← Κύπρος

ΜΑΡΙΑ ΝΕΑΡΧΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΝΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 22229/12, 9/1/2015

ΜΑΡΙΑ ΝΕΑΡΧΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΝΑΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 22229/12, 9/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22229/12 ΜΑΡΙΑ ΝΕΑΡΧΟΥ Παραπονούμενη v. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΝΑΡΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 09.01.2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος. Χ. Χρυσάνθου Για Κατηγορούμενο: κα. Καλυβίτου για κο. Λ. Λυσσάνδρου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 6 κατηγορίες. Συγκεκριμένα, η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της λήψης γνώσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 26

(1)(ε) και 26
(6)του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (προστασία του ατόμου) Νόμος Ν.138
(1)/2001 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, η δεύτερη κατηγορία για επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα κατά παράβαση του άρθρου 2, 5, 26
(1)(ε) και 26
(6)του πιο πάνω νόμου, η τρίτη κατηγορία για εκμετάλλευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των πιο πάνω άρθρων και Νόμου, η τέταρτη για λήψη γνώσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς δικαίωμα κατά παράβαση της ίδιας με ανωτέρω νομοθεσίας, η πέμπτη κατηγορία αφορά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά παράβαση της ίδιας νομοθεσίας και η έκτη κατηγορία εκμετάλλευση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά παράβαση της ίδιας νομοθεσίας ως ανωτέρω. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης και τέταρτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στην Λεμεσό χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση του περιεχομένου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της παραπονούμενης δηλαδή χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση του περιεχομένου και των δεδομένων των υπ' αριθμών 0331-00-009753 (πρώτη κατηγορία) και 0334-07-065765 (δεύτερη κατηγορία) τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί η παραπονούμενη στην Τράπεζα Κύπρου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης και πέμπτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2011 στην Λεμεσό επεξεργάστηκε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της παραπονούμενης δηλαδή χωρίς δικαίωμα διέθεσε δεδομένα και περιεχόμενα των πιο πάνω προσωπικών λογαριασμών που διατηρεί η παραπονούμενη σε τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της τρίτης και έκτης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί την 13/5/2011 στην Λεμεσό χωρίς δικαίωμα εκμεταλλεύτηκε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της παραπονούμενης ήτοι έκανε χρήση των δεδομένων και του περιεχομένου των υπό τους πιο πάνω αναφερόμενους αριθμούς τραπεζιτικούς λογαριασμούς που διατηρεί η παραπονούμενη στην Τράπεζα Κύπρου. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της και εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής παρουσιάστηκε μαρτυρία μόνο από ένα μάρτυρα, ήτοι την παραπονούμενη και πρώην σύζυγο του κατηγορούμενου την κα. Μαρία Νεάρχου και κατατέθηκαν συνολικά 12 Τεκμήρια κατά την κυρίως εξέταση της παραπονούμενης αλλά και την αντεξέταση της. Συγκεκριμένα κατατέθησαν τα ακόλουθα Τεκμήρια: Τεκμ. Α: Γραπτή Δήλωση της παραπονούμενης για σκοπούς κυρίως εξέτασης της ημερ.19/09/
  1. Τεκμ.1: Μονομερής Αίτηση με αρ.9/2009 ημερ.13/5/2011 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού - Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Τεκμ.2: Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην μονομερή αίτηση του κατηγορούμενου (Τεκ.1) ημερ.23/6/
  2. Τεκμ.3: Έντυπο λεπτομερειών Λογαριασμού της παραπονούμενης ημερ.14/11/
  3. Τεκμ.4: Πληροφοριακή κατάσταση λογαριασμού της παραπονούμενης από την Τράπεζα Κύπρου ημερ.11/05/
  4. Τεκμ.5: Κατάσταση Λογαριασμού της παραπονούμενης ημερ.16/5/
  5. Τεκμ.6: Έντυπο της Τράπεζας Κύπρου αναφορικά με λογαριασμό της παραπονούμενης (Historical Transactions Report) ημερ.13/11/
  6. Τεκμ.7: Έντυπο της Τράπεζας Κύπρου αναφορικά με λογαριασμό της παραπονούμενης (Historical Transactions Report) ημερ.07/04/
  7. Τεκμ.8: Λεπτομέρειες Πληρωμής από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας προς την παραπονούμενη ημερ.27/04/
  8. Τεκμ.9: Επιστολή της Τράπεζας Κύπρου προς την παραπονούμενη ημερ.10 Απριλίου
  9. Τεκμ.10: Προσωρινό Διάταγμα ημερ.13/5/2011, εκδοθέν υπό του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού με διάδικους τον κατηγορούμενο ως αιτητή και την παραπονούμενη ως καθ'ής η αίτηση. (Αιτ.9/2009). Τεκμ.11: Προσωρινό Διάταγμα ημερ.20/3/2009, εκδοθέν υπό του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού με διάδικους τον κατηγορούμενο ως αιτητή και την παραπονούμενη ως καθ'ής η αίτηση. (Αιτ.9/2009). Τεκμ.12: Αίτηση με αρ.09/09 ημερ. 14/09/2011 με διάδικους τον κατηγορούμενο ως αιτητή και την παραπονούμενη ως καθ'ής η αίτηση. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων αναφορικά με την εκ πρώτης όψεως απόδειξη των κατηγοριών, το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση ημερ.15/10/2014 κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία. Ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμα του να προχωρήσει από το εδώλιο του κατηγορούμενου σε ανώμοτη δήλωση η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 22/10/2014 ως Τεκμήριο Β. Περαιτέρω και μετά την δήλωση αυτή του κατηγορούμενου, η υπεράσπιση δεν κάλεσε μάρτυρες έτσι η υπόθεση ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις στις 19/11/2014 ημερομηνία κατά την οποία αφού ακούσθηκαν οι αγορεύσεις αμφότερων των διαδίκων ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία και επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση. Όλη η προσαχθείσα μαρτυρία μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχουν μελετηθεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Δεν προτίθεμαι να αναφέρω περίληψη της μαρτυρίας τόσο της παραπονούμενης όσο και της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου αφού είναι ήδη καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, εκτός μόνο όπου και στο βαθμό που είναι αυτό αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της. Συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την παραπονούμενη έχει ως ακολούθως: Η μοναδική μάρτυρας η οποία παρουσιάστηκε από πλευράς παραπονούμενης ήταν η ίδια η παραπονούμενη, Μαρία Νεάρχου, ΜΚ1, η οποία μέσα από την μαρτυρία της ανέφερε τους λόγους για τους οποίους προώθησε την παρούσα υπόθεση και τα γεγονότα τα οποία κατ' ισχυρισμό της συνιστούν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Κατά την κυρίως εξέταση της η ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση - Τεκμήριο Α, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα από την δήλωση της η παραπονούμενη ανέφερε ότι ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο μέχρι το 2007, ημερομηνία έκδοσης του διαζυγίου τους και έχουν αποκτήσει από τον γάμο τους 2 ενήλικα πλέον τέκνα. Ο κατηγορούμενος καταχώρησε αίτηση περιουσιακών διαφορών εναντίον της με αριθμό 9/2009 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού και στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης κατέθεσε μονομερή αίτηση ημερ.11/5/2011 και μονομερή αίτηση ημερ.13/5/2011 (Τεκμήριο 1) με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων διάταγμα παγοποίησης και/ή δέσμευσης του λογαριασμού της παραπονούμενης με αρ.0334-07-065765 της Τράπεζας Κύπρου μέχρι του ποσού των €200.000 μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελικής εκδίκασης της αίτησης, διάταγμα παγοποίησης η δέσμευσης οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού επ'ονόματι της παραπονούμενης καθώς και διάταγμα που να απαργορεύει και/ή παρεμποδίζει την παραπονούμενη να πωλήσει και/ή δωρίσει και/ή υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει και/ή διαφορετικά αποξενώσει και/ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο την ακίνητη περιουσία της και/ή οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον έχει επί ακίνητης περιουσίας μέχρι του ποσού των €751.161,00σ οπουδήποτε και αν αυτή βρίσκεται μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου ή μέχρι τελικής εκδίκασης της αίτησης. Ανέφερε περαιτέρω η παραπονούμενη ότι υπέβαλε μέσω των συνηγόρων της ένσταση στην πιο πάνω αίτηση (Τεκμήριο 2). Στα πλαίσια της αίτησης αυτής και μετά την επίδοση της στην ίδια, αναφέρει η παραπονούμενη, ότι διαπίστωσε ότι στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την μονομερή αίτηση (Τεκμήριο 1) ο κατηγορούμενος, ενόρκως δηλών αναφέρετο σε 2 τραπεζικούς λογαριασμούς της ίδιας τους οποίους διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν θα μπορούσε να είχε μάθει το ποσό που αυτή έλαβε ως αποζημίωση από το Κτηματολόγιο ως ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση καθότι το ποσό αυτό δεν είναι το ορθό που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση αλλά αυξημένο καθότι σε αυτό είχε προστεθεί και ποσό απο διατροφή που έλαβε, άρα ο μόνος τρόπος να το έμαθε είναι από τα αρχεία των προσωπικών της λογαριασμών. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, δεν γνωρίζει από που ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση των δεδομένων και του περιεχομένου των 2 λογαριασμών της αλλά η ίδια ως αναφέρει ουδέποτε του έδωσε την συγκατάθεση της για χρήση ή επεξεργασία ή εκμετάλλευση των δεδομένων αυτών. Μέσα από την μαρτυρία της η παραπονούμενη προβάλλει το παράπονο της για την γνώση από τον κατηγορούμενο των προσωπικών της δεδομένων και στοιχείων, την επεξεργασία τους και την κοινοποίηση τους σε τρίτους χωρίς την συγκατάθεση της. Τέλος αναφέρθηκε στις συνέπειες έκδοσης του προσωρινού διατάγματος από το Οικογενειακό Δικαστήριο καθότι με την παγοποίηση των λογαριασμών της αυτή αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της αναγκαζόμενη να δανείζεται χρήματα από μέλη της οικογένειας της και φίλους της. Κατά την αντεξέταση της η παραπονούμενη ανάφερε ότι το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στην αίτηση 09/09 του Οικογενειακού Δικαστηρίου εκδόθηκε με την σύμφωνη γνώμη του Δικηγόρου της στην απουσίας της και παρά το ότι αυτή διαφωνούσε με την έκδοση του. Στην ερώτηση του συνηγόρου της υπεράσπισης για ποιό λόγο ο κατηγορούμενος προχώρησε με την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος η παραπονούμενη απάντησε ότι ο πρώην σύζυγος της διεκδικεί χρήματα που δεν του ανήκουν γιατί αυτή είναι η φιλοσοφία του ότι δηλαδή αυτός μόνο είχε δικαιώματα και η ίδια μόνο υποχρεώσεις και γιαυτό τον λόγο διεκδικεί χρήματα τα οποία ανήκουν στην ίδια και τα παιδιά τους. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος δόλια και παράνομα απέσπασε από την Τράπεζα Κύπρου τις πληροφορίες των λογαριασμών της. Στην υποβολή του συνηγόρου της υπεράσπισης ότι ο λόγος που καταχωρήθηκε η αίτηση για παγοποίηση των λογαριασμών της είναι γιατί ενώ βρισκόταν σε ισχύ διάταγμα απαγορευτικό για την μη αποξένωση της ακίνητης της περιουσίας αυτή υπέγραψε αναγκαστική απαλλοτρίωση τεμαχίων με αποτέλεσμα να διεκδικεί πλέον ο κατηγορούμενος τα χρήματα της αποζημίωσης, αυτή απάντησε ότι ουδέποτε έλαβε το τελικό διάταγμα και υπέγραψε την απαλλοτρίωση μετά από νομική συμβουλή που έλαβε από τον προηγούμενο δικηγόρο της. Κατά την αντεξέταση της η παραπονούμενη ανέφερε ότι η χρησιμοποίηση των λογαριασμών της χωρίς την συγκατάθεση της ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αντέξει καθότι τα όσα έκανε ο κατηγορούμενος κατά την διάρκεια του γάμου τους έδειχναν έλλειψη σεβασμού και γι'αυτό ζητά την τιμωρία του και γι'αυτό η ίδια βρίσκεται στο Δικαστήριο. Περαιτέρω ανέφερε ότι η ίδια δεν κατάφερε να πείσει τον κατηγορούμενο κατά την διάρκεια του γάμου τους να έχει σεβασμό στους άλλους και κάλεσε το Δικαστήριο να του δείξει ότι η ελευθερία του σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Στην διάρκεια της αντεξέτασης της η παραπονούμενη αναφέρθηκε στην κοινή ζωή της με τον κατηγορούμενο ως ζευγάρι και στα προβλήματα που αντιμετώπιζαν αλλά και στα προβλήματα που αντιμετώπισε η ίδια μετά την λύση του γάμου τους λόγω της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Ανέφερε στο Δικαστήριο λεπτομέρειες και γεγονότα από καβγάδες οι οποίοι είχαν ως αιτία, σύμφωνα με την ίδια, την συμπεριφορά του κατηγορούμενου και οι οποίοι οδήγησαν και σε καταγγελίες απο πλευράς της στην Αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου. Στην υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι τα όσα λέει είναι ψέματα και ότι στην μοναδική ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του κατηγορούμενου αυτός αθωώθηκε η παραπονούμενη απάντησε ότι διαφωνεί και μπορεί να παρουσιάσει μάρτυρες αλλά και τα ίδια της τα παιδιά τα οποία να επιβεβαιώσουν τα όσα η ίδια ισχυρίζεται για την συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση της η παραπονούμενη μετά από σχετική υποβολή αποδέχτηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε τον συγκεκριμένο λογαριασμό στα πλαίσια της αίτησης 09/09 του Οικογενειακού Δικαστηρίου και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Περαιτέρω έθεσε την θέση ότι η διαρροή των προσωπικών της δεδομένων πιστεύει ότι έγινε από την Τράπεζα Κύπρου για την οποία και υπέβαλε και παράπονο αλλά λόγω των γεγονότων με τις Τράπεζες που έλαβαν χώρα πέρσι δεν προώθησε το παράπονο της για την διαρροή των στοιχείων της. Στην ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης αν η ίδια ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι έλαβε το συγκεκριμένο ποσό από την απαλλοτρίωση των ακινήτων απάντησε αρνητικά συμπληρώνοντας ότι δεν θα μπορούσε να το είχε αναφέρει η ίδια εφόσον δεν έχουν καμία επαφή με τον κατηγορούμενο και ισχυρίστηκε ότι αυτά τα χρήματα ανήκουν στην ίδια και στα παιδιά της και σίγουρα οι νομικοί της σύμβουλοι θα το ανέφεραν στην ανταλλαγή εγγράφων. Σε ερώτηση εάν γνωρίζει εάν οι δικηγόροι της αναφέρθηκαν στο ποσό της αποζημίωσης πριν τις 13/5/11 αυτή απάντησε ότι πληρώνει τους δικηγόρους της για να λειτουργούν προς το συμφέρον της και ακολουθεί τις νομικές τους συμβουλές. Σημαντική ήταν επίσης η αναφορά της παραπονούμενης κατά την αντεξέταση της στον προσδιορισμό του παραπόνου της και τον λόγο προώθησης της παρούσας υπόθεσης. Η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τα προσωπικά της δεδομένα χωρίς να δικαιούται και ενώ δεν έπρεπε να τα γνωρίζει με αποτέλεσμα να εκδώσει απαγορευτικά διατάγματα τα οποία την ταλαιπώρησαν τόσο ως μητέρα όσο και ως επιχειρηματία καθότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει μετά τα διατάγματα αυτά κανένα τραπεζικό λογαριασμό της, επανέλαβε δε την θέση της ότι εφόσον αυτή δεν κατάφερε να δείξει στον κατηγορούμενο τι είναι σεβασμός προς τους άλλους ζητά την βοήθεια του Δικαστηρίου να του δείξει ότι δεν μπορεί αυτός να έχει μόνο δικαιώματα και οι άλλοι μόνο υποχρεώσεις. Στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος καταχώρησε την αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων με μοναδικό σκοπό να προστατεύσει τα συμφέροντα του και τα όσα ο ίδιος διεκδικεί η παραπονούμενη απάντησε ότι ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε μόνο εκεί αλλά καταχώρησε και αίτηση παρακοής του διατάγματος την οποία μετά απέσυρε. Από την αντίπερα όχθη ο κατηγορούμενος προέβηκε στην κάτωθι ανώμοτη δήλωση: Έντιμη κα. Πρόεδρε, Δια της παρούσης ανώμοτης δήλωσης μου δηλώνω αθώος ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου σας. Δεν έχω προβεί σε οποιαδήποτε αδικοπραξία και αδίκως κατηγορούμε από την πρώην σύζυγο μου. Ουδέποτε χρησιμοποίησα τους λογαριασμούς της πρώην συζύγου μου για αλλότριους σκοπούς η για δημοσίευση ή κοινοποίηση σε τρίτους των προσωπικών της δεδομένων. Αναγκάστηκα να αναφερθώ στους λογαριασμούς της παραπονούμενης/πρώην συζύγου μου στα πλαίσια της υπόθεσης περιουσιακών διαφορών με αριθμό 9/2009 που εκκρεμεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού για να προστατεύσω τα δικαιώματα μου ως Αιτητής, όταν η παραπονούμενη μονομερώς και παράνομα και χωρίς προηγουμένως να με ενημερώσει, αποδέχτηκε απαλλοτρίωση των επίδικων οικοπέδων για τα οποία είχε εκδοθεί Διάταγμα για μη αποξένωση τους και είχε εισπράξει το ποσό των €750.594,31σ, το οποίο κατέθεσε αρχικά στο λογαριασμό με αρ.0331-00-009753 και ακολούθως μετέφερε το ποσό των €200.000 στο λογαριασμό με αριθμό 0334-07-
  10. Είμαι αθώος και κάθε μου διάβημα ήταν μέσα στα πλαίσια προστασίας των δικαιωμάτων μου ως Αιτητής στην αίτηση 09/2009 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τελικές αγορεύσεις: Στην τελική αγόρευση του ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχτεί την εκδοχή της παραπονούμενης η οποία κατ' ισχυρισμό του παρέμεινε αναντίλεκτη και εισηγήθηκε ότι μέσα από την μαρτυρία αυτή έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιέχονται στο κατηγορητήριο. Ο συνήγορος της παραπονούμενης επίστησε την προσοχή του Δικαστηρίου μέσα απο την αγόρευση του στο Τεκμήριο Α και συγκεκριμένα στην παράγραφο 19 και 20 όπου φαίνεται ότι το ποσό που φαίνεται να έλαβε η παραπονούμενη ως αποζημίωση συνεπεία ανγκαστικής απαλλοτρίωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία διαφέρει από αυτό ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος άρα ο μόνος τρόπος να το έμαθε αυτό είναι από επέμβαση στα προσωπικά της δεδομένα ήτοι τους τραπεζικούς της λογαριασμούς. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο της παραπονούμενης, επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται μόνο όταν υπάρχει συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων και στην περίπτωση μας τέτοια εξουσιοδότηση δεν υπήρχε. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δήλωσε στο Δικαστήριο πως μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία η Κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο είναι παραδεκτό γεγονός ότι οι επίδικοι δύο λογαριασμοί της παραπονούμενης χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών διαφορών με αρ.09/09 με διάδικους τόσο την παραπονούμενη όσο και τον κατηγορούμενο, οι οποίοι ήταν πρώην σύζυγοι και για κανένα άλλο λόγο παρά μόνο την προάσπιση των δικαιωμάτων του τα οποία διεκδικεί στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Συγκεκριμένα εξήγησε την θέση του λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος διεκδικεί δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας και συγκεκριμένα οικόπεδα για τα οποία εξεδόθηκε και απαγορευτικό διάταγμα αποξένωσης των. Μετά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος η παραπονούμενη, κατ' ισχυρισμό του κατηγορούμενου, αποδέχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση και το ποσόν της αποζημίωσης κατατέθηκε στους πιο πάνω λογαριασμούς. Ο κατηγορούμενος τότε κατέθεσε αίτηση παρακοής εναντίον της παραπονούμενης στο πιο πάνω διάταγμα και επί της αίτησης αυτής και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει αποκάλυψε τα στοιχεία των 2 επίδικων λογαριασμών της παραπονούμενης. Σύμφωνα με τον συνήγορο Υπεράσπισης η χρήση και αποκάλυψη των στοιχείων και δεδομένων έγινε με μοναδικό σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου στα πλαίσια μιας άλλης δικαστικής διαδικασίας με την οποία κατάφερε και παγοποίησε αυτούς τους 2 λογαριασμούς. Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης η παρούσα υπόθεση αποτελεί εξαίρεση με βάση την σχετική νομοθεσία καθότι η αποκάλυψη έγινε στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας μέσω της οποίας ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να προστατεύσει τα συμφέροντα του και από την άλλη οι μοναδικοί που έλαβαν γνώση των στοιχείων αυτών και των δεδομένων ήταν ο δικηγόρος, το Δικαστήριο και ουδείς άλλος. Τέλος ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορούμενου ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και οι κατηγορίες να απορριφθούν με έξοδα εις βάρος της παραπονούμενης. Τα όσα ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον, τη γραμμή αντεξέτασης της παραπονούμενης ως μάρτυρα κατηγορίας και την μαρτυρία που παρέμεινε αναντίλεκτη ή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Ο κατηγορούμενος κατά το 2011 αναφέρθηκε στους 2 τραπεζιτικούς λογαριασμούς επ' ονόματι της παραπονούμενης με αριθμούς 0334-07-065765 και 0331-00-009753 της Τράπεζας Κύπρου, στην αίτηση ημερ.13/5/2011 και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης 09/2009 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού και με την οποία ο κατηγορούμενος ως αιτητής ζητούσε την παγοποίηση και δέσμευση ποσού εκ €200,000= από τον πρώτο ανωτέρω λογαριασμό καθώς επίσης και παγοποίηση και/ή δέσμευση οποιουδήποτε λογαριασμού επ'ονόματι της παραπονούμενης σε οποιοδήποτε τραπεζιτικό ίδρυμα καθώς επίσης και απαγορευτικό διάταγμα πώλησης, δωρεάς, υποθήκευσης, μεταβίβασης ή αποξένωσης γενικά ακίνητης περιουσίας της παραπονούμενης ή οποιουδήποτε άμεσου ή έμμεσου συμφέροντος επί ακίνητης περιουσίας μέχρι του ποσού των €751.161,00σ. Τα γεγονότα αυτά και η πράξη του κατηγορούμενου αυτή καθεαυτή ήτοι η αναφορά στους 2 τραπεζιτικούς λογαριασμούς δεν αμφισβητείται. Εκείνο που προέκυψε να αμφισβητείται είναι το δικαίωμα του κατηγορούμενου που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατηρεί να αναφερθεί στα δεδομένα αυτά της παραπονούμενης με σκοπό προώθηση αίτησης στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού για επίλυση Περιουσιακών Διαφορών με την οποία διεκδικεί τα δικαιώματα του επί ακίνητης περιουσίας η οποία απαλλοτριώθηκε με αποτέλεσμα τα ποσά στα οποία αναφέρθηκε να καταβληθούν ως αποζημίωση στην παραπονούμενη. Ουσιαστικά η θέση που ο κατηγορούμενος θέτει είναι ότι η χρησιμοποίηση και αναφορά των 2 λογαριασμών και του περιεχομένου τους στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας με σκοπό την προώθηση δικαιωμάτων και διεκδικήσεων του δεν συνιστά αδίκημα δυνάμει του σχετικού νόμου και εμπίπτει στις εξαιρέσεις του νόμου αυτού. Περαιτέρω θέτει την θέση ότι πέραν του ίδιου, του Δικηγόρου του και του Δικαστηρίου ουδείς άλλος έλαβε γνώση των προσωπικών δεδομένων της παραπονούμενης και τίποτα από αυτά δεν δημοσιοποιήθηκε, κυκλοφόρησε ή κοινοποιήθηκε σε οιοδήποτε τρίτο. Επομένως, απαιτείται να προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας με σκοπό να καταλήξω σε συγκεκριμένα ευρήματα γεγονότων και ακολούθως να προβώ στην κατάληξη μου έχοντας υπόψη και τη νομική πτυχή του ζητήματος. Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή την μοναδική μάρτυρα η οποία κατέθεσε ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, σε συνδυασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση της, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων της στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχε για να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων της, την ειλικρίνεια της και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων. (Βλέπε: Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Βλέπε: Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο. (βλέπε: Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών. (Βλέπε: Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Η παραπονούμενη κατέθεσε ως η μόνη μάρτυρας κατηγορίας που παρουσιάσθηκε. Για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της κατέθεσε γραπτή δήλωση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Έχω παρακολουθήσει τη μάρτυρα αυτή με πολλή προσοχή κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έλαβα υπόψη μου και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Εκείνο το οποίο διαπιστώνεται κατ΄ αρχή είναι ότι κατά την αντεξέταση της δεν έτυχε αμφισβήτησης το γεγονός ότι οι δύο επίδικοι τραπεζιτικοί λογαριασμοί επ'ονόματι της χρησιμοποιήθηκαν από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της αίτησης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ.09/2009 για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων και στην ένορκη δήλωση που την συνόδευε. Επομένως, θεωρώ ότι το γεγονός αυτό του που χρησιμοποιήθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί παρέμεινε αναντίλεκτο και μπορώ να προβώ σε ανάλογο εύρημα. Αναφορικά με τα υπόλοιπα ζητήματα και μαρτυρία της όμως, κρίνω ότι δεν μπορώ να την κάνω αποδεκτή και να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι αυτή είναι ασαφής, και αόριστη και δεν έδωσε πειστικές και τεκμηριωμένες απαντήσεις για το πού πότε και πώς προέκυψε η εκμετάλλευση, κυκλοφορία και χρήση των προσωπικών της δεδομένων. Η παραπονούμενη ως μάρτυρας δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Μέσα από την μαρτυρία της, πέραν από τα γεγονότα που παρέμειναν αναντίλεκτα και τα οποία ανέφερα ανωτέρω και τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος και των 2 διαδίκων, διαπίστωσα ότι ο σκοπός προώθησης της παρούσας υπόθεσης εναντίον του πρώην συζύγου της - κατηγορούμενου δεν ήταν η τιμωρία του για την διάπραξη αδικημάτων αλλά η προώθηση της για εκδικητικούς και αλλότριους σκοπούς. Κατά το στάδιο κυρίως της αντεξέτασης της και σε πολλά σημεία αυτής η παραπονούμενη έθεσε την θέση ότι εφόσον η ίδια δεν κατάφερε κατά την διάρκεια του έγγαμου βίου τους να πείσει τον κατηγορούμενο να δείχνει σεβασμό στα δικαιώματα των άλλων προώθησε την παρούσα υπόθεση και κάλεσε το Δικαστήριο να δώσει μαθήματα σεβασμού στον κατηγορούμενο. Εντύπωση μου προκάλεσε επίσης και το γεγονός ότι η παραπονούμενη έδωσε κατά την αντεξέταση της βαρύτητα στις συνέπειες που είχε η έκδοση των απαγορευτικών διαταγμάτων από το Οικογενειακό Δικαστήριο στην ίδια ως μητέρα και ως επιχειρηματία χωρίς να αναφέρεται στην ουσία των αδικημάτων που ισχυρίζεται ότι διέπραξε ο κατηγορούμενος. Η έντονη αντίδραση της στις πιο πάνω συνέπειες και ο στόμφος με τον οποίο αναφερόταν στα προβλήματα που είχαν οι διάδικοι μεταξύ τους κατά την διάρκεια του έγγαμου βίου τους αλλά και μετά την έκδοση του διαζυγίου τους, επικαλούμενη ακόμα και εισήγηση της να παρουσιασθούν ως μάρτυρες για διάφορα επεισόδια τα ίδια τα παιδιά τους, μου δημιούργησε την εντύπωση ότι η παραπονούμενη με την άσκηση της παρούσας ποινικής δίωξης διεκδικεί την τιμωρία του κατηγορούμενου για την συμπεριφορά του κατά την διάρκεια του γάμους τους αλλά και για τις διεκδικήσεις του στα πλαίσια της αίτησης του για επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών αναφερόμενη επίσης συχνά στην θέση της ότι τα χρήματα που διεκδικεί ο κατηγορούμενος ως αιτητής στην αίτηση 09/2009 ανήκουν στην ίδια και στα παιδιά τους. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και την υπόλοιπη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής, πέραν από το γεγονός του που χρησιμοποιήθηκαν οι λογαριασμοί, το οποίο αποδέχομαι για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω, δεν μπορώ να αποδεχτώ οποιοδήποτε άλλο μέρος της μαρτυρίας της γι αυτό απορρίπτεται. Από την αντίπερα όχθη, οι κατηγορούμενος προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, όπως παρατέθηκε ανωτέρω. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβηκε ο κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψιν ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Εάν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπ' όψιν ώστε να δώσει μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελ. 17 το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Παραπέμπω επίσης, στην Πολύβιος Σίφουνας κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 όπου επαναδιατυπώθηκε ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στο μέρος της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου που αναφέρεται στο που χρησιμοποιήθηκαν και με ποιο τρόπο οι 2 λογαριασμοί της πρώην συζύγου του, άλλωστε τα γεγονότα αυτά αποτέλεσαν και κοινό έδαφος των διαδίκων. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του δίνει την δική του εξήγηση για την πράξη του αυτή, ήτοι την αναφορά στην αίτηση 09/2009 των 2 τραπεζιτικών λογαριασμών της πρώην συζύγου του, και συγκεκριμένα ότι αυτή έγινε με σκοπό την προώθηση των διεκδικήσεων του για την προστασία των δικαιωμάτων του στα πλαίσια της αίτησης του για επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών. Παρόλο που εξήγηση αυτή και η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου ότι αυτός χρησιμοποίησε τους 2 λογαριασμούς στην αίτηση 09/2009, αποτελεί εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα και δεν δόθηκε ενόρκως, εντούτοις θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των υπόλοιπων γεγονότων όπως έχουν προκύψει ενώπιον του Δικαστηρίου. Και αυτά είναι σε συνάρτηση και με την νομική πτυχή της υπόθεσης η οποία θα αναλυθεί κατωτέρω, το κατά πόσο δηλαδή η χρησιμοποίηση και κυκλοφορία των προσωπικών δεδομένων της παραπονούμενης στα πλαίσια της αίτηση 09/2009 εμπίπτει στα αδικήματα που προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Η θέση αυτή του κατηγορουμένου, θα πρέπει επίσης να αναφερθεί, δεν συγκρούεται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία και είναι γεγονότα τα οποία βρίσκονται στην αποκλειστική του γνώση και θεωρώ ότι μπορεί να συμπληρώσουν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και να δώσουν σε αυτή άλλη υφή. Θεωρώ ότι εν όψει όλων των ανωτέρω, θα μπορούσα να κάνω αποδεκτή την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου και να την εντάξω στα πλαίσια των υπόλοιπων γεγονότων με τα οποία δεν συγκρούεται αλλά τείνει να τα συμπληρώσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με τον Νόμο Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (138
(1)/2001 και τις τροποποιήσεις αυτού: Ερμηνεία 2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- .... «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» σημαίνει κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή. Δε λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δε δύνανται πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, .. Νόμιμη επεξεργασία 5.—
(1)Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του.
(2)Επεξεργασία δεδομένων επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων όταν- (α) Η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση υποχρεώσεως του υπεύθυνου επεξεργασίας, η οποία επιβάλλεται από νόμο ή Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει νόμου ή Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης· (β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση σύμβασης στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι το υποκείμενο των δεδομένων ή για τη λήψη μέτρων κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου των δεδομένων, πριν από τη σύναψη σύμβασης· (γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων· (δ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση έργου δημόσιου συμφέροντος ή έργου που εμπίπτει στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και έχει ανατεθεί είτε στον υπεύθυνο επεξεργασίας είτε σε τρίτο, στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα· (ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων.
(3)Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, ύστερα από εισήγηση του Επιτρόπου να εκδίδει ειδικούς κανόνες επεξεργασίας για τις πλέον συνήθεις κατηγορίες επεξεργασιών και αρχείων. 26.—
(1)Διαπράττει αδίκημα- (α).. (β) [Καταργήθηκε], (γ) . (δ) . (ε) όποιος, χωρίς δικαίωμα, επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέψει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιοδήποτε τρόπο, (στ) . (ζ) . (η) . (θ) .
(2).
(3).
(4).
(5).
