← Κύπρος

KOSTAKIS D. KOUREAS & SON LTD ν. Συνεργατική Εταιρεία ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7763/14, 5/2/2015

KOSTAKIS D. KOUREAS & SON LTD ν. Συνεργατική Εταιρεία ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7763/14, 5/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7763/14 Μεταξύ: KOSTAKIS D. KOUREAS & SON LTD Κατηγόρων v. 1.Συνεργατική Εταιρεία ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ Λτδ 2.Νίκου Σουτζή 3.Παύλου Αριστείδου Κατηγορούμενων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 05 Φεβρουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ.Πούγιουρος Για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: κ.Σ.Βασιλείου Κατηγορούμενοι 2 & 3 : παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν από το στάδιο αυτό. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν σε απολογία. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Θα γίνει αναφορά σημειώνεται σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν αυτό θεωρηθεί αναγκαίο. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: " Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας ". Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν με βάση το κατηγορητήριο πέντε
(5)κατηγορίες (κατηγορίες 1-5) για έκδοση ισάριθμων επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Οι εν λόγω επιταγές ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν σημειωθεί ως τεκμήριο 1
(1)-
(5). Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δε, αντιμετωπίζουν επίσης πέντε
(5)κατηγορίες (κατηγορίες 6-10) για παροχή συνδρομής στους κατηγορούμενους 1 στην πρόκληση μη εξόφλησης χωρίς εύλογη αιτία των εν λόγω πέντε επιταγών κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Όπως είναι εμφανές από τα πιο πάνω και από την μελέτη του κατηγορητηρίου έχει γίνει προφανώς λάθος από τον συντάκτη του κατηγορητηρίου, αφού ενώ οι κατηγορούμενοι 1 κατηγορούνται με βάση το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 για έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα, την ίδια στιγμή οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και για τις ίδιες επιταγές κατηγορούνται με βάση τις εκθέσεις αδικημάτων των κατηγοριών 6-10 ότι παρείχαν συνδρομή σε ότι αφορά την διάπραξη άλλων αδικημάτων δηλαδή της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία με βάση το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154. Αναφέρω δε ότι έχω μιλήσει εξ' αρχής για λάθος κατά την σύνταξη του κατηγορητηρίου αφού αφενός η μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η κατηγορούσα αρχή δεν αφήνει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που αποδίδονται στους κατηγορούμενους 1 είναι αυτά της έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα και ακριβώς οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι σε αυτά που κατηγορούνται ότι συνέδραμαν, ενώ περαιτέρω οι λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών 6-10 συνάδουν ακριβώς με το αδίκημα που προνοεί το άρθρο 305Α
(1)και όχι του άρθρου 305Α
(2). Με βάση τα πιο πάνω αναφέρεται ότι χωρίς αμφιβολία προκύπτει θέμα μεταβολής/τροποποίησης του κατηγορητηρίου. Η μεταβολή κατηγορητηρίου μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, κάτι που μπορεί προσθέτω να κάνει και αυτεπάγγελτα. Η διαταγή για μεταβολή ωστόσο γίνεται μόνον εφόσον δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου (βλ. άρθρο 83
(1)του Κεφ.155*, Κλεοβούλου v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 65 ). * " Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. " Στην Ποινική Έφεση 145/12, Μιχάλης Παφίτης -v- Αστυνομίας ημερ.29-11-13 λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με τον σκοπό των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ.155: " .. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R.62, σκοπός των προνοιών των άρθρων 83, 84 και 85 του Κεφ. 155, είναι να παράσχουν στα Δικαστήρια τη δυνατότητα να απονέμουν δικαιοσύνη στην περίπτωση κατά την οποία απλές παρατυπίες μπορούσαν να οδηγήσουν σε αθώωση κατηγορουμένου, παρά την απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, όπως είχε συμβεί σε πολλές υποθέσεις πριν τη θέσπιση των εν λόγω άρθρων. " Με αυτά υπόψη το Δικαστήριο κρίνει ότι πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση για να διαταχθεί τροποποίηση του κατηγορητηρίου αφού πέραν των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω διαπιστώνεται περαιτέρω ότι εκ της τροποποίησης δεν προκύπτει οιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των κατηγορούμενων 2 και 3. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 γνώριζαν εξ' αρχής ότι κατηγορούνται για παροχή συνδρομής στους κατηγορούμενους 1 εν σχέση με το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα και αυτό προκύπτει ξεκάθαρα τόσο από τα παραδεκτά γεγονότα στα οποία έχουν προβεί μέσω του συνηγόρου τους όσο και από την γραμμή Υπεράσπισης που έχουν ακολουθήσει. Σε κάθε περίπτωση όμως σημειώνεται ότι με το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής οπότε είχαν μπροστά τους όλη την εικόνα με την μαρτυρία που έχει δοθεί δεν εισηγήθηκαν ποτέ επηρεασμό τους. Κατ' επέκταση διατάσσεται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου και πιο συγκεκριμένα οι εκθέσεις αδικημάτων των κατηγοριών 6 μέχρι και 10, δια της αντικατάστασης της φράσης «πρόκληση χωρίς εύλογης αιτίας μη εξόφλησης επιταγής» και του άρθρου 305Α
(2), με την φράση «έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα» και το άρθρο 305Α
(1). Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. ». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες. Περαιτέρω έγιναν παραδεκτά γεγονότα που εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και κατατέθηκαν 6 συνολικά τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής: Η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι Συνεργατική Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τις επίδικες επιταγές. Οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 και δόθηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στην τράπεζα και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και φέρουν την ημερομηνία ή ημερομηνίες που αναφέρονται στις σχετικές σφραγίδες επί των επιταγών. Η παραπονούμενη εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία συστάθηκε στην Κύπρο δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
  1. Ως μάρτυρες δε κατέθεσαν οι κάτωθι: (α) Κωστάκης Δ. Κουρέας, ΜΚ
  2. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είναι διευθυντής των παραπονούμενων και ότι οι επίδικες επιταγές αφορούν εμπορεύματα που παρέδωσε στους κατηγορούμενους
  3. Τις επιταγές του τις έδινε ο λογιστής των κατηγορούμενων 1 επ' ονόματι Ευγένιος στα γραφεία των τελευταίων αφού τις έπαιρνε του διευθυντή και τις υπόγραφε. Αυτό γινόταν στην κάθε ημερομηνία που αναγράφεται σε κάθε επιταγή σαν ημερομηνία πληρωμής. Τις επιταγές τις κατέθεσε στην τράπεζα όμως επιστράφηκαν και σχετικά για την επιστροφή τον ενημέρωνε η τράπεζα. Όταν πήγαινε να πάρει κάποια επόμενη επιταγή είχε ήδη ειδοποιηθεί από την τράπεζα και έβλεπε τι έγραφαν οι επιταγές και τον καθησύχαζαν. Μίλησε με τον λογιστή της εταιρείας και με τον κατηγορούμενο 3 και του ανέφεραν θα το διευθετούσαν. Μέχρι σήμερα για τις επίδικες επιταγές έλαβαν €2000.- τον Απρίλιο του
  4. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν μπορεί θα θυμάται πότε πήγαινε να πιάσει τις επιταγές με τόσους πελάτες που έχει και ότι το διάβασε πάνω στην κάθε επιταγή. Θυμάται μόνον ότι πήγαινε στα γραφεία τους να πάρει τις επιταγές. Ο Ευγένιος έβγαζε τις επιταγές και του έλεγε ότι θα πάει να υπογράψει ο κατηγορούμενος 3 και θα του τις φέρει. Μετά έβλεπε δύο υπογραφές στις επιταγές. Δεν έβλεπε ο ίδιος κάποιον να υπογράφει. Κάποιες φορές πήγαινε και του έλεγαν επειδή έλειπε ο ένας που θα υπογράψει να έρθει κάποια άλλη μέρα. Μετά από τηλεφωνήματα που ακολουθούσαν από τον ίδιο του έλεγαν να πάει γιατί είναι πάνω αυτός που θα υπογράψει. Δεν μπορεί όμως να θυμάται πότε πήγαινε να πάρει τις επιταγές. Για να βγουν οι επιταγές διαβουλευόταν με τον λογιστή και τον κατηγορούμενο
  5. Τον κατηγορούμενο 3 δεν τον είδε πριν να λάβει τις επίδικες επιταγές αλλά μετά που επιστράφηκαν και υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιηθούν. (β) Ελένη Παίδιου, ΜΚ
  6. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι εργάζεται στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, στο κατάστημα της Λεμεσού. Οι επίδικες επιταγές έχουν παρουσιαστεί στην τράπεζα τους με ηλεκτρονική απεικόνιση για πληρωμή και έχουν επιστραφεί λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων των κατηγορούμενων 1 κατά τις ημερομηνίες που λεπτομερώς έχει αναφέρει. Την περίοδο Αυγούστου-Σεπτεμβρίου του 2013 δικαίωμα υπογραφής επιταγών εκ μέρους των κατηγορούμενων 1 είχαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 και κάποιος Παναγιώτης Κλεάνθους (βλ. τεκμ.5). Για την εγκυρότητα των επιταγών ή οι εντολές πληρωμών θα πρέπει να φέρουν τουλάχιστον δύο υπογραφές από τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος 2 από 10/11/14 έχει αποχωρήσει από τους κατηγορούμενους
  7. Δεν γνωρίζει αν υπήρξε μέχρι σήμερα οποιαδήποτε ειδοποίηση για αλλαγή στο δικαίωμα υπογραφών. Ο λογαριασμός των κατηγορούμενων 1 μπήκε στο ΚΑΠ και παγοποιήθηκε στις 11/09/
  8. Μεταξύ των ημερομηνιών 08/08 και 12/08 έχουν κατατεθεί δεκάδες επιταγές για πληρωμή στο λογαριασμό των κατηγορούμενων 1 εκ των οποίων κάποιες έχουν πληρωθεί και κάποιες άλλες πολλών χιλιάδων ευρώ όχι δηλαδή έχουν επιστραφεί. Η τράπεζα σε ότι αφορά τις προβληματικές επιταγές έστελνε καθημερινά κατάσταση με fax στους κατηγορούμενους 1 που έδειχνε πόση υπέρβαση θα είχαν και ποιες επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι η κατάσταση των προβληματικών επιταγών αποστέλλετο στην εταιρεία των κατηγορούμενων 1 και το αρμόδιο άτομο που χειριζόταν τις επιταγές και την παρουσίαση τους ήταν ο κ.Ευγένιος. Αυτό ήταν το πρόσωπο που επικοινωνούσε με τον συνάδελφο της στην τράπεζα. Δεν έχει ξαναδεί και δεν γνωρίζει τους κατηγορούμενους
  9. Δεν γνωρίζει πότε και κάτω από ποιες συνθήκες έχουν υπογραφεί οι επίδικες επιταγές. Επίσης δεν γνωρίζει αν το fax που αποστέλλετο στην εταιρεία για τις επιταγές έφτασε ποτέ στα χέρια των κατηγορούμενων 2 και
  10. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και κατ' αρχήν αναφέρω ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αντινομική ή ότι στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους. Συνεπώς η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορούμενων περί αντινομικής μαρτυρίας απορρίπτεται. Θα πρέπει βέβαια να σημειώσω εδώ ότι στην μαρτυρία του ΜΚ1 όντως εντοπίζονται κάποια σημεία που θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να λεχθεί ότι στα πλαίσια μιας αξιολόγησης της μαρτυρίας ενδεχομένως να δημιουργούσαν αμφιβολίες. Όμως αυτό δεν θα αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο. Στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως που ευρισκόμαστε τώρα σημασία έχει ότι η μαρτυρία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντινομική, και εν πάση περιπτώσει σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν. Συνεπώς αυτό που απομένει για το Δικαστήριο να εξετάσει είναι το κατά πόσο σε αυτό το στάδιο ελλείπει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Θεωρώ δε ότι για την εξέταση του θέματος θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός εν σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και τους κατηγορούμενους 2 και 3, έχοντας υπόψη ότι οι τελευταίοι κατηγορούνται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  11. Σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 1 αναφέρω ότι ως προκύπτει από την μαρτυρία, τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί δεν φαίνεται να ελλείπει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο. Με βάση την μαρτυρία οι κατηγορούμενοι 1, δια της υπογραφής των εξουσιοδοτημένων υπ' αυτούς προσώπων δηλαδή των κατηγορούμενων 2 και 3, εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές τεκμ.1
(1)-
(5)και οι επιταγές αυτές αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν πληρώθηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Επιπλέον οι επιταγές αυτές μετά την παρουσίαση τους στην τράπεζα και την επιστροφή τους παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών. Τον Απρίλιο του 2014 πληρώθηκε ποσό €2000.- έναντι της οφειλής με βάση τις επιταγές αυτές και ουδέν άλλο ποσό έχει πληρωθεί. Κατά συνέπεια κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 1. Εν σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και 3, οι οποίοι κατηγορούνται ότι παρείχαν συνδρομή στους κατηγορούμενους 1 στην έκδοση των επίδικων επιταγών, αναφέρω τα εξής. Κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι από μόνη της η ιδιότητα των κατηγορούμενων 2 και 3 ως διευθυντών των κατηγορουμένων 1 (βλ. τεκμ.5) δεν σημαίνει απολύτως τίποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Η διευθυντική ιδιότητα δεν οδηγεί σε καταδίκη χωρίς άλλο (βλ. Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600), Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 7095 ανωτέρω). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, αναφέρεται εδώ ότι με βάση την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί οι κατηγορούμενοι 2 και 3 υπόγραψαν τις επίδικες επιταγές και συνεπώς προκύπτει στο στάδιο αυτό ότι δια της υπογραφής τους παρείχαν βοήθεια στους κατηγορούμενους 1 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Όμως για να μπορέσουν να καταδικαστούν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία αναφορικά και με το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) από μέρους τους. Η υπογραφή των επιταγών αναφέρεται δεν αποδεικνύει και το στοιχείο αυτό. Εκ της Νομολογίας δε προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ήδη από το στάδιο αυτό το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα πως οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών γνώριζαν πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ή ότι δεν θα υπήρχαν κεφάλαια κατά την παρουσίαση τους για πληρωμή. Δεν υπάρχει κρίνω ίχνος μαρτυρίας προς αυτή την κατεύθυνση και το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση με την δοθείσα μαρτυρία να καταλήξει ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 γνώριζαν τον κρίσιμο χρόνο τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχαν την ανάλογη πρόθεση. Πιο συγκεκριμένα: Α. Κατ' αρχήν με βάση την μαρτυρία του ΜΚ1 το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε συμπέρασμα για τον χρόνο υπογραφής και κατ' επέκταση της έκδοσης των επιταγών. Είναι ξεκάθαρο, και δεν χρειάζεται σημειώνεται οποιαδήποτε αξιολόγηση για να διαπιστωθεί τούτο, ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να καθορίσει τον χρόνο έκδοσης των επιταγών ο οποίος παραμένει στοιχείο άγνωστο στο Δικαστήριο. Στην αντεξέταση του επανέλαβε σε διάφορα σημεία ότι δεν μπορεί να θυμάται πότε έλαβε τις επιταγές. Συνεπώς με αυτό ως δεδομένο και σε συνάρτηση με το ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε κατάσταση σε ότι αφορά τον επίδικο λογαριασμό, είναι αδύνατον για το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα και να αξιολογήσει άλλα γεγονότα ή δείγματα συμπεριφοράς, ικανά να πείσουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, πως οι κατηγορούμενοι 2 και 3 γνώριζαν τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχαν την ανάλογη πρόθεση (βλ. MILITOS TRADING LIMITED, v. ΑΘΗΝΑΣ ΜΑΛΕΚΚΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 150/2009, 15 Οκτωβρίου, 2012). Β. Περαιτέρω όμως αναφέρεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που αποδεκνύετο ο χρόνος έκδοσης των επιταγών και ότι αυτός είναι η ημερομηνία που αναγράφεται στην κάθε επιταγή σαν ημερομηνία πληρωμής, και πάλιν κρίνω η κατάληξη του Δικαστηρίου ενόψει των όσων αναφέρονται κατωτέρω θα ήταν η ίδια. (α) Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι μίλησε με τον κατηγορούμενο 3 μετά που επιστράφηκαν οι επιταγές και του υποσχέθηκε ότι θα τακτοποιηθούν, ενώ με τον κατηγορούμενο 2 δεν μίλησε ποτέ. Επίσης ανέφερε ότι δεν είδε ποτέ οιονδήποτε εκ των κατηγορούμενων 2 και 3 να υπογράφει οποιαδήποτε επιταγή. Με βάση αυτά προκύπτει βέβαια ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει ουδεμία μαρτυρία για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επιταγές ενώ περαιτέρω ουδεμία μαρτυρία υπάρχει για λόγια ή συμπεριφορά εκ μέρους των κατηγορούμενων 2 και 3 κατά την έκδοση των επιταγών μέσα από τα οποία να καταδεικνύεται η απαιτούμενη γνώση. (β) Περαιτέρω δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την σχέση των κατηγορούμενων 2 και 3 με την διαχείριση των οικονομικών της εταιρείας ή του επίδικου λογαριασμού, ενώ αντίθετα υπάρχει μαρτυρία κυρίως εκ μέρους της ΜΚ2 ότι τα θέματα των επιταγών και της παρουσίασης τους δεν τα χειρίζονταν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αλλά κάποιος Ευγένιος. Συνεπώς πέραν του ότι οι κατηγορούμενοι 2 & 3 ήταν δύο εκ των τριών προσώπων που μπορούσαν να υπογράφουν επιταγές εκ μέρους της εταιρείας, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία και κανένα στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν οποιαδήποτε γνώση αναφορικά με την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού κατά τον ουσιώδη ή καθ' οιονδήποτε χρόνο. (γ) Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι η αποστολή κατάστασης με τις προβληματικές επιταγές στην εταιρεία ως ανέφερε η ΜΚ2, σε καμία περίπτωση δεν δύναται να συνεπάγεται αυτόματα γνώση των κατηγορούμενων 2 και 3 περί της κατάστασης της εταιρείας ή του επίδικου λογαριασμού χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία περί τούτου. Υπενθυμίζεται εδώ ότι ως αναφέρθηκε και πιο πάνω σύμφωνα με την ίδια μάρτυρα τα θέματα των επιταγών της εταιρείας τα χειριζόταν τρίτο πρόσωπο το οποίο κατονόμασε και είναι το πρόσωπο αυτό που είχε και την επαφή με τον συνάδελφο της στην τράπεζα. (δ) Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν γνώση των υπολοίπων του λογαριασμού καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους της έκδοσης των επίδικων επιταγών που υποθετικά αναφέρονται πιο πάνω μέχρι και την παρουσίαση τους, κάτι που επαναλαμβάνω δεν έχει αποδειχθεί, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και δεν γνωρίζει οτιδήποτε συγκεκριμένο, πέραν αναφέρω των όσων η ΜΚ2 ανέφερε για τις επιταγές που κατατέθηκαν την περίοδο μεταξύ 08/08 και 12/08 του 2013. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τα υπόλοιπα του επίδικου λογαριασμού αναφορικά με οποιοδήποτε χρόνο ή περίοδο και δεν γνωρίζει ούτε πως λειτουργούσε ο επίδικος λογαριασμός, αν υπήρχε όριο, αν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία ή διευθέτηση για πληρωμή επιταγών ή εν πάση περιπτώσει οτιδήποτε σχετικό. Συνοψίζοντας συνεπώς όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ήδη από το στάδιο αυτό δεν θα μπορούσε κάτω από οποιαδήποτε αξιολόγηση να οδηγήσει σε συμπέρασμα για την ύπαρξη γνώσης από πλευράς των κατηγορούμενων 2 και 3. Στην προκειμένη περίπτωση η μη ύπαρξη μαρτυρίας για τον χρόνο έκδοσης των επιταγών, τα υπόλοιπα στον επίδικο λογαριασμό κατά την έκδοση των επιταγών, την ενεργό εμπλοκή των κατηγορούμενων στη διαχείριση του επίδικου λογαριασμού των κατηγορουμένων 1 και την γνώση τους ανά πάσα στιγμή για την κατάσταση λογαριασμού και εν πάση περιπτώσει για γεγονότα και στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τα ουσιώδη γεγονότα κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης των επιταγών και είχαν ανάλογη ένοχη πρόθεση, συνεπάγεται ότι δεν θα μπορούσε ποτέ το Δικαστήριο να καταδικάσει τους κατηγορούμενους 2 και 3 ως συνεργούς αφού η υποκειμενική υπόσταση της διάπραξης των αδικημάτων / η ένοχη διάνοια είναι προφανές ότι δεν έχει καταδειχθεί και δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί (βλ. υποθέσεις Παυλόπουλος και Militos Trading ανωτέρω). Υπό τις περιστάσεις όπως πιο πάνω περιγράφονται, κρίνω ότι η κλήση των κατηγορούμενων 2 και 3 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατάληξη Κατά συνέπεια και υπό το φώς των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 1, τους οποίους καλώ να προβάλουν την υπεράσπιση τους, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τους κατηγορούμενους 2 και 3 τους οποίους αθωώνω και απαλλάσσω από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των παραπονούμενων και υπέρ των κατηγορούμενων 2 και 3 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 1 τα έξοδα θα είναι στην πορεία. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Private Criminal/Interim Αναφορά: Εκ πρώτης όψεως/Ενδιάμεση Απόφαση/Επιταγές χωρίς αντίκρισμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.