Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Γεώργιος Ακριτίδης, Αρ. Υπόθεσης: 27028/12, 24/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B24 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27028/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Γεώργιος Ακριτίδης Ημερομηνία: 24.2.2015 Για κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για κατηγορούμενο: κ. N. Νεοφύτου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορίες κατοχής παραχαραγμένου νομίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5
(2)του περί Νομίσματος (Παραχάραξη και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 110
(1)/2004 (κατηγορία 1), κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 5
(1)του ίδου Νόμου (κατηγορία 2) και απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 3). Σύμφωνα με την κατηγορία 1, ο κατηγορούμενος την 17.10.10 στη Λεμεσό, κατείχε παραχαραγμένο νόμισμα, δηλ. ένα χαρτονόμισμα των €100 και προτίθετο να το χρησιμοποιήσει για πληρωμή εν γνώσει του ότι είναι παραχαραγμένο. Σύμφωνα με την κατηγορία 2, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο έθεσε σε κυκλοφορία το εν λόγω παραχαραγμένο νόμισμα. Τέλος στην κατηγορία 3 κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο με τις άλλες κατηγορίες, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από την Corina Georgiana Tolos από την Ρουμανία, υπάλληλο στο υποστατικό τόμπολα «ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ», το χρηματικό ποσό των €95 σε μετρητά και πιο συγκεκριμένα προσποιούμενος ότι το πιο πάνω χαρτονόμισμα ήταν γνήσιο και ενώ γνώριζε ότι ήταν παραχαραγμένο, το έδωσε στο πιο πάνω πρόσωπο για να αγοράσει μια κάρτα τόμπολας αξίας €5 και πήρε ρέστα €
- Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος στις 17.10.10 και ώρα 04:00 παρέδωσε στον Μ.Κ.1 το χρηματικό ποσό των €95 σε ένα χαρτονόμισμα των €50, ένα χαρτονόμισμα των €20, δύο χαρτονομίσματα των €10 και ένα χαρτονόμισμα των €
- Το χαρτονόμισμα (τεκμήριο 2) διακινήθηκε ορθά χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα συνοχής του από την παραλαβή του μέχρι και την κατάθεση του στο Δικαστήριο.
- Το εν λόγω χαρτονόμισμα (τεκμήριο 2) το εξέτασε ο ειδικός για την εξέταση χαρτονομισμάτων στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο του Αρχηγείου Αστυνομίας πραγματογνώμονας, Αστ. 975 Στέλιος Σοφοκλέους, ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση τεκμήριο 3, ημερ. 27.10.
- Το αποτέλεσμα της προαναφερόμενης εξέτασης ήταν ότι το εν λόγω χαρτονόμισμα των €100, χωρίς αριθμό, είναι πλαστό.
- Το τεκμήριο 5Β αποτελεί πιστή μετάφραση στα ελληνικά του τεκμηρίου 5Α (δηλ. της κατάθεσης του κατηγορούμενου στη ρωσσική γλώσσα, ημερ. 17.10.10).
- Το τεκμήριο 7Α δόθηκε στον κατηγορούμενο και υπογράφτηκε από αυτόν αμέσως μετά τη σύλληψη του.
- Ο κατηγορούμενος στις 18.10.10 επισκέφθηκε τον παθολόγο - καρδιολόγο Δρα Μ. Θεοδότου, παραπονούμενος για κεφαλαλγία, ζάλη μετά που όπως ανέφερε δέχθηκε χτύπημα στην κεφαλή από άλλα άτομα. Από την εξέταση του κατηγορούμενου διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε εκχύμωση τριχωτού της κεφαλής. Του συνεστήθηκε ανάπαυση και φαρμακευτική αγωγή (παυσίπονα). Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αρχιαστυφύλακας 2532 Αναστάσιος Παναγίδης, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Υπηρετεί στο Τ.Α.Ε Λεμεσού. Στις 17.10.10 και περί ώρα 02:30 καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού από τον Χρίστο Χριστοδούλου Κασιαούνα (Μ.Κ.3), ταμία στην τόμπολα «Παναθηναϊκός» στην Λεμεσό, ότι κάποιος πλήρωσε εκεί με χαρτονόμισμα, το οποίο πιθανόν να ήταν πλαστό. Ο μάρτυρας μετέβηκε στο μέρος μαζί με τον Α/Αστυφ.
- Εκεί εντόπισε τον Χριστοδούλου, ο οποίος η ώρα 02:50 του παρέδωσε ένα χαρτονόμισμα των €100, το οποίο πίστευε ότι ήταν πλαστό. Ο Χριστοδούλου είπε στον μάρτυρα ότι το εν λόγω χαρτονόμσμα δεν παραδόθηκε στον ίδιο αλλά σε κοπέλα γκαρσόνι, η οποία εργαζόταν εκεί, ονόματι Τζίνα. Από προκαταρτικό έλεγχο που ο μάρτυρας έκανε σε αυτό διαπίστωσε ότι εκ πρώτης όψεως δεν έφερε όλα τα απαραίτητα στοιχεία ενός γνήσιου χαρτονομίσματος δηλαδή δεν έφερε αριθμούς και ημερομηνία και απουσίαζε το ανάγλυφο στο μπροστινό μέρος, ενώ στο πίσω μέρος αναγράφεται στην ρωσική γλώσσα με κόκκινα γράμματα ότι το συγκεκριμένο χαρτονόμισμα δεν είναι πραγματικό και προφανώς ήταν πλαστό. Ταυτόχρονα ο Χριστοδούλου υπέδειξε στον μάρτυρα και το πρόσωπο που έδωσε το συγκεκριμένο χαρτονόμισμα εκεί στο υποστατικό. Από έλεγχο που διενήργησε ο μάρτυρας στα στοιχεία του προαναφερόμενου πρόσωπου διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, κάτοχο Ελληνικού δελτίου ταυτότητας από την Γεωργία και τώρα μόνιμο κάτοικο Κύπρου. Ακολούθως ο μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο και τον ακολούθησε στο Τμήμα όπου η ώρα 04:00 ο κατηγορούμενος του παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 95 ευρώ (1Χ50, 1Χ20, 2Χ10 και 1Χ5). Η ώρα 06:20 της ίδιας ημέρας στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Εντάξει». Στις 27.10.10 και ώρα 07:20 ο μάρτυρας παρέδωσε στην Γ/Αστυφ.1944 το πιο πάνω χαρτονόμισμα για να το μεταφέρει στο Εγκληματολογικό Εργαστήριο της ΥΠ.ΕΓ.Ε για διενέργεια επιστημονικών εξετάσεων με σκοπό να διαφανεί κατά πόσο είναι γνήσιο. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 2, σφραγισμένο διαφανές σακουλάκι εντός του οποίου βρίσκεται το προαναφερόμενο χαρτονόμισμα. Ανέφερε δε ότι παρέλαβε εκ νέου το τεκμήριο στις 17.11.14 από τον Αστ. 795 της ΥΠ.ΕΓ.Ε. Όσον αφορά τον επίδικο χώρο ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν εξοπλισμένος με κάμερες. Σαν εξεταστής της υπόθεσης δεν έλεγξε τις κάμερες και από ότι γνωρίζει κανένας δεν τις έλεγξε. Όσον αφορά την Τζίνα αυτή βρισκόταν στο χώρο όταν πήγε ο μάρτυρας και αυτός μερίμνησε να καλέσει διερμηνέα για να της πάρει κατάθεση στα Ρουμάνικα που ήταν η μητρική της γλώσσα. Όμως λόγω του ότι ήταν πολύ προχωρημένη η ώρα δεν μπόρεσε να βρει διαθέσιμο διερμηνέα και θα της λάμβανε κατάθεση το συντομότερο δυνατό. Ούτε την επόμενη ημέρα της λήφθηκε κατάθεση. Αναφορικάμε με το γιατί δεν λήφθηκε τελικά κατάθεση από την εν λόγω κοπέλα είπε ότι προσπάθησε μετά να την εντοπίσει όμως, όπως πληροφορήθηκε από τον ιδιοκτήτη, αυτή εγκατέλειψε το χώρο εργασίας της τρεις με τέσσερις ημέρες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ. 