεται από το Νόμο για το αδίκημα που προστίθεται στο κατηγορητήριο δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την ποινή που προβλέπεται για το αρχικό αδίκημα. Ο Κατηγορούμενος δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς στην υπεράσπιση του. Σχετικές με την εφαρμογή του άρθρου 85
(4)του Κεφ.155, είναι και οι υποθέσεις Χρυσοστόμου ν. Αστυνομίας 24 CLR 192, Φορής ν. Δημοκρατίας
(1980)1 ΑΑΔ 152, 177 και Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 458, 466 στις οποίες επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω προϋποθέσεις στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τροποποίηση του κατηγορητηρίου αφού:
  1. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα και έχουν αποδειχθεί οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος.
  2. Δεν είναι δυνατή η καταδίκη του Κατηγορούμενου για το αδίκημα αυτό χωρίς προηγούμενη τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
  3. Η ποινή για το αδίκημα είναι η ίδια.
  4. Καμία δυσμένεια δεν θα προκληθεί στον Κατηγορούμενο ο οποίος υπερασπίσθηκε τον εαυτό του για το αδίκημα ακριβώς της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Η γραμμή υπεράσπισης του δε όπως διαφάνηκε ήταν συγκεκριμένη και χωρίς αμφιβολία ενόψει και των όσων αναφέρονται ανωτέρω δεν θα ήταν διαφορετική αν εξαρχής στο κατηγορητήριο αναφερόταν ότι η έκδοση έγινε στις 15/03/2011 και ότι περαιτέρω η κατάθεση της επιταγής στην Ελληνική Τράπεζα έγινε στις 18/01/12 και ακολούθως η επιταγή παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού επί του οποίου εκδόθηκε στις 19/01/
  5. Τα μαρτυρικά αυτά στοιχεία εν πάση περιπτώσει ήταν γνωστά στην Υπεράσπιση με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής και η πλευρά της εις ουδεμία εισήγηση έχει προβεί δηλώνοντας επηρεασμό της Υπεράσπισης ή δυσμένεια από τα πιο πάνω. Ενόψει των ανωτέρω, τροποποιώ το κατηγορητήριο, με την προσθήκη 2ης κατηγορίας ως κατωτέρω αναφέρεται. Σημειώνω όμως εδώ ότι δυνάμει του άρθρου 83
(1)του Κεφ.155 τροποποιώ επίσης την έκθεση αδικήματος της υφιστάμενης κατηγορίας κατά τρόπο ώστε η αναφερόμενη λέξη «Δεύτερη» να αντικατασταθεί με τη λέξη «Πρώτη», αφού προφανώς εκ παραδρομής έχει αναφερθεί ότι η μοναδική κατηγορία στο κατηγορητήριο είναι η δεύτερη αντί η πρώτη, χωρίς θεωρώ ενόψει του τυπικού της τροποποίησης αυτής να χρειάζεται να γίνει αναφορά από το Δικαστήριο σε αρχές ή Νομολογία. Έκθεση Αδικήματος Δεύτερη Κατηγορία Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής, κατά παράβαση των άρθρων 20, 25 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε από το Νόμο 70/2008. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος κατά ή περί τις 15 Μαρτίου του 2011 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος του παραπονούμενου την επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με αρ.29066565 για το ποσό των €20.900,00 σεντ πληρωτέα την 04/01/2012, ο οποίος κατέθεσε την επιταγή προς πληρωμή στην Ελληνική Τράπεζα την 18/01/2012 αλλά η επιταγή όταν παρουσιάστηκε την 19/01/2012 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού επί του οποίου εκδόθηκε δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε από το ΚΑΠ κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη παρόλο ότι παρήλθαν 15 μέρες από την εν λόγω παρουσίαση της για πληρωμή στην τράπεζα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος με βάση το υφιστάμενο κατηγορητήριο εις την οποία τον αθωώνω και τον απαλλάσσω, αλλά απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η κατηγορία η οποία έχει προστεθεί ως ανωτέρω εις την οποία βρίσκω τον κατηγορούμενο ένοχο. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον του κατηγορούμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.