← Κύπρος

YUDIGAR HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία ν. YIANNOS PROKOPIOU INTERIOR LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22201/13, 29/1/2015

YUDIGAR HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία ν. YIANNOS PROKOPIOU INTERIOR LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22201/13, 29/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22201/13 Μεταξύ: YUDIGAR HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Κατηγόρων v.

  1. YIANNOS PROKOPIOU INTERIOR LIMITED
  2. ΓΙΑΝΝΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Κατηγορούμενων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. A. Θεοφίλου (κα Ε. Γεωργίου για να ακούσει απόφαση) Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κ. Γ. Κωνσταντίνου μαζί με κα Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος 2 : παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η εκ των συνηγόρων των κατηγορούμενων 1 και 2 κα Νεοφύτου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαγούν από το στάδιο αυτό. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων και το Δικαστήριο θα πρέπει να τους καλέσει σε απολογία. Όσα οι συνήγοροι των δύο πλευρών έχουν αναφέρει κατά τις αγορεύσεις τους προς υποστήριξη των θέσεων τους έχουν σημειωθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους πλην όμως δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Θα γίνει σημειώνεται αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν με βάση το κατηγορητήριο πέντε κατηγορίες (1η, 3η, 5η, 7η και 9η), όλες για πρόκληση μη εξόφλησης ισάριθμων επιταγών χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Οι επιταγές αυτές έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 7 -
  2. Ο κατηγορούμενος 2 δε αντιμετωπίζει επίσης πέντε κατηγορίες (2η, 4η, 6η, 8η και 10η) για συμμετοχή του στη διάπραξη των αδικημάτων της πρόκλησης μη εξόφλησης των επιταγών πιο πάνω χωρίς εύλογη αιτία από τους κατηγορούμενους 1 κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Πιο συγκεκριμένα κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και ή αξιωματούχος των κατηγορούμενων 1 παρείχε συνδρομή και ή βοήθεια στους κατηγορούμενους 1 για να διαπράξουν τα εν λόγω αδικήματα. Το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της ». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06) είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες και πιο συγκεκριμένα η Μαρία Χρίστου (ΜΚ1), η οποία εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου, και ο Γιάννης Σοφικίτης (ΜΚ2) διευθυντής των παραπονούμενων. Περαιτέρω κατατέθηκαν συνολικά 16 τεκμήρια. Οι επίδικες επιταγές επαναλαμβάνεται και εδώ είναι τα τεκμήρια 7-
  1. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από την κατηγορούσα αρχή και πιο κάτω παρατίθενται τα σημεία της μαρτυρίας που κατά την κρίση του Δικαστηρίου σχετίζονται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές όπως εμφαίνεται στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας μετά την κατάθεση τους στο λογαριασμό των παραπονούμενων (τεκμ.2) για πληρωμή έχουν επιστραφεί και ο λόγος επιστροφής τους είναι επειδή η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη τους. Δεν γνωρίζει όμως τον συγκεκριμένο λόγο της ανάκλησης. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές μαζί με άλλες επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 2 και του παραδόθηκαν περί τις 18/12/
  2. Οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες. Οι επίδικες επιταγές όπως και οι άλλες κατατέθηκαν στην τράπεζα για πληρωμή αλλά επιστράφηκαν λόγω ανάκλησης της πληρωμής τους από τον εκδότη τους (stop payment) που έγινε για όλες στις 28/03/13, όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε με e-mail του ημερ.24/07/13 (τεκμ.14). Η ανάκληση των επιταγών ήταν αδικαιολόγητη. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι τον Ιούλιο
(2013)ο κατηγορούμενος 2 τον ενημέρωσε ότι έκανε stop payment τις επιταγές και ο λόγος ανάκλησης της πληρωμής των επιταγών ήταν ασυμφωνία λογιστηρίων, λέγοντας του ότι είχε μιλήσει και με την τράπεζα και του είπαν να το κάνει. Έχοντας υπόψη δε γενικότερα την μαρτυρία που έχει δοθεί, θεωρώ σκόπιμο εδώ πριν προχωρήσω περαιτέρω να παρατηρήσω τα εξής: (α) Η ΜΚ1 πέραν του ότι οι επιταγές δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν λόγω ανάκλησης της πληρωμής τους από τον εκδότη τους, δεν ανέφερε οτιδήποτε άλλο αναφορικά με το θέμα αυτό, ούτε και ερωτήθηκε για να αναφέρει ποιό ήταν το φυσικό πρόσωπο εκ μέρους των κατηγορούμενων 1, του εκδότη δηλαδή των επιταγών, πότε και κάτω από ποιες συνθήκες προέβη στην ανάκληση των επιταγών και με ποιο τρόπο. Εν πάση περιπτώσει για τα θέματα αυτά δεν κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία ούτε άλλος μάρτυρας από την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν οι επιταγές δηλ. από την Τράπεζα Κύπρου εις την οποία όπως έχει αναφερθεί εργάζεται η ΜΚ1, ούτε έχει παρουσιαστεί οιονδήποτε σχετικό έγγραφο στο Δικαστήριο. (β) Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την σχέση του κατηγορούμενου 2 με τους κατηγορούμενους
  1. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 οι κατηγορούμενοι 1 είναι εταιρεία του κατηγορούμενου 2, πλην όμως αυτό κρίνω από μόνο του δεν σημαίνει οτιδήποτε και δεν απαντά στα ερωτήματα που τίθενται. Ποια είναι ακριβώς η σχέση του κατηγορούμενου 2 με την εταιρεία, αν ο κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής και εν πάση περιπτώσει αξιωματούχος της εταιρείας, αν είναι ο μοναδικός ή αν υπάρχουν και άλλοι αξιωματούχοι είναι ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα. Και βεβαίως χωρίς συγκεκριμένη μαρτυρία το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε εικασίες και υποθέσεις για το θέμα αυτό έστω και αν μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ2 προκύπτει ενεργή συμμετοχή του κατηγορούμενου 2 στα της εταιρείας. Με αυτά υπόψη προχωρώ να αναφέρω τα εξής. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου γενικότερα κρίνω ότι καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων
  2. Φαίνεται εκ πρώτης όψεως να έχουν εκδοθεί στα πλαίσια της συνεργασίας των παραπονούμενων και των κατηγορούμενων 1 οι επίδικες επιταγές και η πληρωμή τους να έχει ανακληθεί, με σχετική επί τούτου την μαρτυρία των ΜΚ1 & 2 σε συνδυασμό με τις σχετικές σφραγίδες που υπάρχουν στις επιταγές. Υπενθυμίζεται εδώ ότι με βάση το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ.154 «η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους». Όμως σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος κατηγορείται με βάση το άρθρο 20 του Κεφ.154 ως συνεργός κρίνω ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, αναφέρω ότι παρά το γεγονός ότι με βάση την μαρτυρία του ΜΚ2 ο κατηγορούμενος 2 φαίνεται να υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, εντούτοις ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε δυνάμει ποιάς θέσης στην εταιρεία το έχει πράξει αφού δεν αποδείχθηκε ότι είναι αξιωματούχος της, θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί μέσα από τη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 με οποιαδήποτε πράξη του συνέδραμε στην πρόκληση μη εξόφλησης των επιταγών αυτών. Η γενική αναφορά του ΜΚ2 ότι σε συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο 2 του αναφέρθηκε από τον τελευταίο ότι έκανε stop payment τις επιταγές, κρίνω ότι ακόμη και για το στάδιο αυτό του εκ πρώτης όψεως δεν είναι αρκετή. Ήταν υποχρέωση κρίνω της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία επί τούτου για να γνωρίζει το Δικαστήριο και να μπορεί με ασφάλεια να καταλήξει έστω και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο που ενήργησε εκ μέρους των κατηγορούμενων 1 και συνέδραμε στην πρόκληση μη εξόφλησης με συγκεκριμένη πράξη του ήταν ο κατηγορούμενος 2 καθώς επίσης πότε, με ποιο ακριβώς τρόπο και κάτω από ποιες συνθήκες αυτό έγινε. Αν ο κατηγορούμενος 2, με δεδομένο πάντα ότι δεν είναι γνωστή η σχέση του με τους κατηγορούμενους 1 ή αν είναι αξιωματούχος τους, όταν έλεγε τα πιο πάνω αναφερόταν στον εαυτό του ή αν μιλούσε εκ μέρους της εταιρείας ή σαν εταιρεία το Δικαστήριο ενόψει των ανωτέρω δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει. Παρεμβάλλω εδώ ότι το τεκμ.14, που όπως ο ΜΚ2 ανέφερε είναι το ηλεκτρονικό μήνυμα που του απέστειλε ο κατηγορούμενος 2 για την ανάκληση, έχει επισυνημμένο έγγραφο της τράπεζας (Τράπεζας Κύπρου) με αναφορά στους κατηγορούμενους 1 και στις επιταγές που ανακλήθηκαν μόνον και δεν προκύπτει εκ τούτου καμία προσωπική εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στην ανάκληση. Θα έλεγα όμως εδώ ακόμη ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί επίσης να γνωρίζει αν για παράδειγμα ήταν με δική του πρωτοβουλία που έγινε η ανάκληση ως το υπεύθυνο πρόσωπο της εταιρείας για το χειρισμό του θέματος που προέκυψε με τους παραπονούμενους, εξ' ου και ανέφερε στον ΜΚ2 ότι έκανε stop payment τις επιταγές, αλλά επειδή δεν ήταν σε θέση ο ίδιος να δώσει οδηγίες ανάκλησης στην τράπεζα ακριβώς οι οδηγίες εδόθησαν από άλλο πρόσωπο, τον αξιωματούχο δηλαδή της εταιρείας ή από άλλο αξιωματούχο της εταιρείας. Σε κάθε περίπτωση καταλήγω λέγοντας αυτά ότι είναι βεβαίως ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να επιχειρήσει να εξαγάγει συμπεράσματα μέσα από την πιο πάνω γενική αναφορά του ΜΚ2 και να κάνει ουσιαστικά εικασίες, στα πλαίσια μιας ποινικής διαδικασίας όπως είναι η παρούσα όπου η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία κάθε στοιχείο που αφορά την κατηγορία. Συνεπώς θα μπορούσε να λεχθεί ότι από την φράση αυτή του ΜΚ2 μόνον υποθέσεις μπορούν να γίνουν για το θέμα που μας απασχολεί πλην όμως δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Επίσης θα πρόσθετα ότι οι υποψίες που ενδεχομένως προκύπτουν για τον κατηγορούμενο 2 για συνδρομή του στην ανάκληση ως εκ της αναφοράς του ΜΚ2 πιο πάνω, όσο εύλογες και αν είναι δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξομοιωθούν με μαρτυρία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας -v- Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9). Ανεξάρτητα όμως από όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ακόμη και στην περίπτωση που αποδεικνύετο η σχέση του κατηγορούμενου 2 με την εταιρεία και περαιτέρω ότι τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος 2 δείχνουν ότι ο ίδιος συμμετείχε στην ανάκληση, και πάλιν θεωρώ ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου θα ήταν ίδια. Και αυτό γιατί δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου για το ποια ήταν εκείνη η συγκεκριμένη πράξη από πλευράς κατηγορούμενου 2 που οδήγησε στην ανάκληση. Η πράξη ανάκλησης υπενθυμίζεται αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Καταλήγω λέγοντας ότι από τη στιγμή που η Υπεράσπιση αρνήθηκε τις κατηγορίες και επιπρόσθετα δεν έκανε αποδεκτή την ανάκληση των επιταγών μέσω του κατηγορούμενου 2, η κατηγορούσα αρχή είχε υποχρέωση να παρουσιάσει ισχυρή μαρτυρία ώστε να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι ο κατηγορούμενος 2 με συγκεκριμένη πράξη του συνέδραμε στην πρόκληση μη εξόφλησης των επιταγών. Δεν το έπραξε και συνεπώς δεν τίθεται ούτε θέμα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου
  1. Έχοντας αποφασίσει ως ανωτέρω, με σεβασμό λέω ότι οι θέσεις που προβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των παραπονούμενων κατά την αγόρευση του στο εκ πρώτης όψεως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και απορρίπτονται. Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ο συνήγορος ότι δεν έπρεπε η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει ποιος ανακάλεσε τις επιταγές και τους λόγους ανάκλησης αφού το ορθό ή μη του σταματήματος είναι στους ώμους των κατηγορούμενων. Περαιτέρω ανέφερε ότι δεν είχε η πλευρά τους τη δυνατότητα να έχει πληροφορίες από την τράπεζα και η πλευρά της Υπεράσπισης θα μπορούσε με εξειδικευμένη κλήση να παρουσιάσει το έγγραφο ανάκλησης. Κατ' αρχήν σε ότι αφορά τις θέσεις του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής πιο πάνω αναφέρεται ότι το βάρος της απόδειξης της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας για την ανάκληση μιας επιταγής η οποία προνοείται από το εδ.2 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 σαφώς και ευρίσκεται στους ώμους του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό που είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όμως αυτό ισχύει πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι θα αποδειχθούν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εφόσον δεν αποδειχθούν το βάρος για απόδειξη της εν λόγω υπεράσπισης δεν μετατίθεται και τέτοια είναι η περίπτωση μας εδώ. Η κατηγορούσα αρχή στην προκειμένη περίπτωση απέτυχε να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος αναφορικά με τον κατηγορούμενο
  2. Και το γενικότερο σχόλιο επί των όσων αναφέρθηκαν είναι το εξής. Αν το Δικαστήριο αποδεχόταν το σκεπτικό ότι η κατηγορούσα δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει τους λόγους ανάκλησης και ποιος ανακάλεσε, καθώς επίσης ότι η κατηγορούσα αρχή δεν θα μπορούσε να έχει πληροφορίες και θα έπρεπε η Υπεράσπιση με κάποιο τρόπο εν πάση περιπτώσει να παρουσιάσει το έγγραφο ανάκλησης ή στοιχεία για την ανάκληση, στην ουσία θα αποδεχόταν αντιστροφή του βάρους απόδειξης και ότι ο κατηγορούμενος 2 εδώ είχε εξ' αρχής υποχρέωση να παρουσιάσει μαρτυρία για να αποδείξει την αθωότητα του. Αυτό όμως είναι ανεπίτρεπτο με βάση το Νομικό μας σύστημα. Το βάρος απόδειξης της κατηγορίας ευρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής η οποία οφείλει να αποδείξει κάθε γεγονός και κάθε στοιχείο που την συνθέτει, καλώντας στο Δικαστήριο όλους τους αναγκαίους για το σκοπό αυτό μάρτυρες και παρέχοντας μέσω αυτών στο Δικαστήριο όλες εκείνες τις λεπτομέρειες, πληροφορίες και στοιχεία που απαιτούνται. Εφόσον δεν το πράξει η κατηγορία θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς άλλο. Υπό τις περιστάσεις όπως πιο πάνω περιγράφονται κρίνω ότι η κλήση του κατηγορούμενου 2 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου επαναλαμβάνω η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατάληξη Με βάση όσα έχω αναφέρει πιο πάνω κρίνω ότι: A. Έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 1, τους οποίους καλώ να προβάλουν την Υπεράσπιση τους. Τα έξοδα αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 θα είναι στην πορεία της υπόθεσης. Β. Δεν έχει αποδειχθεί όμως εκ πρώτης όψεως υπόθεση και εναντίον του κατηγορούμενου 2, τον οποίο αθωώνω και απαλλάσσω από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 επιδικάζονται υπέρ του και εναντίον των παραπονούμενων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.