ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΣΟΛΩΜΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13326/13, 27/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13326/13 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ v.
- ΣΟΛΩΜΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ, εκ Κυπερούντας
- ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, εκ Λευκωσίας
- ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ, εκ Λευκωσίας
- ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, εκ Κυπερούντας
- ΑΝΤΩΝΗ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, εκ Λευκωσίας
- ΑΝΘΙΜΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ, εκ Κυπερούντας
- ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΠΕΤΟΥΣΗ, εκ Κυπερούντας Ημερομηνία: 27.03.2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Πουργουρίδης Για Κατηγορούμενους 1, 2, 4 και 5: κος. Θ. Κατσικίδης με κα. Ει. Γιαννακίδου Για κατηγορούμενο 3: κος. Μ. Θεοδοσίου Για κατηγορούμενους 6 και 7: κος. Μ. Μιχαήλ Κατηγορούμενοι: 1, 2, 3, 4, 5, 7 Παρόντες Κατηγορούμενος 6: Απών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά 5 κατηγορίες. Συγκεκριμένα, η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της καταφρόνησης Δικαστηρίου κατά παράβαση του άρθρου 44
(1)(ζ) του Ν.14/60 και των άρθρων 20 και 21 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι στις 20/05/2013 στην Κυπερούντα της επαρχίας Λεμεσού, απόλυσαν υπάλληλο δηλαδή τον παραπονούμενο από την θέση του Γραμματέα της ΣΠΕ Κυπερούντας διότι ο παραπονούμενος είχε δώσει μαρτυρία σε δικαστική διαδικασία ήτοι στην πολιτική αίτηση 51/13 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η κατηγορία 2 αφορά το αδίκημα της συνομωσίας για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης κατά παράβαση των άρθρων 121 (α) και 2 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία συνωμότησαν μεταξύ τους να κατηγορήσουν ψευδώς τον Παραπονούμενο για το αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου. Η κατηγορία 3 αφορά το αδίκημα της συνομωσίας για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης κατά παράβαση των άρθρων 121 (α) και 2 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία συνωμότησαν μεταξύ τους να κατηγορήσουν ψευδώς τον Παραπονούμενο για το αδίκημα της δημόσιας βλάβης. Η κατηγορία 4 αφορά το αδίκημα της συνομωσίας για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης κατά παράβαση των άρθρων 121 (α) και 2 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία συνωμότησαν μεταξύ τους να κατηγορήσουν ψευδώς τον Παραπονούμενο για αδίκημα κατά παράβαση των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(ε) του Ν.138
(1)/
- Η κατηγορία 5 αφορά το αδίκημα της συνομωσίας για καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302, 20 και 21 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο με την πρώτη κατηγορία συνωμότησαν μεταξύ τους όπως με δόλιο μέσο καταδολιεύσουν τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών και να τον ωθήσουν στο να επικυρώσει την απόλυση του Παραπονούμενου. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όλα τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα διαπράχθηκαν στις 20.05.13 με την παρούσα υπόθεση να καταχωρείται στις 01.07.
- Την ημέρα που η ποινική υπόθεση αυτή ήταν ορισμένη για απάντηση για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν και καταχώρησαν μη παραδοχή στις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 28/11/13 αναφορικά με τις κατηγορίες 1 μέχρι και 4 και για αγορεύσεις αναφορικά με το κατά πόσο υπάρχει δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου σε σχέση με την 5η κατηγορία. Ακολούθησαν της πιο πάνω ημερομηνίας άλλες δικασίμοι κατά τις οποίες η ακρόαση αναβλήθηκε για διάφορους λόγους. Εν τω μεταξύ και ως φαίνεται και από τα πρακτικά που ευρίσκονται εις τον φάκελο της υπόθεσης ο συνήγορος του παραπονούμενου ζήτησε χρόνο καθότι προτίθετο να ζητήσει άδεια από τον Γενικό Εισαγγελέα να προσθέσει επί του κατηγορητηρίου της υπόθεσης κατηγορία η οποία συνιστά κακούργημα. Κατά τις 17/10/2014, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του παραπονούμενου αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης επ' αυτού τεσσάρων
(4)νέων κατηγοριών, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε μετά από σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 31/10/
- Μετά την έκδοση της πιο πάνω ενδιάμεση απόφασης, η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση, μεταξύ των οποίων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αμφότερων των διαδίκων, αντάλλαξαν αλληλογραφία η οποία αφορούσε την παροχή λεπτομερειών επί του κατηγορητηρίου, τις οποίες ζήτησαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων και οι οποίες στις 11/02/2015 οριστικοποιήθηκαν. Όλη η ανταλλαγείσα αλληλογραφία έχει κατατεθεί εντός του φακέλου του Δικαστηρίου ως οι λεπτομέρειες που ζητήθηκαν ομοίως μετά μέρους του πρακτικού ημερομηνίας 11/2/2015 εις το οποίο φαίνονται και οι περαιτέρω διευκρινήσεις επί των λεπτομερειών που ζητήθηκαν και τις οποίες προφορικά ο συνήγορος του παραπονούμενου παραχώρησε. Μετά την δήλωση του κου. Μιχαήλ, εκ μέρους όλων των κατηγορουμένων, περί παροχής πλέον ικανοποιητικών λεπτομερειών από πλευράς παραπονούμενου, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 6 και 7, εκ μέρους και όλων των υπολοίπων συναδέλφων του που εκπροσωπούν τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, υπέβαλε αίτημα προς το Δικαστήριο για απόρριψη του κατηγορητηρίου λόγω ελαττωμάτων αυτού επί ουσιαστικών ζητημάτων και συγκεκριμένα λόγω του ότι μέσα από τις λεπτομέρειες που έχουν δοθεί φαίνεται ότι αυτές στερούνται του κατάλληλου υπόβαθρου στοιχείων και πληροφοριών με βάση τα οποία θα ήταν δυνατή η αποκάλυψη των αδικημάτων που περιγράφονται στις εκθέσεις αδικημάτων, ως είναι αναγκαίο και απαραίτητο σύμφωνα με το άρθρο 86 του Κεφ.155, Νόμου Περί Ποινικής Δικονομίας. Προς υποστήριξη του αιτήματος του ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων δια της γραπτής του αγόρευσης, η οποία βρίσκεται αυτούσια ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να αναφερθεί αυτολεξεί, στήριξε το αίτημα του κυριως στα κάτωθι επιχειρηματα: - Αναφορικά με τον χρόνο υποβολής τους αιτήματος, με αναφορά σε νομολογία έθεσε την θέση ότι εφόσον δεν πρόκειται για ένσταση σε τυπικής φύσης ελάττωμα του κατηγορητηρίου που πρέπει να εγερθεί πριν την απάντηση, αλλά για ένσταση σε σχέση με ουσιώδη ελαττώματα, μπορεί να εγερθεί και σε αυτό το στάδιο. - Ακολούθως ο ευπαίδευτος συνήγορος έθεσε τις θέσεις του αναφορικά με μια έκαστη εκ των κατηγοριών και πως δια μέσου των λεπτομερειών που έχουν δοθεί δεν προκύπτει κατά την δική του εισήγηση οιοδήποτε αδίκημα: - 1η κατηγορία: Εφόσον ο εργοδότης είναι το μόνο αρμόδιο πρόσωπο να απολύσει κάποιον και εφόσον σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δόθηκαν οι κατηγορούμενοι δεν ήσαν οι εργοδότες του παραπονούμενου δεν αποκαλύπτεται αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 86 του Κεφ.155 και περαιτέρω ενόψει αυτού, το κατηγορητήριο είναι καίρια ελαττωματικό στη όψη του (bad on the face of it). - Αναφορικά με την 2η, 3η και 4η κατηγορία σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων η παροχή της λεπτομέρειας ότι η διαδικασία την πορεία της οποίας οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι συνομώτησαν να ανατρέψουν είναι η διεξαγωγή της αστυνομικής έρευνας μετά από καταγγελία για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου σε συνδυασμό με το ότι αυτή, ήτοι η αστυνομική έρευνα δεν εμπίπτει εντός της έννοιας «της πορείας της δικαιοσύνης» που εμπίπτει στο άρθρο 121(α) οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν αποκαλύπτεται αδίκημα ούτε μέσα από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αλλά ούτε και με τις λεπτομέρειες που παραχωρήθηκαν, συνεπώς και αυτές οι κατηγορίες θα πρέπει να απορριφθούν. - Αναφορικά με τις πιο πάνω κατηγορίες, είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι οι «ψευδείς κατηγορίες» που επικαλείται ο παραπονούμενος δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν εν πάσει περιπτώση αστυνομική έρευνα καθότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που παραχωρήθηκαν αυτές δόθηκαν προς πρόσωπα άσχετα προς τις αστυνομικές αρχές και ιδιαίτερα τον Έφορο Υ.Ε.Σ.Ε, στο ευρύ κοινό, στους ανακριτές της υπόθεσης και σε μάρτυρες απο τους οποίους θα λαμβανόταν κατάθεση, για τους δε ανακριτές και μάρτυρες ο τρόπος σύμφωνα με τον οποίο επιχείρησαν οι κατηγορούμενοι να κατηγορήσουν ψευδώς τον παραπονούμενο, είναι μέσω δημοσιεύματος σε ημερήσιο τύπο το οποίο δεν είναι δυνατό να επηρεάσει και να ανατρέψει την πορεία της αστυνομικής έρευνας. - Σύμφωνα με τον κο. Μιχαήλ, ο οποίος στηρίζει με λεπτομέρεια και άλλα επιχειρήματα υπέρ της άποψης του οι κατηγορίες 2, 3 και 4 δεν ε΄κθέτουν οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο θα μπορούσε να βρισκόταν στην εύλογη σκέψη των κατηγορουμένων. Ειδικότερα θέτει την θέση ότι πρόκειται για έωλους συνειρμούς χωρίς απολύτως κανένα εύλογο συσχετισμό μεταξύ τους, ενώ η διατύπωση των κατηγοριών ακόμα και μετά την παροχή λεπτομερειών είναι τόσο γενική και αόριστη που καθιστά αδύνατο να αποκαλυφθούν με ακρίβεια τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες αυτές, συνεπώς τοκατηγορητήριο είναι καίρια ελαττωματικό και θα πρέπει να απορριφθεί. - Αναφορικά με την 5η κατηγορία η θέση του κου. Μιχαήλ είναι ότι με βάση τις λεπτομέρειες που παραχωρήθηκαν ο τρόπος ή και το «δόλιο μέσο» με το οποίο συνομώτησαν οι κατηγορούμενοι να καταδολιεύσουν τον Έφορο και να τον ωθήσουν σε συγκεκριμένες πράξεις ήταν η επιστολή τους προς αυτόν ημερ.20/5/2013 η οποία σύμφωνα με τον κο. Μιχαήλ στάληκε από τους κατηγορούμενους προσηκόντως καθότι θα έπρεπε αυτοί να ενημέρωναν τον Έφορο για την απόφαση τους να παύσουν τον παραπονούμενο, συνεπώς δεν προκύπτει η συνομωσία καθότι αυτή η επιστολή στάληκε επίσημα και καθηκόντως των κατηγορουμένων ως μελών της Επιτροπείας της ΣΠΕ. Σύμφωνα με τον κο. Μιχαήλ και το δημοσίευμα στον τύπο έγινε μετά που ο Έφορος αποφάσισε να μην επικυρώσει την παύση του παραπονούμενου άρα πως είναι δυνατό να χρησιμοποιήθηκε για καταδολίευση του Εφόρου εφόσον αυτός είχε ήδη πάρει την απόφαση του και αυτή ήταν και προς όφελος του παραπονούμενου. Η αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, η οποία υποβλήθηκε γραπτώς, συνοδευόταν από πληθώρα εγγράφων, νομολογίας και αποσπασμάτων από νομικά συγγράμματα τα οποία έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο στα πλαίσια έκδοσης της απόφασης αυτής και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν εδώ αυτολεξεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου στηρίζοντας την δική του θέση προέβαλε την ένσταση του στο αίτημα των συνηγόρων των κατηγορουμένων καταθέτοντας γραπτή αγόρευση σύμφωνα με την οποία το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί για τους κατωθι λόγους: - Ο πρώτος λόγος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα καθότι σύμφωνα με τον κο. Πουργουρίδη αυτό θα έπρεπε να υποβληθεί πριν την απάντηση στις κατηγορίες, ως ακριβώς το ίδιο το άρθρο 86 του Κεφ.155, προνοεί. Περαιτέρω οι κατηγορούμενοι απάντησαν στις κατηγορίες χωρίς πριν να ζητήσουν λεπτομέρειες, ως εκ τούτου το αίτημα τους θα πρέπει να απορριφθεί ως έκδηλα εκπρόθεσμο. - Κατά δεύτερο λόγο θα πρέπει το αίτημα να απορριφθεί λόγω του ότι στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, η σχετική εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται σε εξέταση της όψης του κατηγορητηρίου και δεν επιτρέπει την ενασχόληση με θέματα που αφορούν στην μαρτυρία ή την ερμηνεία νομικών όρων και/ή την στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων των αποδιδομένων αδικημάτων. Το μόνο που το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δύνατι να λάβει υπόψη είναι το λεκτικό του κατηγορητηρίου και αν εξ'όψεως και μόνο εκτίθεται συμπεριφορά η οποία συνιστά κάποιο αδίκημα. - Περαιτέρω ο κος. Πουργουρίδης, έθεσε παράδειγμα εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 86 και κάλεσε εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να εξεταστεί αν είναι έκδηλα ελλιπή στην όψη της η κατηγορία μετά και την παροχή λεπτομερειών και εν πάση περιπτώσει αυτό θα έπρεπε να γινόταν πριν την καταχώρηση απάντησης και όχι μετά. - Ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου εισηγήθηκε ότι το παρόν κατηγορητήριο εκθέτει ευκρινώς και ξεκάθαρα συμπεριφορά η οποία, αν αποδειχθεί, συνιστά γνωστά μα και σοβαρά αδικήματα τιμωρούμενα με αποτρεπτικές ποινές, τα δε όσα εισηγούνται οι κατηγορούμενοι δεν αφορούν την όψη του κατηγορητηρίου αλλά αφορούν την ουσία των κατηγοριών και την δυνατότητα απόδειξης τους. - Σύμφωνα με τον συνήγορο του παραπονούμενου, μέσα από την αγόρευση του συνηγόρου των κατηγορουμένων γίνεται μια προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο και ουσιαστικά αυτό που καλούν οι κατηγορούμενοι το Δικαστήριο να πράξει είναι ανάλυση εννοιών και συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. - Τέλος ο κος. Πουργουρίδης εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να λάβει υπόψη του και να εξετάσει τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων αφού ακούσει την μαρτυρία στην ολότητα της. Νομική Βάση: Το άρθρο 86 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει κατηγορητήριο εάν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου ότι αυτό δεν εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα και δεν δύναται αυτό να θεραπευθεί με οποιαδήποτε μεταβολή. Συγκεκριμένα το άρθρο 86 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου έχει ως ακολούθως: Ακύρωση κατηγορητηρίου ή κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο
- Αν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο δεν εκθέτει, και δεν δύναται με οποιαδήποτε μεταβολή που επιτρέπεται από το Νόμο αυτό να καταστεί τέτοιο ώστε να εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, βρισκόταν στην εύλογη σκέψη του κατηγορούμενου, αυτό ακυρώνεται είτε με εισήγηση που υποβάλλεται πριν από την απολογία του κατηγορούμενου ή με εισήγηση που υποβάλλεται για αναστολή της απόφασης. Γραπτή έκθεση κάθε τέτοιας εισήγησης παραδίδεται στον Πρωτοκολλητή ή άλλο λειτουργό του Δικαστηρίου υπό ή εκ μέρους του κατηγορούμενου και καταχωρείται στα πρακτικά. Μέσα από την μελέτη της κυπριακής νομολογίας αλλά και διάφορων νομικών συγγραμμάτων, προκύπτει ότι η ελαττωματικότητα σε ένα κατηγορητήριο είναι ζήτημα το οποίο έχει απασχολήσει τόσο τα Δικαστήρια όσο και τους νομικούς συγγραφείς. Η πρόνοια του άρθρου 86 του κεφ.155, ουσιαστικά εμπίπτει στην κατηγορία των κατηγορητηρίων που παρουσιάζουν κάποιο ελάττωμα. Ο κανόνας για την ελαττωματικότητα, περαιτέρω, είναι απόρροια των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει για ποιό αδίκημα ακριβώς κατηγορείται. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του κάθε διάδικου να πληροφορείται τη φύση και τους λόγους της κατηγορίας που του αποδίδεται. Σύμφωνα με το άρθρο 12.5 (α) του Συντάγματος: "Πας κατηγορούμενος δι' αδίκημα τι έχει τα ακόλουθα κατ' ελάχιστον όρον δικαιώματα: (α) να πληροφορηθή εις καταληπτήν υπ' αυτού γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδόμενης κατηγορίας." Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 30.
- (α) του Συντάγματος: "Έκαστος έχει το δικαίωμα: (α) Να πληροφορηθεί τους λόγους δι' ούς καλείται να εμφανισθή ενώπιον του δικαστηρίου," Στην υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, σελ. 512-513, επισημαίνονται τα εξής: "Όπως αναφέρεται στον Archbold - supra - σελ. 82 παρ. 1-110, η διατύπωση κατηγορητηρίου χρειάζεται πάντοτε ιδιαίτερη επιμέλεια, το δε Αγγλικό Εφετείο έχει εκφράσει την ανησυχία του από τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που περιέχουν ελλιπή κατηγορητήρια. Στις παρ. 1-116 και 1-117 σελ. 84-85, αναφέρεται ότι εάν οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ανεπαρκείς, θα πρέπει να γίνει αίτηση από την υπεράσπιση ή ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο να δώσει αυτεπάγγελτα σχετικές οδηγίες. Ιδιαιτέρως οι λεπτομέρειες χρειάζονται για να αποφευχθεί η δυνατότητα καταδίκης στη βάση εναλλακτικού τρόπου διάπραξης του αδικήματος (δέστε R. v. Litanzios [1999] Crim. L.R. 667, C.A.)." Καθ' όλα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777-778: "Το άρθρο 6
(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει να γνωστοποιούνται οι συγκεκριμένες κατηγορίες και οι αναγκαίες λεπτομέρειες. Αυτό είναι βέβαια ορθό εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία, ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει, ώστε να δύναται να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε κάθε μια από τις κατηγορίες. Το ουσιώδες πάντοτε για τον κατηγορούμενο είναι να γνωρίζει με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Αυτό πέραν βέβαια της δυνατότητας που αυτός έχει να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες επέδειξε την κατ' ισχυρισμόν παράνομη συμπεριφορά (Loizou & Pikis: "Criminal Procedure in Cyprus" σελ. 47)." Το κατά πόσο ένα κατηγορητήριο είναι ή όχι ελαττωματικό αποτελεί θέμα το οποίο δεν συναρτάται μόνο με τα εξωτερικά γνωρίσματα του κατηγορητηρίου και ειδικότερα με την διατύπωση των κατηγοριών αλλά και με το πως η κατηγορούσα αρχή αντικρίζει τις κατηγορίες έχοντας ως κριτήριο της το αποδεικτικό υλικό το οποίο έχει στη διάθεση της ή σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στην εξέλιξη της δίκης, τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Η ορθή σύνταξη του κατηγορητηρίου ρυθμίζεται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το εδάφιο (γ) του εν λόγω άρθρου προνοεί ότι: " (γ) η κατηγορία στο κατηγορητήριο, περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα." Όπως αποφασίσθηκε σε αριθμό υποθέσεων (Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επarxιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 ΑΑΔ 295, Constantinides v. The Rebuplic
(1978)2 CLR 337) σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 39 (γ) του Κεφ. 155, μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στο κατηγορούμενο και δυνατό να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, επηρεάζουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. Την ευθύνη για την ορθή σύνταξη, την επάρκεια του λεκτικού και γενικά την καλύτερη δυνατή παρουσίαση του κατηγορητηρίου φέρει πάντοτε ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής (βλέπε Blackstone's Criminal Practice 2000, παρ. D9.3, σελ. 1238 και τις αγγλικές υποθέσεις R v. Newland [1988] QB 402, R v. Moss [1995] Crim LR 828). Η έννοια του όρου 'ελλατωματικό' έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 148. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία, υιοθετώντας την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό. Έτσι στην υπόθεση R v. Smith and Others 34 Cr. App. R. 168, το επιχείρημα ότι για να είναι το κατηγορητήριο ελαττωματικό πρέπει να είναι τέτοιο που νομικά να μην αποκαλύπτει την ύπαρξη αδικήματος, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, που τόνισε ότι μπορεί να γίνει οποιαδήποτε μεταβολή του κατηγορητηρίου σε θέματα όπως την περιγραφή και πιθανώς και πολλά άλλα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται στη διαθέσιμη μαρτυρία στην υπόθεση, πάντοτε κάτω από την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν προκαλεί αδικία στον κατηγορούμενο. Επίσης στην υπόθεση Leonidou v. Police
(1987)2 C.L.R.96 γίνεται ανάλυση της έννοιας «ελαττωματικό κατηγορητήριο». Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση αυτή, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
- i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
- ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528, R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed., p. 52 para. 53 adopted)." Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 2009 τονίζεται η ανάγκη περιγραφής του αδικήματος σε κοινή γλώσσα και αναγνώρισης της νομικής βάσης επί της οποίας το εν λόγω αδίκημα εδράζεται (statement of offence). Επίσης μέσα από το ίδιο σύγγραμμα υποδεικνύεται η ανάγκη παροχής λεπτομερειών οι οποίες θα καθιστούν κατά τρόπο σαφή τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που οδήγησε στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος (particulars of offence). Σχετικές επί του θέματος αυτού είναι οι παράγραφοι 1-116 και 1-117 στις σελίδες 86 και 87 του νομικού συγγράμματος αυτού αλλά και το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή τα γεγονότα που περιέχονταν σ' αυτό δεν αποκάλυπταν διάπραξη αδικήματος (βλέπε Archbold 2009 παράγραφος 1-236, σελίδες 139 και 140). Το εν λόγω σύγγραμμα επικαλείται, ανάμεσα σ' άλλα, την αγγλική υπόθεση R. v. Yates
(1872)12 Cox 233 που αφορούσε λίβελο στην οποίαν το κατηγορητήριο ακυρώθηκε επειδή οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν μέσα από τις λεπτομέρειες του αδικήματος δεν αποκάλυπταν επιλήψιμη συμπεριφορά από μέρους του κατηγορουμένου στη βάση του αδικήματος που περιγραφόταν. Σύμφωνα δε με το επίδικο στην παρούσα αίτηση άρθρο, ήτοι το άρθρο 86 του Κεφ.155, κατηγορητήριο που δεν εκθέτει και δεν δύναται με οποιαδήποτε μεταβολή που επιτρέπεται από το Νόμο αυτό να καταστεί τέτοιο ώστε να εκθέτει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα το οποίο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, βρισκόταν στην εύλογη σκέψη του κατηγορούμενου, αυτό ακυρώνεται είτε με εισήγηση που υποβάλλεται πριν από την απολογία του κατηγορούμενου ή με εισήγηση που υποβάλλεται για αναστολή της απόφασης. Ένα ελάττωμα που εντοπίζεται σε κατηγορητήριο δύναται υπό προϋποθέσεις να διορθωθεί με τροποποίηση έτσι ώστε ποινικές υποθέσεις να μην χάνονται αδίκως. Το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Αυτό, ανάμεσα σ' άλλα, περιλαμβάνει διόρθωση επί υφιστάμενης κατηγορίας καθώς και πρόσθεση κατηγοριών (βλέπε Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Ενδεχόμενη παραπλάνηση του κατηγορουμένου συνεπεία τέτοιου ελαττώματος ή λάθους του κατηγορητηρίου οδηγεί σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του κατηγορουμένου (βλέπε τελευταία παράγραφο του άρθρου 39 του Κεφ.155). Σε περίπτωση που διαπιστωθεί δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του κατηγορουμένου ή γενικότερα της υπεράσπισης του ή προκαλεί αδικία το Δικαστήριο προχωρεί σε αθώωση και απαλλαγή του. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπό εξέταση περίπτωση προκύπτουν τα εξής εις τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει: Είναι ή όχι το παρόν κατηγορητήριο ελαττωματικό υπό την έννοια του άρθρου 86, ήτοι εάν μέσα από την όψη του κατηγορητηρίου δεν αποκαλύπτονται τα αδικήματα που περιέχονται σε αυτό; Στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να σημειώθει, ως ανέφερα και ανωτέρω ότι έχουν ζητηθεί από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους των κατηγορουμένων, λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, οι οποίες και δόθησαν μέσω ανταλλαγής επιστολών, οι οποίες καταχωρήθηκαν και στον φάκελο του Δικαστηρίου, αλλά και περαιτέρω λεπτομέρειες οι οποίες δόθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του παραπονούμενου προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου και καταγράφηκαν στο σχετικό πρακτικό ως τέτοιες. Σημειώνω επίσης ότι οι συνήγοροι των κατηγορουμένων έχουν ικανοποιηθεί πλήρως από τις λεπτομέρειες που τους δόθησαν ως δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η βασική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, ήταν ότι οι κατηγορίες ως είναι διατυπωμένες σε συνδυασμό με τις δοθείσες λεπτομέρειες, δεν είναι ικανές να αποκαλύψουν την διάπραξη και ύπαρξη αδικημάτων. Έχω μελετήσει με πολλή προσοχή την λεπτομερή αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, αλλά και τα παραρτήματα αυτής. Μέσα από την μελέτη έχω διαπιστώσει ότι αυτό που ουσιαστικά με καλεί ο συνήγορος να κάνω, είναι να διαπιστώσω μέσα από υλικό που δυνατό να καταστεί μαρτυρικό υλικό κατά την ακρόαση της υπόθεσης, κατά πόσο αποδεικνύονται ή όχι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που φαίνονται στο κατηγορητήριο. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο, αλλά και αποδεκτό από αμφότερες τις αγορεύσεις των μερών, ότι στο στάδιο αυτό που εξετάζεται εισήγηση με βάση το άρθρο 86 του Κεφ.155, το Δικαστήριο θα αποφασίσει μελετώντας το κατηγορητήριο στην όψη του και μόνο, χωρίς να υπεισέρχεται σε ζητήματα που άπτονται της πιθανής μαρτυρίας που θα προσκομιστεί αλλά και ζητήματα που άπτονται νομικών και/ή άλλων ουσιαστικών θεμάτων και τα οποία σχετίζονται με την απόδειξη των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. Το κατά πόσο, σε σχέση με την 1η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι νομιμοποιούνταν να απολύσουν τον παραπονούμενο και τι θέση κατείχαν έναντι τούτου, λαμβανομένων υπόψη και των λεπτομερειών που δόθησαν, και το κατά πόσο τα πιο πάνω αποτελούν συστατικά στοιχεία ή όχι του αδικήματος της καταφρόνησης Δικαστηρίου, αποτελούν ζητήματα τα οποία θα εξεταστούν από το Δικαστήριο στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας που θα τεθεί και στο στάδιο έκδοσης ευρημάτων και συμπερασμάτων. Δεν θα ήταν δυνατό στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του μαρτυρία που ακόμα δεν έχει τεθεί ενώπιον του, παρά μόνο ως παράρτημα στην αγόρευση των αιτητών, για να αποφασίσει το κατά πόσο αποκαλύπτονται ή όχι αδικήματα από το κατηγορητήριο. Στην όψη του και μόνο το κατηγορητήριο δεν φάινεται να είναι καίρια ελαττωματικό με την έννοια που απαιτεί το άρθρο 86. Αναφορικά με την 2η, 3η και 4η κατηγορία η κατάληξη μου θα είναι η ίδια ως ανωτέρω. Το κατά πόσο η αστυνομική έρευνα εμπίπτει στην έννοια της «απονομής της δικαιοσύνης» αποτελεί ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στο στάδιο έκδοσης τελικής απόφασης αφού είναι ζήτημα που είναι άμεσα συνηφασμένο με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Για να μπορέσω με βεβαιότητα να καταλήξω σε συμπεράσματα αναφορικά με τις εισηγήσεις και θέσεις της υπεράσπισης θα πρέπει να λάβω υπόψη μου θέματα που άπτονται της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί σε συνδυασμό με την σχετική νομοθεσία, πράξεις που θα αποτελέσουν το έργο του παρόντος Δικαστηρίου σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά την ακροαματική διαδικασία και όχι σε αυτό το στάδιο, που υπενθυμίζω το μόνο που δύναται να ληφθεί υπόψη είναι οι εισηγήσεις της υπεράσπισης με μελέτη του κατηγορητηρίου στην όψη του και μόνο. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για την διαπίστωση οιασδήποτε πρόθεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων σε πιθανό εύρημα του Δικαστηρίου περί διάπραξης αδικημάτων. Το ίδιο βεβαίως σκεπτικό του Δικαστηρίου ισχύει και στις εισηγήσεις του συνηγόρου των κατηγορουμένων αναφορικά με την 5η κατηγορία. Τα ζητήματα που εισηγούνται οι κατηγορούμενοι άπτονται ζητημάτων ουσίας, μαρτυρίας και συστατικών στοιχείων των αδικημάτων τα οποία στο παρόν στάδιο είναι πρόωρο και άκρως επισφαλές να εξεταστούν και αποφασισθούν. Για παράδειγμα το κατά πόσο είναι δυνατό οι κατηγορούμενοι με δόλιο μέσο να καταδολίευσαν τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών εφόσον αυτός στο τέλος εξέδωσε απόφαση υπέρ του παραπονούμενου, είναι ζήτημα που δεν μπορεί να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο πριν την προσαγωγή μαρτυρίας. Πως άλλωστε το Δικαστήριο θα μπορούσε να προβεί σε αξιολόγηση ζητημάτων και σε έκδοση συμπερασμάτων που άπτονται την ουσίας της υπόθεσης χωρίς να ακούσει και αξιολογήσει μαρτυρία. Βεβαίως σημειώνω ότι δεν είναι επιτρεπτό να λάβω υπόψη μου και να αξιολογήσω τα οιαδήποτε έγγραφα τέθηκαν ενώπιον μου υπό μορφή παραρτημάτων της αγόρευσης, στο στάδιο αυτό, κατά το οποίο επαναλαμβάνω θα πρέπει να εξετάσω τις εισηγήσεις των κατηγορουμένων με αναφορά στην όψη του κατηγορητηρίου και μόνο. Σχετική στο στάδιο αυτή είναι και η αναφορά στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstone's, Criminal Practice 2002, par.D10.39, page.1297, όπου αναφέρονται τα εξής: Save for the situation in (c), the judge on a motion to quash is not entitled to consider the prosecution evidence as foreshadowed in the documents (see Jones
(1974)59 Cr App R120). Therefore, if the indictment follows the committal charges and is properly drafted on its face, it is not open to the defense to invite the judge to quash on the basis that the evidence before the justices did not in fact disclose a case to answer and the accused was wrongly committed for trial. Συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω ανέφερα και για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να αναλύσω, το αίτημα των κατηγορουμένων για ακύρωση του κατηγορητηρίου, απορρίπτεται. (Υπ.)................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο