← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Xριστάκη Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 26287/14, 12/2/2015

Δημοκρατία ν. Xριστάκη Παναγή, Αρ. Υπόθεσης: 26287/14, 12/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2015:3 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26287/14 Δημοκρατία ν. Xριστάκη Παναγή Κατηγορουμένου -------------------- Ημερομηνία: 12.2.2015 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Π. Κυριακίδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος σε τέσσερις κατηγορίες που αφορούν στα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων κατηγορίας Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4

(1)και 51 του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμο 113
(1)/2004 όπως τροποποιήθηκε (3η, 4η, 5η και 6η κατηγορία). Βρέθηκε επίσης ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και στην 7η κατηγορία η οποία αφορά σε κατοχή μη πυροβόλου όπλου χωρίς άδεια κατοχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 21 και 22
(1)(α)(ι)(γ) του ίδιου Νόμου. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και άλλες κατηγορίες στις οποίες απαλλάχθηκε μετά που η Κατηγορούσα Αρχή ανακοίνωσε αναστολή ποινικής δίωξης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 11.10.2014 στη Λεμεσό, κατείχε και μετέφερε δύο πυροβόλα όπλα κατηγορίας Α, δηλαδή στρατιωτικά τυφέκια τύπου ΑΚ47 και πέντε κενές φυσιγγιοθήκες πυροβόλου όπλου. Τα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, παρατίθενται αυτολεξεί: «Στις 11.10.2014 ημέρα διάπραξης των αδικημάτων ο Πουτζιουρής Μ1 επί του κατηγορητηρίου βγήκε με άδεια από τις φυλακές. Κατά την ίδια ημέρα ο Πουτζιουρής μαζί με ένα άλλο πρόσωπο τον Γεώργιο Τσούμαλη επισκέφθηκαν την αστυνομία και έδωσαν πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος προσέγγισε τον Πουτζιουρή όταν και οι δύο βρίσκονταν ως κατάδικοι στις Κεντρικές Φυλακές και του πρότεινε να του πωλήσει παράνομο οπλισμό όταν ο τελευταίος θα έβγαινε με άδεια από τις φυλακές. Υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του Πουτζιουρή και του κατηγορούμενου και ο τελευταίος του πρότεινε να συναντηθούν στη Λεμεσό παρά τη γέφυρα του Ύψωνα για να του δείξει τον προς πώληση οπλισμό. Αφού η αστυνομία έλαβε πληροφόρηση για την πιο πάνω προτιθέμενη συνάντηση, οργανώθηκε επιχείρηση κατά την οποία τέθηκαν υπό παρακολούθηση τα πιο πάνω πρόσωπα. Κατά την ίδια ημέρα δηλαδή 11.10.2014 εντοπίστηκε στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Πάφου παρά την έξοδο προς Ύψωνα σταθμευμένο το όχημα με αριθμό εγγραφής ΑΑΜ782 και τον κατηγορούμενο να στέκεται έξω από αυτό. Ο Πουτζιουρής και ο Τσούμαλης σταμάτησαν πίσω του το όχημα στο οποίο επέβαιναν και είχαν συνομιλία με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΑΑΜ782 και τα άλλα πρόσωπα των ακολούθησαν επίσης με το όχημα τους. Ακολουθώντας οι Πουτζιουρής και Τσούμαλης το όχημα στο οποίο επέβαινε ο κατηγορούμενος, κατευθύνθηκαν σε ένα χωματόδρομο παραπλεύρως του αυτοκινητόδρομου. Στη συνέχεια η αστυνομία η οποία παρακολουθούσε τις κινήσεις των οχημάτων παρενέβη και ακινητοποίησε τον κατηγορούμενο αλλά και τους Πουτζιουρή και Τσούμαλη. Εντός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΑΑΜ782 το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος, εντοπίστηκαν δύο όπλα και πέντε κενές φυσιγγιοθήκες. Σύμφωνα με την έκθεση της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών πρόκειται για: 1) Επιθετικό τυφέκιο ΑΚ-47, Βουλγάρικης κατασκευής, διαμετρήματος (7.62χ39)χλμ, με αριθμό κατασκευής
  1. 2) Επιθετικό τυφέκιο ΑΚ-47, Βουλγάρικης κατασκευής, διαμετρήματος (7.62χ39)χλμ, με αριθμό κατασκευής
  2. 3) Πέντε κενές φυσιγγιοθήκες, διαμετρήματος φυσιγγίων (7.62χ39)χλμ. Περαιτέρω σύμφωνα με την πιο πάνω έκθεση: 1) Τα δύο πιο πάνω τυφέκια βρίσκονται σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. 2) Οι πέντε φυσιγγιοθήκες βρίσκονται σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Από αυτές 4 εφαρμόζουν σε επιθετικά τυφέκια ΑΚ-47 και η άλλη σε επιθετικά τυφέκια Μ-
  3. 3) Σύμφωνα με το βαλλιστικό αρχείο δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε σχετικό προηγούμενο με τα δύο πιο πάνω όπλα. Στα πλαίσια της ανακριτικής του κατάθεσης ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τα ανευρεθέντα είναι δικά του χωρίς όμως να αναφέρει πού τα βρήκε και τι σκόπευε να κάνει με αυτά». Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 2877/14 είχε καταδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 30.6.2014 για τα αδικήματα της απόπειρας ληστείας και της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου. Επιβλήθηκαν σε αυτόν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 και 2 μηνών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος είχε αποφυλακιστεί στις 13 Αυγούστου του 2014 μετά από αναστολή της ποινής του από τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο 3 ετών. Αγορεύοντας η ευπαίδευτη συνήγορος του προς μετριασμό της ποινής κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του ως μετριαστικούς παράγοντες: α) την άμεση παραδοχή του, β) την απολογία και μεταμέλειά του, γ) τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, δ) τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος ενώ βρισκόταν στη φυλακή γνώρισε τον Χ. Πουτζιουρή. Ο τελευταίος του ανέφερε ότι είχε παιδί άρρωστο και σκεφτόταν διάφορους τρόπους για να αποφυλακιστεί ενωρίτερα. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με τον Πουτζιουρή να του πωλήσει τα επίδικα όπλα έναντι του ποσού των €5.
  4. Ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που ανέφερε στον Πουτζιουρή να τα παραδώσει στην αστυνομία. Έτσι στις 11.10.2014 όταν ο Πουτζιουρής βρισκόταν με άδεια από τις φυλακές, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και διευθέτησαν συνάντηση, για να παραδοθούν τα όπλα και οι φυσιγγιοθήκες., πλην όμως ο Πουτζιουρής ειδοποίησε τις αστυνομικές αρχές. Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά. Ο Νόμος προβλέπει για την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου, ποινή φυλάκισης και μάλιστα αρκετών ετών. Ποινή φυλάκισης προβλέπεται και για την παράνομη κατοχή φυσιγγιοθηκών πυροβόλου όπλου. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για αδικήματα της φύσεως που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Θα αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217). Στην Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 AAΔ 100, το Εφετείο στη σελ. 109 επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Στέλιος Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 212/13, απόφαση ημερ. 5.2.15, τονίστηκε ότι η προηγηθείσα νομολογιακή προσέγγιση είναι χρήσιμη προς την κατεύθυνση ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών λόγων, αλλά και καθορισμού του γενικότερου πλαισίου της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Παραπομπή σε δικαστικό προηγούμενο, ιδίως στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης, θωρακίζει τη δικαστική κρίση με την απαραίτητη πειστικότητα και εξαλείφει την οποιανδήποτε υπόνοια για αυθαιρεσία ή τυχόν αίσθημα αδικίας του καταδικασθέντα. Στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166 ο κατηγορούμενος είχε κριθεί ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορίες για κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου G3, για τις οποίες του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών στην κάθε μία. Στην κατηγορία για κατοχή εκρηκτικών υλών, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών. Είχε δύο προηγούμενες καταδίκες που αφορούσαν σε διαρρήξεις, κλοπές, πλαστογραφίες κλπ, και έπασχε από μεσογειακή αναιμία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις ως άνω ποινές τονίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί κάθε φορά που παρανομεί να προβάλλει τα θέματα της υγείας του. Στη Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279, ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής και σε κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πιστολιού και κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 7 φυσιγγίων με τα οποία το πιστόλι ήταν οπλισμένο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος προσέβαλε τις επιβληθείσες ποινές ως καταφανώς υπερβολικές. Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα ο εφεσείων μετέφερε το πιστόλι σε νυχτερινό κέντρο όπου υπηρετούσε ως φρουρός. Αποκάλυψε στους αστυνομικούς την κατοχή του πιστολιού όταν τον πληροφόρησαν ότι θα τον υπέβαλλαν σε σωματική έρευνα, που αναπόδραστα θα αποκάλυπτε την κατοχή του. Το Εφετείο, επικυρώνοντας τις επιβληθείσες ποινές, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 283: «Η ποινή υποστηρίζεται από τη Δημοκρατία ως ορθή και απόλυτα δικαιολογημένη από τα γεγονότα που συνθέτουν τα αδικήματα και περιβάλλουν τη διάπραξη τους. Όντως η μεταφορά ένσφαιρου όπλου ως εφοδίου για την εκτέλεση της εργασίας προσώπου και δη σε νυχτερινό κέντρο, συνιστά σοβαρό έγκλημα. Αναφορά έγινε και από το δικηγόρο της Δημοκρατίας σε σειρά αποφάσεων αποκαλυπτικών των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμούνται. Η μεταφορά όπλου είναι, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες σοβαρό έγκλημα, καθίσταται δε σοβαρότερο όταν συνοδεύεται με την κατοχή πυρομαχικών που καθιστούν δυνατή τη χρήση του. Ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις προσλαμβάνουν τα αδικήματα που διέπραξε ο εφεσείων, όταν αναλογισθούμε ότι μετέφερε το όπλο ως εφόδιο της εργασίας του σε νυχτερινό κέντρο, συμπεριφορά που εγκυμονεί ιδιαίτερα σοβαρούς κινδύνους για τρίτα πρόσωπα.» Στην Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171 ο εφεσείων στην Έφεση 7043 παραδέχθηκε κατηγορίες που αφορούσαν στα αδικήματα της παράνομης μεταφοράς όπλου και εκρηκτικών υλών. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών για την παράνομη μεταφορά όπλου. Σε έφεση που καταχώρισε κατά της εν λόγω ποινής το Εφετείο στη σελίδα 189 στης απόφασης ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων παραπονείται ότι η ποινή των τριών χρόνων φυλάκισης για τη μεταφορά όπλου είναι υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Το παράπονο δεν ευσταθεί. Η σοβαρότητα του αδικήματος της παράνομης μεταφοράς όπλου συνεκτιμήθηκε με τους άλλους σχετικούς παράγοντες. Το Κακουργιοδικείο για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής έλαβε υπόψη την παραδοχή του εφεσείοντα, το λευκό ποινικό μητρώο του (τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν προτού καταδικαστεί για τα αδικήματα που είχαν σχέση με τα ναρκωτικά), τις προσωπικές του περιστάσεις με έμφαση στο γεγονός ότι είναι πατέρας ανήλικου παιδιού, τον περιορισμένο ρόλο που διαδραμάτισε στην κατοχή/μεταφορά των όπλων και πυρομαχικών, ότι ενήργησε κάτω από την πίεση άλλων και ότι ο ίδιος επέστρεψε £7.000, μέρος του προϊόντος της ληστείας. Ούτε εδώ υπάρχουν περιθώρια παρέμβασης για μείωση της ποινής και συνεπώς η έφεση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.» Στην Σουτζιής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 424, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης που αφορούσαν σε κατηγορίες κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατοχής πυροβόλου όπλου μη προβλεπόμενου τύπου, κατοχής περιστρόφου άνευ ειδικής άδειας του Υπουργικού Συμβουλίου και κλοπής. Στον εφεσείοντα είχαν επιβληθεί οι ακόλουθες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης: «Σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινή φυλάκισης 8 χρόνων σε κάθε μία, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν επίσης κατοχή εκρηκτικών υλών, ποινές φυλάκισης 2 χρόνων και ενός χρόνου αντίστοιχα, σε δύο κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή πυροβόλου όπλου επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων και στην κατηγορία 59, που αφορούσε το ίδιο αδίκημα, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων για κατοχή πυροβόλου όπλου μη προβλεπόμενου τύπου, στην κατηγορία 41 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων, ενώ για την κατοχή περιστρόφου σε σχέση με τις κατηγορίες 56 και 57 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων σε κάθε μία και για το αδίκημα κλοπής, στην κατηγορία 55 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 χρόνων.» Ο κατηγορούμενος ήταν στρατιωτικός και έφερε τον βαθμό αντισυνταγματάρχη. Το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε την προσφορά του κατηγορούμενου στο κράτος αλλά επεσήμανε πως ανέτρεψε τα πάντα με το να συλλέγει οπλισμό και να τον παραδίδει σε χέρια τρίτων εκτός των αρμόδιων υπηρεσιών του κράτους από όπου δεν μπορούσε να ελέγξει την χρήση του, παρόλο που ο ίδιος δεν είχε πρόθεση να τον χρησιμοποιήσει. Το Εφετείο επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές παρόλο που ανέφερε πώς ίσως αυτές να είναι κάπως αυστηρές όχι όμως εκτός των επιτρεπτών ορίων. Στην Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 646 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου, δηλαδή ενός πιστολιού τύπου «Tapiq» του οποίου η κατοχή απαγορεύεται, στην μεταφορά του ίδιου όπλου και για κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 52 πλήρη φυσίγγια χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών στις κατηγορίες που αφορούν το όπλο και 6 μηνών στην κατηγορία που αφορά τα φυσίγγια. Το Εφετείο με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 651: «Εξετάσαμε τα γεγονότα της υπόθεσης με όλα τα ελαφρυντικά που είχε δεχθεί το δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένης και της πιθανότητας το συγκεκριμένο βράδυ να πήγαινε ο εφεσείων να παραδώσει το όπλο στο φίλο του αστυνομικό. Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι καθοριστικές αλλά ενδεικτικές της ποινής, αφού κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Είναι γεγονός ότι υπάρχουν υποθέσεις που η ποινή για κατοχή πιστολιού ήταν λιγότερη και το Εφετείο, σε παράπονο του εφεσείοντα ότι ήταν υπερβολική απέρριψε την έφεση χωρίς να αυξήσει την ποινή. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να είναι και πιο αυστηρή η ποινή. Για παράδειγμα στην υπόθεση Hage Mussa Hassan Khodr v. The Republic
(1988)2 CLR 185 για κατοχή πιστολιού, σιγαστήρα και 13 σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4 ετών για το πιστόλι και 2 ετών για τα υπόλοιπα. Στην υπόθεση Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 1 για κατοχή πιστολιού και σφαιρών επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές 4 και 3 ετών αντίστοιχα. Στην Titos v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409, η φυλάκιση ήταν 4 έτη για κατοχή πιστολιού όπως ήταν και στην Νικολεττή ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 279.» Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Chronyy
(2006)2 ΑΑΔ 117, ο κατηγορούμενος, νεαρός Ουκρανός, κατείχε παράνομα τυφέκιο και δυο σφαίρες του διαμετρήματος του τυφεκίου. Πρωτόδικα του επεβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών μετά από ακροαματική διαδικασία. Το Εφετείο θεώρησε ότι η ποινή των 10 μηνών απέληγε να ήταν «όχι μόνο ούτε απομακρυσμένα άκρως επιεικής αλλά βοερά ανεπαρκής ως εντελώς έξω από τα ορθά πλαίσια, όσο πλατειά και αν προσπαθήσει κάποιος να τα δει». Τελικά αντικατέστησε την ποινή των 10 μηνών με ποινή φυλάκισης 4 ετών, με το σκεπτικό ότι «Η κατοχή πυροβόλου όπλου, και μάλιστα και πυρομαχικών, συνιστά εν δυνάμει κίνδυνο περαιτέρω σοβαρής παρανομίας και απειλής». Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικολόπουλου-Βασιλείου κ.α.
(2007)2 ΑΑΔ 84, οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν σε κατοχή πυροβόλου όπλου, κατοχή φυσιγγιοθήκης, κατοχή σιγαστήρα όπλου και κατοχή 17 φυσιγγίων πυροβόλου όπλου. Πρωτόδικα τους επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 3,5 χρόνων, ενός χρόνου, 6 μηνών και 2 χρόνων αντίστοιχα. Ο Γενικός Εισαγγελέας εφεσίβαλε την απόφαση, θεωρώντας ότι οι επιβληθείσες ποινές ήταν έκδηλα ανεπαρκείς. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 89: «Έχουμε μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις. Διαπιστώσαμε ότι το Κακουργιοδικείο έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως και στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών λόγω της έξαρσης που παρατηρείται σε αδικήματα κατοχής οπλισμού. Τόνισε, παράλληλα, ότι, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, οι προσωπικές συνθήκες δεν εξουδετερώνουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της επιβλητέας ποινής. Δεν παραγνώρισε, όμως, ταυτόχρονα, και τους σοβαρούς μετριαστικούς παράγοντες που συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήτοι την άμεση παραδοχή των εφεσιβλήτων στην Αστυνομία, την ευθύς εξ αρχής συνεργασία τους, χωρίς την οποία ενδεχομένως να μην εντοπιζόταν η τσάντα με τον οπλισμό και τα πυρομαχικά, το γεγονός ότι κατονόμασαν αμέσως το τρίτο πρόσωπο που τους προμήθευσε εδώ τα όπλα και τα πυρομαχικά, την παραδοχή τους στο Δικαστήριο, το λευκό ποινικό τους μητρώο και, τέλος, σε μικρό οπωσδήποτε βαθμό, αλλά όχι καθόλου, τις προσωπικές τους συνθήκες σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που θα υφίσταντο οι ίδιοι και οι οικογένειες τους από τη φυλάκιση τους στην Κύπρο.» Στην Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 AAΔ 333, ο κατηγορούμενος λευκού ποινικού μητρώου παραδέχθηκε τις κατηγορίες κατοχής δύο πυροβόλων όπλων κατηγορίας Β, ήτοι δύο πιστολιών, το ένα έμφορτο με ένα πλήρες φυσίγγιο, και της κατοχής εκρηκτικών υλών, 5 φυσίγγια, όπως και κάποιες άλλες που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες ενώ σε κάποιες άλλες που αφορούσαν άλλα αδικήματα δεν παραδέχθηκε. Τελικά επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης 2 ½ ετών για τα αδικήματα της κατοχής πιστολιών και 6 μηνών για την κατοχή ναρκωτικών, οι οποίες διατάχθηκαν να είναι διαδοχικές. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε την σοβαρότητα των αδικημάτων της κατοχής πιστολιού και εκρηκτικών υλών έκρινε ότι το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, οι λόγοι που τον ώθησαν να εφοδιαστεί με τα πιστόλια και τα πυρομαχικά, το γεγονός της διαταραγμένης ψυχικής υγείας του, η γενικότερη πιστοποιημένη καλή προσωπικότητα και ήθος του, η μεταγενέστερη της φυλάκισης του τέλεση γάμου, δικαιολογούσαν την επίδειξη επιείκειας έτσι ώστε η ποινή να ταιριάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη και μείωσε την ποινή από 2 ½ σε 1 ½ χρόνο για την κατοχή πυροβόλου όπλου έτσι ώστε η συνολική ποινή να μειωθεί στα 2 χρόνια. Φαίνεται πως εδώ διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα. Συγκεκριμένα, κατά τον κρίσιμο χρόνο διάπραξης τους έπασχε από παραληρητικές ιδέες διωκτικού και παρανοϊκού περιεχομένου και ιδέες αυτοαναφοράς και συσχετίσεως. Στα πλαίσια των πιο πάνω ιδεών ο κατηγορούμενος προμηθεύτηκε τα πιστόλια θεωρώντας, εσφαλμένα, ότι κάποιοι συζητούσαν για την επιχείρηση περιπτέρου που διατηρούσε πιστεύοντας πως τρίτα πρόσωπα τον παρακολουθούσαν. Διέπραξε τα αδικήματα στα πλαίσια ψυχωτικού επεισοδίου ώστε να πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ψυχικά ασθενές άτομο που χρήζει παρακολούθησης και θεραπείας. Στην Προκοπίου - Κίτας ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 433, η αστυνομία μετά από πληροφορία εντόπισε τον κατηγορούμενο ο οποίος θεάθηκε να έχει στην κατοχή του δύο τσάντες. Στη συνέχεια την μια την τοποθέτησε στη θέση του συνοδηγού και την άλλη στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε άλλο άτομο. Προσεγγίζοντας το αυτοκίνητο η αστυνομία αντιλήφθηκε ότι σ' αυτό βρισκόταν ένα πιστόλι που ήταν καλυμμένο με ύφασμα. Ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να το παραδώσει και τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν υπό σύλληψη. Αντ' αυτού τράπηκε σε φυγή κρατώντας το πιστόλι. Αφού καταδιώχθηκε και συνελήφθηκε εντοπίστηκε και το πιστόλι στο σημείο που θεάθηκε προηγουμένως να το πετά. Παραδέχθηκε τις κατηγορίες που αφορούσαν στην κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, ήτοι ένα πιστόλι, καθώς και άλλες που σχετίζονται με τα διαδραματισθέντα γεγονότα μέχρι την σύλληψη του και τον τραυματισμό αστυνομικού. Επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 3 ½ χρονών για την κατοχή και μεταφορά του πιστολιού και άλλες μικρότερες ποινές φυλάκισης σε άλλες κατηγορίες. Είχε μία προηγούμενη καταδίκη και η συνήγορος του έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι το πιστόλι δεν ήταν έμφορτο, δεν κατείχετο για να προβεί σε εγκληματική πράξη και ότι το κατείχε για να βοηθήσει τον αδελφό του που ήταν κατάδικος στις κεντρικές φυλακές. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 438, 439: «Το πιο κάτω σκεπτικό που προβάλλεται στην πρωτόδικη απόφαση αναφορικά με αδικήματα κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, είναι κατά την άποψη μας, ορθό και το παραθέτουμε αυτούσιο. "H διάπραξη των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων είναι από τα πιο σοβαρά της ποινικής μας νομοθεσίας και αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό τόσο από τις προβλεπόμενες ποινές όσο και από τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται. Πρόκειται για αδικήματα τα οποίας ως εκ της φύσης τους εμπεριέχουν τον κίνδυνο κατά της σωματικής ακεραιτότητας συνανθρώπων μας, της ζωής τους ή εκφοβισμού τους και ως εκ τούτου οι ποινές οι οποίες θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να εμπεριέχουν τον αποτρεπτικό τους χαρακτήρα ενόψει των κινδύνων που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά τους αλλά τις δοκιμασίες στις οποίες έχει εκτεθεί η κυπριακή κοινωνία από την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεοδούλου ν. Δημοκρατίας,
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 206: «Η παράνομη κατοχή όπλων υπονομεύει την έννομη τάξη, οδηγεί στην αναρχία και δημιουργεί αίσθημα ανασφάλειας στου νομιμόφρονες πολίτες, στοιχείο που δεν έχει θέση σε μια Δημοκρατική κοινωνία»". Πιο κάτω ανέφερε τα ακόλουθα: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων τα οποία έχει παραδεχθεί ο εφεσείων και ιδιαιτέρως τα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου, Κατηγορίας Β, καταφαίνεται και από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή (άρθρο 51 του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 2004 (Ν.113(Ι)/2004). Ήτοι, ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €42.715,04 ή σε αμφότερες τις ποινές, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας δήμευσης ή καταστροφής του όπλου. Η κατοχή πιστολιού, έστω και για το λόγο που ανέφερε η συνήγορος του εφεσείοντα ενώπιον μας, σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα ήταν για καλό σκοπό. Σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία, από την ανεξέλεγκτη κατοχή όπλων έχει υποστεί ανεπανόρθωτη καταστροφή, δεν μπορούν παρά τα δικαστήρια να αντικρίζουν αδικήματα αυτής της μορφής με τη δέουσα σοβαρότητα. Εκ προοιμίου η παράνομη κατοχή όπλου υπονομεύει την έννομη τάξη, δημιουργεί ανασφάλεια και τείνει να οδηγήσει άτομα σε εκδήλωση εγκληματικής δραστηριότητας που στοχεύει στην επιβολή του νόμου του ισχυρού, κάτι το οποίο δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να γίνει αποδεκτό σε βάρος των φιλήσυχων και νομιμοφρόνων πολιτών αυτού του κράτους. Η επιβληθείσα ποινή με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι υπερβολική, και η έφεση δεν μπορεί να έχει επιτυχία». Στην Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 169 τονίστηκε ότι «Το είδος του πυροβόλου όπλου έχει σημασία. Και αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού.» Στην εν λόγω υπόθεση αφού λήφθηκαν υπόψη διάφοροι μετριαστικοί παράγοντες, ποινή φυλάκισης 2,5 ετών που επιβλήθηκε για τη χρήση κυνηγετικού όπλου, κρίθηκε υπερβολική και μειώθηκε σε 18 μήνες. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια αδικήματα που αφορούν σε παράνομη κατοχή, μεταφορά και χρήση πυροβόλων όπλων, παρουσιάζουν έξαρση και σε τέτοια περίπτωση το στοιχείο της αποτροπής υπερτερεί έντονα. Στην υπόθεση Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, λέχθηκε πως η αυξητική τάση του εγκλήματος θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, δηλαδή με την ανύψωση των ποινών. Όπως αναφέρθηκε και στην Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551, εκεί που παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών προς αποτροπή. Ο κατηγορούμενος εδώ βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη που αφορά στο αδίκημα της απόπειρας ένοπλης ληστείας και της οπλοφορίας προς διέγερση τρόμου, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν στις 20.2.2014. Ο κατηγορούμενος διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα κατέχοντας και χρησιμοποιώντας κοντόκαννο κυνηγετικό όπλο. Ως ελέχθη, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 2877/14 στις 30.6.2014 επέβαλε σε αυτόν για τα πιο πάνω αδικήματα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 και 2 μηνών αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε τον Αύγουστο του 2014 μετά από αναστολή της ποινής του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για περίοδο τριών ετών. Στις 11.10.2014 διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Δυστυχώς, όπως διαφαίνεται, δύο περίπου μήνες μετά την αποφυλάκισή του επέδειξε και πάλι παραπτωματική συμπεριφορά η οποία έχει σχέση και πάλι με πυροβόλα όπλα. Ισχύουν τα όσα λέχθηκαν στην Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 534, 539: «Εκεί ήταν που είχε την ευκαιρία ο εφεσείων να αποδείξει την πραγματική μεταμέλεια και αποχή του από την παρανομία. Δυστυχώς όμως, το μόνο που έπραξε ήταν να αποδυθεί ξανά σε ένα νέο κύκλο παράνομης δραστηριότητας, γεγονός που αποδυναμώνει την πειστικότητα της έκκλησής του για άλλη ευκαιρία.» Ως γνωστό, κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία όμως των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565). Μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα προσεγγίσουμε την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου την αρχή της συνολικότητας της ποινής η οποία δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις επιβολής διαδοχικών ποινών και τις περιπτώσεις όπου ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής αλλά καλύπτει και την περίπτωση ενεργοποίησης προηγούμενης ποινής η οποία αναστάληκε με προεδρική χάρη όπως και στην προκείμενη περίπτωση (βλ. Ηρακλέους ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Όπως διαφαίνεται, στον κατηγορούμενο επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 και 2 μηνών στις 30.6.2014 και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου αποφυλακίστηκε μετά από αναστολή της ποινής από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας για περίοδο 3 ετών. Μας έχει λεχθεί πως ουσιαστικά παραμένουν ακόμη δύο μήνες από τις ποινές φυλάκισης για να εκτίσει ο κατηγορούμενος. Ως έχουμε ήδη αναφέρει, λαμβάνουμε υπόψη το γεγονός αυτό. Δεν παραβλέπουμε τις οικογενειακές - προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου όπως αυτές εκτίθενται στην κοινωνική έρευνα και όπως αναπτύχθηκαν από τη συνήγορό του. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 57 ετών. Μετά τη σύλληψη του για την παρούσα υπόθεση, η σύζυγος του καταχώρησε αίτηση διαζυγίου. Είναι πατέρας τριών ενηλίκων παιδιών ηλικίας 37, 32 και
  1. Τα δύο μεγαλύτερα του παιδιά είναι έγγαμα και ο μικρότερος είναι φοιτητής. Η σύζυγος του εργάζεται με εποχιακή απασχόληση. Ο κατηγορούμενος τα τελευταία χρόνια είναι άνεργος και λόγω της έλλειψης εργασιακής απασχόλησης άρχισε τη χρήση αλκοόλ την οποία διέκοψε πριν δύο χρόνια. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με τα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσιάστηκαν, ο κατηγορούμενος πάσχει από αρτηριακή υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, τύπου ΙΙ, δυσλιπιδαιμία και σοβαρή στεφανιαία νόσο. Υποβλήθηκε τρεις φορές σε αγγειογραφία, η τελευταία στις 19.7.2011 η οποία κατέδειξε αθηρωματικά αγγεία τα οποία δεν επιδέχονται αγγειοπλαστική. Συνεστήθη αντιαιμοπεταλιακή αγωγή εφόρου ζωής. Παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα στα εξωτερικά ιατρεία, ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή και κατά καιρούς υποβάλλεται σε καρδιολογικές εξετάσεις. Αντιμετωπίζει καταθλιπτική κλινική εικόνα και χρήζει παρακολούθησης. Σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 18.12.2014 μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου παρουσιάζει σταδιακή επιδείνωση υπό το βάρος και των δικαστικών του εμπλοκών, της κράτησης του και των οικογενειακών και κοινωνικών αρνητικών συνεπειών. Χρήζει σταθερής ψυχοθεραπευτικής παρακολούθησης και υποστήριξης. Θα λάβουμε υπόψη όλα τα πιο πάνω προς όφελος του κατηγορουμένου. Σε σχέση με τα προβλήματα υγείας του και σε σχέση με τους άλλους μετριαστικούς παράγοντες, παραπέμπουμε στην υπόθεση Κωνσταντίνος Ευριπίδου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 187/13, απόφαση ημερ. 22.5.
  2. Στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135 λέχθηκε ότι «Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.» Σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων στις οποίες έκανε αναφορά η κα Νεοφύτου, και τις οποίες λαμβάνουμε υπόψη, θα πρέπει να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα. To oυσιώδες εδώ είναι ότι ο κατηγορούμενος κατείχε και μετέφερε παράνομα στις 11.10.14 όχι ένα αλλά δύο πυροβόλα όπλα και φυσιγγιοθήκες. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε από αυτή την παρανομία να αποκομίσει οικονομικό όφελος αφού συμφώνησε με τρίτο πρόσωπο να του τα πωλήσει έναντι €5.500. Είπε βεβαίως ο κατηγορούμενος στο τρίτο πρόσωπο να παραδώσει τα όπλα στην Αστυνομία όταν θα τα παραλάμβανε δυνάμει αγοράς, όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να γνωρίζει αν το τρίτο πρόσωπο θα τα έδιδε τελικά στην Αστυνομία ή που αυτά θα κατέληγαν στη συνέχεια. Κατ' επέκταση ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν από τρίτα πρόσωπα για παράνομο σκοπό ήταν υπαρκτός. Ορθά η κα Νεοφύτου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος «δεν μπορούσε να ελέγξει τι θα έκανε εν τέλει ο μάρτυρας κατηγορίας 1, όμως στη συνομιλία τους γι' αυτή τη συναλλαγή ο κατηγορούμενος 1 αυτό είχε εισηγηθεί στον μάρτυρα κατηγορίας 1, δηλαδή να τα παραδώσει ώστε να επωφεληθεί ο μάρτυρας κατηγορίας 1.». Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδουμε στην παραδοχή του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία ήταν άμεση. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 ΑΑΔ 28). Bεβαίως δεν αγνοούμε ότι ο κατηγορούμενος ουσιαστικά συνελήφθηκε επ' αυτοφώρω να κατέχει παράνομα τα όπλα και τις φυσιγγιοθήκες, λίγο πριν τα παραδώσει σε τρίτο πρόσωπο. Στην υπόθεση Inloo v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 441 λέχθηκε ότι «Η σημασία της παραδοχής και της μεταμέλειας, η οποία είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα, δεν επιδρά κατά τρόπο απόλυτο. Εξαρτάται πάντοτε από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Όταν η μαρτυρία για απόδειξη του αδικήματος είναι συντριπτική, η παραδοχή είναι μικρής σημασίας μέχρι και ανύπαρκτη, οπόταν η ποινή που επιβάλλεται αντανακλά πλήρως τη σοβαρότητα του αδικήματος.» Εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος εδώ θα έχει έκπτωση στην ποινή συνεπεία της παραδοχής του. Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, καταλήξαμε ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, τα προβλήματα υγείας του, η άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η απολογία και μεταμέλειά του καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μας, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης. Κρίνουμε ως αρμόζουσες τις ακόλουθες ποινές, τις οποίες και επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο: Σε κάθε μια από τις κατηγορίες 4 και 6 που αφορούν στα αδικήματα της μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Α, ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Στις κατηγορίες 3 και 5 που αφορούν στα αδικήματα της κατοχής των ίδιων πυροβόλων όπλων κατηγορίας Α, δεν επιβάλλεται ποινή καθότι τα γεγονότα των κατηγοριών αυτών ουσιαστικά εμπεριέχονται στα γεγονότα των κατηγοριών 4 και 6, στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 34). Στην κατηγορία 7 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση και δη από τις 11.10.14. Έχοντας ενώπιον μας το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, βρίσκουμε ότι οι πιο πάνω ποινές είναι αυτές που αρμόζουν σε αυτόν και ως εκ τούτου, οι επιβληθείσες ποινές αποφασίζουμε να συντρέχουν με τις επιβληθείσες από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας ποινές στην υπόθεση αρ. 2877/14 (βλ. Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443 και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 26). Τα επίδικα όπλα και οι φυσιγγιοθήκες κατάσχονται και δημεύονται. Το όχημα με αρ. εγγραφής ΑΑΝ782 όπως και το κινητό τηλέφωνο μάρκας Nokia να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους. Τα υπόλοιπα τεκμήρια κατάσχονται και να καταστραφούν. (Υπ.) .............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΔΔ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά-Κατοχή πυροβόλου όπλου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.