← Κύπρος

ΣΕΔΙΓΕΠ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΛΕΜΕΣΟΥ) ΛΤΔ ν. Α. ΔΑΜΙΑΝΟΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υποθ.:

ΣΕΔΙΓΕΠ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΛΕΜΕΣΟΥ) ΛΤΔ ν. Α. ΔΑΜΙΑΝΟΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υποθ.: 12321/13, 20/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 12321/13 Μεταξύ: ΣΕΔΙΓΕΠ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (ΛΕΜΕΣΟΥ) ΛΤΔ Παραπονούμενων εναντίον

  1. Α. ΔΑΜΙΑΝΟΣ & ΣΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ
  3. ΚΩΣΤΑΣ Α. ΔΑΜΙΑΝΟΥ Κατηγορουμένων ------------------------------------------------ Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ. Χριστοφόρου Για την Κατηγορούμενη 1: καμία εμφάνιση Για τους Κατηγορούμενους 2 & 3: κ. Π. Παύλου Κατηγορούμενοι 2 & 3: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για το αδίκημα της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας η πρώτη κατηγορούμενη εταιρεία κατηγορείται ότι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012 στην Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού εξέδωσε και παρέδωσε έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος προς όφελος των παραπονούμενων την επιταγή υπ'αρ.09010639 της Λαικής Τράπεζας δια το ποσό των €8.460.- πληρωτέα την 21/12/2012 και με πράξη της και ή δίδοντας σχετικές οδηγίες προς την προαναφερθείσα τράπεζα, παρεμπόδισε χωρίς εύλογη αιτία την εξόφληση της επιταγής αυτής (stop payment). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 3ης κατηγορίας η πρώτη κατηγορούμενη εταιρεία κατηγορείται ότι κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012 στην Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού εξέδωσε και παρέδωσε έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος προς όφελος των παραπονούμενων την επιταγή υπ'αρ.09010640 της Λαικής Τράπεζας δια το ποσό των €8.480.- πληρωτέα την 27/12/2012 και με πράξη της και ή δίδοντας σχετικές οδηγίες προς την προαναφερθείσα τράπεζα, παρεμπόδισε χωρίς εύλογη αιτία την εξόφληση της επιταγής αυτής (stop payment). Oι κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν επίσης δύο κατηγορίες για το αδίκημα της παροχής συνδρομής στην χωρίς εύλογη αιτία πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2 και 4, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται ουσιαστικά ότι ως διευθυντές και ή εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της κατηγορούμενης 1 παρακίνησαν και ή παρείχαν βοήθεια και ή συνδρομή και ή την προέτρεψαν να διαπράξει τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3 που αναφέρονται πιο πάνω. Η κατηγορούσα αρχή αναφέρεται δεν παρουσίασε οιουσδήποτε μάρτυρες στο Δικαστήριο και για την απόδειξη της υπόθεσης της βασίζεται στα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει και παρατίθενται πιο κάτω καθώς επίσης στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου από τις δύο πλευρές. Με βάση ακριβώς αυτά τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα σημειώνεται το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση και βρήκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1, 2 και 3 σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  1. Κατόπιν δε της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής ενώ ο κατηγορούμενος 3 κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατηγορούμενη 1 σημειώνεται δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία. Αναφέρεται επίσης ότι συνολικά κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 9 τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα που σημειώνω έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο ήταν τα εξής:
  2. Η επιταγή υπ'αρ.09010639 της Λαικής Τράπεζας για το ποσό των €8460.- η οποία φέρει ημερομηνία πληρωμής 21/12/12, εκδόθηκε από την πρώτη κατηγορούμενη και την υπέγραψαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ως διευθυντές της και εξουσιοδοτημένα πρόσωπα εκ μέρους της κατηγορούμενης
  3. Η επιταγή υπ'αρ.09010640 της Λαικής Τράπεζας η οποία φέρει ημερομηνία πληρωμής 27/12/12 για το ποσό των €8480.-, εκδόθηκε από την πρώτη κατηγορούμενη και την υπέγραψαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ως διευθυντές της πρώτης κατηγορούμενης και εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για υπογραφή των επιταγών.
  4. Οι επιταγές που αναφέρονται πιο πάνω δόθηκαν μεταχρονολογημένες.
  5. Το αντάλλαγμα έκδοσης αυτών των επιταγών ήταν πωληθέντα προϊόντα δηλαδή φρούτα και φθαρτά, από τους παραπονούμενους προς την πρώτη κατηγορούμενη τα οποία προϊόντα έχουν παραληφθεί από την πρώτη κατηγορούμενη.
  6. Οι κατηγορούμενοι με σχετικές οδηγίες τους προς την τράπεζα στις 18/12/12 ζήτησαν την ανάκληση πληρωμής των επιταγών που αναφέρονται πιο πάνω.
  7. Τα τεκμήρια 3 και 4 έχουν υπογραφεί από τους κατηγορούμενους 2 και 3 ως διευθυντές και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της κατηγορούμενης
  8. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και οι δύο συνήγοροι με γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας ανάλογα το Δικαστήριο στην νομολογία. Οι αγορεύσεις βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί και όλα όσα αναφέρονται εις αυτές λαμβάνονται υπόψη αλλά δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι οι συνήγοροι με αυτές έχουν αναφέρει. Θα αρκεστώ εδώ να αναφέρω ότι από την μελέτη των αγορεύσεων διαπιστώνεται ότι και οι δύο πλευρές επιχειρηματολογούν ουσιαστικά, με αναφορά και στη δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, επί ενός μοναδικού σημείου. Στο κατά πόσο δηλαδή έχει αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση η Υπεράσπιση της ύπαρξης εύλογης αιτίας ανάκλησης των επίδικων επιταγών η οποία προνοείται από το εδ.2 του άρθρου 305Α του Κεφ.
  9. Συνεπώς θα μπορούσε να λεχθεί εδώ ότι οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους ουσιαστικά αποδέχονται ότι το μοναδικό επίδικο θέμα της υπόθεσης είναι η ύπαρξη της Υπεράσπισης της εύλογης αιτίας πιο πάνω, και όπως θα διαφανεί κατωτέρω έχουν δίκαιο. Αν χρειαστεί σημειώνω εδώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων πιο κάτω. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον μου βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και τα παραδεκτά γεγονότα έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία του με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχε να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια του, τη μνήμη και τους λόγους που είχε για να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων του (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Κατηγορούμενος 3 Ο κατηγορούμενος 3 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα και χωρίς δισταγμό. Δεν διέκρινα σε καμία περίπτωση προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ενώ αντίθετα θα έλεγα ότι η μαρτυρία του στο σύνολο της και σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί έχει συνοχή και είναι λογική. Ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία του κατά την αντεξέταση του, καθ' όλη της διάρκεια της οποίας οφείλω να πω παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και πειστικός. Εν πάση περιπτώσει καταλήγοντας το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος 3 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εκ της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 3 το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, με βάση και όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω για το επίδικο θέμα της παρούσας υπόθεσης, σημασία έχει ο λόγος για τον οποίο έγινε η ανάκληση των επίδικων επιταγών από τους κατηγορούμενους. Συνεπώς θεωρώ αχρείαστο να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες για το τι ακριβώς ανέφερε ο κατηγορούμενος 3 στη μαρτυρία του. Για τον λόγο δε ακριβώς που οι κατηγορούμενοι αποφάσισαν να ανακαλέσουν τις επιταγές, ο κατηγορούμενος 3 ανέφερε τα εξής. Είχαν στην κατοχή τους επιταγές (τεκμ.9) της εταιρείας Ορφανίδης, ιδιοκτήτριας των Υπεραγορών Ορφανίδη, σύμφωνα με τις οποίες εξέδωσαν και οι ίδιοι επιταγές προς τους παραπονούμενους (μεταξύ των οποίων και οι επίδικες) αλλά και προς άλλους προμηθευτές τους. Τον Δεκέμβριο του 2012 οι Υπεραγορές Ορφανίδη παρουσίασαν σοβαρά προβλήματα και γύρω στις 15/12/12 η εταιρεία Ορφανίδης μπήκε στο ΚΑΠ. Οι επιταγές του Ορφανίδη επιστράφηκαν και υποχρεωτικά, κατόπιν νομικής συμβουλής και έγκρισης της τράπεζας, σταμάτησαν και οι ίδιοι τις επιταγές που εξέδωσαν. Η ανάκληση έγινε με βάση την επιστολή τους προς την Τράπεζα ημερ.18/12/12 (τεκμήριο 3). Έκαναν stop payment τις επιταγές διότι προσπαθούσαν να αποφύγουν να μπει η εταιρεία τους στο ΚΑΠ και να μείνουν όλες οι επιταγές που είχαν εκδώσει απλήρωτες. Να μην μπορούν να ανοίξουν άλλους λογαριασμούς και αναγκαστικά να καταρρεύσουν. Αυτό έγινε με νομική συμβουλή και συμβουλή της τράπεζας. Έπρεπε να κρατήσουν το όνομα τους ψηλά όπως ήταν μέχρι τότε. Από τις επιταγές αυτές που έγιναν stop payment κατάφεραν να πληρώσουν επιταγές πέραν του 30% που αντιστοιχούν σε €138.573.-, και μέσα σε αυτές και η επιταγή των παραπονούμενων ημερομηνίας 13/12/12 για ποσό €8.460.-(τεκμ.7). Μετά που η εταιρεία Ορφανίδης μπήκε στο ΚΑΠ και μέχρι τον Μάρτη του 2013, έκαναν πολύ μεγάλη προσπάθεια με αιματηρές οικονομίες, μειώσεις μισθών κλπ για να πληρώσουν όσο περισσότερο κόσμο μπορούσαν και μέσα σε αυτά τα πλαίσια πλήρωσαν τα εν λόγω ποσά. Με την εντολή τους για ανάκληση των επιταγών πέτυχαν να μην μπουν στο ΚΑΠ κάτι που θα είχε αποτέλεσμα να έμεναν όλες οι επιταγές που είχαν εκδώσει απλήρωτες. Με την κίνηση τους αυτή κατάφεραν να πληρώσουν €138.000.- στους προμηθευτές τους, μεταξύ των οποίων και €8.460 των παραπονούμενων. Η ανάκληση των επιταγών έγινε ουσιαστικά για να μην μπει η εταιρεία στο ΚΑΠ που ήταν ένας από τους φόβους τους. Όμως οι φόβοι τους ήταν πολλοί. Έχαναν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, έχαναν την δουλειά τους 5 οικογένειες, την επιχείρηση τους. Κατηγορούμενος 2 Ο κατηγορούμενος 2 όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Ήταν βέβαια δικαίωμα του κατηγορούμενου 2 να ενεργήσει όπως έπραξε και σε καμία περίπτωση αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει εις βάρος του, ούτε και μπορούν να εξαχθούν από την άσκηση του δικαιώματος αυτού οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200 και Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250). Φυσικό είναι όμως και θεωρώ ότι θα πρέπει να αναφερθεί εδώ, ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου 3 πιο πάνω η οποία γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή ουσιαστικά καλύπτει και τον κατηγορούμενο 2 αλλά και την κατηγορούμενη 1 σε ότι αφορά τον λόγο που οδήγησε τους κατηγορούμενους να προβούν σε ανάκληση των επιταγών. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε τις επίδικες επιταγές τεκμ.1 & 2 ως αντάλλαγμα για πωληθέντα προϊόντα, δηλαδή φρούτα και φθαρτά, από τους παραπονούμενους προς την πρώτη κατηγορούμενη, τα οποία προϊόντα παραλήφθηκαν από την πρώτη κατηγορούμενη τον Σεπτέμβριο του
  1. Τόσο η επιταγή υπ'αρ.09010639 της Λαικής Τράπεζας για το ποσό των €8460.- η οποία φέρει ημερομηνία πληρωμής 21/12/12 (τεκμ.1), όσο και η επιταγή υπ'αρ.09010640 της Λαικής Τράπεζας η οποία φέρει ημερομηνία πληρωμής 27/12/12 για το ποσό των €8480.- (τεκμ.2), εκδόθηκαν από την πρώτη κατηγορούμενη και τις υπέγραψαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ως διευθυντές της και εξουσιοδοτημένα πρόσωπα εκ μέρους της για υπογραφή των επιταγών. Οι επιταγές που αναφέρονται πιο πάνω δόθηκαν μεταχρονολογημένες. Συγκεκριμένα εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στους παραπονούμενους το διάστημα μεταξύ τέλος Σεπτεμβρίου του 2012 με αρχές Οκτωβρίου του 2012 και με ημερομηνίες πληρωμής τις αναφερόμενες ανωτέρω. Οι κατηγορούμενοι με σχετικές οδηγίες τους προς την τράπεζα στις 18/12/12 ζήτησαν την ανάκληση πληρωμής των επιταγών που αναφέρονται πιο πάνω. Τα τεκμήρια 3 και 4 που αφορούσαν τις οδηγίες ανάκλησης των επιταγών έχουν υπογραφεί από τους κατηγορούμενους 2 και 3 ως διευθυντές και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της κατηγορούμενης
  2. Οι επιταγές τεκμ.1 & 2 ένεκα ακριβώς των οδηγιών ανάκλησης πιο πάνω όταν παρουσιάστηκαν στην Λαική Τράπεζα για πληρωμή δεν πληρώθηκαν και σχετικές σφραγίδες για την ανάκληση της πληρωμής τους τοποθετήθηκαν στο σώμα των επιταγών. Ο λόγος που οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε ανάκληση των εν λόγω επιταγών ήταν γιατί επιταγές που οι ίδιοι έλαβαν από δικούς τους πελάτες και πιο συγκεκριμένα από την εταιρεία Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ, σύμφωνα με τις οποίες εξέδωσαν και οι ίδιοι τις επίδικες επιταγές, δεν μπορούσαν να πληρωθούν ένεκα καταχώρησης των εν λόγω πελατών τους στο ΚΑΠ, και προκειμένου να μην μπουν οι ίδιοι στο ΚΑΠ και να παγοποιηθούν οι λογαριασμοί τους κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα να επιστραφούν όλες οι επιταγές που είχαν εκδώσει απλήρωτες. Φοβήθηκαν ότι έτσι θα κατέρρεαν και θα έχαναν την επιχείρηση τους. Οι επιταγές τεκμήρια 1 και 2 δεν έχουν πληρωθεί μέχρι σήμερα. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 το οποίο προνοεί ότι: « Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της. » Από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1. Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. 2. Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται για παροχή συνδρομής στη διάπραξή του πιο πάνω αδικήματος. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Τα ίδια φυσικά ισχύουν και για άλλους αξιωματούχους της εταιρείας οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές για την εταιρεία. Στις περιπτώσεις λοιπόν αυτές πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, ως αυτά προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και τα κατατεθέντα τεκμήρια, είναι φανερό ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και
  1. Απέδειξε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία μέσω των κατηγορούμενων 2 και 3, οι οποίοι ήταν διευθυντές και εξουσιοδοτημένα από την κατηγορούμενη 1 πρόσωπα, εξέδωσε και παρέδωσε προς τους παραπονούμενους τις επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 και 2, και επίσης ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία με γραπτές οδηγίες της προς την Λαική Τράπεζα οι οποίες δόθηκαν μέσω των κατηγορούμενων 2 και 3 στις 18/12/12 ανακάλεσε την πληρωμή των εν λόγω επιταγών με αποτέλεσμα αυτές να μην πληρωθούν όταν εμφανίστηκαν στην Τράπεζα. Σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 2 και 3 πιο συγκεκριμένα θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν χωρεί καμία αμφιβολία έχοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα αλλά κυρίως την μαρτυρία του κατηγορούμενου 3, ότι υπέγραψαν τις επίδικες επιταγές (τεκμ.1 & 2) καθώς και την επιστολή για την ανάκληση των επιταγών (τεκμ.3), έχοντας πλήρη γνώση όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά και του αποτελέσματος της ενέργειας τους να προβούν σε ανάκληση των επιταγών, ότι δηλαδή οι επιταγές θα επιστρέφονταν από την τράπεζα χωρίς να πληρωθούν. Σε ότι αφορά το θέμα της έκδοσης των επιταγών όμως πιο συγκεκριμένα το Δικαστήριο θεωρεί αυτό κατάλληλο σημείο για να επισημάνει τα εξής. Όπως εμφαίνεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών στο κατηγορητήριο αναφέρεται ότι οι επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν «κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012». Το Δικαστήριο δε όπως εμφαίνεται πιο πάνω στα ευρήματα του έχει αποδεκτεί ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στους παραπονούμενους το διάστημα μεταξύ «τέλος Σεπτεμβρίου του 2012 με αρχές Οκτωβρίου του 2012». Το ερώτημα που προκύπτει συνεπώς είναι κατά πόσο εκ της μη αναφοράς στο κατηγορητήριο του χρόνου έκδοσης που αποδέκτηκε το Δικαστήριο προκύπτει κάτι ουσιαστικό σε βαθμό που να μπορούμε να πούμε ότι δεν έχει αποδειχθεί καν η έκδοση των επιταγών. Ευθέως αναφέρω ότι δεν είναι αυτή η περίπτωση μας. Κατ' αρχήν όμως θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι ο χρόνος έκδοσης που έχει αποδεκτεί το Δικαστήριο προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία από τον συνδυασμό της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 3 μαζί με το τεκμήριο
  2. Ο κατηγορούμενος 3 αναφερόμενος στον τρόπο συνεργασίας της κατηγορούμενης 1 με τους παραπονούμενους, ανέφερε ότι με το κλείσιμο κάθε μήνα έβγαινε κατάσταση στους παραγωγούς και για το ποσό που τους χρωστούσαν εξέδιδαν επιταγές. Περαιτέρω ανέφερε ξεκάθαρα ότι οι επίδικες επιταγές αφορούσαν προϊόντα που παραλήφθηκαν για τον μήνα Σεπτέμβριο του 2012, ενώ κατά την αντεξέταση του αναφερόμενος στις επιταγές που οι ίδιοι έλαβαν από την εταιρεία Ορφανίδης δηλ. τις επιταγές του τεκμ.9, είπε ότι μπορεί να πήραν τις επιταγές αυτές τον Σεπτέμβρη όπως πήρε και τις επίδικες επιταγές η ΣΕΔΙΓΕΠ που αφορούσαν τον Σεπτέμβρη. Τέλος, αναφέρεται ότι ως προκύπτει από το τεκμήριο 5, που αφορά την κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η κατηγορούμενη 1 για τη συνεργασία της με τους παραπονούμενους, οι επίδικες επιταγές έχουν καταχωρηθεί ως πληρωμές στην εν λόγω κατάσταση στις 05/10/12, κάτι που αναμφίβολα δείχνει ότι κατά την ημερομηνία αυτή ήταν εκδομένες. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εκδοθεί και παραδοθεί στους παραπονούμενους την αναφερθείσα περίοδο δηλαδή μεταξύ τέλος Σεπτεμβρίου του 2012 και αρχές Οκτωβρίου του
  3. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, αναφέρω ότι έτσι όπως έχει συνταχθεί το κατηγορητήριο και με την αναφορά σε έκδοση «κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012», θεωρώ ότι καλύπτεται και ο πραγματικός χρόνος έκδοσης πιο πάνω. Όμως αναφέρεται εδώ ότι ακόμη και να θεωρούσαμε ότι δεν τον κάλυπτε, και πάλιν θεωρώ ότι αυτό δεν θα ήταν μοιραίο για την υπόθεση αφού το Δικαστήριο θα προχωρούσε με τροποποίηση του κατηγορητηρίου και θα προσέθετε νέες κατηγορίες με τις ορθές λεπτομέρειες δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Κεφ.155 στις οποίες θα έβρισκε ένοχους τους κατηγορούμενους, αθωώνοντας τους την ίδια στιγμή από τις κατηγορίες του υφιστάμενου κατηγορητηρίου. Και αυτό σημειώνω γιατί όπως διαπιστώνει το Δικαστήριο θα συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και κυρίως επειδή κρίνω έχοντας υπόψη την μαρτυρία ότι δεν θα προέκυπτε κανένας δυσμενής επηρεασμός για τους κατηγορούμενους. Όμως εδώ σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να αναφέρει ότι η Υπεράσπιση των κατηγορούμενων 2 και 3 δεν έθεσε οποιοδήποτε θέμα για μη απόδειξη οιουδήποτε συστατικού στοιχείου των αδικημάτων. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων 2 και 3 με βάση την τελική του αγόρευση αποδέχεται ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων (βλ. σελ.2 γραπτής αγόρευσης), και όπως έχει ήδη αναφερθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω επιχειρηματολογεί επί ενός και μόνον σημείου δηλ. για την ύπαρξη εύλογης αιτίας ανάκλησης των επίδικων επιταγών. Κατόπιν των ανωτέρω εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν κατορθώσει να αποδείξουν την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108, GP Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία και Γεώργιος Εργατίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα, ημερ. 19.6.97 και Ν. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105, ημερ. 11.12.01). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδ.
(2), ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδ. 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και λαμβάνοντας κυρίως υπόψη την μαρτυρία του κατηγορούμενου 3, κρίνω ότι οι κατηγορούμενοι δεν έχουν αποδείξει την Υπεράσπιση του εδ.2 του άρθρου 305Α στον απαιτούμενο βαθμό. Ανεξάρτητα από το τι δηλώθηκε ότι πίστευαν οι ίδιοι, έχοντας μάλιστα λάβει και σχετική νομική συμβουλή αλλά και την έγκριση της τράπεζας τους, εντούτοις είναι φανερό κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ενέργεια τους να ανακαλέσουν τις επιταγές δεν ήταν ούτε ειλικρινής αλλά ούτε και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Πως μπορεί να θεωρηθεί ειλικρινής η ενέργεια τους όταν ο κατηγορούμενος 3 δήλωσε ξεκάθαρα και αναγνώρισε ότι την ευθύνη πληρωμής των παραπονούμενων είτε πληρώνονταν οι κατηγορούμενοι είτε όχι από τους δικούς τους πελάτες, συμπεριλαμβανομένης και της εταιρείας Ορφανίδης, την έφεραν οι ίδιοι αποκλειστικά. Εφόσον γνώριζαν ότι ήταν δική τους αποκλειστικά ευθύνη η πληρωμή των παραπονούμενων ανεξάρτητα από τις πληρωμές των δικών τους πελατών, τότε και η σύνδεση της πληρωμής των επίδικων επιταγών με την πληρωμή των επιταγών από τον Ορφανίδη προς τους ίδιους γνώριζαν ότι δεν δικαιολογείται. Θεωρώ λοιπόν με δεδομένα τα πιο πάνω, ότι οι κατηγορούμενοι όταν εξέδιδαν και παρέδιδαν στους παραπονούμενους τις επίδικες επιταγές γνώριζαν χωρίς αμφιβολία ότι όφειλαν να πληρώσουν τις επιταγές ανεξάρτητα από το αν η εταιρεία Ορφανίδης τους πλήρωνε και ανεξάρτητα από την εξάρτηση που οι ίδιοι σαν εταιρεία είχαν από την εταιρεία Ορφανίδης. Το γεγονός δε ότι οι παραπονούμενοι γνώριζαν την εξάρτηση αυτή ή ότι αποδέκτηκαν να παίρνουν μεταχρονολογημένες επιταγές επειδή ακριβώς έτσι πλήρωνε και η εταιρεία Ορφανίδης την κατηγορούμενη 1, δεν έχει κρίνω σημασία η οποία να μπορεί να αλλάξει την ουσία του πράγματος. Επίσης θα πρόσθετα εδώ ότι κατά τη κρίση του Δικαστηρίου, αν η κατηγορούμενη 1 για την έκδοση των επιταγών της εβασίζετο στις επιταγές που ελάμβανε από την εταιρεία Ορφανίδης, τότε η ίδια αλλά και οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αναλάμβαναν και τον κίνδυνο να μείνουν εκτεθειμένοι αν κάτι δεν πήγαινε καλά με την εταιρεία Ορφανίδης και αυτό ουδεμία σχέση έχει ή μπορεί να έχει με την πληρωμή των επιταγών στους παραπονούμενους, οι οποίοι επαναλαμβάνω αποδέχτηκαν μεν να πληρώνονται με μεταχρονολογημένες επιταγές πλην όμως όχι η δική τους πληρωμή να εξαρτάται από το αν πλήρωνε ή όχι η εταιρεία Ορφανίδης. Περαιτέρω όμως θα πρέπει να αναφερθεί και το εξής. Οι κατηγορούμενοι προχώρησαν στην ανάκληση των επιταγών χωρίς αμφιβολία για λόγο άσχετο με τους παραπονούμενους ή τη σχέση τους με τους παραπονούμενους, οι οποίοι τους είχαν παραδώσει προϊόντα και έλαβαν τις επιταγές ως αντάλλαγμα. Οι παραπονούμενοι είναι ξεκάθαρο ότι δεν παρέβηκαν τη συμβατική τους σχέση με την κατηγορούμενη 1 ή οποιαδήποτε συμβατική τους υποχρέωση. Δεν παρέδωσαν για παράδειγμα ελαττωματικά προϊόντα στους κατηγορούμενους. Επίσης για λόγο που ουδεμία σχέση έχει με τις ίδιες τις επιταγές ή την εγκυρότητα τους. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο κατηγορούμενος 3 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι μετά την ανάκληση των επιταγών έγιναν ενέργειες για εξόφληση όσο περισσότερων επιταγών γίνεται από αυτές που ανακλήθηκαν και κατέστη δυνατό να εξοφληθεί ένα σημαντικό ποσοστό, μεταξύ των οποίων και μια άλλη επιταγή των παραπονούμενων που ανακλήθηκε μαζί με τις επίδικες αλλά και περαιτέρω ότι είναι αποδεκτό ότι η εταιρεία τους συνεχίζει να φέρει την ευθύνη να πληρώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού στους παραπονούμενους. Αυτά θεωρώ σε συνάρτηση με την λοιπή μαρτυρία και όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω δείχνουν χωρίς αμφιβολία, εκτός από την αναγνώριση της οφειλής τους και με βάση τις επίδικες επιταγές, ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι στην πραγματικότητα λόγος ανάκλησης των επιταγών έναντι των παραπονούμενων δεν υπήρχε. Ο λόγος που εδόθη στην τράπεζα για την ανάκληση των επιταγών αφορούσε ή και εξυπηρετούσε τους ίδιους και σκοπός της ανάκλησης ήταν για να αποφευχθούν προβλήματα που οι ίδιοι ενδεχομένως θα αντιμετώπιζαν αν δεν ανακαλούντο οι επιταγές. Κρίνω όμως ότι ένας τέτοιος λόγος, έξω δηλαδή από την σχέση μεταξύ εκδότη και δικαιούχου των επιταγών, και εντελώς άσχετος τόσο με την συναλλαγή στα πλαίσια της οποίας εξεδόθησαν οι επιταγές όσο και με τις ίδιες τις επιταγές, δεν θα μπορούσε να δώσει έρεισμα για ανάκληση των επιταγών. Κάτι τέτοιο εκτός από απαράδεκτο, θα ήταν κρίνω και επικίνδυνο αφού θα έπληττε φρονώ ευθέως τις συναλλαγές και την σιγουριά που πρέπει να διέπει τις συναλλαγές με την χρήση επιταγών. Αποδεχόμενος τον λόγο αυτό ως λόγο που παρέχει δικαιολογία για ανάκληση θα αποδεχόμουν ουσιαστικά ότι η πληρωμή κάθε επιταγής που εκδίδεται ως αντάλλαγμα για πώληση προϊόντων ή για παροχή υπηρεσιών στον εκδότη της τελεί υπό την αίρεση ότι δεν θα αντιμετωπίσει ο εκδότης κάποιο πρόβλημα, οικονομικό ή άλλο. Αποτέλεσμα βέβαια αυτού θα ήταν οι δικαιούχοι των επιταγών, οι οποίοι ενήργησαν καλόπιστα και παρέδωσαν τα προϊόντα τους ή πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους να παραμένουν εκτεθειμένοι, με όλες τις δυσμενείς και άδικες συνέπειες σε αυτούς, αλλά και τις δυσμενείς συνέπειες στις εμπορικές συναλλαγές γενικότερα. Εν πάση περιπτώσει κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύσει θεωρώ αφού αυτό θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση και θα ματαίωνε την κυριότερη αποστολή της επιταγής ως αξιόγραφου που αποτελεί μέσον κυκλοφορίας αξιών. Στην ουσία η επιταγή ισοδυναμεί με χρήματα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις TRANS MIDDLE EAST TRADING (T.M.E.T.) LIMITED v. ABDUL AZIZ TLAIS,
(1991)1 Α.Α.Δ 239 και James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd [1958] 1 K.B. 585. Εν κατακλείδι όμως θεωρώ ότι το θέμα που μας απασχολεί θα μπορούσε να τεθεί συνοπτικά και ως εξής. Οι κατηγορούμενοι δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση καμία αξίωση ή αιτία αγωγής εναντίον των παραπονούμενων όταν προέβαιναν σε ανάκληση των επιταγών. Συνεπώς δεν μπορούσαν και δεν είχαν αντικειμενικά εύλογη αιτία να το πράξουν. Απόλυτα σχετικό με τα πιο πάνω και υποστηριχτικό θα έλεγα των όσων το Δικαστήριο ανέφερε είναι κρίνω και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Heatron co ltd v. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους, Πολ. Έφεση Αρ.344/08, ημερ. 23.5.2012, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, ασχολήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, με την έννοια, την σημασία και το σκοπό της επιταγής. Αναφέρθηκαν για το ζήτημα τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (Μέρος ΙΙΙ), μια επιταγή θεωρείται ως συναλλαγματική και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο, διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για τις συναλλαγματικές. Όπως έχει νομολογηθεί πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί να πρέπει να συσχετιστεί είτε με την πληρωμή, είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (Nova Jersey) Knit Ltd ν. Kammgarn Spinnerei G.m.b.H
(1977)2 All E.R. 463 (HL), James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No 2)
(1950)1 All E.R. 929 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Tlais
(1991)1 ΑΑΑ 239). Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ονομαζόταν τότε, στην υπόθεση (Nova Jersey) Knit Ltd, πιο πάνω, μια συναλλαγματική (ή επιταγή) θα πρέπει, σύμφωνα με το S.3 του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας άρθρο 3 του Κεφ. 262, να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά. Διαφορετική ερμηνεία θα σήμαινε στην περίπτωση πώλησης, ότι αυτή διενεργείται επί πιστώσει, με όλες τις νομικές συνέπειες. Όπως εξηγείται περαιτέρω στην απόφαση, η συναλλαγματική ή επιταγή είναι από μόνη της μια σύμβαση, ξεχωριστή από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με το Λόρδο Wilberforce, είναι γι' αυτό το λόγο που ο αγγλικός νόμος δεν επιτρέπει την προβολή υπερασπίσεων, εκτός εκείνων που επιτρέπονται από το Νόμο και στηρίζονται σε δόλο, στη μη εγκυρότητα της επιταγής και σε αποτυχία της αντιπαροχής. Πάνω σ' αυτή την αρχή στηρίζεται και η μεγάλη εμπορική επιτυχία και αποδοχή της επιταγής, ως ενός ουσιαστικού μέσου συναλλαγής.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ τούτου η θέση της Υπεράσπισης απορρίπτεται. Κατά συνέπεια για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον και των τριών κατηγορουμένων, τους οποίους κρίνω ένοχους την μεν κατηγορούμενη 1 στις κατηγορίες 1 & 3 και τους κατηγορούμενους 2 και 3 στις κατηγορίες 2 & 4. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και κατά συνέπεια επιδικάζονται υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον των κατηγορούμενων 1, 2 και 3 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο κάθε κατηγορούμενος να καταβάλει το 1/3 των εξόδων αυτών. (Υπ.)............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.