Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. EL SAKA Hussein Ahmed Aly ALY κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19441/12, 25/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B26 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19441/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και
- EL SAKA Hussein Ahmed Aly ALY
- EL NADY Samy Abdou Mohamed
- ASSAD Magdi Assad Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 25.2.15 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αβρααμίδης Για κατηγορούμενο 1:Κ. Γαβριηλίδης Για τον Κατηγορούμενο3 : κ. Γ. Κονναρής Κατηγορούμενοι1 και 3 παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 αντιμετωπίζουν συνολικά έξι κατηγορίες, για τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 371, 255 ,262 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης για τον κατηγορούμενο 2 τις κατηγορίες 1 μέχρι 4, αντιμετωπίζουν πλέον από κοινού οι κατηγορούμενοι 1 και 3 (από τώρα και στο εξής καλούμενοι «οι κατηγορούμενοι») και τις κατηγορίες 5 και 6 μόνο ο κατηγορούμενος
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 3ης κατηγορίας όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα δηλαδή κλοπή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 2ης και 4ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι στις 22.7.12 και μεταξύ της 13ης και 23ης Ιουλίου έκλεψαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΑΡ792 αξίας €6000 περιουσία του Θεόδωρου Εφραίμ και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DAJ 123 αξίας €900 περιουσία του Παύλου Παύλου. Σύμφωνα με τις με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 5ης και 6ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος 1 σε άγνωστη ημερομηνία συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 2 να διαπράξουν κακούργημα δηλαδή την κλοπή και την 23η Ιουλίου 2012 έκλεψαν το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΒΑΗ 101 αξίας €5000 περιουσία του Γιαννάκη Οδυσσέως. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής οι συνήγοροι των κατηγορουμένων εισηγήθηκαν ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.191). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου,
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοϊζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ΄ αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Προς απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίας, τον αστυφύλακα Χάρη Μπέρο (ΜΚ1), τον αστυφύλακα Αλέξανδρο Κωνσταντίνου (ΜΚ2) και τον Αντώνη Δημητρίου (Μ.Κ.3) και κατατέθηκαν επίσης 13 τεκμήρια. Σειρά δε γεγονότων, κατατέθηκαν από τους συνηγόρους και δηλώθηκαν παραδεκτά και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Κατατέθηκε επίσης δέσμη φωτογραφιών Τεκμ1 και το περιεχόμενο τους επίσης δηλώθηκε παραδεκτό και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Από τα παραδεκτά γεγονότα συνοπτικά καταγράφονται τα ακόλουθα: Στις 22.6.12 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον Θεόδωρο Εφραίμ ότι κλάπηκε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής ΗΑΡ
- Στις 24.7.12 με βάση πληροφορία ότι σε περιφραγμένο χώρο στη περιοχή Ύψωνα υπάρχουν κλοπιμαία αυτοκίνητα τα οποία αποσυναρμολογούνται από αλλοδαπούς η αστυνομία επισκέφθηκε το μέρος για έλεγχο και εκεί εντόπισε τον κατηγορούμενο 1 και τον πρώην κατηγορούμενο 2 οι οποίοι ασχολούνταν με την αποσυναρμολόγηση αυτοκινήτων σε εξαρτήματα με σκοπό την εξαγωγή τους. Στο μέρος κλήθηκε και ο ιδιοκτήτης του χώρου, ΜΚ3, ο οποίος ανέφερε ότι επέτρεψε στους αλλοδαπούς να χρησιμοποιήσουν το χώρο για κάποιες μέρες. Ακολούθως κατά τη έρευνα που διεξήχθη στο χώρο εντοπίσθηκε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΒΑΗ 101 και διάφορα εξαρτήματα αυτοκινήτων τα οποία είχαν καταγγελθεί ως κλοπιμαία μεταξύ αυτών και τα αυτοκίνητα που περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Στη συνέχεια λήφθηκαν φωτογραφίες από το αναφερόμενο χώρο ( τεκ.1). Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνελήφθησαν από την αστυνομία. Ο ιδιοκτήτης του χώρου ο οποίος επίσης συνελήφθηκε από την αστυνομία στην ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι στις 16.7.12 ο κατηγορούμενος 1 του ζήτησε και αυτός αποδέχθηκε να του ενοικιάσει το χώρο του για περίοδο 4-5 ημερών με σκοπό την κοπή αυτοκινήτων και την εξαγωγή των εξαρτημάτων τους στην Αίγυπτο. Για τις επόμενες μέρες ο κατηγορούμενος 1 μαζί με τον κατηγορούμενο 2 έφερναν στο χώρο αυτοκίνητα τα οποία και αποσυναρμολογούσαν. Ο κατηγορούμενος 1 στην ανακριτική κατάθεση του ανέφερε ότι είναι έμπορας εξαρτημάτων αυτοκινήτων και διατηρεί κατάστημα στην Αίγυπτο το οποίο προμηθεύει με εξαρτήματα από την Κύπρο. Ακολούθως συνελήφθηκε και ο κατηγορούμενος 3 ο οποίος αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση. Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο αστυφύλακας που παρέλαβε τα τεκμήρια της υπόθεσης και έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ιδιοκτήτη του επίδικου χώρου καθώς και από τους τρείς κατηγορούμενους (τεκ. 3-3Α.4-4Α,6-6Α και 9-9Α). Στις 8.8.12 διεξήγαγε διαδικασία αναγνώρισης προσώπου και συγκεκριμένα του κατηγορούμενου 3, με τη μέθοδο των φωτογραφιών. Η διαδικασία έλαβε χώρα στις Κεντρικές Φυλακές των Βρετανικών Βάσεων στη Δεκέλεια όπου βρισκόταν υπό κράτηση ο κατηγορούμενο
- Κατά την διαδικασία αναγνώρισης ο κατηγορούμενος 2 από τις φωτογραφίες υπέδειξε τον κατηγορούμενο 3 ως το πρόσωπο που τους παρέδωσε πέντε αυτοκίνητα τα οποία αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν κλοπιμαία. Οι φωτογραφίες που χρησιμοποιήθηκαν στη αναφερόμενη διαδικασία αναγνώρισης κατατέθηκαν από τον ΜΚ1 ως τεκμ.
- Ο ΜΚ2 είναι ο αστυφύλακας που έλαβε διάφορες φωτογραφίες κατά την διάρκεια της διαδικασίας αναγνώρισης και τις οποίες κατάθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμ.
- Ο ΜΚ3 είναι ο ιδιοκτήτης του αναφερόμενου χώρου στον οποίο ανεβρέθηκαν τα εξαρτήματα των κλοπιμαίων αυτοκινήτων. Ανέφερε ότι ενοικίασε το χώρο για λίγες μέρες στο κατηγορούμενο 1 για να κόψει αυτοκίνητα που ήταν η δουλειά του. Ακολούθως έβλεπε στο χώρο τον κατηγορούμενο 1 μαζί με ένα άλλο πρόσωπο που αργότερα πληροφορήθηκε από την αστυνομία ότι ήταν ο κατηγορούμενος
- Με βάση λοιπόν την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, την οποία δεν θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω στην ολότητα της και η οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν θα αξιολογηθεί, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση των συνηγόρων των κατηγορουμένων ξεκινώντας από το αδίκημα της συνομωσίας (1η, 3η και 5η κατηγορία). Τούτο βασίζεται στο άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 που προνοεί τα ακόλουθα: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια ποινή». Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στην συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη. Είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί τη βάση της κατηγορίας και συνίσταται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Δεν υπάρχει αδίκημα ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει μόνο στο στάδιο της πρόθεσης και είναι χωρίς σημασία εάν αυτό που τελικά πραγματοποιείται διαφέρει από αυτά τα οποία είχαν συμφωνηθεί. Επιπρόσθετα κάποιος συνωμότης, δεν απαλλάσσεται της ευθύνης που συμφώνησε να παίξει ρόλο στη συνωμοσία, αλλά αδιαφόρησε ως προς την τελική επιτυχία της συμφωνίας από την στιγμή που η συμφωνία ήταν ολοκληρωμένη. Η συμφωνία των συνωμοτών είναι αποτέλεσμα εξωτερίκευσης της σκέψης και κρυφής πρόθεσης που κάθε ένας από τους συνωμότες έχει στο μυαλό του, η οποία εκδηλώνεται με προώθηση της πρόθεσης και η οποία λαμβάνει την μορφή κοινών και αμοιβαίων διαβουλεύσεων οι οποίες καταλήγουν τελικά σε συμφωνία. Επομένως δεν είναι αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο σκοπό. Χρειάζεται απαραίτητα και αναγκαία συμφωνία μεταξύ τους για την επιδίωξη του παράνομου σκοπού. Στην υπόθεση Abdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «....Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνοιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R.
(1868)L.R. 34 H.L., 328, O´Connelli v. R.
(1844)5 St.Tr.(N.S.) 1, R. V. Aspinall
(1876)2 Q.B.D.48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035, παρ. 28-4». Στην σελίδα 144 της ίδιας απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα : «Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Ακολουθεί πως στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως ούτε συνωμοσία. Το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο μπορεί να είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να προκαθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (βλ. R. V. King and King
(1966)Crim. L.R. 280, R. V. Mills, 47 Cr. App. R.49, R. V. Walker
(1962)Crim. L.R. 458, R. V. O´Brien, 59 Cr. App. R. 222, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2039 παραγρ. 28-9». Είναι απαραίτητο δηλαδή συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη, όπως αυτές στην υπό εξέταση περίπτωση. Με τη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί, δεν έχει τεθεί κανένα απολύτως στοιχείο που να τείνει να καταδείξει την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όπως περιγράφεται πιο πάνω δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της συνομωσίας. Από τη στιγμή που τέτοια μαρτυρία δεν έχει παρουσιασθεί, σε καμία περίπτωση τα αδικήματα για συνωμοσία δεν θα μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν. Κρίνεται λοιπόν ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 δεν θα πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους στις κατηγορίες για συνωμοσία (1η, 3η και 5η κατηγορία). Ούτε και σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής (2η, 4η και 6η κατηγορία) η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί αποτελεί ικανοποιητική μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ότι οι κατηγορούμενοι έκλεψαν τα αυτοκίνητα που περιγράφονται στις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου έστω και εάν αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αυτά είχαν κλαπεί. Χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, σημειώνω ότι κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μου που να υποδεικνύει έστω και εκ πρώτης όψεως ότι είναι οι κατηγορούμενοι που διέπραξαν την κλοπή των αναφερόμενων αυτοκινήτων έτσι που να καθιστά την καταδίκη τους μία πραγματική δυνατότητα. Ουσιαστικά μοναδική μαρτυρία σε σχέση με τα αδικήματα της κλοπής προκύπτει από τις καταθέσεις του πρώην συγκατηγορούμενου τους, του κατηγορούμενου 2. Στη κατάθεση του ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι κατά το ουσιώδη χρόνο ήταν εργοδοτούμενος του κατηγορούμενου 1 και πληρωνόταν από αυτόν με το μεροκάματο. Κατά τη διαδικασία αναγνώρισης προσώπων αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 3 και στη συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι το πρόσωπο το οποίο έναντι καταβολής χρηματικού ποσού παρέδιδε στον κατηγορούμενο 1 τα αυτοκίνητα που εντοπίσθηκαν στο πιο πάνω αναφερόμενο χώρο. Είναι βασική αρχή της Ποινικής Δικονομίας ότι το περιεχόμενο κατάθεσης συγκατηγορούμενου δεν λαμβάνεται υπόψη εναντίον συγκατηγορούμενου του. Το γεγονός ότι έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια οι καταθέσεις του EL NADY Samy Abdou Mohamed, κατηγορούμενου 2, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο μπορεί να τις λάβει υπόψη. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη μαρτυρία κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου του κάτω από προϋποθέσεις και μετά από ένορκη μαρτυρία συγκατηγορούμενου, προϋποθέσεις που στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής δεν υπάρχουν. Είναι βασικός κανόνας απόδειξης ότι γραπτές καταθέσεις και προφορικές δηλώσεις ενός κατηγορούμενου αποτελούν μαρτυρία εναντίον αυτού. Όταν όμως με αυτές εμπλέκει ένα συγκατηγορούμενο του στη διάπραξη ενός αδικήματος δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία ενάντια στον συγκατηγορούμενο του εκτός αν ο τελευταίος ρητά ή εξυπακουόμενα υιοθετεί τις δηλώσεις του άλλου κατηγορουμένου και τις κάμνει δικές του. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για την ανώμοτη κατάθεση κατηγορουμένου για όσα αναφέρει ενάντια σε συγκατηγορούμενο του στο Δικαστήριο. Η ένορκη όμως μαρτυρία μπορεί να έχει αποδεικτική αξία και εναντίον του συγκατηγορούμενου. Είναι δηλ. αποδεκτή μαρτυρία η οποία θα αξιολογηθεί βέβαια από το Δικαστήριο (βλ. R. ν. Rudd
(1948)Cr. Αρρ. R. 138, R. ν. Gunewardene
(1951)35 Cr. Αρρ. R. 80, Miliotis v. The Police
(1971)2 C.L.R 292, Vrakas and another ν. The Republic
(1973)2 C.L.R 139, Κίτα ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 209, Malik κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ 36, Ευριπίδου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 337. Τα όσα επομένως στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει στις καταθέσεις του για τους κατηγορούμενους 1 και 3 δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία εναντίον των τελευταίων. Τούτου δεδομένου κρίνεται συνεπώς ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να οδηγεί σε συσχέτιση των κατηγορουμένων 1 και 3 με την κλοπή των αναφερόμενων αυτοκινήτων. Το γεγονός ότι τα αυτοκίνητα ήταν κλοπιμαία απογυμνωμένο από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία δεν είναι ικανό έστω και στο στάδιο αυτό να καταδείξει ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 εμπλέκονται στη κλοπή τους. Κατά συνέπεια είναι η κατάληξη μου ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, όπως έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου, απέτυχε να στοιχειοθετήσει ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 είχαν εμπλοκή στη διάπραξη των αδικημάτων της κλοπής των πιο πάνω αναφερομένων αυτοκινήτων αφού καμία θετική μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου που να συνδέει τους κατηγορούμενους στο βαθμό που απαιτείται με τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία στις κατηγορίες που εξετάσθηκαν ανωτέρω θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3 σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και συναφώς ο καθένας τους αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες που τον αφορούν. (Υπ.).......... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Ref. synomosia. klopi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο