← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστόδουλος Ασπρογένης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26282/12, 27/2/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστόδουλος Ασπρογένης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 26282/12, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B29 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26282/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Και

  1. Χριστόδουλος Ασπρογένης
  2. Παναγιώτης Αριστοτέλους Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 27.2.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Γιά κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Κονναρής Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Σ Κωνσταντινίδης Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν συνολικά τρείς κατηγορίες, για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), κατά παράβαση των άρθρων 371, 294(α), 255 και 20 του Κεφ.154, της διάρρηξης καφενείου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος (2η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων 295 και 20 του Κεφ. 154 και της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός (3η κατηγορία) κατά παράβαση των άρθρων, 296(γ) και 20 του Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι στις 26.10.11 συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα δηλαδή τη διάρρηξη καφενείου και κλοπή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι την ίδια ημερομηνία διέρρηξαν και εισήλθαν στο καφενείο ΗΛΕΙΑΣ 17 Εμπορικό Κέντρο Αγίας Φύλας με σκοπό τη διάπραξη της κλοπής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι την ίδια πιο πάνω ημερομηνία είχαν στη κατοχή τους διαρρηκτικό όργανο εν καιρώ νυκτός δηλαδή ένα λιβέρι χωρίς νόμιμη δικαιολογία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον ιδιοκτήτη του καφενείου Αντώνη Αντωνίου (ΜΚ1) και τον γείτονα του πρώτου που επίσης ονομάζεται Αντώνης Αντωνίου (ΜΚ2). Οι γραπτές καταθέσεις των υπόλοιπων μαρτύρων καθώς και η σχετική με την υπόθεση έκθεση των αποτελεσμάτων της εξέτασης δακτυλικών αποτυπωμάτων του εργαστηρίου δακτυλοσκοπίας της αστυνομίας κατατέθηκαν από τους συνηγόρους ως παραδεκτά γεγονότα και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο (Τεκμήρια 1-8, 10 και 11). Κατατέθηκε επίσης παραδεκτό γεγονός ότι λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τους δύο κατηγορούμενους (Τεκμήρια 9 και 12). Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα στις 26.10.11 η αστυνομία ανέλαβε τη διερεύνηση υπόθεσης συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και απόπειρα διάπραξης του καφενείου με την ονομασία Ηλείας 17 Εμπορικό Κέντρο Αγίας Φύλας καθώς και κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύκτας. Για τα αδικήματα κατηγορήθηκαν γραπτώς οι κατηγορούμενοι 1 και 2 οι οποίοι αρνήθηκαν ενοχή. Από τη σκηνή ο αστυφύλακας 1991 απέσπασε αποτυπώματα επί σπασμένου γυαλιού παραθύρου εξωτερικά και εσωτερικά τα οποία παραδόθηκαν για εξετάσεις στο εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας του Αρχηγείου Αστυνομίας. Με βάση τα αποτελέσματα των εξετάσεως τα αποτυπώματα δεν ανήκουν στους κατηγορούμενους. Οι κατηγορούμενη 1 και 2 στις 2.11.11 συνελήφθησαν για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της απόπειρας διάρρηξης και της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός και την ίδια ημερομηνία λήφθηκε από αυτούς ανακριτική κατάθεση. Ο ΜΚ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και αντεξετάστηκε μόνο από το συνήγορο του κατηγορούμενου
  4. Ανέφερε ότι στις 26.10.
  5. περί η ώρα 0108 του τηλεφώνησε ένας γείτονα του καφενείου και συγκεκριμένα ο ΜΚ2 και του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 κρατώντας ένα λιβέρι έσπασε ένα από τα τζάμια του καφενείου και μόλις τον αντιλήφθηκε εγκατέλειψε το μέρος. Αμέσως πήγε στο καφενείο και διαπίστωσε ότι το τζάμι στην ανατολική πλευρά του κτιρίου ήταν σπασμένο αλλά από το καφενείο δεν κλάπηκε οτιδήποτε. Αναγνώρισε τους κατηγορούμενους οι οποίοι ανέφερε ότι ήταν θαμώνες του καφενείου του. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι ο ίδιος πληροφορήθηκε το γεγονός από τον ΜΚ2 και κατά την άφιξη του στη σκηνή δεν εντόπισε εκεί οποιοδήποτε λιβέρι ή ξύλο. Ανέφερε επίσης ότι η μόνη ζημιά που υπήρχε ήταν το σπασμένο τζάμι και δήλωσε πως δεν έχει πλέον παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου 1 ούτε και έχουν διαφορές μεταξύ τους. Ερωτηθείς σχετικά απάντησε ότι κατά το επίδικο χρόνο το καφενείο του ήταν κλειστό αλλά υπήρχε στο μπροστινό μέρος αναμμένο φως. Ο ΜΚ 1 μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Κατά την ένορκη κατάθεση του αναφέρθηκε στα όσα διαπίστωσε ο ίδιος όταν μετέβηκε στο καφενείο μετά που τον ειδοποίησε ο ΜΚ2 χωρίς να προσπαθήσει με οποιοδήποτε τρόπο να παραποιήσει τα γεγονότα. Ο ΜΚ2 επίσης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε ότι διαμένει απέναντι από το καφενείο σε απόσταση 30 μέτρων. Εκείνο το βράδυ περί η ώρα 0100 άκουσε το σκύλο του να γαβγίζει και αφού βγήκε έξω είδε ένα αυτοκίνητο να βρίσκεται σταθμευμένο έξω από το καφενείο και δύο άτομα να επιβαίνουν σε αυτό. Στη συνέχεια είδε το αυτοκίνητο να φεύγει και πήγε να ξαπλώσει. Σε χρονικό διάστημα 2-3 λεπτών γάβγισε ξανά ο σκύλος και ο ίδιος βγήκε έξω για δεύτερη φορά. Τότε είδε το ίδιο αυτοκίνητο να σταθμεύει έξω από το καφενείο και ένα άτομο να βρίσκεται μέσα σε αυτό. Στη συνέχεια είδε ένα δεύτερο άτομο να κρατά ένα λιβέρι και να σπάζει το τζάμι του καφενείου. Είδε καθαρά ότι το άτομο αυτό ήταν ο κατηγορούμενος 1 τον οποίον γνωρίζει προσωπικά διότι ήταν θαμώνας του καφενείου. Το άτομο που παρέμεινε μέσα στο αυτοκίνητο μόλις αντιλήφθηκε τι έγινε ξεκίνησε το αυτοκίνητο και έφυγε από τη σκηνή. Ο ΜΚ2 δεν είδε το πρόσωπο του δήλωσε όμως πως γνωρίζει ότι το συγκεκριμένο χρόνο το αυτοκίνητο που είδε το οδηγούσε ο κατηγορούμενος 2 ο οποίος επίσης ήταν θαμώνας του καφενείου. Αντεξεταζόμενος παρέμεινε σταθερός στα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του χωρίς η αξιοπιστία του να κλονισθεί σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του. Η βεβαιότητα του ότι το πρόσωπο που είδε να σπάζει το τζάμι του καφενείου ήταν ο κατηγορούμενος 1 υποστηρίζεται και από την ομολογία του τελευταίου στην ανακριτική κατάθεση του και το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Όπως επίσης η δήλωση του μάρτυρα ότι κατά τον επίδικο χρόνο το συγκεκριμένο αυτοκίνητο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο 2 υποστηρίζεται από την ανακριτική κατάθεση του τελευταίου στην οποία δηλώνει ότι είναι αυτός που μετέφερε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε τον κατηγορούμενο 1 στο μέρος που βρίσκεται το καφενείο. Η ώρα που ισχυρίσθηκε ο ΜΚ2 ότι έλαβαν χώρα τα γεγονότα επίσης συνάδει με την ανακριτική κατάθεση και των δύο κατηγορούμενων όπου δηλώνουν ότι μετέβηκαν στο μέρος μετά τα μεσάνυχτα. Επίσης ο ΜΚ2 με έπεισε για την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι ο κατηγορούμενος έσπασε το τζάμι του καφενείου κρατώντας ένα λιβέρι αφού για το αναφερόμενο ζήτημα υπήρξε σταθερός σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Σημειώνεται πως ανέφερε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι από απόσταση 4-5 μέτρων είδε τον κατηγορούμενο 1 να κρατά το λιβέρι. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με τα όσα ο ίδιος είχε την ευκαιρία να δει γίνεται αποδεκτή. Η θέση του όμως ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε σκοπό αλλά δεν πρόλαβε να μπει μέσα στο καφενείο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού πρόκειται για ένα δικό του υποθετικό συμπέρασμα που δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία και ή άλλα στοιχεία. Μετά από την κλήση των κατηγορούμενων σε απολογία, ο κατηγορούμενος 1 επέλεξε και προέβη σε ανώμοτη δήλωση δηλώνοντας ότι είναι αθώος, ενώ ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να προσκομίσουν οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Η ανόμωτη δήλωση έχει κάποια αξία, η οποία θα πρέπει να εξετασθεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια, που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (βλ. Ονησιφόρου v. The Police

(1987)2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός v. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή κατάρριψη γεγονότων αλλά από το περιεχόμενο της μπορεί να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η ανώμοτη δήλωση (όπως και η σιωπή) σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). H ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. Μαυρικίου v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 80/06, ημερ. 4/7/2007). Στην προκείμενη περίπτωση η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 1 δεν έχει οποιαδήποτε πειστική αξία. Αναφορικά με το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεση των δύο κατηγορούμενων σημειώνεται πως ο κατηγορούμενος 2 στην ανακριτική κατάθεση του παραδέχεται ότι είναι αυτός που μετέφερε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε τον κατηγορούμενο 1 στο μέρος που βρίσκεται το αναφερόμενο καφενείο. Ο δε κατηγορούμενος 1 στη δική του ανακριτική κατάθεση ομολογεί ότι έσπασε το γυαλί της πόρτας του καφενείου. Η δήλωση του ότι έσπασε το γυαλί της πόρτας του καφενείου είναι δυσμενής για τον ίδιο. Εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ότι αφού πρόκειται περί ενοχοποιητικής δήλωσης, ποιος ο λόγος, αν δεν ήταν αληθινή, να την κάνει ο κατηγορούμενος 1 και μάλιστα στη αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Για το λόγο αυτό θεωρώ, ότι θα πρέπει να δεχθώ ως αληθινό το περιεχόμενο της πιο πάνω δήλωσης του κατηγορούμενου 1. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ακόμα και τότε που βρισκόταν σε ισχύ ο αποκλειστικός κανόνας της εξ' ακοής μαρτυρίας, τέτοιες δηλώσεις προς την Αστυνομία, γίνονταν αποδεχτές ως μαρτυρία εναντίον του καταθέτοντος, ως εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Στο σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Κακογιάννη, 1983 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 151: «αν τέτοιες καταθέσεις (του κατηγορουμένου προς την αστυνομία) είναι δυσμενείς για τον κατηγορούμενο, τότε, αν έγιναν θεληματικά, γίνονται δεχτές ως μαρτυρία εναντίον του». Δεν θα μπορούσε να λεχθεί το ίδιο για δηλώσεις που περιέχονται στην αρχική κατάθεση του κατηγορούμενου, οι οποίες αποτελούν μη ενοχοποιητικές ή ευνοϊκές για τον κατηγορούμενο δηλώσεις. Σύμφωνα με την απόφαση στην Αγγλική υπόθεση R.V. Storey
(1968)52 Cr. App Rep. 334 όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα στη δίκη καταθέσει ενόρκως και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή όπως και η κατάθεση του . Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 26.10.11 η αστυνομία ανέλαβε τη διερεύνηση υπόθεσης συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος , απόπειρας διάπραξης του καφενείου με την ονομασία Ηλείας 17 Εμπορικό Κέντρο Αγίας Φύλας και κατοχής διαρρηκτικών οργάνων κατά τη διάρκεια της νύκτας. Για τα αδικήματα κατηγορήθηκαν γραπτώς οι κατηγορούμενοι 1 και 2 οι οποίοι αρνήθηκαν ενοχή. Από τη σκηνή ο αστυφύλακας 1991 απέσπασε αποτυπώματα επί σπασμένου γυαλιού παραθύρου εξωτερικά και εσωτερικά τα οποία παραδόθηκαν για εξετάσεις στο εργαστήριο Δακτυλοσκοπίας του Αρχηγείου Αστυνομίας. Με βάση τα αποτελέσματα των εξετάσεων τα αποτυπώματα δεν ανήκουν στους κατηγορούμενους. Ο ΜΚ2 ο οποίος διαμένει απέναντι από το αναφερόμενο καφενείο κατά το επίδικο χρόνο περί η ώρα 0100 άκουσε το σκύλο του να γαβγίζει και αφού βγήκε έξω είδε ένα αυτοκίνητο να βρίσκεται σταθμευμένο έξω από το καφενείο και δύο άτομα να επιβαίνουν σε αυτό. Στη συνέχεια είδε το αυτοκίνητο να φεύγει και πήγε να ξαπλώσει. Σε χρονικό διάστημα 2-3 λεπτών γάβγισε ξανά ο σκύλος και ο ίδιος βγήκε έξω για δεύτερη φορά. Τότε είδε το ίδιο αυτοκίνητο να σταθμεύει έξω από το καφενείο και ένα άτομο να βρίσκεται μέσα σε αυτό. Στη συνέχεια είδε τον κατηγορούμενο 1 κρατώντας ένα λιβέρι να σπάζει με αυτό το τζάμι του καφενείου. Αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 2 με το αυτοκίνητο που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο μετέφερε τον κατηγορούμενο 1 στο μέρος που βρίσκεται το αναφερόμενο καφενείο. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στις 2.11.11 συνελήφθησαν για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της απόπειρας διάρρηξης και της κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός και την ίδια ημερομηνία λήφθηκε από αυτούς ανακριτική κατάθεση. Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον πρόκειται για ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαρίτωνος κ.α ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R 40. (βλ. επίσης Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Το αδίκημα της 1ης, κατηγορία βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 που προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια ποινή». Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί τη βάση της κατηγορίας και συνίσταται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει μόνο στο στάδιο της πρόθεσης και είναι χωρίς σημασία εάν αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία είχαν συμφωνηθεί. Επιπρόσθετα κάποιος συνωμότης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν ολοκληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που κάθε ένας από τους συνωμότες έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης και η οποία λαμβάνει την μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «....Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνοιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L., 328, O´Connelli v. R.
(1844)5 St.Tr.(N.S.) 1, R. V. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035, παρ. 28-4». Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα : «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (βλ. R. V. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. V. Mills, 47 Cr. App. R.49, R. V. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. V. O´Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παραγρ. 28-9». Είναι απαραίτητο δηλαδή συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη, όπως αυτές στην υπό εξέταση περίπτωση. Με τη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί, δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι στοιχειοθετείται στο βαθμό που απαιτείται δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της συνομωσίας. Με τη 2η κατηγορία οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν το αδίκημα της διάρρηξης καφενείου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος σε αυτό δηλαδή τη διάπραξη της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 295 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Πριν προχωρήσω να εξετάσω αν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος θα πρέπει να σημειώσω ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα οι κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν γραπτώς για το αδίκημα της απόπειρας διάρρηξης του καφενείου. Το δικαστήριο όμως θα εξετάσει το αδίκημα που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν με βάση το κατηγορητήριο υπογραμμίζοντας ότι η εξέταση της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.191). Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) Η διάρρηξη και η είσοδος σε κατάστημα ή σε σχολικό κτίριο ή αποθήκη ή γραφείο ή λογιστήριο ή σε κτίριο που συνοδεύει κατοικία και που κατέχεται μαζί με αυτό, όμως δεν αποτελεί τμήμα της (β) με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σ΄ αυτό. Ο ορισμός της διάρρηξης παρέχεται στο άρθρο 291 του Κεφ.154 και περιλαμβάνει άνοιγμα με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο. Στο ίδιο άρθρο δίδεται και ο ορισμός της εισόδου που είναι όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματός ενός ατόμου ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Δηλαδή κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αµέσως όταν οποιοδήποτε µέρος του σώµατος του ή οποιοδήποτε µέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Στη προκειμένη περίπτωση αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος 1 έσπασε το τζάμι του καφενείου. Ελλείπει όμως οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτός εισήλθε στο καφενείο, με την έννοια του όρου «εισέρχεται» στα άρθρα 291 και 295 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Ελλείπει επίσης οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει οποιαδήποτε προσπάθεια του κατηγορούμενου 1 για την διενέργεια του ανοίγματος του παράθυρου ή της πόρτας του καφενείου ούτως ώστε να πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος 1 είχε σκοπό να διαπράξει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα μ΄ αυτή του την προσπάθεια. Το σπάσιμο του τζαμιού ήταν μια έκδηλη πράξη που όμως από μόνη της δεν αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε σκοπό να εισέλθει εντός του καφενείου για να διαπράξει κλοπή. Συνεπεία αυτής της κατάληξης ούτε και ο κατηγορούμενος 2 μπορεί να βρεθεί ένοχος για το αδίκημα της 2ης κατηγορίας ως συναυτουργός, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Κρίνεται συνεπώς ότι η κατηγορούσα αρχή δεν έχει αποδείξει στο βαθμό που έχει υποχρέωση δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας για κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά την διάρκεια της νύχτας, καθορίζεται στο άρθρο 296 (γ) του Ποινικού Κώδικα που έχει ως ακολούθως:
  3. Όποιος ενδέχεται να βρεθεί κάτω από οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις, δηλαδή - . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . .. . (γ) έχει στην κατοχή του διαρρηκτικό όργανο κατά την διάρκεια της νύχτας χωρίς νόμιμη δικαιολογία γι' αυτό της οποίας φέρει και το βάρος απόδειξης . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . .. . Είναι ένοχος κακουργήματος . . . . . Παρόμοιο αδίκημα με το επίδικο προβλεπόταν από το άρθρο 28
(2)του Αγγλικού Larceny Act 1916 . Η εν λόγω αγγλική διάταξη αναφέρεται συγκεκριμένα σε κάποια διαρρηκτικά όργανα αλλά δεν περιορίζεται σε αυτά εφόσον περιλαμβάνει και «other implement of housebreaking». Έτσι ως έχει η φράση αυτή ερμηνευθεί διαρρηκτικό όργανο θεωρείται οποιοδήποτε όργανο το οποίο από τη φύση του μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διάρρηξης παρά το ότι η συνήθης χρήση του είναι για νόμιμο σκοπό (βλ. Archbold 35th ed. par. 1851). Όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και το βάρος απόδειξης διαφωτιστικά είναι τα όσα αναφέρονται στην R v. Patterson
(1962)1 All E.R 340: «It seems to the court that, in the first instance, the prosecution must prove that the prisoner was found in possession by night of either an implement which can properly be described as one of those specifically named in the section, or of an implement capable in fact of being used as a housebreaking implement from its common though not exclusive use for that purpose or from the particular circumstances of the case in question. Once possession of such an implement has been shown, the burden shifts to the prisoner to prove on the balance of probabilities that there was lawful excuse for his possession of the implement at the time and place in question.» Περαιτέρω στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος δεν απαιτείται να αποδειχθεί από την κατηγορούσα αρχή και το ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να χρησιμοποιήσει το διαρρηκτικό όργανο για σκοπούς διάρρηξης. Όσον δε αφορά την κατοχή αυτή έχει την έννοια της φυσικής κατοχής (βλ. Archbold 35th ed. par. 1851). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία κατοχή ενός αντικειμένου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71 λέχθηκε σχετικά ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss ανωτέρω και Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος 1 κατά τη διάρκεια της νύκτας είχε στην κατοχή του ένα λιβέρι το οποίο χρησιμοποίησε για να σπάσει το τζάμι του καφενείου. Πρόκειται για εργαλείο που κατά την κρίση μου είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διάρρηξης. Ως εκ τούτου το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους της υπεράσπισης να αποδείξει ότι υπάρχει νόμιμη δικαιολογία για την κατοχή αυτού του οργάνου. Ο κατηγορούμενος 1 όμως απέτυχε σε αυτή του την υποχρέωση δεδομένης της κατάληξης του δικαστηρίου ότι η ανόμωτη δήλωση του δεν έχει οποιαδήποτε πειστική αξία. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η 3η κατηγορία έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου
  1. Το ίδιο δεν ισχύει για τον κατηγορούμενο 2 αφού καμία θετική μαρτυρία τέθηκε ενώπιον μου που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 2 με την διάπραξη του αδικήματος της 3ης κατηγορίας. Με βάση όλα τα πιο πάνω ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στη 1η και 2η κατηγορία ενώ βρίσκεται ένοχος στη 3η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις τρείς κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. €80 να πληρωθούν από τον κατηγορούμενο
  2. (Υπ.).......... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Ref. Diarrixi -klopi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.