3430 Ελισσαίος Παπαελισσαίου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας στις 17.10.10 και μεταξύ των ωρών 08:10-09:20, στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο με την βοήθεια του διερμηνέα Ανδρέα Χάρπα. Κατάθεσε ως τεκμήριο 5Α την κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο στη μητρική του γλώσσα και ως τεκμήριο 5Β την μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης στα Ελληνικά. Βλέποντας το τεκμήριο 2 είπε ότι είναι όμοιο με αυτό που είχε στη κατοχή του και το έδειξε στον κατηγορούμενο κατά τη λήψη της κατάθεσης του. Εκτός από τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης ο μάρτυρας δεν έκανε άλλες ενέργειες για την υπόθεση. Τον κατηγορούμενο τον είδε λίγο πριν την έναρξη της κατάθεσης. Πριν από αυτό ο ανακριτής της υπόθεσης ενημέρωσε τον μάρτυρα για τα γεγονότα αυτής ώστε να μπορεί να ανακρίνει τον κατηγορούμενο. Πριν την έναρξη λήψης της κατάθεσης ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο ώστε να δει την πρόθεση του και πως θα προχωρούσαν. Σε αυτή την προφορική επικοινωνία που είχαν ο κατηγορούμενος του είπε τη θέση του. Ο λόγος που τέθηκαν στον κατηγορούμενο οι ερωτήσεις μετά το τέλος της γραπτής αφηγηματικής κατάθεσης του ήταν για να διευκρινιστούν τα ερωτήματα που προέκυψαν είτε μέσα από την προφορική είτε μέσα από την γραπτή ανάκριση. Δεν θυμάται ο μάρτυρας να είχε ο κατηγορούμενος αίμα στο κεφάλι του και να τον ρώτησε οτιδήποτε σχετικά. Σε καμία περίπτωση δεν ζήτησε από τον μάρτυρα να τον δει γιατρός γι' αυτό το θέμα. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος δεν έκανε παράπονο στο μάρτυρα ότι τον χτύπησαν συγκεκριμένοι άνθρωποι του Παναθηναϊκού. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε να επικοινωνήσει με το δικηγόρο του. Ούτε πριν την έναρξη της κατάθεσης ζήτησε κάτι τέτοιο. Εδώ να σημειωθεί ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου δήλωσε κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα ότι δεν αμφισβητεί ότι ο εξεταστής της υπόθεσης εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του πριν αυτός έρθει σε επαφή με τον Μ.Κ.2 καθώς και ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε το σχετικό έντυπο δικαιωμάτων. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Χρίστος Χριστοδούλου, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως ταμίας στην τόμπολα του Παναθηναϊκού. Στις 17.10.10 και ώρα 01:42 σύμφωνα με την κάμερα της τόμπουλας όπου εργαζόταν, μία από τις κοπέλες που μοιράζουν την τόμπουλα και συγκεκριμένα η Τζίνα, η οποία κατάγεται από την Ρουμανία πήρε στον μάρτυρα ένα χαρτονόμισμα των €100 (τεκμήριο 2), το οποίο ήταν μέρος είσπραξης από τόμπολα την οποία πώλησε. Μόλις ο μάρτυρας πήρε το τεκμήριο 2 το έλεγξε τόσο ο ίδιος όσο και στο μηχάνημα που είχαν εκεί και διαπίστωσε ότι είναι πλαστό. Αμέσως ρώτησε την Τζίνα ποιος της το έδωσε και όταν εκείνη πήγε να του τον υποδείξει διαπίστωσε ότι αυτός είχε φύγει από το τραπέζι που καθόταν μόνος του. Ο μάρτυρας έψαξε να βρεί το εν λόγω πρόσωπο έξω από τον τόμπολα αφού τον είδε από την κάμερα ότι ήταν ο κατηγορούμενος, δίχως όμως αποτέλεσμα. Οι εν λόγω κάμερες ελέγχουν το χώρο τόσο εντός όσο και εκτός του οικήματος της τόμπολας. Η ώρα 02:40 περίπου της ίδιας ημέρας ενώ ο μάρτυρας καθόταν στο ταμείο είδε τον άντρα αυτό να ξαναπηγαίνει στον χώρο της τόμπουλας. Μονομιάς ο μάρτυρας πήγε προς το μέρος του για να του πει ότι τους έδωσε πλαστό χαρτονόμισμα των €100 αλλά εκείνος μόλις τον είδε να πηγαίνει πάνω του έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει. Ο μάρτυρας τον κυνήγησε και κατάφερε να τον ανακόψει λίγο πιο κάτω από την τόμπολα και τότε ειδοποίησε την Αστυνομία. Το τεκμήριο 2 ο μάρτυρας το παρέδωσε την ίδια ημέρα και περί και ώρα 03:30 στον αστυνομικό που του έλαβε κατάθεση στο ΤΑΕ Λεμεσού. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε δύο μάρτυρες. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν βασικά η ακόλουθη: Είναι Ελληνοπόντιος και κατάγεται από την Γεωργία. Ήλθε την Κύπρο από την Ελλάδα το 1996 και έκτοτε διαμένει και εργάζεται όλη η οικογένεια του εδώ. Κατά τον επίδικο για την παρούσα χρόνο δούλευε για κάποιον εργολάβο ονόματι Χαρίτο και τοποθετούσε μάρμαρα στην Μουτταγιάκα. Οι πληρωμές σε αυτόν γίνονταν από τον επιστάτη εκεί ονόματι Ανδρέα. Με αυτόν μιλούσε για την εργασία εκεί και με αυτόν είχε συμφωνήσει. Το τελευταίο ποσό που πήρε από την εν λόγω εργασία ήταν €2,000 - €2,500, το οποίο έλαβε σε χαρτονομίσματα των €500, €200, €100 και €
- Από αυτά τα λεφτά ο ίδιος κράτησε €500 ενώ τα άλλα τα έδωσε στην οικογένεια του. Πήγαινε και έπαιζε στην τόμπολα του Παναθηναικού για 5 χρόνια. Όταν είχε λεφτά κάποτε πήγαινε κάθε μέρα ενώ όταν δεν είχε λεφτά πήγαινε μια φορά την εβδομάδα. Στις 17.10.10 πήγε στην εν λόγω τόμπολα. Τότε από τα πιο πάνω αναφερόμενα €500 του είχαν απομείνει €230 τα οποία πήρε μαζί του. Μπήκε στο κτίριο όπου διεξαγόταν η τόμπολα η ώρα 10:00 μ.μ. Ξεκίνησε η μικρή τόμπολα και άρχισαν να πωλούν κάρτες για την μεγάλη τόμπολα. Μέχρι η ώρα 11:30 οι κάρτες για την μεγάλη τόμπολα πουλιόνταν στην τιμή των €4 η μια ενώ μετά η τιμή τους αυξανόταν στα €
- Ο κατηγορούμενος αγόρασε 5 κάρτες για τη μεγάλη τόμπολα και έπαιξε για την μικρή τόμπολα. Μέχρι η ώρα 12:00 ξόδεψε το συνολικό ποσό των €130 και του έμειναν €100 σε ένα χαρτονόμισμα αντίστοιχης αξίας. Αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι του να κοιμηθεί καθότι πήγε στην τόμπολα και τις τρεις προηγούμενες νύκτες και ήταν ζαλισμένος και θα επέστρεφε αργότερα για την μεγάλη τόμπολα, η οποία άρχιζε η ώρα 03:
- Πριν φύγει έδωσε σε μια κοπέλα το εν λόγω χαρτονόμισμα και αγόρασε μια τόμπολα των €5 και πήρε ρέστα €
- Δεν γνώριζε ότι αυτό το χαρτονόμισμα ήταν πλαστό. Εάν το γνώριζε δεν θα το έδινε γιατί πέραν των άλλων πήγαινε εκεί για 5 χρόνια και γνώριζε πως υπάρχουν κάμερες. Έπαιξε την εν λόγω τόμπολα και πήγε στο σπίτι του. Επέστρεψε στο μέρος η ώρα 02:30 για την μεγάλη τόμπολα. Μπήκε από την πισινή είσοδο, όπως συνήθιζε εφόσον εκεί υπάρχει χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Μπαίνοντας αμέσως στα δεξιά υπάρχουν τουαλέτες και στη συνέχεια μια σκάλα που οδηγεί στον δεύτερο όροφο. Όταν μπήκε μέσα και ενώ βρισκόταν έξω από τις τουαλέττες βγήκε από αυτές κάποιος γνωστός του και κουβέντιασαν εκεί. Καθώς κουβέντιαζαν πήγαν κοντά του δύο πρόσωπα από τον Παναθηναικό και του είπαν να βγει έξω μαζί τους. Ένας εκ των δύο ήταν ο Μ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος τους ρώτησε «Γιατί; Θα παίξω τη μεγάλη τόμπολα». Του απάντησαν «Βγες έξω στο δρόμο και θα σου πούμε». Όταν βγήκαν έξω, χωρίς να τον ρωτήσουν οτιδήποτε ή να του πουν οτιδήποτε, τον χτύπησαν μια φορά. Ο κατηγορούμενος ρώτησε γιατί τον χτύπησαν και ο ένας εξ αυτών του απάντησε «Τι; Κάνεις πως δεν ξέρεις; Μας έδωσες €100 πλαστά». Ο κατηγορούμενος του είπε «Εγώ δεν έχω ιδέα για αυτό που μου λες, ούτε ξέρω για τέτοια υπόθεση. Εάν σας έδινα πλαστό εκατοστάρικο, δεν θα ερχόμουν εδώ. Εδώ και 5 χρόνια είμαι πελάτης και έρχομαι συνέχεια εδώ». Του είπε επίσης ότι εάν γνώριζε ότι ήταν πλαστό δεν θα πήγαινε εκεί. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος γύρισε πίσω για να μπει στο κτίριο να παίξει οπόταν τον χτύπησαν στο κεφάλι. Όταν γίνονταν όλα αυτά πήγε εκεί ένα τρίτο άτομο από τον Παναθηναικό και συγκεκριμένα ο επικεφαλής εκεί, ο οποίος είπε στους άλλους δύο «Γιατί χτυπάτε τον άνθρωπο; Φαίνεται αυτός ο άνθρωπος δεν φταίει, έρχεται τόσα χρόνια εδώ, δεν κάνει τέτοια πράγματα». Τότε ο ένας εκ των δύο και συγκεκριμένα ο Μ.Κ.3 του απάντησε «Όχι, αυτός ξέρει». Μετά από 20 λεπτά πήγε στο μέρος η Αστυνομία. Η Αστυνομία συζήτησε εκεί με τον Μ.Κ.
- Στη συνέχεια περί ώρα 03:00 μετέφεραν τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό. Εκεί του ζήτησαν να κάνουν έρευνα στο αυτοκίνητο και στο σπίτι του και για τούτο ο κατηγορούμενος υπέγραψε και κάποια έγγραφα. Πρώτα μετέφεραν τον κατηγορούμενο στο πάρκιγκ του Παναθηναικού όπου βρισκόταν το αυτοκίνητο του και ερεύνησαν αυτό χωρίς να βρουν οτιδήποτε. Στη συνέχεια ερευνήθηκε το σπίτι του και πάλι χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε και μετά τον μετέφεραν ξανά στον Αστυνομικό Σταθμό. Όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν στον Σταθμό είδε τον Μ.Κ.3 με την κοπέλα ονόματι Τζίνα να βρίσκονται σε άλλο δωμάτιο. Όταν επέστρεψαν από την έρευνα στο σπίτι του κατηγορούμενου οι αστυνομικοί είπαν στον Μ.Κ.3 ότι έψαξαν παντού και δεν υπάρχει τίποτα και εκείνος τους απάντησε «Αποκλείεται. Δεν γίνεται αυτό». Αυτοί επέμεναν ότι το εκατοστάρικο ήταν δικό του και ο κατηγορούμενος τους έλεγε ότι δεν έχει ιδέα, δεν γνωρίζει. Του ζήτησαν δε και τους έδωσε δακτυλικά αποτυπώματα. Ενώ βρισκόταν στον Σταθμό κάποιος αστυνομικός του είπε ότι έχει αίμα. Αυτός του είπε «Θέλω να πάω στο γιατρό. Έχω πρόβλημα». Ο αστυνομικός του απάντησε «Δεν θα πάεις πούποτε μέχρι να λύσουμε αυτό το πρόβλημα». Μετά ο κατηγορούμενος του είπε «Θέλω δικηγόρο». Ο αστυνομικός αρνήθηκε και του είπε γελώντας «Έχεις και δικηγόρο;». Ο κατηγορούμενος έμεινε υπό κράτηση και αφέθηκε ελεύθερος στις 8 το βράδυ της ίδιας ημέρας. Επειδή μέχρι να πάει στο σπίτι του η ώρα ήταν 9, την επόμενη μέρα το πρωί επισκέφθηκε ιατρό, ο οποίος τον εξέτασε και του έκδοσε το τεκμήριο
- Όταν ρωτήθηκε εάν ανέφερε στον αστυνομικό που του έλαβε την κατάθεση «Εάν το εκατοστάρι που κρατούσα ψες το πλαστό ήταν από αυτά τα χρήματα ή ήταν ρέστα από 500σάρια ή 200σαρια χαρτονομίσματα από άλλα ψώνια που έκαμα, δεν γνωρίζω» απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε ότι του είπε ότι δεν γνωρίζει εάν αυτό το εκατοστάρι είναι πλαστό ή όχι οπόταν ο αστυνομικός του είπε «Καλά, δεν το νιώθεις ότι δεν είναι εντάξει αυτό το χαρτονόμισμα; Δεν το διαβάζεις; Ξέρεις και ρώσικα και όλα εσύ;» και ο κατηγορούμενος του απάντησε «Όχι». Δέχθηκε επίσης ότι ανέφερε στον αστυνομικό που του έλαβε την κατάθεση «Εγώ επειδή δεν κρατούσα άλλα χρήματα εκτός από το εκατοστάρι που κρατάτε της το έδωσα και μου έδωσε ρέστα 95 ευρώ» εξηγώντας ότι εννοούσε ότι δεν γνώριζε ότι αυτό το χαρτονόμισμα ήταν πλαστό. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Αντύπας Αρζουμανίδης, ο οποίος ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Δεν θυμάται ημερομηνία αλλά θυμάται ότι ένα βράδυ αργά περί ώρα 02:00 με 02:30 πήγε στην τόμπολα του Παναθηναικού. Μόλις εισήλθε στο κτίριο πήγε στην τουαλέττα και την ώρα που έβγαινε, μπροστά από τις τουαλέτες, συνάντησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν γνωστός του από πριν και είχε μόλις μπει στο κτίριο. Στάθηκαν εκεί και μιλούσαν και ταυτόχρονα έψαχναν να βρουν θέση γιατί είχε πολύ κόσμο. Καθώς στέκονταν εκεί ήλθαν δύο άτομα κοντά τους και πήγαν στον κατηγορούμενο και του είπαν να βγουν έξω. Ο μάρτυρας γνώριζε αυτά τα δύο άτομα. Ο ένας από αυτούς ήταν κάποιος Χρίστος που ήταν εκεί στο ταμείο και ο άλλος ήταν σεκιούριτι, ο οποίος ήταν κοντός και μυώδης. Τότε ο κατηγορούμενος ακολούθησε τον ένα από τους δύο και ο άλλος τον κατηγορούμενο και βγήκαν και οι τρεις έξω στον δρόμο. Μετά ο μάρτυρας ανέβηκε πάνω, έκατσε και άρχισε να παίζει. Μετά που τελειώσαν ένα ή δύο παιγνίδια πήγε κοντά του κάποιος Πανίκος από αυτούς που πωλούσαν κάρτες και τον ρώτησε τι έγινε με τον κατηγορούμενο. Ο μάρτυρας του είπε ότι ήταν κάτω και πήγαν έξω οπόταν ο Πανίκος τον ρώτησε εάν ξέρει τί έγινε. Ο Πανίκος του είπε ότι κάτι έγινε με μια κοπέλα εκεί και ότι υπήρχαν πλαστά χρήματα και τον κατηγορούμενο τον έπιασε η Αστυνομία. Είναι για αυτό το λόγο που ο μάρτυρας θυμάται την συγκεκριμένη συνάντηση του με τον κατηγορούμενο και το τι έγινε. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Ανδρέας Δημητρίου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Είναι κτίστης στο επάγγελμα. Το 2010 εργαζόταν ως επιστάτης στην εταιρεία HALLS CONSTRUCTIONS, σε ένα έργο ανέγερσης 10 σπιτιών στην Μουτταγιάκα στην Λεμεσό. Ο διευθυντής της εταιρείας και υπεύθυνος του έργου ήταν ο Χαρίτος Χαρίτου και ο μηχανικός ήταν ο γιος αυτού Κύπρος Χαρίτου. Ο μάρτυρας γνωρίζει τον κατηγορούμενο καθότι παλιά δούλευαν μαζί. Λόγω του ότι ο εργοδότης του μάρτυρα είχε πολλές δουλειές στον εν λόγω έργο, του ζήτησε να βρει κάποιον για να του δώσει υπεργολαβία για μάρμαρα, κεραμικά και σουβάδες. Τότε ο μάρτυρας του πρότεινε τον κατηγορούμενο και συμφωνήθηκε όπως αυτός πάρει την υπεργολαβία. Ο κατηγορούμενος δούλεψε εκεί 2-3 μήνες. Δεν γνωρίζει ο μάρτυρας πόσο ήταν το συνολικό ποσό που εισέπραξε ο κατηγορουμενος αλλά πρέπει να ήταν πέραν των €6,000 - €7,
- Ο κατηγορούμενος πληρωνόταν με το κομμάτι. Η πληρωμή γινόταν είτε από τον μάρτυρα όταν αυτός μετέβαινε στην Λευκωσία, είτε από τον μηχανικό ή κάποτε από τον διευθυντή της εταιρείας. Δεν θυμάται πόσες φορές πλήρωσε αυτός τον κατηγορούμενο. Όσες φορές πλήρωσε τον κατηγορούμενο ο μάρτυρας του έδινε τα λεφτά, όπως σε όλους, σε ένα φάκελο. Όταν ο κατηγορούμενος πληρωνόταν, όπως για όλους, υπήρχε λίστα, η οποία ετοιμαζόταν από το λογιστήριο της εταιρείας, στην οποία αναγραφόταν το ποσό που έπαιρνε ο καθένας με το όνομα του και ο καθένας υπέγραφε δίπλα από το όνομα του ότι παρέλαβε το ποσό. Στη συνέχεια η λίστα επιστρεφόταν στο λογιστήριο της εταιρείας. Δεν θυμάται ακριβώς πότε ο κατηγορούμενος τελείωσε και έφυγε από το συγκεκριμένο έργο. Ήταν περί τον Αύγουστο με Σεπτέμβριο του
- Αξιολόγηση μαρτυρίας O M.K.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Απάντησε με ειλικρίνεια σε όλα όσα ρωτήθηκε σε σχέση με τις ενέργειες του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτή. Παρά ταύτα από τα όσα ανέφερε προκύπτει ότι η υπόθεση δεν έτυχε της δέουσας ενδελεχούς διερεύνησης από την Αστυνομία. Αυτό γιατί εν πρώτοις παρά το ότι στον επίδικο χώρο υπήρχαν κάμερες ασφαλείας, οι οποίες, με δεδομένο ότι κάλυπταν τόσο το εσωτερικό του χώρου όσο και τον χώρο έξω από αυτόν, προφανώς κατέγραψαν όλα όσα έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο, ο Μ.Κ.1 παρέλειψε να λάβει το υλικό που αυτές κατέγραψαν ή έστω να τις ελέγξει. Η μαρτυρία δε αυτή, η οποία ήταν προφανώς διαθέσιμη, κρίνεται σημαντική εφόσον στη αντικειμενική βάση αυτής θα αξιολογούνταν οι εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις που προέβαλαν ο κατηγορούμενος και ο Μ.Κ.3 όσον αφορά το πως κινήθηκε ο κατηγορούμενος και με ποιόν τρόπο, τόσο αμέσως μετά που έδωσε το επίδικο χαρτονόμισμα όσο και αργότερα όταν επέστρεψε στο υποστατικό, γεγονότα ουσιώδη ως προς το θέμα της γνώσης ή όχι αυτού ως προς την γνησιότητα του επίδικου χαρτονομίσματος. Σε σχέση δε με αυτά φως στην υπόθεση θα έριχνε και η μαρτυρία της ίδιας της Τζίνας, δηλ. της κοπέλας που έλαβε το χαρτονόμισμα, από την οποία δεν λήφθηκε ποτέ κατάθεση. Είναι δε κατανοητό ότι για τον λόγο που εξήγησε ο Μ.Κ.1 δεν ήταν δυνατή η λήψη κατάθεσης από αυτήν το ίδιο βράδυ. Όμως δεν αποτελεί σοβαρή δικαιολογία ότι αυτό δεν έγινε ποτέ αργότερα γιατί το εν λόγω πρόσωπο εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας της 3-4 μέρες μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Η μαρτυρία του εν λόγω προσώπου ήταν ουσιώδους και κεντρικής σημασίας για την υπόθεση και συνεπώς το ελάχιστο που μπορούσε ο Μ.Κ.1 να κάνει είναι να πάρει τα στοιχεία της ώστε εν πάση περιπτώσει να μπορεί να την εντοπίσει αργότερα και όχι να επαναπαυθεί στο ότι δούλευε στο συγκεκριμένο μέρος. Ο Μ.Κ.2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και σαφήνεια όλες τις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς και η όλη μαρτυρία του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.3 από την άλλη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του προσπάθησε ουσιαστικά να πείσει ότι οι κινήσεις του κατηγορούμενου τόσο αμέσως μετά που έδωσε το επίδικο χαρτονόμισμα όσο και μετά που αυτός επέστρεψε στο υποστατικό, δείχνουν ότι αυτός γνώριζε ότι δεν ήταν γνήσιο. Οι σχετικές θέσεις του όμως δεν ήταν σταθερές, ούτε συνεπείς, κάποιες δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ενώ περιέπεσε και σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Πέραν τούτου για σημαντικά θέματα απαντούσε με υπεκφυγές ενώ σε κάποια σημεία η μαρτυρία του διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι όταν η Τζίνα πήγε να του υποδείξει το πρόσωπο που της έδωσε το τεκμήριο 2 διαπίστωσε ότι αυτός είχε φύγει από το τραπέζι που καθόταν και στη συνέχεια έψαξε να τον βρει έξω από την τόμπολα αφού τον είδε από την κάμερα ότι ήταν ο κατηγορούμενος, δίχως όμως αποτέλεσμα. Στην κυρίως εξέταση του είπε για πρώτη φορά ότι αυτό που είδε από την κάμερα είναι τον κατηγορούμενο να δίνει λεφτά και αφού πήρε τα ρέστα και μόλις η κοπέλα έφυγε από κοντά του εκείνος έφυγε από την πίσω πόρτα. Όταν στην αντεξέταση του του τέθηκε ότι αυτό δεν το είπε στην κατάθεση του ουσιαστικά επέμενε ότι το ανέφερε. Η επιμονή του συνεχίστηκε ακόμη και όταν του δόθηκε η κατάθεση του για να υποδείξει που έκανε τέτοια αναφορά. Τελικά δέχθηκε όμως ότι δεν ανέφερε στην κατάθεση του ότι είδε τον κατηγορούμενο να φεύγει από την πίσω πόρτα δίδοντας την μη πειστική δικαιολογία ότι μπορεί να του διέφυγε εκείνη την ώρα. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση του κατηγορούμενου είναι ότι δεν έφυγε αμέσως μετά που έδωσε στην Τζίνα το χαρτονόμισμα αλλά λίγο αργότερα αφού έπαιξε πρώτα την κάρτα που αγόρασε. Είναι δε ένα από τα σημεία που θα διαφώτιζαν τόσο το υλικό που καταγράφηκε από τις κάμερες όσο και η μαρτυρία της ίδιας της Τζίνας που, ως προαναφέρθηκε, δεν λήφθηκαν από την Αστυνομία. Το άλλο ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 είναι τα όσα ανέφερε ότι έλαβαν χώραν όταν επέστρεψε ο κατηγορούμενος αργότερα το ίδιο βράδυ. Στην κατάθεση του ο μάρτυρας ανέφερε σχετικά ότι ενώ καθόταν στο ταμείο είδε τον κατηγορούμενο να ξαναπηγαίνει στον χώρο της τόμπολας και αμέσως πήγε προς το μέρος του για να του πει ότι τους έδωσε πλαστό χαρτονόμισμα αλλά μόλις ο κατηγορούμενος τον είδε να κατευθύνεται προς αυτόν έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει οπόταν ο μάρτυρας τον κυνήγησε και κατάφερε να τον ανακόψει λίγο πιο κάτω από την τόμπολα και στη συνέχεια ειδοποίησε την Αστυνομία. Στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος άρχισε να τρέχει μόλις τον είδε είπε ουσιαστικά, σε αντίθεση με την κυρίως εξέταση του, ότι έκανε επαναστροφή, βγήκε έξω και μετά άρχισε να τρέχει. Όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος έτρεξε να φύγει όταν τον αντιλήφθηκε να πηγαίνει προς τα πάνω του ή σε άλλο χρονικό σημείο, υπεκφεύγοντας απάντησε ότι βγήκαν έξω, ο κατηγορούμενος ούτε που τον άφησε να του μιλήσει και άρχισε να τρέχει. Όταν του τέθηκαν τα ως άνω αντιφατικά, ανέφερε ότι μόλις είδε τον κατηγορούμενο πήγε κοντά του και ο κατηγορούμενος έκανε μεταβολή και μόλις βγήκαν έξω άρχισε να τρέχει. Όταν όμως ρωτήθηκε αν βγήκαν μαζί έξω απάντησε, εκτός κάθε λογικής, αρνητικά. Περαιτέρω στην αντεξέταση του όταν του υποβλήθηκε ότι την ώρα που πήγε προς το μέρος του κατηγορούμενου εκείνος μιλούσε με άλλα πρόσωπα, υπεκφεύγοντας είπε ότι όταν πήγε κοντά του ο κατηγορούμενος άρχισε να τρέχει ενώ σε άλλο σημείο για το ίδιο θέμα και πάλι υπεκφεύγοντας είπε ότι ο κατηγορούμενος έτρεξε περίπου 150 με 200 μέτρα και αυτός τον έπιασε πιο κάτω σε μια πολυκατοικία. Δεν δέχθηκε ότι αυτός τράβηξε τον κατηγορούμενο έξω από το υποστατικό ούτε ότι πήγε προς τον κατηγορούμενο με άλλο ένα πρόσωπο - security. Όταν δε ρωτήθηκε αν δεν έχουν φρουρό κατά την διάρκεια λειτουργίας της τόμπολας είπε ότι έχουν ένα άτομο μπροστά στην είσοδο όταν κλείνει ο χώρος για να μην έχουν ζημιές και μένει ως η ώρα 7 το πρωϊ. Όταν δε του τέθηκε ότι όταν πήγε προς τον κατηγορούμενο ο εν λόγω φρουρός ήταν μαζί του υπεκφεύγοντας απάντησε ότι πρόκειται για ένα άνθρωπο 62 ετών. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε κατά πόσο έξω στο δρόμο πήγε και κάποιος από τα αφεντικά της τόμπολας υπεκφεύγοντας απάντησε ότι μόλις βγήκε έξω άρχισε να τρέχει. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε εάν το ποιο πάνω έγινε σε οποιοδήποτε στάδιο απάντησε αρνητικά. Όταν του υποβλήθηκε ότι καθώς γινόταν το επεισόδιο πήγε εκεί κάποιο από τα αφεντικά του και του υπέδειξε να αφήσει ήσυχο τον κατηγορούμενο είπε και πάλι υπεκφεύγοντας ότι εκείνος έτρεξε και έφυγε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επαναληφθεί ότι το υλικό από τις κάμερες που κάλυπταν και τον εξωτερικό χώρο του υποστατικού θα διαφώτιζε πλήρως ως προς το τι ακριβώς έγινε. Επίσης στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.3 σε αντίθεση με την κατάθεση του, ανέφερε ότι την Αστυνομία δεν την ειδοποίησε ο ίδιος αλλά κάποιος ή κάποιοι από την πολυκατοικία κάτω από τον οποία έπιασε τον κατηγορούμενο. Μάλιστα ανέφερε ότι όταν πήγε στο μέρος η Αστυνομία εκείνος βρισκόταν και πάλι πίσω στο ταμείο και δεν μίλησε με τον αστυνομικό εκεί αλλά του είπαν μόλις τελειώσει τη δουλειά του να πάει να δώσει κατάθεση. Όταν ρωτήθηκε αν από την πολυκατοικία γνώριζαν ότι υπήρχε θέμα πλαστού χαρτονομίσματος είπε ότι μπορεί να τηλεφώνησαν από τον Παναθηναϊκό για να πάει η Αστυνομία αλλά οι άνθρωποι στην πολυκατοικία νόμιζαν ότι έγινε φασαρία και πρέπει να ειδοποίησαν και εκείνοι την Αστυνομία. Σε επόμενη ερώτηση πως έμαθε η Αστυνομία για το πλαστό χαρτονόμισμα είπε ότι πρέπει να τους τηλεφώνησαν από τον Παναθηναϊκό. Τα πιο πάνω όμως διαψεύδονται από τον Μ.Κ.1, ο οποίος ανέφερε ότι όταν μετέβηκε στον επίδικο χώρο ήταν ο Μ.Κ.3 που τον ενημέρωσε τι έγινε, του παρέδωσε το τεκμήριο 2 και του υπέδειξε και τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που έδωσε το τεκμήριο
- Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι ο Μ.Κ.3 δεν ήταν ειλικρινής και συνεπώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια τα όσα αντιλήφθηκε κατά τον επίδικο χρόνο, πάντα με βάση τη μνήμη του μετά από την παρέλευση 4 και πλέον ετών, δίδοντας εύλογη εξήγηση γιατί θυμόταν αυτά και γενικά μου έδωσε την εικόνα ότι έλεγε την αλήθεια. Οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς και η συνολική εικόνα του δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση του. Δεν μου διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι όταν ο Μ.Κ.3 και το άλλο πρόσωπο τον προσέγγισαν έγινε ένας μικρός διάλογος, στον οποίο ο Μ.Υ.1 δεν αναφέρθηκε. Αυτό όμως δεν θεωρώ ότι καθιστά απορριπτέα είτε την εκδοχή του Μ.Υ.1 είτε του κατηγορούμενου εφόσον δείχνει κατά την κρίση μου ότι ο Μ.Υ.1 ανέφερε τα όσα θυμόταν και σίγουρα την έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ τους στο να πουν τα ίδια πράγματα. Όσον δε αφορά την σχέση του Μ.Υ.1 με τον κατηγορούμενο ανέφερε ότι ήταν ομοεθνείς και γνωρίσθηκαν όταν έτυχε να εργαστούν στον ίδιο χώρο (όχι όμως μαζί γιατί ο μάρτυρας είναι πελεκάνος ενώ ο κατηγορούμενος ασχολείτο με τα κτίσματα), οι οικογένειες τους δεν γνωρίζονται και όταν τύγχαινε να συναντηθούν στον χώρο της τόμπολας κάποτε κάθονταν και έπαιζαν μαζί. Τα πιο πάνω δείχνουν δε κατά την κρίση μου ότι ήταν περισσότερο γνωστοί παρά φίλοι. Όσον αφορά την υπόθεση ο μάρτυρας είπε ότι συνάντησε τυχαία τον κατηγορούμενο περίπου ένα χρόνο μετά το συμβάν και εκείνος του είπε ότι λένε ότι έτρεξε να φύγει και του είπε ότι εάν χρειαστεί και ρωτηθεί να πει την αλήθεια. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι ο Μ.Υ.1 ήταν ειλικρινής και δεν ήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να ψευστεί για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Υ.2 του οποίου βασικά η μαρτυρία περιορίσθηκε στο θέμα της τελευταίας εργασίας που έκανε ο κατηγορούμενος και στον τρόπο που γινόταν η πληρωμή του. Θα πρέπει να λεχθεί ότι και αυτός δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά μου άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα που ήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τα όσα γνώριζε, πάντα με βάση την μνήμη του και χωρίς πρόθεση να πει ψέματα για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο με τον οποίο η όποια σχέση ήταν ουσιαστικά στα πλαίσια εργασιών που έκαναν μαζί παρά στενή φιλική σχέση. Ως εκ των άνω και αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Όσον δε αφορά την μαρτυρία του κατηγορούμενου αυτή μπορεί να χωρισθεί σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά τα όσα έλαβαν χώραν πριν και κατά το επίδικο βράδυ στην συγκεκριμένη τόμπολα μέχρι να πάει εκεί η Αστυνομία. Το δεύτερο μέρος αφορά τα όσα έγιναν από εκείνο το σημείο και μετά. Όσον αφορά το πρώτο μέρος ο κατηγορούμενος γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα, οι δε ουσιώδεις θέσεις του ήταν σταθερές και λογικές και κάποιες από αυτές ενισχύονται από άλλη μαρτυρία. Αυτό φυσικά δεν ίσχυε για όλα τα θέματα. Φαίνεται όμως ότι αυτό είχε να κάνει με την θέση του για το τι ακολούθησε από την στιγμή που τον πήρε η Αστυνομία. Και εξηγώ: Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν ήταν αυτός που έδωσε το τεκμήριο 2 κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κατάθεση του με την οποία συμφώνησε ουσιαστικά στην κυρίως εξέταση όσο και με την κυρίως εξέταση του, όπου δέχθηκε το πιο πάνω. Φαίνεται όμως ότι ο λόγος που προέβαλε την αντίθεση θέση στην αντεξέταση του ήταν για να πείσει για την άλλη θέση του ότι άλλα έλεγε στους αστυνομικούς το επίδικο βράδυ και άλλα κατέγραφαν αυτοί καθώς και ότι ζήτησε να τον δει ιατρός και τις υπηρεσίες δικηγόρου και του αρνήθηκαν. Αυτό όμως αφορά το δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του στο οποίο θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Δεν μπορεί λοιπόν να γίνει δεκτό ότι δεν ήταν αυτός που έδωσε το τεκμήριο 2 κατά τον επίδικο χρόνο. Άλλωστε και η θέση της υπεράσπισης του κατά τις τελικές αγορεύσεις δεν ήταν ότι δεν ήταν αυτός που έδωσε το τεκμήριο
- Ήταν εν πάση περιπτώσει η θέση του, την οποία ανέφερε και στην κατάθεση του ότι δεν γνώριζε ότι το χαρτονόμισμα ήταν πλαστό και εάν το γνώριζε δεν θα το έδινε καθότι πήγαινε στο συγκεκριμένο χώρο για να παίξει τόμπολα για 5 χρόνια και περαιτέρω ότι ουσιαστικά δεν θα επέστρεφε την ίδια νύκτα για να ξαναπαίξει. Ουσιώδης για την θέση του ότι δεν γνώριζε ότι το τεκμήριο 2 ήταν πλαστό είναι η συμπεριφορά του όταν επέστρεψε το ίδιο βράδυ όταν πήγε προς το μέρος του ο Μ.Κ.
- Εδώ να υπομνησθεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι μόλις τον είδε ο κατηγορούμενος να πηγαίνει προς το μέρος του έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει. Αντίθετα ο κατηγορούμενος δεν το δέχθηκε αυτό αλλά ανέφερε ότι μπαίνοντας στο υποστατικό συνάντησε κάποιον γνωστό του έξω από τις τουαλέτες και καθώς κουβέντιαζαν με αυτόν πήγαν κοντά τους ο Μ.Κ.3 με ένα άλλο πρόσωπο και του είπαν να βγει έξω μαζί τους. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι δεν έρχεται σε αντίθεση με την κατάθεση του κατηγορούμενου όπου βασικά αρνήθηκε ότι μόλις είδε τον Μ.Κ.3 έκανε μεταβολή και άρχισε να τρέχει και απλά περιορίσθηκε να αναφέρει ότι μπαίνοντας μέσα πριν να καθίσει πήγε κοντά του ένας από τους υπεύθυνους και του ζήτησε να πάει έξω μαζί του. Αντίφαση δεν αποτελεί ούτε ότι αναφέρθηκε μόνο στον Μ.Κ.3 ως υπεύθυνο της τόμπολας και όχι και σε άλλο πρόσωπο. Άλλωστε από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι την πρωτοβουλία στις κινήσεις την είχε ο Μ.Κ.3 ενώ ο ρόλος του άλλου προσώπου ήταν βοηθητικός. Περαιτέρω η όλη θέση του επιβεβαιώνεται και από τον Μ.Υ.1 του οποίου η μαρτυρία έγινε δεκτή. Επαναλαμβάνω ότι δεν μου διαφεύγει δε ότι η μαρτυρία των δύο διαφέρει ως προς το ότι ο κατηγορούμενος είπε ότι πριν βγει έξω έγινε ένας μικρός διάλογος με τα δύο πρόσωπα ενώ ο Μ.Υ.1 δεν αναφέρθηκε σε κάτι τέτοιο. Ως έχει όμως προαναφερθεί δεν θεωρώ ότι αυτό καθιστά την μαρτυρία τους μη αποδεκτή και απορριπτέα αλλά αντίθετα δείχνει την έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ τους. Όσον αφορά την προέλευση των τελευταίων εισοδημάτων του κατηγορούμενου αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνεται από τον Μ.Υ.
- Θα πρέπει δε εδώ να λεχθεί ότι δεν ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι το τεκμήριο 2 ήταν απαραίτητα από αυτά τα λεφτά που πληρώθηκε ώστε να τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί δεν το ανέφερε στον Μ.Υ.
- Στην κατάθεση του, με την οποία ουσιαστικά συμφώνησε στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν το τεκμήριο 2 είναι από τα τελευταία του έσοδα δηλ. αυτά που πληρώθηκε για την προαναφερόμενη εργασία ή ήταν ρέστα από χαρτονόμισμα €500 ή €200 από άλλα ψώνια που έκανε με τα εν λόγω χρήματα. Όσον όμως αφορά το ότι αυτός χτυπήθηκε αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό καθότι κάτι τέτοιο σημαντικό θα αναμενόταν να το αναφέρει στην κατάθεση του κάτι που δεν έπραξε. Το ότι έγινε παραδεκτό γεγονός ότι όταν εξετάσθηκε στις 18.10.10 δηλ. την επόμενη μέρα από ιατρό διαπιστώθηκε ότι έφερε εκχύμωση τριχωτού της κεφαλής δεν οδηγεί δίχως άλλο και σε εύρημα ότι ο τραυματισμός αυτός έγινε κατά τον επίδικο χρόνο. Η θέση του δε ότι χτυπήθηκε θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν ευσταθεί και για ένα άλλο λόγο. Ανέφερε στην αντεξέταση του ότι δέχθηκε χτυπήματα, πέραν της κεφαλής, και σε άλλα μέρη του σώματος και ότι αυτό γινόταν για μισή ώρα καθώς και ότι όταν η Αστυνομία πήγε στο μέρος συνέχιζε ο Μ.Κ.3 να τον χτυπά. Κάτι τέτοιο όμως δεν τέθηκε στον Μ.Κ.1 ενώ ως φαίνεται από το προαναφερόμενο παραδεκτό γεγονός, στον ιατρό ο ίδιος ανέφερε μόνο χτύπημα στο κεφάλι. Κρίνεται δε ότι ανέφερε τα πιο πάνω και πάλι για να καταδείξει ότι η Αστυνομία τα γνώριζε και δεν έπραξε τίποτα, κάτι που έχει να κάνει με το δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του. Όσον αφορά λοιπόν το δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Αυτό γιατί κάποιες σχετικές θέσεις του δεν τέθηκαν στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 και φαίνεται ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του, άλλες δεν είναι λογικές ή πειστικές και άλλες διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Συγκεκριμένα: Δεν μπορώ να δεχτώ ότι ανέφερε στους αστυνομικούς κατά τον επίδικο χρόνο ότι χτυπήθηκε όπως και ότι ζήτησε να πάει στον ιατρό αλλά του αρνήθηκαν. Αυτό γιατί ως προαναφέρθηκε δεν ανέφερε καν στην κατάθεση του ότι χτυπήθηκε και μάλιστα είπε στην μαρτυρία του ότι κάποιος αστυνομικός ήταν που παρατήρησε ότι είχε αίμα στο κεφάλι. Η εξέταση όμως που του έγινε στις 18.10.10 εν πάση περιπτώσει δεν κατέδειξε την ύπαρξη πληγής στο κεφάλι του από όπου θα μπορούσε να φαίνεται αίμα αλλά εκχύμωση δηλ. αιμάτωμα. Δεν δέχομαι επίσης ότι ανέφερε στους αστυνομικούς και πράγματα τα οποία εκείνοι δεν κατέγραψαν στην κατάθεση του καθότι κάτι τέτοιο δεν τέθηκε στον Μ.Κ.2 ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει και να αξιολογηθούν οι εκατέρωθεν θέσεις. Πέραν τούτου ο ίδιος ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι αμέσως μετά το πέρας της κατάθεσης του αυτή του διαβάστηκε και την υπέγραψε. Δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό ότι αμέσως μετά που ζήτησε να πάει στον γιατρό ζήτησε και δικηγόρο και ότι μάλιστα ο αστυνομικός του το αρνήθηκε ειρωνευόμενος τον. Και εξηγώ γιατί. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αμέσως μετά την σύλληψη του και άρα πριν την λήψη της κατάθεσης εξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα σχετικά δικαιώματα του και αυτός υπέγραψε το σχετικό έντυπο στην μητρική του γλώσσα δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί να επικοινωνήσει με δικηγόρο για νομική βοήθεια (τεκμήρια 7Α-7Β). Ο ίδιος δε στην μαρτυρία του δεν ανέφερε σε ποιο στάδιο ζήτησε δικηγόρο και εν πάση περιπτώσει δεν είναι λογικό να υπέγραψε το εν λόγω έντυπο αμέσως μετά τη σύλληψη του και χωρίς να μεσολαβήσει κάτι άλλο και χωρίς να δώσει κάποια εξήγηση να αλλάξει στην συνέχεια γνώμη και να ζητήσει δικηγόρο. Ως εκ των άνω μόνο το πρώτο μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και εκείνο με εξαίρεση τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά γίνεται δεκτό ενώ το υπόλοιπο απορρίπτεται. (Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39). Νομική πτυχή Τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 εδράζονται στο άρθρο 5 του περί Νοµίσµατος (Παραχάραξη και άλλα Συναφή Θέµατα) Νόµου 110/(Ι)2004, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «5.
(1)Κάθε πρόσωπο που θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγµένο νόµισµα, το οποίο γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι παραχαραγµένο, είναι ένοχο κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα οκτώ έτη.
(2)Κάθε πρόσωπο που κατέχει, έχει υπό τον έλεγχο του, παραλαµβάνει ή εξασφαλίζει παραχαραγµένο νόµισµα και προτίθεται να το χρησιµοποιήσει για πληρωµή, εν γνώσει του ότι τέτοιο νόµισµα είναι παραχαραγµένο, είναι ένοχο κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη». Από τα πιο πάνω σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1 στην παρούσα προκύπτει ότι τα συστατικά του στοιχεία του αδικήματος αυτής είναι:
- Ο κατηγορούμενος να κατέχει παραχαραγμένο νόμισμα,
- Με πρόθεση να χρησιμοποιήσει αυτό για πληρωμή και
- Εν γνώσει του ότι το νόμισμα αυτό είναι παραχαραγμένο. Τα δε συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 2, λαμβανομένων υπόψην των σχετικών λεπτομερειών αδικήματος αυτής είναι:
- Ο κατηγορούμενος να θέτει σε κυκλοφορία παραχαραγμένο νόμισμα,
- Το οποίο γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι παραχαραγμένο. Πρέπει λοιπόν προς στοιχειοθέτηση και των δύο αδικημάτων να αποδειχθεί ότι το επίδικο «νόμισμα» είναι «παραχαραγμένο». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ίδιου Νόμου «νόμισμα» σημαίνει και χαρτονόμισμα, περιλαµβανοµένου και τραπεζογραµµατίου, ή κέρµα που είναι νοµίµως κυκλοφορούν χρήµα στη Δηµοκρατία ή οποιοδήποτε άλλο κράτος, είτε αυτό τέθηκε σε κυκλοφορία, είτε προορίζεται να τεθεί σε κυκλοφορία. Στο ίδιο άρθρο του Νόμου προβλέπεται και τι αποτελεί «παραχαραγμένο νόμισμα». Συγκεκριμένα σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εν λόγω ορισμού, που αφορά ουσιαστικά την επίδικη περίπτωση, σημαίνει: «Αντικείµενο το οποίο έχει τη µορφή νοµίσµατος αλλά δεν είναι γνήσιο και έχει παραχθεί µε δόλιο τρόπο, ώστε να προσοµοιάζει, είτε στη µια είτε και στις δύο όψεις, µε χαρτονόµισµα, τραπεζογραµµάτιο ή κέρµα, αντίστοιχα, µε σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο». Για να θεωρηθεί λοιπόν ένα αντικείμενο ως «παραχαραγμένο νόμισμα» εν τη εννοία του Νόμου 110(Ι)/2004 απαιτείται να αποδειχθεί ότι αυτό:
- Έχει τη μορφή νομίσματος,
- Το οποίο δεν είναι γνήσιο και
- Έχει παραχθεί με δόλιο τρόπο ώστε να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα,
- Με σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι παραχαραγμένο νόμισμα δεν αποτελεί κάθε μη γνήσιο ή άλλως πλαστό χαρτονόμισμα. Απαιτείται να αποδειχθούν όλα τα πιο πάνω. Τα υπ' αρ. 3 και 4 ανωτέρω ότι δηλ. πρέπει να έχει παραχθεί με δόλιο τρόπο με σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο, έχουν κατά την κρίση μου την έννοια ότι το παραχαραγμένο χαρτονόμισμα ως έχει παραχθεί δηλ. ως τελικό προιόν, πρέπει να αποσκοπεί στο να παραπλανήσει ώστε να εκληφθεί ως γνήσιο. Πρέπει δηλ. αυτό να αποτελείται από ή να περιλαμβάνει τέτοια χαρακτηριστικά, υλικά ή στοιχεία τα οποία να το κάνουν να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα, ώστε (με σκοπό) αντικειμενικά κάποιος που το βλέπει να είναι δυνατό να το εκλάβει ως γνήσιο. Όσον δε αφορά την απόδειξη της γνώσης ή της πρόθεσης, ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορούμενου, συνήθως δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία. Μπορεί όμως να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως για παράδειγμα από την συμπεριφορά του δράστη και τα γεγονότα. Συνήθως αυτά προκύπτουν από το σύνολο της μαρτυρίας και αποτελούν περιστατική μαρτυρία (βλ. Yusef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414). Το δε αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προβλέπεται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, από το λεκτικό των οποίων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Η ψευδής παράστασης δηλ. παράσταση γεγονότος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα,
- Εκείνος που προβαίνει στην παράσταση αυτή να γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης,
- Με τη ψευδή παράσταση δηλ. ως αποτέλεσμα αυτής ο κατηγορούμενος να εξασφαλίζει ή να αποκτά από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Περαιτέρω η παράσταση αυτή πρέπει να αφορά γεγονός του παρελθόντος ή του παρόντος δηλ. παράσταση ότι ένα γεγονός υπάρχει ή υπήρξε. Μια απλή έκθεση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ότι θα εκπληρωθεί κάποια πράξη στο μέλλον δεν είναι ικανοποιητική για στοιχειοθέτηση ψευδούς παράστασης. Δήλωση πρόθεσης για μελλοντική συμπεριφορά, είτε πρόκειται για παράσταση υπαρκτού γεγονότος είτε όχι, επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Περαιτέρω, υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά για την οποία δεν υπάρχει πρόθεση τήρησης της, δεν αποτελεί από μόνη της ψευδή παράσταση. Αν όμως παράσταση για υπάρχοντα γεγονότα συνοδεύεται και από υπόσχεση ότι ο κατηγορούμενος θα πράξει κάτι στο μέλλον τότε είναι αρκετή για απόδειξη του στοιχείου αυτού. Ψευδής παράσταση μπορεί επίσης να υπάρχει όταν δίδεται υπόσχεση για μελλοντική συμπεριφορά σε συνδυασμό με ψευδή παράσταση ότι αυτός που υπόσχεται έχει την εξουσία να κάνει το υποσχεθέν. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει το ψευδές των παραστάσεων όπως τις επικαλείται στις λεπτομέρειες αδικήματος του κατηγορητηρίου. Όταν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των παραστάσεων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και εκείνων που προκύπτουν από τη δοθείσα μαρτυρία τότε, χωρίς η κατηγορούσα αρχή να προβεί σε σχετική τροποποίηση του κατηγορητήριου, ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να καταδικάζεται. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος σε αυτήν παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. (Για τα πιο πάνω βλ. Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202 και Police v. Petrou
(1971)12 J.S.C. 1524, όπου γίνεται αναφορά στη σχετική αγγλική νομολογία). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold ανωτέρω σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί περαιτέρω ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Petrou ανωτέρω). Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με το υπό αναφορά αδίκημα συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί αυτό πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση (βλ. και Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861). Προς απόδειξη της πρόθεσης ή του σκοπού της καταδολίευσης ισχύουν τα όσα προαναφέρθηκαν πιο πάνω για το θέμα της απόδειξης της γνώσης ή της πρόθεσης. Ευρήματα Από την μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος πήγαινε και έπαιζε στην τόμπολα του Παναθηναικού στη Λεμεσό για 5 χρόνια. Όταν είχε λεφτά κάποτε πήγαινε κάθε μέρα ενώ όταν δεν είχε λεφτά πήγαινε μια φορά την εβδομάδα. Στις 16.10.10 περί ώρα 22:00 ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην εν λόγω τόμπολα έχοντας μαζί του το ποσό των €
- Εκεί αγόρασε κάρτες για την μεγάλη τόμπολα, η οποία θα διεξαγόταν αργότερα περί ώρα 03:00 και έπαιξε για την μικρή τόμπολα. Μέχρι η ώρα 12:00 ξόδεψε το συνολικό ποσό των €130 και του έμειναν €100 σε ένα χαρτονόμισμα αντίστοιχης αξίας και συγκεκριμένα το τεκμήριο
- Αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι του να κοιμηθεί καθότι πήγε στην τόμπολα και τις τρεις προηγούμενες νύκτες και ήταν ζαλισμένος και θα επέστρεφε αργότερα για την μεγάλη τόμπολα. Πριν φύγει έδωσε σε μια κοπέλα που εργαζόταν εκεί, ονόματι Τζίνα, το εν λόγω χαρτονόμισμα και αγόρασε μια κάρτα-τόμπολα των €5 και πήρε ρέστα €
- Έπαιξε την εν λόγω κάρτα και στη συνέχεια πήγε στο σπίτι του. Επέστρεψε στο μέρος αργότερα περί ώρα 02:30 για την μεγάλη τόμπολα. Μπήκε από την πισινή είσοδο όπως συνήθιζε. Μπαίνοντας συνάντησε έξω από τις τουαλέτες που υπάρχουν εκεί τον Μ.Υ.1 και άρχισαν να κουβεντιάζουν. Καθώς κουβέντιαζαν πήγε προς το μέρος τους ο Μ.Κ.3 (ταμίας στο υποστατικό) με άλλο ένα πρόσωπο που εργαζόταν στο υποστατικό. Τα δύο πρόσωπα του ζήτησαν να βγει έξω μαζί τους. Ο κατηγορούμενος ρώτησε «Γιατί; Θα παίξω τη μεγάλη τόμπολα». Του απάντησαν «Βγες έξω στο δρόμο και θα σου πούμε». Έτσι βγήκαν έξω και αφού ο ένας εξ αυτών του είπε ότι τους έδωσε €100 πλαστά ο κατηγορούμενος του είπε «Εγώ δεν έχω ιδέα για αυτό που μου λες, ούτε ξέρω για τέτοια υπόθεση. Εάν σας έδινα πλαστό εκατοστάρικο, δεν θα ερχόμουν εδώ. Εδώ και 5 χρόνια είμαι πελάτης και έρχομαι συνέχεια εδώ». Στη συνέχεια κλήθηκε στο μέρος η Αστυνομία και παραλήφθηκε τόσο το τεκμήριο 2 όσο και ο κατηγορούμενος. Το χαρτονόμισμα (τεκμήριο 2) εξετάσθηκε από τον Αστ. 975 Στέλιος Σοφοκλέους, ειδικό στην εξέταση χαρτονομισμάτων του Εγκληματολογικού Εργαστηρίου του Αρχηγείου Αστυνομίας, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω χαρτονόμισμα των €100, χωρίς αριθμό, είναι πλαστό. Συμπεράσματα Από τα πιο πάνω κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά τον επίδικο χρόνο στην κατοχή του, με σκοπό να το χρησιμοποιήσει για πληρωμή το τεκμήριο 2, όπως και έπραξε δίδοντας το (θέτοντας το δηλ. σε κυκλοφορία) σε υπάλληλο της τόμπολας για να αγοράσει μια κάρτα-τόμπολα αξίας €5 οπόταν πήρε και ως ρέστα το υπόλοιπο της αξίας του ήτοι €
- Αυτό που πρέπει να εξετασθεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι το τεκμήριο 2 αποτελεί παραχαραγμένο νόμισμα εν τη εννοία του Νόμου 110(Ι)/
- Αρχικά θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί δικαστική γνώση ότι το χαρτονόμισμα των €100 είναι χρήμα που κυκλοφορεί νόμιμα τόσο στη Δημοκρατία όσο και σε άλλα κράτη, έχον αξία αντίστοιχη με 100 Ευρώ, που είναι το νόμιμα κυκλοφορούν νόμισμα εκείνων των κρατών μελών της Ευρωπαικής Ένωσης που ανήκουν στην λεγόμενη Ευρωζώνη. Συνεπώς αποτελεί «νόμισμα» εν τη εννοία του προαναφερόμενου Νόμου. Η μόνη μαρτυρία ειδικού που τέθηκε για το θέμα στην παρούσα είναι η έκθεση του Αστ.975 Σοφοκλέους (τεκμήριο 3) το περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και από το οποίο προκύπτει ότι το τεκμήριο 2 είναι πλαστό χαρτονόμισμα των €
- Το ότι όμως αυτό έχει τη μορφή νομίσματος το οποίο δεν είναι γνήσιο, με βάση τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην εξέταση της νομικής πτυχής, δεν το καθιστά αυτόματα και «παραχαραγμένο». Απαιτείται να αποδειχθεί περαιτέρω ότι έχει παραχθεί με δόλιο τρόπο ώστε να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα των €100 με σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο. Αυτό ως έχει λεχθεί μπορεί να προκύψει μόνο από την εξέταση αυτού καθαυτού του χαρτονομίσματος ως έχει δηλ. εάν διαπιστωθεί ότι αποτελείται από ή περιλαμβάνει τέτοια χαρακτηριστικά, υλικά ή στοιχεία που το κάνουν να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα ώστε αντικειμενικά κάποιος που το βλέπει να είναι δυνατό να το εκλάβει ως γνήσιο. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ότι το τεκμήριο 2 προσομοιάζει και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα των €
- Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι σύμφωνα με την έκθεση του ειδικού εμπειρογνώμονα (τεκμήριο 3) το τεκμήριο 2 είναι πλαστό. Αυτό γιατί στην εν λόγω έκθεση πέραν αυτής της αναφοράς δεν εξηγείται τι ακριβώς είναι αυτό που το κάνει να είναι πλαστό. Ακόμη όμως και εάν το πιο πάνω είχε αποδειχθεί το πράγμα δεν θα τελείωνε εδώ. Πρέπει να εξετασθούν και άλλα στοιχεία που αυτό φέρει ώστε να κριθεί κατά πόσο αποδεικνύεται στο δέοντα βαθμό ότι αποσκοπεί να εκληφθεί ως γνήσιο. Ως έχει λεχθεί πέραν από την έκθεση τεκμήριο 3 καμία άλλη σχετική μαρτυρία εμπειρογνώμονα έχει δοθεί για το θέμα αυτό. Το μόνο σχετικό που αναφέρθηκε ήταν από τον Μ.Κ.1, ο οποίος εξετάζοντας το τεκμήριο 2 διαπίστωσε ότι «εκ πρώτης όψεως δεν έφερε όλα τα απαραίτητα στοιχεία ενός γνήσιου χαρτονομίσματος δηλαδή δεν έφερε αριθμούς και ημερομηνία και απουσίαζε το ανάγλυφο στο μπροστινό μέρος, ενώ στο πίσω μέρος αναγράφεται στην ρωσική γλώσσα με κόκκινα γράμματα ότι το συγκεκριμένο χαρτονόμισμα δεν είναι πραγματικό». Από δε απλή εξέταση του εν λόγω τεκμηρίου και χωρίς να χρειάζεται κάποιος να είναι ειδικός φαίνεται κατ' αρχήν ότι τα κόκκινα γράμματα που ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δηλώνουν ότι το χαρτονόμισμα δεν είναι πραγματικό, δεν είναι τόσο μικρά ώστε να μην τα προσέξει κάποιος αλλά είναι ευδιάκριτα και ξεχωρίζουν εφόσον όλο το υπόλοιπο χαρτονόμισμα στη συγκεκριμένη όψη του έχει αποχρώσεις του πράσινου και σε κάποια σημεία είναι άσπρο. Πέραν τούτου πρόκειται για χαρακτήρες γραμμάτων της ρωσσικής γλώσσας. Η Ρωσσία όμως δεν αποτελεί κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν έχει τεθεί μαρτυρία ότι έχει και αυτή ως νόμισμα το Ευρώ. Πέραν όμως των κόκκινων γραμμάτων υπάρχουν και στην άλλη όψη του γράμματα που φαίνεται ότι αποτελούν χαρακτήρες γραμμάτων της ρωσσικής γλώσσας, τα οποία έχουν χρώμα άσπρο. Το ότι δεν αποσκοπούσε εκ της παραγωγής του το τεκμήριο 2 να εκληφθεί ως γνήσιο, προκύπτει κατά την κρίση μου, πέραν των ανωτέρω, και από το ότι δεν φέρει ούτε αριθμούς ούτε και ημερομηνία-χρονολογία. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαραίτητο βαθμό δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το τεκμήριο 2 έχει παραχθεί με δόλιο τρόπο ώστε να προσομοιάζει είτε στη μια είτε και στις δύο όψεις με χαρτονόμισμα των €100 με σκοπό να εκληφθεί ως γνήσιο. Κατ' επέκταση δεν έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται για «παραχαραγμένο νόμισμα» εν τη εννοία του Νόμου 110(Ι)/2004, στις πρόνοιες του οποίου εδράζονται οι κατηγορίες 1 και
- Η μη απόδειξη του πιο πάνω κρίνει μοιραία την τύχη τόσον των κατηγοριών 1 και 2 αλλά και της κατηγορίας 3 εφόσον ουσιαστικά αυτό που εκεί αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ως ψευδής παράσταση, είναι ότι προσποιήθηκε ότι το τεκμήριο 2 ήταν γνήσιο ενώ ήταν παραχαραγμένο. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης όμως θα εξετάσω και το θέμα της γνώσης ή μη του κατηγορούμενου. Ως έχει προαναφερθεί η απόδειξη της γνώσης μπορεί να γίνει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όπως για παράδειγμα από την συμπεριφορά του δράστη και τα γεγονότα. Αυτά προκύπτουν από το σύνολο της μαρτυρίας. Από τα όσα έχουν γίνει δεκτά στην παρούσα και βασικά προέρχονται από την μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου, ο οποίος εξ αρχής υποστήριξε ότι δεν γνώριζε ότι το τεκμήριο 2 ήταν «πλαστό», φαίνονται τα ακόλουθα:
- Όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες υπολογίζει ουσιαστικά πως το τεκμήριο 2 βρέθηκε στην κατοχή του ο κατηγορούμενος είπε ότι η τελευταία αμοιβή από την εργασία του ήταν ένα ποσό €2,000 - €2,500, το οποίο έλαβε σε χαρτονομίσματα των €500, €200, €100 και €
- Από αυτά τα λεφτά ο ίδιος κράτησε €500 ενώ τα άλλα τα έδωσε στην οικογένεια του. Όταν πήγε στην τόμπολα κατά τον επίδικο χρόνο από το εν λόγω ποσό του είχαν απομείνει €
- Στην κατάθεση του δε ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο το τεκμήριο 2 ήταν από το ποσό των €500 ή από ρέστα από πεντακοσιάρι ή διακοσιάρι χαρτονόμισμα από άλλα ψώνια που έκανε.
- Στην κατάθεση του στην Αστυνομία ο κατηγορούμενος είπε σχετικά ότι δεν κατάλαβε ότι το τεκμήριο 2 ήταν πλαστό καθότι το έδωσε χωρίς να το κοιτάξει και έτσι δεν πρόσεξε ότι σε αυτό αναγραφόταν με κόκκινα γράμματα στα ρωσικά ότι δεν είναι μέσο πληρωμής. Ούτε από την αφή μπόρεσε να το καταλάβει καθότι ως είπε αυτό βρισκόταν τσαλακωμένο στη τσέπη του.
- Περαιτέρω έγινε δεκτό ότι όταν έδωσε το τεκμήριο 2 και πήρε την κάρτα και τα ρέστα δεν έφυγε αμέσως αλλά έπαιξε την κάρτα και μετά έφυγε.
- Είναι δε λογική η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν θα έδινε κάτι τέτοιο εν γνώση του ότι είναι πλαστό ενώ πήγαινε στο συγκεκριμένο χώρο για 5 χρόνια και κάποτε έπαιζε τόμπολα εκεί κάθε μέρα ή τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα.
- Λογική είναι επίσης η θέση του ότι δεν θα έκανε κάτι τέτοιο γνωρίζοντας ότι είναι πλαστό και στη συνέχεια να επέστρεφε στον ίδιο χώρο το ίδιο βράδυ για να συνεχίσει να παίζει. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι ακόμη και εάν αποδεικνυόταν ότι το τεκμήριο 2 ήταν παραχαραγμένο δεν έχει αποδειχθεί η απαραίτητη γνώση του κατηγορούμενου ως προς τούτο. Αντίθετα από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή δημιουργείται εύλογη αμφιβολία ότι αυτός είχε τέτοια γνώση. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και συναφώς αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κατοχή και κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος - Απόσπαση με ψευδείς παραστάσεις) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο