Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού ν. RAMI MAKRAM KAMEL SALEH, Aρ. Υπόθεσης: 21979/12, 12/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 21979/12 Αστυνομικoύ Διευθυντή Λεμεσού Εναντίον RAMI MAKRAM KAMEL SALEH Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 12.2.15 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Αβρααμίδης Για τους κατηγορούμενο: κα. Αδάμου Κατηγορούμενος Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση το κατηγορητήριο ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις συνολικά κατηγορίες. Της επίθεσης (1η Κατηγ.) , της δημόσιας εξύβρισης (2η Κατηγ.) και της μεταφοράς επιθετικών όπλων (3η και 4η κατηγ.). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος στις 23.3.12 στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε στον Ηλία Πολυδώρου από τη Λεμεσό. Κατηγορείται επίσης ότι κατά τον ίδιο χρόνο σε δημόσιο χώρο και συγκεκριμένα στην οδό Πάφου, εξύβρισε το πιο πάνω πρόσωπο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει επίθεση καθώς και ότι είχε στη κατοχή του δύο επιθετικά όπλα και συγκεκριμένα ένα σιδερολοστό (σωλήνα) και ένα κόπτη. Για την απόδειξη της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πέντε συνολικά μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει από την θέση του εξεταζόμενου μάρτυρα και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Η μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και δεν θα την επαναλάβω στην ολότητα της αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της και αναφορά σε αυτή θα γίνει εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Ο Α/ Αστ.1322 Πέτρος Γεωργιάδης ΜΚ1, δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του τεκμ. 1 και κατέθεσε στο Δικαστήριο ένα σιδερολοστό ( τεκμ 2) και ένα κόπτη χρώματος πορτοκαλί (τεκμ.3) . Ανέφερε ότι παρέλαβε το σιδερολοστό από τον αστυφύλακα 3023 ΜΚ2, ο οποίος και του ανέφερε ότι είναι με αυτόν που τραυματίσθηκε ο κατηγορούμενος. Το πορτοκαλί αντικείμενο τεκμ.3 ανέφερε ότι τον παρέλαβε από ένα από τους αυτόπτες μάρτυρες του επεισοδίου. Στο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι κατά το επεισόδιο υπήρξε σοβαρός τραυματισμός του κατηγορούμενου σε σχέση με τον οποίο αφού σχηματίσθηκε σχετικός ποινικός φάκελος κατηγορήθηκε γραπτώς το πρόσωπο που είναι παραπονούμενος στη παρούσα υπόθεση και στη συνέχεια καταχωρήθηκε εναντίον του ποινική υπόθεση. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν άμεσος στις απαντήσεις του και δεν περιέπεσε σε οιεσδήποτε αντιφάσεις. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Πολύ καλή εντύπωση δημιούργησε και ο αστυφ. 3023 Κώστας Κωνσταντίνου ΜΚ2, ο οποίος και αυτός με την σειρά του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του( τεκμ. 4). Ήταν ο αστυνομικός που στις 23.3.12 και περί η ώρα 1500 έλαβε μήνυμα από τον αξιωματικό υπηρεσίας ότι στην οδό Ευγενίου Βουλγάρεως υπάρχει συμπλοκή. Μετέβηκε στο μέρος όπου εκεί εντόπισε τον κατηγορούμενο με αίματα στο πρόσωπο να βρίσκεται πεσμένος στο έδαφος και του ανέφερε ότι δύο πρόσωπα τον κτύπησαν με σιδερολοστό. Σε απόσταση τριών μέτρων από τον κατηγορούμενο εντόπισε και παρέλαβε το σιδερολοστό τεκμ
- Δεν έχω οιανδήποτε αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια, ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Σε σχέση τώρα με την παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο του παραπονούμενου ΜΚ3 όσο και των ΜΚ4 και ΜΚ 5 που είναι και οι ουσιαστικοί μάρτυρες της υπόθεσης, θα πρέπει να πω ότι αυτή δεν ήταν καθόλου καλή. Η μαρτυρία τους διέπεται από τόσες πολλές αντιφάσεις επί ουσιωδών γεγονότων που δημιουργείται έντονα η αμφιβολία κατά πόσο τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως οι μάρτυρες αυτοί τα ανέφεραν. Πέραν τούτου όμως και κάποιες αναφορές τους δεν αντέχουν την βάσανο της λογικής. Όλα ξεκίνησαν στο δρόμο και συγκεκριμένα στην οδό Μίλτωνος ενώ οι δύο εμπλεκόμενοι δηλαδή ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος οδηγούσαν ο καθένας το αυτοκίνητο του με πρόθεση να στρίψουν δεξιά προς την οδό Πάφου. Στη προσπάθεια τους αυτή κινδύνεψαν να συγκρουστούν μεταξύ τους και αυτό το γεγονός υπήρξε και η αφορμή του επίδικου επεισοδίου. Ο παραπονούμενος ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος το έβρισε και του επιτέθηκε. Αντίθετα ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι είναι ο παραπονούμενος που τον έβρισε και στην συνέχεια του επιτέθηκε και τον τραυμάτισε αρχικά μόνος του και στη συνέχεια μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο.. Ο παραπονούμενος (ΜΚ3) δεν με έπεισε για τη ειλικρίνεια και τη γνησιότητα της εκδοχής του. Αρχίζοντας από το γεγονός ότι ενώ ισχυρίσθηκε πως από την αρχή του επεισοδίου ζήτησε επανειλημμένα από τον κατηγορούμενο να πάρει το αυτοκίνητο του και να φύγει διαπιστώνεται πως ούτε και ο ίδιος εγκατέλειψε το μέρος αλλά αντίθετα παρέμεινε εκεί. Ο λόγος που πρόβαλε για την παράλειψη του να φύγει, ότι δηλαδή τον εμπόδιζε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου με τρόπο που δεν μπορούσε να μετακινήσει το δικό του αυτοκίνητο για να φύγει βρίσκεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ5 ο οποίος ανέφερε ότι ο παραπονούμενος μετά τη λήξη του επεισοδίου οδηγώντας το αυτοκίνητο του έφυγε από τη σκηνή με όπισθεν ταχύτητα χωρίς ο κατηγορούμενος να χρειαστεί να μετακινήσει το δικό του αυτοκίνητο. Η δήλωση αυτή του ΜΚ5 καταρρίπτει τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι για να μπορέσει να φύγει από το μέρος χρειάστηκε πρώτα να μετακινήσει ο κατηγορούμενος το αυτοκίνητο του. Ένα ακόμα σημαντικό γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία του παραπονούμενου και αφήνει εύλογα ερωτηματικά, είναι ότι ενώ ισχυρίσθηκε πως ο κατηγορούμενος του επιτέθηκε έχοντας στα χέρια του τα δύο αντικείμενα δηλαδή το τεκμ. 2 και τον τεκμ. 3 εντούτοις μετά τη λήξη του επεισοδίου ουδέποτε επισκέφθηκε την αστυνομία για να καταγγείλει το σοβαρό αυτό γεγονός αλλά ούτε και επιδίωξε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να ειδοποιήσει την αστυνομία. Αντίθετα εγκατέλειψε το μέρος και μετέβηκε στην αστυνομία για να δώσει κατάθεση τέσσερις μέρες μετά από το επεισόδιο και ενώ πρώτα πληροφορήθηκε ότι η αστυνομία διερευνά εναντίον του υπόθεση για την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης στο κατηγορούμενο. Σε σχέση με τον τραυματισμό του κατηγορούμενου, ισχυρίσθηκε πως, όταν ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον κτυπήσει με το σιδερολοστό ο ίδιος έκανε ελιγμό και απέφυγε το κτύπημα με αποτέλεσμα ο σιδερολοστός να κτυπήσει πάνω στο καπό του αυτοκινήτου του να γυρίσει πίσω και να τραυματίσει τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο. Είναι εμφανές ότι η εκδοχή αυτή του παραπονούμενου δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής αλλά αντίθετα καταδεικνύει ότι υπήρχε προσχεδιασμός στη μαρτυρία του. Ο προσχεδιαμός στη μαρτυρία του καταδεικνύεται και από τη δήλωση του ότι το κτύπημα του σιδερολοστού στο αυτοκίνητο του δεν προκάλεσε σε αυτό οποιαδήποτε ζημιά ούτε άφησε σημάδι. Ανέφερε επίσης ότι όταν είδε τον κατηγορούμενο να κρατά τον κόπτη και τον σιδερολοστό κατέβηκε από το αυτοκίνητο επειδή φοβήθηκε. Εύλογα διερωτάται κανείς εφόσον η ενέργειες του κατηγορούμενου του προκάλεσαν φόβο για ποιο λόγο δεν παρέμεινε μέσα στο αυτοκίνητο του και μάλιστα να εγκαταλείψει τη σκηνή. Η θέση του ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν αιμόφυρτος μετά το κτύπημα που δέχθηκε από το σιδερολοστό έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ2, ο οποίος ανέφερε ότι μεταβαίνοντας στη σκηνή του επεισοδίου εντόπισε τον κατηγορούμενο με αίματα το πρόσωπο να βρίσκεται πεσμένος στο έδαφος. Τέλος σημειώνεται ότι στο αυτοκίνητο μαζί με τον παραπονούμενο βρισκόταν και η σύζυγος του η οποία όμως ουδέποτε κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Ερχόμενη στη μαρτυρία του ΜΚ4 και αντιπαραβάλλοντας την με τη μαρτυρία του ΜΚ5 παρατηρώ ότι ο τελευταίος παρά τη θέση του ότι ήταν παρών από την αρχή μέχρι τη λήξη του επεισοδίου , εντούτοις, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κάνει αναφορά στη παρουσία του ΜΚ4 και μάλιστα ότι αυτός πήρε το παιδί του κατηγορούμενου που βρισκόταν μαζί του στο αυτοκίνητο και το απομάκρυνε από τη σκηνή για να μην βλέπει τα διαδραματισθέντα. Ο ΜΚ5 σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του τοποθετεί το παιδί του κατηγορούμενου να βρίσκεται στη σκηνή του επεισοδίου να είναι τρομοκρατημένο και να κλαίει. Συνεπώς χωρίς να απορρίπτω ότι σε κάποιο στάδιο ο ΜΚ 4 πήρε το παιδί του κατηγορούμενου με σκοπό να το καθησυχάσει εντούτοις δεν με έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του ότι ο ίδιος δεν είδε τίποτα σε σχέση με το επεισόδιο εκτός από τον κατηγορούμενο να κρατά το τεκμ.
- Συγκεκριμένα ανέφερε ότι περνώντας με το αυτοκίνητο του από το μέρος του επεισοδίου είδε τον κατηγορούμενο να στέκεται έξω από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου και να κρατά ένα αντικείμενο χρώματος πορτοκαλί δηλαδή το τεκμ
- Στη συνέχεια πήρε το παιδί του κατηγορούμενου από το αυτοκίνητο και το απομάκρυνε από τη σκηνή διότι ήταν τρομοκρατημένο και έκλαιγε. Σημειώνεται ότι τόσο ο μάρτυρας αυτός όσο και ο ΜΚ5 στις γραπτές καταθέσεις τους αναφέρουν ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε το Τεκμ.3 και καμία αναφορά γίνεται εκ μέρους τους σε σχέση με το σιδερολοστό τεκμήριο
- Σε αντίφαση δε με τη μαρτυρία του παραπονούμενου και του ΜΚ5 ο ΜΚ4 ανέφερε ότι δεν είδε τον σιδερολοστό τεκμ.
- Σε αντίφαση με την πιο πάνω θέση του ότι δεν είδε τίποτα από τα διαδραματισθέντα στο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο και τον παραπονούμενο να πιάνονται στα χέρια καθώς και ότι ο κατηγορούμενος ήταν κτυπημένος. Οι πιο πάνω δηλώσεις καταρρίπτουν τη θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος τον πλησίασε και του επιτέθηκε κρατώντας τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα αντικείμενα αφού αν αυτό γινόταν στην πραγματικότητα τότε οι ΜΚ 4 και 5 θα τον έβλεπαν και θα το δήλωναν στη γραπτή κατάθεση τους. Ο ΜΚ5 κατά την κυρίως εξέταση του υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ανέφερε ότι περνούσε από το μέρος οδηγώντας το μοτοποδήλατο του και είδε τα δύο αυτοκίνητα να βρίσκονται σταθμευμένα με τους οδηγούς μέσα. Στη συνέχεια είδε τον κατηγορούμενο να καταβαίνει από το αυτοκίνητο του και να κρατά στο χέρι του ένα αντικείμενο χρώματος πορτοκαλί το οποίο αναγνώρισε ότι είναι το τεκμήριο
- Ανέφερε ότι είδε τον παραπονούμενο με το κατηγορούμενο να πιάνονται στα χέρια και να πέφτουν στο έδαφος και τότε μπήκε ανάμεσα τους και τους χώρισε. Στη συνέχεια συμβούλεψε τον κατηγορούμενο να φύγει από το μέρος και εάν χρειαζόταν οτιδήποτε να τον ειδοποιούσε. Αφού ο κατηγορούμενος έφυγε απεχώρησε και ο ίδιος από τη σκηνή παίρνοντας μαζί του και το τεκμ.
- Για τη ενέργεια του αυτή να πάρει δηλαδή μαζί του το τεκμήριο 3 ενώ ερωτήθηκε σχετικά δεν κατόρθωσε να δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση. Αλλά ούτε και έδωσε λογική εξήγηση γιατί δεν το παρέδωσε στην αστυνομία αφού όπως ισχυρίσθηκε ήταν παρών κατά την άφιξη της αστυνομίας στη σκηνή στην οποία έδωσε μάλιστα και τα στοιχεία του. Σημειώνεται βέβαια πως ποτέ προηγουμένως παρά μόνο στο στάδιο της αντεξέτασης του για πρώτη φορά ισχυρίσθηκε ότι παρέμεινε στο μέρος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας. Και τούτο σε αντίφαση με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του ίδιου του παραπονούμενου στη οποία δηλώνει ότι είναι ο ίδιος που έδωσε στην αστυνομία τα στοιχεία των μαρτύρων που ήταν παρόντες στο επεισόδιο. Ένα πολύ σημαντικό γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία του ΜΚ5 είναι ότι τόσο στη γραπτή κατάθεση του όσο και κατά την κυρίως εξέταση του σε κανένα σημείο δεν έκανε αναφορά στην ύπαρξη του σιδερολοστού τεκμ. 2 παρά μόνο στο στάδιο της αντεξέτασης του ισχυρίσθηκε ότι είδε τον κατηγορούμενο να παίρνει το σιδερολοστό από το αυτοκίνητο του και να επιτίθεται με αυτόν στον παραπονούμενο επαναλαμβάνοντας μάλιστα την εκδοχή του παραπονούμενου ότι δηλαδή, ο κατηγορούμενος προσπαθώντας να κτυπήσει τον παραπονούμενο με τον σιδερολοστό αυτός κτύπησε στο αυτοκίνητο και αφού επέστρεψε πίσω τραυμάτισε τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο. Ταυτόχρονα η δήλωση του ότι αρχικά ο κατηγορούμενος κρατούσε μόνο το πορτοκαλί αντικείμενο τεκμ. 3 και στη συνέχεια πήρε από το αυτοκίνητο του το σιδερολοστό τεκμ. 2 έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη μαρτυρία του ίδιου του παραπονούμενου ο οποίος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο κρατώντας στα χέρια του και τα δυο αυτά αντικείμενα. Σε αντίφαση επίσης με τη μαρτυρία του παραπονούμενου που την ώρα της ισχυριζόμενης επίθεσης τοποθετεί τον εαυτό του έξω από το αυτοκίνητο, ο ΜΚ5 ανέφερε πως ο σιδερολοστός γύρισε πίσω και κτύπησε τον κατηγορούμενο τη στιγμή που ο παραπονούμενος άνοιγε την πόρτα του αυτοκίνητου του για να βγει έξω. Είναι προφανές ότι η πιο πάνω αναφορές του ΜΚ5 δεν μπορεί παρά να δημιουργήσουν αμφισβήτηση επί των γεγονότων. Η θέση του ότι το Τεκμ.3 είναι κόπτης που κόβει γυαλιά παρά το ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του εντούτοις τέθηκε χωρίς να επεξηγηθεί με ποιο τρόπο το αντικείμενο αυτό χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό. Αντίθετα τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος σε σχέση με τη χρήση του αναφερόμενου αντικειμένου, όπως περιγράφονται πιο κάτω, συνάδουν με τη κατασκευή και την εικόνα του. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν τη ποιότητα της μαρτυρίας των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής και δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στην απόρριψη της, πλην της μαρτυρίας των αστυνομικών των οποίων η μαρτυρία ήταν τυπική και δεν άπτεται των ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης. Οι θέσεις των μαρτύρων κατηγορίας 3, 4 και 5 ως προς το πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα δεν μπορούν να γίνουν δεκτές ως αληθείς και αξιόπιστες με αποτέλεσμα να δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου οι οποίες δεν μπορεί παρά να βαρύνουν προς όφελος του κατηγορούμενου. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δεν θεωρώ αναγκαίο να αποφανθώ επί της αξιοπιστίας του κατηγορούμενου. Εντούτοις ούτε και ο κατηγορούμενος μου άφησε την εντύπωση ότι αποκάλυψε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατά την ένορκη κατάθεση του δεν ήταν απόλυτα σταθερός και σαφής στις δηλώσεις του αλλά ούτε και απόλυτα συνεπής προς το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του την οποία κατάθεσε στο Δικαστήριο και υιοθέτησε το περιεχόμενος της. Τα πιο πάνω σημειώνονται πάντα με την υπογράμμιση ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει το βάρος απόδειξης σε αντίθεση με την κατηγορούσα αρχή που βαρύνεται αποκλειστικά με το βάρος απόδειξης της υπόθεσης της. Σημειώνεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρα υπεράσπισης το Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο οποίος κατάθεσε στο Δικαστήριο το κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε εναντίον του παραπονούμενου και ακόμα ενός προσώπου για το αδίκημα της επίθεσης και πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης (τεκμ.13). Ο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του στο Δικαστηρίου συμφώνησε πως κατά τον επίδικο χρόνο μετέφερε στο αυτοκίνητο του το τεκμ.3 που πρόκειται για το αντικείμενο για το οποίο αντιμετωπίζει τη τέταρτη κατηγορία. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι πρόκειται για εξάρτημα του αυτοκινήτου το οποίο στη περίπτωση δυστυχήματος από τη μία πλευρά όπου υπάρχει καλυμμένος κόπτης χρησιμοποιείται για την αποκοπή της ζώνης ασφαλείας και από τη άλλη πλευρά όπου υπάρχει η άκρια μικρού καρφιού χρησιμοποιείται για να σπάζει το τζάμι του αυτοκινήτου. Δήλωσε επίσης ότι σε κάποιο στάδιο του επεισοδίου και συγκεκριμένα μετά που δέχθηκε επίθεση που προκάλεσε τον τραυματισμό του ανέσυρε το αντικείμενο αυτό από το αυτοκίνητο του. Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω δηλώσεων του κατηγορούμενου κρίνω πως θα πρέπει να εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο έχει αποδειχθεί στο βαθμό που απαιτείται το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας. Η τέταρτη κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2 και 3
(1)του Κεφ. 159 τα οποία έχουν ως ακολούθως: «2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά- «δημόσιος χώρος» περιλαμβάνεται οποιοδήποτε αυτοκινητόδρομο και οποιαδήποτε άλλα υποστατικά ή τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το κοινό έχει ή του επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε με πληρωμή είτε με άλλο τρόπο. «επιθετικό όπλο» σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία, ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό. 3.
(1)Πρόσωπο το οποίο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, η απόδειξη των οποίων βαρύνει αυτό, έχει μαζί του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο οποιοδήποτε επιθετικό όπλο είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου». Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- Ο κατηγορούμενος να έχει μαζί του,
- Σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο,
- Επιθετικό όπλο. Αποτελεί δε υπεράσπιση αν ο κατηγορούμενος έχει το επιθετικό όπλο με νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία. Το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 1 του αγγλικού Prevention of Crime Act 1953, ανάλυση του οποίου γίνεται στο σύγγραμμα Archbold 2003 παρ. 24-106 - 24-
- Όσον αφορά το τι συνιστά επιθετικό όπλο σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στις παρ. 24-115 - 24-118 του πιο πάνω συγγράμματος: «24-115 (c) "Offensive weapon" Three categories In R. v. Simpson (C.), 78 Cr.App.R. 115, CA, Lord Lane C.J. (considering the definition in s.1
(4), ante, § 24-106a) identified three categories of offensive weapon: those made for use for causing injury to the person, i.e. offensive per se; those adapted for such a purpose; and those not so made or adapted, but carried with the intention of causing injury to the person. In the first two categories, the prosecution do not have to prove that the defendant had the weapon with him for the purpose of inflicting injury (see Davis v. Alexander, 54 Cr.App.R. 398, DC): if the jury are sure that the weapon is offensive per se, the defendant will only be acquitted if he establishes lawful authority or reasonable excuse (see post). 24-116 Offensive per se In Simpson, ante, Lord Lane C.J. gave as instances of weapons offensive per se a bayonet, a stiletto or a handgun. A police truncheon has been held to be offensive per se: Houghton v. Chief Constable of Greater Manchester, 84 Cr.App.R. 319, CA (Civ. Div.). So have a rice-flail (Copus v. DPP [1989] Crim.L.R. 577, DC) and a swordstick (Davis v. Alexander, 54 Cr.App.R. 398, DC; R. v. Butler [1988] Crim.L.R. 696, CA). Weapons which are manufactured for an innocent purpose are not offensive per se, e.g. a razor (R. v. Petrie, 45 Cr.App.R. 72, CA); a penknife (R. v. Humphreys [1977] Crim.L.R. 225, CA); some types of sheath knife (see R. v. Williamson, 67 Cr.App.R. 35, CA, and observations thereon in Simpson, ante); a lock-knife (Patterson v. Block
(1984)81 L.S.Gaz. 2458, DC); and a machete and catapult (Southwell v. Chadwick, 85 Cr.App.R. 235, DC). In general, unless the weapon is a flick-knife or butterfly knife (see post) or, perhaps, a swordstick (the Court of Appeal in Butler, ante, thought that the trial judge had been generous in leaving the issue to the jury), the question of whether a weapon is offensive per se is for the jury to decide. 24-117 "adapted for use" This is treated in many cases as being another instance of weapons offensive per se. The example given in Simpson, ante, was a bottle broken deliberately: see Bryan v. Mott, post. 24-118 "for causing injury to the person" In Bryan v. Mott, 62 Cr.App.R. 71, DC, the Crown Court's finding that an article adapted to commit suicide was adapted "for causing injury to the person" was not challenged. For a Crown Court decision to the opposite effect, see R. v. Fleming [1989] Crim.L.R. 71». Τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος σε σχέση με τη χρήση του τεκμ. 3 γίνονται αποδεκτά αφού αυτά συνάδουν απόλυτα με την κατασκευή και την εικόνα του. Κρίνεται συνεπώς ότι αυτό δεν εμπίπτει στην κατηγορία των αντικειμένων που κατασκευάστηκαν ή προσαρμόστηκαν για να προκαλούν όταν χρησιμοποιούνται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία δηλ. στην κατηγορία των «per se» επιθετικών όπλων. Για να θεωρηθεί λοιπόν ως τέτοιο στην παρούσα υπόθεση θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι αυτό προοριζόταν από τον κατηγορούμενο για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται τέτοια βλάβη ή ζημιά. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι το τεκμήριο 3 εμπίπτει στην κατηγορία των επιθετικών όπλων όπως αυτή καθορίζεται από τις πιο πάνω νομικές αρχές. Μετά δε την απόρριψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας όπως πιο πάνω περιγράφεται δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι το τεκμ.3 χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο ως επιθετικό όπλο ακόμα και μετά που ο τελευταίος το ανέσυρε από το αυτοκίνητο του. Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που η μαρτυρία των ΜΚ 3, 4 και 5 που ήταν η ουσιαστική μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με την υπόθεση έχει απορριφθεί, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αφού όπως είναι νομολογημένο η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε συστατικού στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 36 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Είναι βασική αρχή του Ποινικού Δικαίου ότι η κατηγορούσα αρχή έχει εξ ολοκλήρου το βάρος να αποδείξει τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής και η οποία ως έχω προαναφέρει έχει κριθεί αναξιόπιστη, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου, 2002
(2)ΑΑΔ 246: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει την υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, πολύ ορθά, μετά την απόρριψη της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, δεν μπορούσε να προσπαθήσει μέσα από τη συμπεριφορά του εφεσίβλητου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του...... Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσείοντα εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363).» Και στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα αδικήματα που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο