← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντώνη Συμεού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15619/13, 27/2/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντώνη Συμεού κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15619/13, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλέξανδρος Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15619/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Αντώνη Συμεού
  2. Παύλου Χριστοφή
  3. Eva Sobotova Κατηγορουμένων - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 27.02.2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Για Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 παρόντες, γι΄ αυτούς: κ. Λοχίας Για σκοπούς μετάφρασης από τα ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα ορκίζεται η κα Λ. O'Keefe Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων υπέβαλε εισήγηση και κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει ότι οι διατάξεις των άρθρων 78 και 79 του Περί Ρύθμισης των Στοιχημάτων Νόμου 106

(1)/12 βρίσκονται σε αντίθεση με τα άρθρα 25, 26 και 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως επίσης και με το άρθρο 56, και εμμέσως με το άρθρο 49 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εμμέσως πλην σαφώς κάλεσε το Δικαστήριο, υπό κάποιες προϋποθέσεις, όπως εξετάσει το ενδεχόμενο όπως παραπέμψει τα ζητήματα τα οποία ανάφερε για νομική ερμηνεία στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δυνάμει του άρθρου 34(α) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν εμπεριστατωμένα, εκτενώς και με ευκρίνεια στις γραπτές τους αγορεύσεις και οι θέσεις τους είναι καταγραμμένες και το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να τις επαναλάβει αυτολεξεί. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, στο παρόν στάδιο, δεν δύναται να εξετάσει, και κρίνει ότι είναι πρόωρη η εξέταση των εν λόγω ζητημάτων για τους εξής λόγους. Κατ' αρχήν ο έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων έχει για πρώτη φορά εφαρμοστεί και έχει νομολογηθεί στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Ibrahim
(1964)C.L.R. 195 αλλά και υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επ' αυτού του θέματος και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στις πιο κάτω αποφάσεις Χρίστος Ορφανίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 168, Lapertas Fisheries Ltd ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 335 όπου τέθηκαν τα κριτήρια και πιο συγκεκριμένα λέχθηκαν τα πιο κάτω: «
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλ. και Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339 (απόφαση Πική, Π.): «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα» (βλ. επίσης, The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.α.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόδερος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62). Στην υπόθεση Κιτρομιλίδης ν. Δημοκρατίας Αναθεωρητική Έφεση 3913 ημερομηνίας 12.3.2007 ως προς το θέμα της συνταγματικότητας των Νόμων ανέφερε ότι το Δικαστήριο θα εξετάσει τη συνταγματικότητα των Νόμων αν αυτή είναι απαραίτητη στη βάση υπαρκτών δεδομένων που συνδέουν τη δικαστική διαφορά ενόψει της οποίας προσδιορίζεται το αντικείμενο της προσφυγής. Τηρουμένων των αναλογιών, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι πρόωρη η εξέταση των ζητημάτων που έχουν εγερθεί για τον εξής λόγο: Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του υπαρκτά δεδομένα τα οποία να συμφωνούν και οι δύο πλευρές, δηλαδή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του το αναγκαίο και απαραίτητο κοινό μαρτυρικό υπόβαθρο και υπόβαθρο γεγονότων έτσι ώστε να εξετάσει κατά πόσο στα πλαίσια επίλυσης της παρούσας διαφοράς, το Δικαστήριο έχει εκείνα τα γεγονότα ή μαρτυρία που να συμφωνούν και οι δύο πλευρές έτσι ώστε να εξετάσει κατά πόσο αυτά τα γεγονότα μπορούν να υπαχθούν στο νομοθετικό πλαίσιο των άρθρων 78 και 79 του Νόμου 106
(1)/12 για να μπορεί να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και να εξετάσει τη συνταγματικότητα των εν λόγω άρθρων με βάση, και πιο συγκεκριμένα με τα άρθρα 25, 26 και 28 του Συντάγματος. Δηλαδή, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζονται τα όσα αναφέρθηκαν στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων, εν τούτοις, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό που είναι απαραίτητο και απαραίτητη προϋπόθεση για να εξεταστεί η συνταγματικότητα των πιο πάνω νόμων, είναι να έχει το Δικαστήριο εκείνα τα δεδομένα ή μαρτυρία ή γεγονότα τα οποία θα εξεταστούν υπό το νομικό πλαίσιο και πλέγμα των άρθρων 78 και 79 του Νόμου 160
(1)/12, υπό το φως και υπό το πρίσμα του Συντάγματος και τηρουμένων των αναλογιών, επομένως δεν μπορεί να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες του άρθρου 78 και 79 του Περί Ρύθμισης Στοιχημάτων Νόμου 106/12 συνάδουν με τα άρθρα 49, 56 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενόψει του ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τα κοινά, τα απαραίτητα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που αφορούν τους κατηγορούμενους και γενικά δεδομένα και το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο με το οποίο να συμφωνούν και οι δύο πλευρές, το Δικαστήριο δεν δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να παραπέμψει για νομικό ερώτημα στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δυνάμει του άρθρου 34(α) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την εξέταση του πιο πάνω θέματος. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι σε πρώτη φάση είναι πρόωρη η εξέταση των εγερθέντων ζητημάτων, δηλαδή τα εν λόγω ζητήματα πλέον θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή μετά την παράθεση μαρτυρίας και στην εξαγωγή εκείνων των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα διαφωτίσουν το Δικαστήριο και να κρίνει κατά πόσο σε μεταγενέστερο στάδιο θα είναι απαραίτητη η εξέταση των εγερθέντων ζητημάτων για επίλυση της διαφοράς και γενικά στην επίλυση της παρούσας υπόθεσης. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι πρόωρη η εξέταση των εγερθέντων ζητημάτων. (Υπ.) ............... Αλέξανδρος Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Μ.Δ., Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.