(6)Τα αδικήματα που διαπράττονται κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού και για τα οποία δεν προνοείται ρητά άλλη ποινή, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές. Οι πρόνοιες τoυ άρθρου 26
(1)(ε) καταδεικνύουν ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο είναι τα ακόλουθα: α) Η ύπαρξη στοιχείων που αποτελούν προσωπικά δεδομένα εν τη εννοία του σχετικού νόμου β) Η λήψη γνώσης των προσωπικών αυτών δεδομένων γ) Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων δ) Η εκμετάλλευση και/ή χρήση των προσωπικών δεδομένων ε) Η λήψη/γνώση, επεξεργασία και εκμετάλλευση των προσωπικών δεδομένων από το πρόσωπο που έπραξε τα ανωτέρω να έγινε χωρίς δικαίωμα του προσώπου αυτού να πράξει τούτο. Κατάληξη: Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Μέσα από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ως πιο πάνω ανέφερα, κυρίως λόγω του ότι αυτή αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και δεν αμφισβητήθηκε, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε τους 2 τραπεζιτικούς λογαριασμούς της παραπονούμενης στα πλαίσια της αίτησης με αρ.09/2009 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού μέσα από την οποία εξασφάλισε διάταγμα παγοποίησης αυτών των λογαριασμών. Με βάση την σχετική νομοθεσία και δη το άρθρο 2 και την ερμηνεία προκύπτει ότι και αποτελεί και κατάληξη μου ότι οι δυο τραπεζιτικοί λογαριασμοί επ'ονόματι της παραπονούμενης αποτελούν προσωπικά δεδομένα αυτής εν τη εννοία του νόμου. Κατάληξη και εύρημα μου αποτελεί επίσης και το ότι οι 2 αυτοί λογαριασμοί χρησιμοποιήθηκαν χωρίς την συγκατάθεση και/ή σύμφωνη γνώμη της παραπονούμενης. Χωρίς απάντηση παραμένει από την άλλη το πώς ο κατηγορούμενος εξασφάλισε τα στοιχεία και το περιεχόμενο των 2 αυτών λογαριασμών. Μέσα από την σχετική νομοθεσία και συγκεκριμένα το άρθρο 5
(2)προκύπτει ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται και χωρίς την συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων όταν: . (ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων. . Περαιτέρω από το άρθρο 6
(2)προκύπτει ότι: Κατ'εξαίρεση, επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, όταν συντρέχουν μια η περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: . (ε) η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά δεδομένα τα οποία το υποκείμενο των δεδομένων δημοσιοποιεί ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου, . Τα πιο πάνω ζητήματα των εξαιρέσεων των άρθρων 5 και 6 του Νόμου έγιναν αντικείμενο ανάλυσης σε διάφορες πρωτόδικες αποφάσεις, οι οποίες ναι μεν δεν είναι δεσμευτικές για το παρών Δικαστήριο είναι δε καθοδηγητικές. Στην Αγωγή με αρ.294/07 ημερ.14/9/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ή Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Δ. Σωκράτους αποδέχθηκε ότι «Όταν επομένως η χορήγηση και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου, τότε η σχετική προστασία του υποκειμένου των δεδομένων υποχωρεί. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο και στα απλά προσωπικά δεδομένα όπως τονίστηκε στην απόφαση 19/10 (ανωτέρω)» Σχετική επίσης είναι η απόφαση στην Ποινική Υπόθεση με αρ.577/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ.05/06/2009 αλλά και η απόφαση της Ελληνικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα αρ.19/2010, Αριθ. Πρωτ.:Γ/ΕΞ?1326-1/30-03-2010 αλλά και η απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Α. Ευσταθίου κ.α., αρ. 17179/
  1. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος στα πλαίσια αίτησης για επίλυση των περιουσιακών διαφορών του με την παραπονούμενη διεκδικεί ακίνητη περιουσία η οποία απαλλοτριώθηκε και για την οποία λήφθηκε ως αποζημίωση ποσό το οποίο κατατέθηκε και/ή διακινήθηκε στους επίδικους λογαριασμούς. Με βάση τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος για να προωθήσει τα συμφέροντα και ισχυριζόμενα από το ίδιο δικαιώματα του επ' αυτής της περιουσίας και συνεπακόλουθα της αποζημίωσης που λήφθηκε από αυτά προχώρησε και καταχώρησε στον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος δέσμευσης και/ή παγοποίησης των εν λόγω λογαριασμών. Ασχέτως με το αποτέλεσμα των διεκδικήσεων του και το νόμιμο αυτών, που θα αποφασισθεί τελικώς από το αρμόδιο Οικογενειακό Δικαστήριο και όχι από το παρών κρίνω ότι το δικαίωμα του κατηγορούμενου να απευθυνθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο για την προστασία των δικαιωμάτων του εμπίπτει στις εξαιρέσεις των άρθρων 5 και 6 του Νόμου και συνεπώς η επεξεργασία και χρήση των 2 τραπεζιτικών λογαριασμών στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας ενώπιων του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού δεν συνιστά αδίκημα με βάση τον σχετικό νόμο. Μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία που παρουσιάσθηκε και η οποία αναλύθηκε ανωτέρω προκύπτει ότι πέραν του Δικαστηρίου, των διαδίκων και των συνηγόρων αυτών, ουδείς άλλος τρίτος έλαβε γνώση των προσωπικών δεδομένων της παραπονούμενης και η χρήση και κυκλοφορία τους περιορίστηκε στα αυστηρά πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας της αίτησης 09/
  2. Περαιτέρω σημειώνω ότι, λαμβάνοντας υπόψη μου τα πλαίσια εντός των οποίων διακινήθηκαν είτε με επεξεργασία είτε με χρήση τα προσωπικά δεδομένα της παραπονούμενης, τα δικαιώματα της παραπονούμενης με βάση την σχετική νομοθεσία θα πρέπει να υποχωρήσουν έναντι του δικαιώματος του κατηγορούμενου να προωθήσει τις ισχυριζόμενες διεκδικήσεις και δικαιώματα του στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η κατάληξη μου είναι ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Περαιτέρω και συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης διατάσσω όπως τα έξοδα του κατηγορούμενου επιδικασθούν εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.