← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. KIK TRADING LTD "Mini Mall Stores" κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6164/13, 13/2/2015

Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. KIK TRADING LTD "Mini Mall Stores" κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6164/13, 13/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6164/13 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Εναντίον

  1. KIK TRADING LTD "Mini Mall Stores" H.E. 31289
  2. ΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Α.Δ.Τ. 519867, Διευθυντής Ημερομηνία: 13.02.2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος. Γ. Προδρόμου Για Κατηγορούμενους: κος. Μ. Κονής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 13/03/
  3. Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 4 κατηγορίες οι οποίες αφορούν οι 1η, 2η και 3η, σε διαφορετικές ημερομηνίες την πώληση μη επιτρεπόμενων προϊόντων κατά παράβαση της παραγράφου 6, του περί καθορισμού των Προϊόντων ή/και Υπηρεσιών που διατίθενται από τα Ειδικά Καταστήματα, διατάγματος του 2006 και 2007 (ΚΔΠ 440/2006 και ΚΔΠ 278/2007) που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 26 του Περί Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των όρων Απασχόλησης των υπαλλήλων τους Νόμων του 2006 και 2007, Ν.155

(1)/2006, Ν. 68
(1)/2007, των άρθρων 2 και 30 των ίδιων νόμων και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η 4η κατηγορία αφορά την παράλληλη λειτουργία σαν γενικό και ειδικό κατάστημα κατά παράβαση των άρθρων 2, 19 και 30 των Περί Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και των όρων Απασχόλησης των υπαλλήλων τους Νόμων του 2006 και 2007, Ν.155
(1)/2006, Ν. 68
(1)/2007 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος στην 1η, 2η και 3η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 29/08/2012, στις 28/11/2012 και στις 17/01/2013 αντίστοιχα στο κατάστημα "Mini Mall Stores" στην οδό Μισιαούλη & Καβάζογλου 74Δ, στην Λεμεσό διέθεταν προς πώληση μη επιτρεπόμενα προϊόντα. Σύμφωνα με την 4η κατηγορία οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία λειτουργούσαν παράλληλα σαν γενικό και ειδικό κατάστημα. Μετά την επίδοση του κατηγορητηρίου στους κατηγορούμενους, αυτοί καταχώρησαν μή παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση. Κατά την 30/01/2015 ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων έθεσε 2 προδικαστικές ενστάσεις και κάλεσε το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των ζητημάτων αυτών πριν την έναρξη της ακρόασης. 1η Προδικαστική Ένσταση: Υπάρχει ασάφεια και ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου καθότι για τις κατηγορίες 1η μέχρι και την 3η (συμπεριλαμβανομένη) δεν αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα που κατ'ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής πωλούσαν οι κατηγορούμενοι. Αναφορικά με την 4η κατηγορία υπάρχει αοριστία και ασάφεια καθότι δεν γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες του αδικήματος για ποια προϊόντα λειτουργούσε ως ειδικό και για ποια ως γενικό κατάστημα. 2η Προδικαστική Ένσταση: Στον τίτλο του κατηγορητηρίου κάτω από το όνομα του 2ου κατηγορούμενου αναφέρεται η λέξη διευθυντής ενώ στην έκθεση αδικήματος αναφέρεται το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα με αποτέλεσμα να μην είναι ξεκάθαρο και σαφές ποιος εκ των δύο κατηγορουμένων κατ' ισχυρισμό πωλούσε τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα και ειδικότερα δεν υπάρχει κατηγορία επί του κατηγορητηρίου για τον 2ο κατηγορούμενο. Προτού προχωρήσω να αναλύσω τις θέσεις των μερών, ως αυτές διατυπώθηκαν ενώπιον μου θεωρώ σημαντικό να αναφερθώ συνοπτικά στα όσα προηγήθησαν των αγορεύσεων τους. Στις 19/12/2014 η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για ακρόαση. Την ημέρα αυτή ο συνήγορος των κατηγορουμένων ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι προτίθετο να θέσει προδικαστικές ενστάσεις αναφορικά με το κατηγορητήριο και ανέφερε αυτές συνοπτικά. Σε ότι αφορά τα προϊόντα που κατ' ισχυρισμό δεν ήταν επιτρεπόμενα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής προσφέρθηκε να δώσει λεπτομέρειες και έτσι η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου στις 30/01/2015 για ακρόαση. Στις 30/01/2015, μετά από ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο δόθηκαν οι λεπτομέρειες αυτές και οι 2 συνήγοροι συμφωνήσαν ότι δόθηκαν αλλά ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων επέμεινε στην προδικαστική του ένσταση λέγοντας ότι τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα θα έπρεπε να αναφέρονταν και στις λεπτομέρειες των αδικημάτων και η ελαττωματικότητα αυτή δεν καλύπτεται από την εκ των υστέρων παράδοση λεπτομερειών για τις κατηγορίες. Θα πρέπει να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι παρόλο που ήταν κοινά αποδεκτό ότι δόθηκε κατάλογος με τα ισχυριζόμενα προς πώληση μη επιτρεπόμενα προϊόντα, οι λεπτομέρειες αυτές που δόθηκαν στην υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκαν εντός του φακέλου του Δικαστηρίου. Αγορεύσεις: Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να γνωρίζουν γιατί ακριβώς κατηγορούνται και θα έπρεπε επί των λεπτομερειών του αδικήματος να περιλαμβάνονται τα ισχυριζόμενα μη επιτρεπόμενα προϊόντα. Η παράλειψη αναφοράς τους επί του κατηγορητηρίου είναι η θέση του συνηγόρου ότι δεν θεραπεύεται ούτε και με την εκ των υστέρων παράδοση των λεπτομερειών από την Κατηγορούσα Αρχή. Αναφορικά με τον 2ο κατηγορούμενο είναι η θέση του συνηγόρου του ότι ο σχετικός νόμος προνοεί με βάση το άρθρο 30 αδίκημα για τον διευθυντή νομικού προσώπου και με βάση την αναφορά επί του κατηγορητηρίου ως διευθυντή αυτός θα έπρεπε να είχε διωχθεί με βάση το πιο πάνω άρθρο και όχι με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα καθότι αυτό προκαλεί ασάφεια και σύγχυση στον κατηγορούμενο ως προς το με ποια ιδιότητα αυτός διώκεται. Σύμφωνα με τον κο. Κονή, ο Ποινικός Κώδικας Κεφ.154 είναι γενικός νόμος σε σχέση με τον επίδικο νόμο που είναι ειδικός και ο οποίος υπερισχύει του γενικού και θα έπρεπε ο κατηγορούμενος 2 να διωχθεί με βάση το άρθρο 30 του νόμου αυτού και όχι με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Συνέχισε δε με τον ισχυρισμό ότι μες βάση τον ειδικό νόμο το αδίκημα για ένα διευθυντή, διαφέρει από το αδίκημα του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Συνεπακόλουθα των πιο πάνω ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει το κατηγορητήριο ως ασαφές και ελαττωματικό. Από την άλλη πλευρά ο κος. Προδρόμου, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγήθηκε ότι οι ενστάσεις του συνηγόρου των κατηγορουμένων στερούνται νομικής και πραγματικής υπόστασης και αγόρευσε για την θέση του. Σύμφωνα με τον κο. Προδρόμου αναφορικά με τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα, έχουν δοθεί ήδη λεπτομέρειες και είναι σε γνώση των κατηγορουμένων, ως ανέφερε και ο συνήγορος τους. Από την άλλη δήλωσε ότι δεν έχει ένσταση αν αυτό απαιτηθεί από το Δικαστήριο να εισαχθούν στις λεπτομέρειες τα προϊόντα αυτά με τροποποίηση του Κατηγορητηρίου. Αναφορικά με τον 2ο κατηγορούμενο η θέση του κου. Προδρόμου είναι ότι δύναται ένας κατηγορούμενος και στην παρούσα περίπτωση να διώκεται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα και δεν τίθεται θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου αλλά εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν αυτό κριθεί από το Δικαστήριο ότι αποτελεί ελαττωματικότητα θα πρέπει να δοθεί δυνατότητα τροποποίησης του κατηγορητηρίου και όχι απόρριψη του. Προς τούτο δε παρέπεμψε και σε απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου όπου δόθηκε η δυνατότητα τροποποίησης του κατηγορητηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μέσα από την μελέτη της κυπριακής νομολογίας αλλά και διάφορων νομικών συγγραμμάτων, προκύπτει ότι η ελαττωματικότητα σε ένα κατηγορητήριο είναι ζήτημα το οποίο έχει απασχολήσει τόσο τα Δικαστήρια όσο και τους νομικούς συγγραφείς. Ο κανόνας για την ελαττωματικότητα είναι απόρροια των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει για ποιό αδίκημα ακριβώς κατηγορείται. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κάθε διάδικου να πληροφορείται τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας που του αποδίδεται. Σύμφωνα με το άρθρο 12.5 (α) του Συντάγματος: "Πας κατηγορούμενος δι' αδίκημα τι έχει τα ακόλουθα κατ' ελάχιστον όρον δικαιώματα: (α) να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδόμενης κατηγορίας." Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30.3. (α) του Συντάγματος: "Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) Να πληροφορηθεί τους λόγους δι' ούς καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου," Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, σελ. 512-513, επισημαίνονται τα εξής: "Όπως αναφέρεται στον Archbold - supra - σελ. 82 παρ. 1-110, η διατύπωση κατηγορητηρίου χρειάζεται πάντοτε ιδιαίτερη επιμέλεια, το δε Αγγλικό Εφετείο έχει εκφράσει την ανησυχία του από τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που περιέχουν ελλιπή κατηγορητήρια. Στις παρ. 1-116 και 1-117 σελ. 84-85, αναφέρεται ότι εάν οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ανεπαρκείς, θα πρέπει να γίνει αίτηση από την υπεράσπιση ή ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο να δώσει αυτεπάγγελτα σχετικές οδηγίες. Ιδιαιτέρως οι λεπτομέρειες χρειάζονται για να αποφευχθεί η δυνατότητα καταδίκης στη βάση εναλλακτικού τρόπου διάπραξης του αδικήματος (δέστε R. v. Litanzios [1999] Crim. L.R. 667, C.A.)." Καθ' όλα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777-778: "Το άρθρο 6
(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει να γνωστοποιούνται οι συγκεκριμένες κατηγορίες και οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Αυτό είναι βέβαια ορθό εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία, ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει, ώστε να δύναται να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες. Το ουσιώδες πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Αυτό πέραν βέβαια της δυνατότητας που αυτός έχει να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες επέδειξε την κατ' ισχυρισμόν παράνομη συμπεριφορά (Loizou & Pikis: "Criminal Procedure in Cyprus" σελ. 47)." Παραπέμπω ακόμη και στο απόσπασμα που ακολουθεί συναφώς με το θέμα και ειδικότερα με την παράγραφο 12.5(α) του Συντάγματος, από το σύγγραμμα "Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας"του Ανδρέα Ν. Λοΐζου 2001 στη σελ. 95: "Κατά πόσο μια κατηγορία είναι αρκετά λεπτομερής, ώστε να ικανοποιεί την υποπαράγραφο αυτή, εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης που μπορεί να δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος με το οποίο κατηγορείτο. Για να αποφευχθεί παραβίαση πρέπει όλες οι ουσιώδεις λεπτομέρειες να περιλαμβάνονται στην κατηγορία." Όπως επίσης λέχθηκε στην υπόθεση Μελανή Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 33: "Το συνταγματικό κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να πληροφορηθεί αμέσως και λεπτομερώς σε καταληπτή σ' αυτόν γλώσσα, τη φύση και τους λόγους της αποδιδόμενης σ΄ αυτόν κατηγορίας, δικαίωμα που επίσης προστατεύεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, απασχόλησε τη νομολογία μας από πολύ νωρίς (βλ. Kannas Alias Pombas v. The Police
(1968)α CLR 29). Κρίθηκε ότι θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οιουδήποτε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει ικανοποιητικά την υπεράσπιση του." Στην υπόθεση Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204 αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: " . σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία. Κριτήριο για να αποφασισθεί αν οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι ικανοποιητικές είναι κατά πόσο από τυχόν παραλείψεις, η υπεράσπιση του κατηγορούμενου επηρεάζεται δυσμενώς. Αν δηλαδή οι κατηγορίες διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο και είναι σε πόσο βαθμό αόριστες ή ασαφείς που να επηρεάζεται η υπεράσπιση ." Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με την διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πως η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Η ορθή σύνταξη του κατηγορητηρίου ρυθμίζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το εδάφιο (γ) του εν λόγω άρθρου προνοεί ότι: " (γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο, περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα." Σχετικά με την παρούσα περίπτωση όμως είναι και τα εδάφια (δ) και (ζ) του άρθρου 39 του Κεφ.155, το περιεχόμενο των οποίων ομιλεί από μόνο του: (δ) όταν το νομοθέτημα που συνιστά το ποινικό αδίκημα αναφέρει ότι το ποινικό αδίκημα είναι η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε από τις διάφορες πράξεις διαζευκτικά ή η τέλεση ή η παράλειψη τέλεσης οποιασδήποτε πράξης με οποιαδήποτε από τις διάφορες ιδιότητες, ή με οποιαδήποτε από τις διάφορες προθέσεις ή διατυπώνει οποιοδήποτε μέρος του ποινικού αδικήματος διαζευκτικά, οι πράξεις, παραλείψεις, ιδιότητες ή προθέσεις, ή άλλα ζητήματα που συνιστούν τη διάζευξη στο νομοθέτημα δύνανται να διατυπωθούν διαζευκτικά στην κατηγορία που προσάπτεται για το εν λόγω ποινικό αδίκημα .... (ζ) δεν είναι αναγκαίο ή δεν χρησιμοποιείται βεβαιότητα ή λεπτομέρεια αναφοράς σχετικά με έγγραφα, γεγονότα, πράγματα, πρόσωπα, τόπους, χρόνο ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, στο κατηγορητήριο μεγαλύτερη από αυτή που είναι εύλογα επαρκή για το σκοπό παροχής ειδοποίησης στον κατηγορούμενο για αυτά. Γεγονότα και έγγραφα δύνανται να καταρτιστούν ως παράρτημα και αντίγραφα αυτών δύνανται να συναφθούν στο κατηγορητήριο αν η μέθοδος αυτή είναι κατάλληλη . Όπως αποφασίσθηκε σε αριθμό υποθέσεων (Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επarxιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 295, Constantinides v. The Rebuplic
(1978)2 CLR 337) σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Κεφ. 155, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο και δυνατό να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. Την ευθύνη για την ορθή σύνταξη, την επάρκεια του λεκτικού και γενικά την καλύτερη δυνατή παρουσίαση του κατηγορητηρίου φέρει πάντοτε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής (βλέπε Blackstone's Criminal Practice 2000, παρ. D9.3, σελ. 1238 και τις αγγλικές υποθέσεις R v. Newland [1988] QB 402, R v. Moss [1995] Crim LR 828). Η έννοια του όρου 'ελλατωματικό' έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία, υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό. Έτσι στην υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168, το επιχείρημα ότι για να είναι το κατηγορητήριο ελαττωματικό πρέπει να είναι τέτοιο που νομικά να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη αδικήματος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που τόνισε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και πιθανώς και πολλά άλλα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία στην υπόθεση, πάντοτε κάτω από την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Επίσης στην υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R.96 γίνεται ανάλυση της έννοιας «ελαττωματικό κατηγορητήριο». Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
  1. i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
  2. ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528, R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed., p. 52 para. 53 adopted)." Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 2009 τονίζεται η ανάγκη περιγραφής του αδικήματος σε κοινή γλώσσα και αναγνώρισης της νομικής βάσης επί της οποίας το εν λόγω αδίκημα εδράζεται (statement of offence). Επίσης μέσα από το ίδιο σύγγραμμα υποδεικνύεται η ανάγκη παροχής λεπτομερειών οι οποίες θα καθιστούν κατά τρόπο σαφή τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που οδήγησε στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος (particulars of offence). Σχετικές επί του θέματος αυτού είναι οι παράγραφοι 1-116 και 1-117 στις σελίδες 86 και 87 του νομικού συγγράμματος αυτού αλλά και το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή τα γεγονότα που περιέχονταν σ' αυτό δεν αποκάλυπταν διάπραξη αδικήματος (βλέπε Archbold 2009 παράγραφος 1-236, σελίδες 139 και 140). Το εν λόγω σύγγραμμα επικαλείται, ανάμεσα σ' άλλα, την αγγλική υπόθεση R. v. Yates
(1872)12 Cox 233 που αφορούσε λίβελο στην οποίαν το κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν μέσα από τις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν αποκάλυπταν επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου στη βάση του αδικήματος που περιγραφόταν. Σύμφωνα δε με το άρθρο 86 του Κεφ.155, κατηγορητήριο που δεν εκθέτει και δεν δύναται με οποιαδήποτε μεταβολή που επιτρέπεται από το Νόμο αυτό να καταστεί τέτοιο ώστε να εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, βρισκόταν στην εύλογη σκέψη του κατηγορούμενου, αυτό ακυρώνεται είτε με εισήγηση που υποβάλλεται πριν από την απολογία του κατηγορούμενου ή με εισήγηση που υποβάλλεται για αναστολή της απόφασης. Ένα ελάττωμα που εντοπίζεται σε κατηγορητήριο δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Αυτό, ανάμεσα σ' άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και πρόσθεση κατηγοριών (βλέπε Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Ενδεχόμενη παραπλάνηση του κατηγορουμένου συνεπεία τέτοιου ελαττώματος ή λάθους του κατηγορητηρίου οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του κατηγορουμένου (βλέπε τελευταία παράγραφο του άρθρου 39 του Κεφ.155). Σε περίπτωση που διαπιστωθεί δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του κατηγορουμένου ή γενικότερα της υπεράσπισης του ή προκαλεί αδικία το Δικαστήριο προχωρεί σε αθώωση και απαλλαγή του. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπό εξέταση περίπτωση προκύπτουν τα εξής ερωτήματα εις τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει: (α) Είναι ή όχι το παρόν κατηγορητήριο ελαττωματικό; (β) Σε περίπτωση που εντοπίζεται ελάττωμα αυτό είναι τυπικής ή ουσιαστικής φύσεως σε σχέση με την έκθεση και τις λεπτομέρειες του αδικήματος; (γ) Εάν το κατηγορητήριο είναι όντως ελαττωματικό το ελάττωμα προκαλεί παραπλάνηση στους κατηγορουμένους ή δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και συμφερόντων των κατηγορουμένων ή θα προκαλέσει βλάβη στην υπεράσπιση τους ή θα προκαλέσει αδικία εις βάρος τους; Η υποχρέωση παροχής ικανοποιητικών λεπτομερειών ποινικής κατηγορίας συνιστά και συνταγματική επιταγή. Το άρθρο 12.5 (α) του Συντάγματος ορίζει ότι: ″5. Πας κατηγορούμενος δι΄ αδίκημά τι έχει τα ακόλουθα κατ΄ ελάχιστον όρος δικαιώματα: (α) να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ΄ αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας, (β) ...............″. Όπως προκύπτει από τις υποθέσεις Panayiotis Kannas alias Pombas v. The Police
(1968)2 C.L.R. 29 και Kypros Chrysostomou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 176, υπάρχει και αντίστοιχο δικαίωμα του κατηγορουμένου να τύχει τέτοιας πληροφόρησης. Έκφραση του δικαιώματος αυτού είναι και η ευχέρεια που παρέχεται για υποβολή αιτήματος για περαιτέρω λεπτομέρειες, όπου η κατηγορία δεν παρέχει επαρκή πληροφόρηση για ουσιαστικό συστατικό (βλ. Attorney General v. Petros Demetriou Hjiconstanti
(1969)2 C.L.R. 5 και Δημοκρατία v. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107). Έχει νομολογηθεί ότι σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέτει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η κατηγορούσα αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία. Κριτήριο για να αποφασιστεί αν οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι ικανοποιητικές ή όχι, είναι κατά πόσο από τυχόν παραλείψεις, η υπεράσπιση του κατηγορουμένου επηρεάζεται δυσμενώς. Αν δηλαδή οι κατηγορίες διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο και είναι σε τόσο βαθμό αόριστες και ασαφείς που να επηρεάζεται η υπεράσπιση (βλ. Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 204). Αναφορικά με την 1η προδικαστική ένσταση σε σχέση με τις λεπτομέρειες των μη επιτρεπόμενων προϊόντων: Είναι σαφές ότι με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές οι οποίες προκύπτουν τόσο μέσα από την νομολογία όσο και μέσα από τα νομικά συγγράμματα θα πρέπει ένα κατηγορητήριο να περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες οι οποίες να γνωστοποιούν στον κατηγορούμενο το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Στην παρούσα περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι ο συνήγορος των κατηγορουμένων ζήτησε όπως λάβει λεπτομέρειες των κατ' ισχυρισμό μη επιτρεπόμενων προϊόντων που διέθετε και έλαβε αυτές τις λεπτομέρειες. Σημειώνω βέβαια ότι οι λεπτομέρειες αυτές που παραχωρήθηκαν από τον συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής δεν καταχωρήθηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν δύναται το Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο αυτές είναι ή όχι ικανοποιητικές. Είναι η θέση και η κατάληξη μου ότι εφόσον οι λεπτομέρειες που δόθηκαν περιλαμβάνουν όλα τα προϊόντα τα οποία κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής διέθεταν προς πώληση οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν τίθεται θέμα ασάφειας και αοριστίας στο κατηγορητήριο, θα πρέπει όμως οι λεπτομέρειες αυτές να καταχωρηθούν εντός του φακέλου του Δικαστηρίου εντός 7 ημερών από σήμερα. Στην πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα υπόψη μου και την αναφορά στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold (ανωτέρω) par. 33-52 p. 3010 όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση εξέτασης ζητήματος πολλαπλότητας κατηγορητηρίου και συνεπακόλουθα ελαττωματικότητας: "If particulars have been asked for and provided, those too may be considered." Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του τις δοθείσες λεπτομέρειες για να αποφασίσει αν τελικά η κατηγορία πάσχει από ελαττωματικότητα. Παρά το ότι οι λεπτομέρειες που δόθηκαν δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνω υπόψη μου την δήλωση του συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι έλαβε κατάλογο με τα ισχυριζόμενα μη επιτρεπόμενα προϊόντα όμως η θέση του είναι ότι αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνονται και στο κατηγορητήριο. Η θέση αυτή του συνηγόρου δεν με βρίσκει σύμφωνη καθότι δεν κρίνω ότι η παράλειψη αναφοράς τους στις λεπτομέρειες των αδικημάτων προκαλεί οποιαδήποτε σύγχυση ή αδικία ή κώλυμα στην προώθηση της υπεράσπισης των κατηγορουμένων, οι οποίοι φαίνεται ότι έχουν λάβει γνώση των λεπτομερειών των κατηγοριών 1 - 3 με παράθεση των ισχυριζόμενων μη επιτρεπόμενων προϊόντων. Ως εκ τούτου και για τους λόγους που προσπάθησα ανωτέρω να αναλύσω η 1η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Αναφορικά με την 2η προδικαστική ένσταση και την ιδιότητα με την οποία κατηγορείται ο 2ος κατηγορούμενος: Στην έκθεση αδικημάτων της 1ης, 2ης και 3ης κατηγορίας επί του κατηγορητηρίου αναφέρεται το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα και στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αναφέρεται η φράση «Οι κατηγορούμενοι.». Περαιτέρω γίνεται αναφορά στο άρθρο 30 του επίδικου νόμου και δεν υπάρχει ξεχωριστή κατηγορία για τον 2ο κατηγορούμενο υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής. Το άρθρο 2 του Νόμου 155
(1)/2006 προβλέπει τα ακόλουθα: Ερμηνεία 2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια: .. «καταστηματάρχης» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένης της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας, που έχει την ευθύνη ή στον οποίο ανήκει κατάστημα ή απασχολεί πρόσωπο σε ή σε σχέση με αυτό και περιλαμβάνει τον ιδιοκτήτη ή τον κύριο μέτοχο, διευθύνοντα σύμβουλο, γενικό διευθυντή ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν τον έλεγχο ή την ευθύνη της διαχείρισης καταστήματος ή/και την εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις που αφορούν τους όρους απασχόλησης υπαλλήλων καταστημάτων και τα της λειτουργίας του καταστήματος· .. Το άρθρο 30
(3)του Νόμου 155
(1)/2006 προβλέπει τα ακόλουθα: Αδικήματα και ποινές 30.
(3)Αν τα προβλεπόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)αδικήματα διαπράττονται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του, ο οποίος θα τιμωρείται κατά το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, καθώς και το νομικό πρόσωπο ή ο οργανισμός που θα τιμωρείται μόνο με τη χρηματική ποινή που προβλέπεται από το εδάφιο αυτό. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
  1. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. Μέσα από την συνδυασμένη ερμηνεία των πιο πάνω προνοιών των Νόμων με το κατηγορητήριο ως είναι διατυπωμένο με αναφορά στις κατηγορίες 1, 2 και 3 προκύπτει ότι ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται ως συνεργός της 1ης κατηγορούμενης. Σύμφωνα με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων δεν είναι αντιληπτή μέσα από το κατηγορητήριο η ιδιότητα υπό την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος
  2. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Μια προσεκτική ανάγνωση των λεπτομερειών των αδικημάτων της 1ης, 2ης και 3ης κατηγορίας, το περιεχόμενο των οποίων είναι σχεδόν πανομοιότυπο, αλλά και της 4ης κατηγορίας μας βοηθά να αντιληφθούμε ότι ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται ως συνεργός της 1ης κατηγορουμένης ήτοι της αυτουργού των αδικημάτων όπως επίσης και το πότε και που διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Αυτά αποτελούν επαρκείς και ουσιώδεις λεπτομέρειες έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να αντιληφθεί για ποιο αδίκημα κατηγορείται και υπό ποια ιδιότητα εφόσον η αναφορά στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα είναι σαφής. Η ευθύνη δυνάμει των άρθρων του σχετικού νόμου βαρύνει τον καταστηματάρχη και στις περιπτώσεις όπου καταστηματάρχης είναι νομικό πρόσωπο, δεν αποκλείεται ποινική ευθύνη να φέρει και ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος συνέργησε στις αδικοπραγίες. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, εφόσον εμπλέκεται στις αδικοπραγίες υπέχει ευθύνη ως συνεργός και δύναται να διωχθεί δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ.
  3. Στις Ποινικές Εφέσεις αρ.6174 και 6175, Ευγένιος Ajini και άλλη ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ., 319, η πρωτόδικη απόφαση ότι η ενοχή των αξιωματούχων της εταιρείας με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, λόγω της συνέργειας τους στην διάπραξη αδικήματος, κρίθηκε ορθή και επικυρώθηκε ανεξάρτητα από το αν οι πιο πάνω αξιωματούχοι ήταν ή όχι εκδότες των επίδικων επιταγών. Επίσης επικυρώθηκε η νομική θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι "η απόσυρση των κατηγοριών εναντίον της εταιρείας που θα ήταν η αυτουργός δεν μπορούσε να επιδράσει επί της ευθύνης των εφεσειόντων ως συνεργών: (βλ. Hui Chi-ming v. The Queen 1 A.C. 34 (P.C.) και R. v. Humphreys and Turner
(1965)3 ALL E.R. 689." Περαιτέρω στην ίδια απόφαση ανωτέρω αναφέρθηκε ότι: «Είναι επιθυμητό όπου η Κατηγορούσα Αρχή γνωρίζει εξ'αρχής ότι ο ρόλος του κατηγορούμενου ήταν ο ρόλος συνεργού να το εκθέτει αυτό για πληρέστερη ενημέρωση της Υπεράσπισης. Δεν είναι όμως απαραίτητο. Η απόφαση Maxwell (ανωτέρω) υπογραμμίζει ότι παρόλο που η εξειδίκευση είναι επιθυμητή εκεί όπου είναι δυνατή, εντούτοις δεν είναι απαραίτητη και η έλλειψη της δεν αναιρεί την ετυμηγορία εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει την μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού» Επομένως παρά το ότι είναι επιθυμητό στις λεπτομέρειες αδικημάτων να αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνεργός στην διάπραξη του αδικήματος δεν είναι και απαραίτητο και η παράλειψη δεν θα προκαλούσε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Συνεπώς και με εφαρμογή των πιο πάνω αρχών στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι σε θέση να γνωρίζει τι κατηγορίες αντιμετωπίζει και δεν επηρεάζεται η υπεράσπιση του καθ'οιονδήποτε τρόπο. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται θέμα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου ούτε ως προς την 2η προδικαστική ένσταση η οποία απορρίπτεται ως αβάσιμη. Ως εκ τούτου αμφότερες οι προδικαστικές ενστάσεις των κατηγορουμένων απορρίπτονται. (Υπ.)................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.