Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Νίκος Κατελάρης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19183/13, 29/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19183/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και
- Νίκος Κατελάρης
- ROSALIE DILAG
- Αγγειοπλαστείο Νίκος Κατελάρης Λίμιτεδ Ημερομηνία: 29.1.2015 Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ. Κ. Σαβεριάδης. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν κατηγορία για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι 1 και 3 την 23.5.13 στην Παλώδεια της Επαρχίας Λεμεσού, εργοδότησαν παράνομα την κατηγορούμενη 2, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει κατηγορία διεξαγωγής επαγγέλματος χωρίς την γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(κ) του Κεφ. 105 και των Κανονισμών 14
(1)
(3)
(4)των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π. 242/72 (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορούμενη 2, την 23.5.13 στην Παλώδεια της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν αλλοδαπή, δηλ. υπήκοος Φιλιππινών, διεξήγε επάγγελμα σαν υπάλληλος στους κατηγορούμενους 1 και 3, χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον και των τριών κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί προέβηκαν σε ανώμοτες δηλώσεις και δεν κάλεσαν οποιουσδήποτε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ. 1072 Πανίκος Αριστείδου, της ΥΑΜ Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Στις 23.5.13 και περί ώρα 09:40 κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε στα γραφεία της ΥΑΜ Λεµεσού ότι στο εργαστήριο αγγειοπλαστικής µε την ονοµασία «NICOS ΚAΤELARIS POΤΤERY» που βρίσκεται στον δρόµο Λεμεσού-Πλατρών εργοδοτείται παράνοµα αλλοδαπή, ο μάρτυρας µετέβηκε στο µέρος µαζί µε τον Αστ. 2542 για έλεγχο. Όταν εισήλθαν στο ισόγειο του κτιρίου που είναι χώρος πώλησης προϊόντων αγγειοπλαστείου, συνάντησαν την γυναίκα του κατηγορούμενου 1, της αποκάλυψαν την αστυνομική τους ιδιότητα, την ρώτησαν εάν υπάρχει κάποιος που εργάζεται νόμιμα ή παράνομα στο μέρος και εάν υπάρχει εργαστήριο οπόταν εκείνη τους οδήγησε στο υπόγειο. Κατά την είσοδο τους στο υπόγειο, όπου βρισκόταν το εργαστήριο, εντόπισαν µια αλλοδαπή να ασχολείται µε το ξεφούρνισµα πήλινων ειδών από φούρνο που βρισκόταν στο µέρος. Αρκετά κοντά σε αυτήν βρισκόταν ο κατηγορούμενος 1 και μαζί ξεφούρνιζαν και τακτοποιούσαν πήλινα είδη σε ράφια και πάγκους που υπήρχαν εκεί. Δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο παρόν εκεί. Ακολούθως ο μάρτυρας πλησίασε την αλλοδαπή της υπέδειξε την αστυνοµική του ταυτότητα, της ανάφερε την ιδιότητα του και της ζήτησε τα στοιχεία της. Αυτή του ανέφερε ότι είναι από τις Φιλιππίνες, ότι ονοµάζεται ROSALΙE και ότι δεν έχει άδεια για να εργάζεται στο µέρος. Από έλεγχο µέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι επρόκειτο για την DILAG Rosalie Marquez Δ.Ε.Α. 5615440 ηµερ. γενν. 31.7.73 αρ. διαβ. ΕΒ3822504, η οποία είναι κάτοχος άδειας παραµονής ως επισκέπτης µέχρι τις 24.10.17, αφού τέλεσε γάµο µε Ευρωπαίο υπήκοο. Αµέσως ο μάρτυρας την πληροφόρησε για το αδίκηµα το οποίο διέπραττε δηλαδή της παράνοµης απασχόλησης, της επέστησε την προσοχή στο Νόµο και αυτή του απάντησε «Sorry sir». Ακολούθως και περί ώρα 09:50 την συνέλαβε για το πιο πάνω αδίκηµα και αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης, της επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόµο αλλά αυτή δεν απάντησε τίποτε. Τον σύζυγο της κατηγορούμενης 2 ο μάρτυρας τον είδε να βρίσκεται στην οικία όπου αυτοί διέμεναν κοντά στο εργαστήριο, όταν μετέβηκαν εκεί αργότερα για να δείξει στον μάρτυρα το διαβατήριο της. Προφορικά ανακρινόµενη η κατηγορούμενη 2 ανάφερε ότι εδώ και 6 µήνες περίπου διαµένει στο µέρος και περιστασιακά βοηθά τον ιδιοκτήτη για το ποσό των €20 την κάθε φορά. Επίσης υπέδειξε τον κατηγορούμενο 1 ως τον εργοδότη της. Ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1 για το αδίκηµα που διέπραττε δηλ. της παράνοµης εργοδότησης της αλλοδαπής και αφού του επέστησε την προσοχή στον Νόµο αυτός απάντησε «Βοηθά µας λλίον και σύρνω της καµιά 20ρκα ευρώ». Αµέσως και περί ώρα 09:55 ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 για το πιο πάνω αδίκηµα και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή στον Νόµο αυτός απάντησε «Ρε φίλε κάποτε βοηθά». Όλη η συνομιλία του μάρτυρα με την κατηγορούμενη 2 έγινε στην αγγλική γλώσσα. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του για το πόσο καλά μιλά η κατηγορούμενη 2 τα αγγλικά είπε ότι κατά την άποψη του μιλά μέτρια, προσθέτοντας ότι κατά την επικοινωνία του εκείνη την ημέρα με την Υπηρεσία του, για να διαπιστώσει το καθεστώς παραμονής της κατηγορούμενης 2, πληροφορήθηκε ότι για το συγκεκριμένο ζευγάρι πριν την έκδοση της άδειας παραμονής έγιναν συνεντεύξεις από μέλη του γραφείου του και διαπιστώθηκε ότι οι σύζυγοι μεταξύ τους συνεννοούνται στην αγγλική γλώσσα. Όσον αφορά την προειδοποίηση της κατηγορούμενης 2 ερωτώμενος στην αντεξέταση του είπε ότι θεώρησε ορθό να κάνει αυτήν με βάση τον δεύτερο δικαστικό κανόνα τόσο όταν την πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραττε όσο και όταν την συνέλαβε. Αναφορικά δε με την χρονική διαφορά στη σύλληψη του κατηγορούμενου 1 από την σύλληψης της κατηγορούμενης 2, ο μάρτυρας είπε ότι η σύλληψη του κατηγορούμενου 1 έγινε μερικά λεπτά μετά τη σύλληψη της κατηγορούμενης 2 καθότι, ενόψει και του ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν υπήρχε πιθανότητα να διαφύγει της σύλληψης, θεώρησε ορθότερο να τελειώσει πλήρως με την κατηγορούμενη 2 και μετά να συλλάβει αυτόν. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 1858 Μιχάλης Μιχαήλ. Σύμφωνα με αυτόν: Την 23.5.13 ανέλαβε την διερεύνηση της παρούσας. Την ίδια ηµέρα και µεταξύ των ωρών 11:30-12:10 στον Κεντρικό Αστυνοµικό Σταθµό έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 3). Στην συνέχεια και µεταξύ των ωρών 12:25-13:00 µε την βοήθεια διερµηνέα της Φιλιππινέζικης γλώσσας έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2 (τεκμήρια 6Α-6Β). Ακολούθως η ώρα 13:05 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 1, ως ιδιοκτήτη και διευθυντή της κατηγορούμενης 3 εταιρείας, ότι θα καταγγελθεί και η εταιρεία για το πιο πάνω αδίκηµα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόµο αυτός απάντησε «Εντάξει». Στη συνέχεια µεταξύ των ωρών 13:10-13:20 ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 για το αδίκημα της παράνοµης εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς άδεια και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόµο αυτός απάντησε «Δεν γνώριζα ότι έπρεπε να την δηλώσω στο Τµήµα Αλλοδαπών» (τεκμήριο 4). Μεταξύ των ωρών 13:20-13:30 της ίδιας ηµέρας µε την βοήθεια της ίδιας διερμηνέα ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς την κατηγορούμενη 2 για το αδίκηµα της παράνοµης απασχόλησης χωρίς άδεια και αφού της επέστησε την προσοχή της στο νόµο αυτή απάντησε «Ήµουν εκεί γιατί ο άντρας µου ήταν εκεί» (τεκμήρια 7Α-7Β). Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης το τεκμήριο 5, το οποίο του παρέδωσε ο κατηγορούμενος 1 και το οποίο είναι πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών όπου φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης 3 εταιρείας. Ο κατηγορούμενος 1 στην ανώμοτη δήλωση που έκανε για λογαριασμό τόσο του ιδίου όσο και της κατηγορούμενης 3 εταιρείας, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμήριο 3 όπου ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας με την ονομασία «Νίκος Κατελάρης Ltd» που ασχολείται με την κατασκευή και πώληση πήλινων αντικειμένων που βρίσκεται στον κύριο δρόμο Λεμεσού Πλατρών παρά την Παλώδεια. Στο εργοστάσιο του εργοδοτεί τον Ρουμάνο υπήκοο Zoltan Szekely, ο οποίος διαμένει σε οικία (η οποία ανήκει στον κατηγορούμενο 1) δίπλα από το εργοστάσιο. Αυτό τον υπάλληλο τον έχει εδώ και τρία χρόνια περίπου. Από ότι ξέρει αυτός έχει παντρευτεί το 2011 με την Φιλιππινέζα Rozalie Marquez Dilagο. Όταν την παντρεύτηκε αυτή μετακόμισε στην πιο πάνω οικία, με την συγκατάθεση του κατηγορούμενου 1, και έμεινε εκεί. Την εν λόγω αλλοδαπή δεν την εργοδότησε ποτέ στο μαγαζί του και την μέρα που πήγε το immigration αυτή δεν εργαζόταν αλλά ήταν εκεί για να είναι μαζί με τον άντρα της, ο οποίος ξεφούρνιζε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 πήλινα αντικείμενα από τον φούρνο. Η κοπέλα δεν εργαζόταν αλλά ήταν εκεί μαζί και τους έφτιαχνε κανένα καφέ κατά την διάρκεια της ημέρας. Ουδέποτε αυτή εργάστηκε στο μαγαζί του παρά μόνο βρισκόταν εκεί αφού εκεί εργάζεται ο άντρας της και η οικία τους είναι δίπλα, στο ίδιο τεμάχιο με το εργοστάσιο. Η κατηγορούμενη 2 στην δική της ανώμοτη δήλωση ανέφερε ότι, ό,τι είχε να πει το είπε στην κατάθεση της τεκμήριο 6Α-6Β όπου ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι από τις Φιλιππίνες. Ήρθε στην Κύπρο στις 8.2.08 κι εργάστηκε στην Λάρνακα ως οικιακή βοηθός. Στις 30.6.11 παντρεύτηκε τον Ρουμάνο υπήκοο Zoltan Szekely και είναι παντρεμένοι μέχρι και σήμερα. Μόλις παντρεύτηκε μετακόμισε στο σπίτι όπου έμενε ο Zoltan. Όταν γνώρισε τον Zoltan αυτός εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε πήλινα αντικείμενα στην Παλώδεια. Το σπίτι όπου διαμένουν είναι στο ίδιο χωράφι με το εργοστάσιο που εργάζεται ο Zoltan. Από ότι ξέρει ο εργοδότης του Zoltan είναι ο Νίκος. Αυτή ποτέ δεν εργάστηκε εκεί αλλά πήγαινε συχνά εντός του μαγαζιού για να κάνει παρέα στον άντρα της. Κάποιες φορές έφτιαχνε καφέ του άντρα της και του Νίκου. Στις 23.5.13 το πρωί ενώ αυτή ήταν στο μαγαζί πήγαν κάποιοι κύριοι που τους είπαν ότι είναι αστυνομικοί και ζήτησαν τα έγγραφα της. Εκείνη την ώρα ο άντρας της μαζί με τον Νίκο έβγαζαν πήλινα αντικείμενα από τον φούρνο. Αυτή απλώς τον παρακολουθούσε και δεν τον βοήθησε. Ουδέποτε εργάστηκε εκεί και ποτέ δεν πληρώθηκε από τον Νίκο. Έχει άδεια παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι τις 24.10.17. Αξιολόγηση μαρτυρίας Αρχίζοντας από τον εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε με σαφήνεια και πληρότητα στο σύνολο των ενεργειών που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν συνεπείς, λογικές και σταθερές, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Δεν πλήττει δε την αξιοπιστία του το γεγονός ότι δεν κατέγραψε στην κατάθεση του ότι ουσιαστικά συγκατατέθηκε η σύζυγος του κατηγορούμενου 1 για την έρευνα στο υποστατικό καθότι αυτό το γεγονός δεν αμφισβητήθηκε και εν πάση περιπτώσει δεν τέθηκε, από πλευράς υπεράσπισης, οποιοδήποτε θέμα για κάποια παράνομη ενέργεια του μάρτυρα κατά την είσοδο και παρουσία του στον χώρο. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν θυμόταν να πει στο Δικαστήριο την προειδοποίηση που έκανε στην κατηγορούμενη 2 στην αγγλική γλώσσα με βάση τον δεύτερο δικαστικό κανόνα επίσης δεν μεταβάλλει την όλη εικόνα του καθότι ως ανέφερε, με δεδομένο ότι γνωρίζει καλά ότι και μια λέξη να παραληφθεί ή να προστεθεί αλλάζει το νόημα της πρότασης, μεταφέρει για τον σκοπό αυτό πάντα μαζί του τους δικαστικούς κανόνες γραπτώς. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ούτε ότι δόθηκε η εν λόγω προειδοποίηση στην κατηγορούμενη 2 όπως δεν υπήρξε καν οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή θέση από πλευράς υπεράσπισης ότι αυτή δεν κατάλαβε τις προειδοποιήσεις που της έγιναν με βάση το νόμο ή οτιδήποτε άλλο κατά τη συνομιλία της με τον μάρτυρα. Η όλη δε εικόνα του μάρτυρα δεν μεταβάλλεται ούτε από το ότι στην κατάθεση του δεν κατέγραψε ότι η κατηγορούμενη 2 σε κάποια φάση κατά τη συνομιλία τους του είπε ότι εκεί βρίσκεται ο τόπος εργασίας του συζύγου της. Αυτό γιατί ο ίδιος το ανέφερε από μόνος του ερωτώμενος σχετικά στην αντεξέταση του ενώ κάλλιστα θα μπορούσε να το αρνηθεί, επεξηγώντας ότι όταν στη συνέχεια η κατηγορούμενη 2 ρωτήθηκε εάν δούλευε η ίδια εκεί ή όχι παραδέχθηκε λέγοντας του αυτά που κατέγραψε στην κατάθεση του και ότι ο ίδιος ουσιαστικά περιορίσθηκε εκεί στο να καταγράψει για την όλη συνομιλία «προφορικά ανακρινόμενη ....». Εδώ πρέπει θα σημειωθεί ότι οι καταθέσεις που δίδουν οι αστυνομικοί στα πλαίσια μιας υπόθεσης όταν αυτές γίνονται αμέσως μετά το πέρας μιας ενέργειας και υπό την πίεση του χρόνου για να προχωρήσει η διερεύνηση της υπόθεσης από τον ανακριτή της υπόθεσης (όπως στην παρούσα) εκ των πραγμάτων δεν αναμένεται να περιλαμβάνουν κάθε λεπτομέρεια και η μη καταγραφή ενός γεγονότος ή μιας τέτοιας λεπτομέρειας δεν μπορεί να οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη της μαρτυρίας αυτής, όταν αναφέρεται ενόρκως στο Δικαστήριο. Θα πρέπει δε επίσης να αναφερθεί ότι παρά το ότι αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και η κατηγορούμενη 2 δήλωσαν προφορικά στον Μ.Κ.1 τα όσα αυτός ανέφερε, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκε ότι όταν ο μάρτυρας εισήλθε στο εργαστήριο η κατηγορούμενη 2 ασχολείτο µε το ξεφούρνισµα πήλινων ειδών από φούρνο και ότι αρκετά κοντά σε αυτήν βρισκόταν ο κατηγορούμενος 1 και μαζί ξεφούρνιζαν και τακτοποιούσαν πήλινα είδη σε ράφια και πάγκους που υπήρχαν εκεί καθώς και ότι στον χώρο δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα ανωτέρω και εξετάζοντας την μαρτυρία του Μ.Κ.1 στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά θεωρώ ότι αυτός ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Οι κατηγορούμενοι, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγαν καμία μαρτυρία. Περιορίστηκαν σε ανώμοτες δηλώσεις. Όσον αφορά την επιλογή τους αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον τους. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Στην παρούσα με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 που έγινε δεκτή και μάλιστα ως προς αυτό δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορούμενη 2 βρισκόταν στο εργαστήριο με τον κατηγορούμενο 1 και μαζί με αυτόν, στην απουσία του συζύγου της, ασχολείτο με το ξεφούρνισμα πήλινων ειδών από το φούρνο. Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου το περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης των κατηγορουμένων σε συνάρτηση με τη γραμμή υπεράσπισης καθώς και με τη δοθείσα μαρτυρία του Μ.Κ.1, την οποία έχω κάνει δεκτή μετά από τη σχετική αξιολόγηση και είναι αντίθετη με τις εν λόγω ανώμοτες δηλώσεις ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να δοθεί στις δηλώσεις αυτές, όσον αφορά τα εν λόγω γεγονότα και το κατά πόσο η κατηγορούμενη 2 γενικά εργοδοτήθηκε στο μέρος, καμία βαρύτητα. Νομική πτυχή Στην παρούσα προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 ουσιαστικά κατηγορείται για το αδίκημα της κατηγορίας 1, με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, δηλ. ως συνεργός της κατηγορούμενης 3 εταιρείας. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή προς στοιχειοθέτηση των επίδικων αδικημάτων θα πρέπει να αποδείξει τα ακόλουθα:
- Την εργοδότηση της κατηγορούμενης 2 από την κατηγορούμενη 3, με την έννοια που έχει ο όρος "εργοδότηση" στα πλαίσια του Κεφ.
- Το πρόσωπο που εργοδοτείται δηλ. η κατηγορούμενη 2 να είναι αλλοδαπή.
- Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση της αλλοδαπής. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο πρέπει να αναφερθεί ότι αξιόποινη, σύμφωνα με τον Νόμο, είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδότη και εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού ή του εργατικού δικαίου. Αυτό γιατί εκ φύσεως της η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες, βεβιασμένες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ' αναλογία Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police
(1984)2 C.L.R. 161 που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972). Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κατηγορίας 1, αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Τέλος όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια, αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού, μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Το λεκτικό του άρθρου 14Β
(1)υποδηλώνει επίσης ότι η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των προνοιών του συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability), δηλ. δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279). Έχει δε νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (βλ. Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates Ltd κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523). Στην παρούσα ως έχει προαναφερθεί προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 ουσιαστικά κατηγορείται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα δηλ. ως συνεργός εφόσον από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι ενεργούσε ως ο ιδιοκτήτης και ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης 3 εταιρείας και όχι προσωπικά. Κατηγορείται στην ουσία για παροχή συνδρομής στη διάπραξή του αδικήματος της κατηγορίας 1. Η ιδιότητα ενός φυσικού προσώπου ως διευθυντή ενός νομικού προσώπου δεν είναι αφ' εαυτής και δίχως άλλο αρκετή για να οδηγήσει στην εναντίον του διευθυντή στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης από τη διάπραξη αδικήματος από το νομικό πρόσωπο (βλ. Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Ο διευθυντής ενός νομικού προσώπου μπορεί να έχει ποινική ευθύνη για αδικήματα που τελούνται από το νομικό πρόσωπο ως συνεργός του νομικού προσώπου, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα δηλ. όταν αποδειχθεί ότι συνήργησε στη διάπραξη του αδικήματος ήτοι με κάποια πράξη ή παράλειψη του κατέστησε δυνατή τη διάπραξη του αδικήματος από τον αυτουργό ή παρείχε βοήθεια ή παρακίνησε τον τελευταίο κατά τη διάπραξη αυτή. Στην Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι στις περιπτώσεις που πρόσωπα διώκονται ως συνεργοί δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες δηλ. γνώση των ουσιωδών περιστάσεων της διάπραξης του αδικήματος από τον αυτουργό και πρόθεση ή γνώση για παροχή βοήθειας στη διάπραξη του αδικήματος αυτού. Συνεπώς προς απόδειξη της κατηγορίας 1 εναντίον του κατηγορούμενου 1, θα πρέπει να αποδειχθούν και τα ανωτέρω. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Όσον αφορά το κατά πόσο η κατηγορούμενη 2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο αλλοδαπή, αυτό όχι μόνο το ανέφεραν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στις καταθέσεις τους αλλά προκύπτει και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ο οποίος προέβη σε έλεγχο των στοιχείων της και γενικά αποτελεί γεγονός, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Καταλήγω λοιπόν ότι η κατηγορούμενη 2 είναι αλλοδαπή από τις Φιλιππίνες. Συνεπώς δεν είναι Κύπρια υπήκοος και άρα είναι αλλοδαπή εν τη εννοία του Κεφ. 105. Προκύπτει επίσης από την μαρτυρία που έγινε δεκτή ότι κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορούμενη 2 βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο με άδειας παραµονής ως επισκέπτης µέχρι τις 24.10.17, αφού τέλεσε γάµο µε Ευρωπαίο υπήκοο. Αυτό που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσο η κατηγορούμενη 2 εργοδοτείτο κατά τον επίδικο χρόνο. Η μαρτυρία, η οποία υπάρχει και η οποία έγινε δεκτή για αυτό το θέμα είναι περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v Republic
(1975)2 CLR 34 και Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26 -36). Η περιστατική λοιπόν μαρτυρία, η οποία υπάρχει στην παρούσα είναι η εξής:
- Η κατηγορούμενη 2 εντοπίσθηκε από το Μ.Κ.1, σε υπόγειο υποστατικού όπου λειτουργεί εργαστήριο αγγειοπλαστείου, να ασχολείται µε το ξεφούρνισµα πήλινων ειδών από φούρνο που υπήρχε εκεί.
- Αρκετά κοντά σε αυτήν βρισκόταν ο κατηγορούμενος 1 και μαζί ξεφούρνιζαν και τακτοποιούσαν πήλινα είδη σε ράφια και πάγκους που υπήρχαν εκεί.
- Το υποστατικό όπου εντοπίσθηκε η κατηγορούμενη 2 λειτουργεί ως αγγειοπλαστείο από την κατηγορούμενη 3 εταιρεία, της οποίας ο κατηγορούμενος 1 είναι ο ιδιοκτήτης και ο μοναδικός διευθυντής.
- Ο σύζυγος της κατηγορούμενης 2 εργοδοτείται στο αγγειοπλαστείο. Όμως κατά τον ως άνω χρόνο ούτε αυτός αλλά και ούτε κανένα άλλο πρόσωπο πλην των κατηγορουμένων 1 και 2, βρισκόταν στο χώρο του εργαστηρίου.
- Όταν η κατηγορούμενη 2 πληροφορήθηκε ότι διέπραττε αδίκημα δηλαδή αυτό της παράνοµης απασχόλησης και της επιστήθηκε η προσοχή της στο Νόμο αυτή απάντησε «Sorry sir».
- Μετά τη σύλληψη της κατηγορούμενης 2 ο σύζυγος της εντοπίσθηκε από τον Μ.Κ.1 να βρίσκεται στην οικία όπου το ζεύγος διαμένει και η οποία είναι κοντά στον χώρο του εργαστηρίου.
- Προφορικά ανακρινόµενη η κατηγορούμενη 2 ανάφερε ότι εδώ και 6 µήνες περίπου διαµένει στο µέρος και περιστασιακά βοηθά τον ιδιοκτήτη για το ποσό των €20 την κάθε φορά. Επίσης υπέδειξε τον κατηγορούμενο 1 ως τον εργοδότη της.
- Ο κατηγορούμενος 1 όταν πληροφορήθηκε για το αδίκηµα που διέπραττε δηλ. της παράνοµης εργοδότησης της αλλοδαπής και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόµο απάντησε «Βοηθά µας λλίον και σύρνω της καµιά 20ρκα ευρώ».
- Όταν στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθηκε για το εν λόγω αδίκημα αφού του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή στον Νόµο από τον Μ.Κ.1 απάντησε «Ρε φίλε κάποτε βοηθά».
- Όταν δε ο κατηγορούμενος 1 κατηγορήθηκε γραπτώς από τον Μ.Κ.2 για το αδίκημα της παράνοµης εργοδότησης αλλοδαπού χωρίς άδεια και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόµο απάντησε «Δεν γνώριζα ότι έπρεπε να την δηλώσω στο Τµήµα Αλλοδαπών». Ως έχει προαναφερθεί, οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε ανώμοτες δηλώσεις. Ο μεν κατηγορούμενος 1 ανέφερε σχετικά ότι κατά τον επίδικο χρόνο η κατηγορούμενη 2 δεν εργαζόταν αλλά βρισκόταν εκεί για να είναι μαζί με τον άντρα της, ο οποίος ξεφούρνιζε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 πήλινα αντικείμενα από τον φούρνο καθώς και ότι αυτή τους έφτιαχνε κανένα καφέ κατά την διάρκεια της ημέρας. Η δε κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι ποτέ δεν εργάστηκε εκεί αλλά πήγαινε συχνά εντός του μαγαζιού για να κάνει παρέα στον άντρα της και κάποιες φορές έφτιαχνε καφέ του άντρα της και του Νίκου καθώς και ότι κατά τον επίδικο χρόνο αυτή ήταν στο μαγαζί και εκείνη την ώρα ο άντρας της μαζί με τον Νίκο έβγαζαν πήλινα αντικείμενα από τον φούρνο και αυτή απλώς παρακολουθούσε και δεν τον βοήθησε. Ως έχει όμως προαναφερθεί δεν μπορεί να δοθεί καμία βαρύτητας στα όσα οι καρτηγορούμενοι ανέφεραν σχετικά στις ανώμοτες δηλώσεις τους (το περιεχόμενο των οποίων ούτως ή άλλως δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία και με τις οποίες δεν μπορούν να αποδειχθούν γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία) τα οποία είναι αντίθετα με την ένορκη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Από την μαρτυρία, η οποία έγινε δεκτή λοιπόν, δεν δόθηκε και δεν προκύπτει οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση, η οποία να δείχνει ότι τα πιο πάνω στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας δεν οδηγούν στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 2 εργοδοτείτο κατά τον επίδικο χρόνο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην την πιο πάνω περιστατική μαρτυρία και ότι αυτή δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση, η οποία να προκύπτει από την όλη μαρτυρία, κρίνω ότι συνάγεται ως μοναδικό και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 2 κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο, με την έννοια που προσδίδει στον όρο εργοδότηση το Κεφ. 105, από την κατηγορούμενη 3 εταιρεία στο εργαστήριο του αγγειοπλαστείου που αυτή διατηρεί. Περαιτέρω προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά και την ομολογία ουσιαστικά του ίδιου του κατηγορούμενου 1, ότι η κατηγορούμενη 2 τους βοηθούσε κάποτε στην εργασία και ότι την πλήρωνε κάποιο ποσό για τον σκοπό αυτό και ότι αυτός ως ο ιδιοκτήτης και ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης 3, κατά τον επίδικο χρόνο με τον πιο πάνω τρόπο και έχοντας γνώση των ουσιωδών περιστάσεων της εργοδότησης της κατηγορούμενης 2 αλλοδαπής και πρόθεση για παροχή βοήθειας προς στον σκοπό αυτό στην εταιρεία του, έδρασε για λογαριασμό της κατηγορούμενης 3 εταιρείας του και κατέστησε δυνατή την διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 1 από αυτήν. Κατ' επέκταση έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το ότι ο κατηγορούμενος 1 έδρασε ως συνεργός της κατηγορούμενης 3 στην εργοδότη της κατηγορούμενης
- Όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο των αδικημάτων πρέπει να λεχθεί ότι από τη στιγμή που έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω, το βάρος μετατίθεται στους ώμους των κατηγορουμένων να αποδείξουν, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εξασφαλισθεί η σχετική άδεια από το αρμόδιο τμήμα του κράτους. Σε σχέση όμως με αυτό δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Συνεπώς οι κατηγορούμενοι δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης τέτοιας άδειας. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και
- Ως εκ τούτου κρίνω τους κατηγορούμενους 1 και 3 ένοχους στην κατηγορία 1 και την κατηγορούμενη 2 ένοχη στην κατηγορία
- (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο