← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαράλαμπος Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 11270/12, 30/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χαράλαμπος Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 11270/12, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου Φούρναρη Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11270/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας - ν - - Χαράλαμπος Αντωνίου Κατηγορούμενος --------------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Γιασκούρη (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χ' Κωνσταντίνου) Για Κατηγορούμενο κ . Νικολάου (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Μαυρή) Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, N.86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Ν. 166/87και 80

(1)/00. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσαν μαρτυρία δύο μάρτυρες κατηγορίας , ήτοι ο Αστυφύλακας 392 Λούκας Αθανασίου (Μ.Κ.1) και ο Ανδρέας Σταύρου (Μ.Κ.2). Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος, αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματά του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κλήθηκαν μάρτυρες υπεράσπισης. Η μαρτυρία Ο Μ.Κ.1 Αστ. 392 Λ. Αθανασίου, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση του ιδίου (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού στο τμήμα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, την 29/12/2011 περί ώρα 1745 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη την ίδια μέρα περί ώρα 16.20, στην οδό Κολωνακίου στη Λεμεσό. Ενεχόμενο ήταν το όχημα με αρ. εγγραφής KWK 651 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και ο πεζός Ανδρέας Χρίστου ο οποίος τον επίδικο χρόνο επιχειρούσε να διασταυρώσει την οδό Κολωνακίου από Βόρεια προς Νότια κατεύθυνση. Κατά την άφιξη του Μ.Κ.1 στην σκηνή, το Αυτοκίνητο είχε μετακινηθεί από την τελική του θέση, ενώ ο πεζός είχε ήδη μεταφερθεί στην Πολυκλινική Υγεία στη Λεμεσό για περίθαλψη από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου, ο Μ.Κ.1 πήρε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο «2»), όπου σημείωσε το σημείο επαφής του Αυτοκινήτου με τον πεζό, το οποίο υπέδειξε ο Κατηγορούμενος, με το γράμμα «Χ». Στο σημείο «Χ» δεν υπήρχε ο,τιδήποτε που να επιβεβαιώνει το σημείο επαφής. Επίσης, στο μέρος του δυστυχήματος, ο Μ.Κ.1 έλεγξε το αυτοκίνητο και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ίχνος που να δείχνει ακριβώς την επαφή του οχήματος με τον πεζό. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με τις εν λόγω διαπιστώσεις του Μ.Κ.
  1. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 1 καταγράφεται ότι ο Μ.Κ.1 παρατήρησε τα ακόλουθα:
  2. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας και ο καιρός ήταν αίθριος.
  3. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης. Στο σημείο δε του δυστυχήματος υπάρχει ασφάλτινη προέκταση του δρόμου, πλάτους 2,30εκ. από το πεζοδρόμιο. Ο πεζός μεταφέρθηκε στη Πολυκλινική Υγεία στη Λεμεσό για περίθαλψη από τον ίδιο τον κατηγορούμενο σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ
  4. Στο σημείο του δυστυχήματος ο μάρτυρας ερωτώμενος για ποιο λόγο κατηγόρησε τον κατηγορούμενο για την υπό αναφορά κατηγορία, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Κ.2 κινήθηκε με όπισθεν ταχύτητα και τον κτύπησε, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος τον επίδικο χρόνο οδήγησε το όχημα του με πισινή ταχύτητα διανύοντας απόσταση περίπου 25 μέτρων επί της ασφάλτινης προέκτασης του δρόμου πράγμα που σύμφωνα με τον ίδιο τον μάρτυρα αυτή του η κίνηση του εμπόδιζε την ορατότητα ή την δυνατότητα να αντιληφθεί οποιοδήποτε εμπόδιο. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ακριβώς λόγω αυτής του της ενέργειας, δηλ. να κινηθεί με αυτή την ταχύτητα η ορατότητα του καθίσταται μειωμένη. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε επίσης από τον κ. Νικολάου αν ο ίδιος προέβη σε εξετάσεις σε σχέση με την ικανότητα που είχε ο κατηγορούμενος να δει μέσα από τα καθρεφτάκια του οχήματος του αλλά ο μάρτυρας απάντησε ότι ακόμα και ο κατηγορούμενος να έλεγχε τα καθρεφτάκια του οχήματος του υπάρχει κάποιο σημείο που είναι «νεκρό» και δεν μπορείς να δεις ανέφερε δε επίσης ότι το σημείο που ο πεζός κτυπήθηκε από το όχημα του κατηγορούμενου δείχνει ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός από τα καθρεφτάκια και τις κάμερες που διαθέτει το όχημα του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.2 Ανδρέας Σταύρου καταθέτοντας, αφού υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 7) ανέφερε ότι στις 29.12.2011 και περί ώρα 1615 οδηγούσε το όχημα του στην οδό Κολωνακίου με ανατολική κατεύθυνση. Σταμάτησε το όχημα του στην Βόρεια πλευρά του δρόμου στο ασφάλτινο παγκέτο και κατέβηκε από το αυτοκίνητο του με πρόθεση να διασταυρώσει απέναντι δηλ. στην Νότια πλευρά του δρόμου για να πάει στο ζαχαροπλαστείο Sweet Nest. Αφού διασταύρωσε με ασφάλεια μέχρι την μέση του δρόμου όπου είναι η άσπρη συνεχής γραμμή άρχισε να διασταυρώνει και την επόμενη λωρίδα κυκλοφορίας μέχρι το σημείο όπου ο δρόμος είναι χαραγμένος με κίτρινη γραμμή. Σε εκείνο το σημείο ακριβώς, σύμφωνα με τον μάρτυρα, αντιλήφθηκε σε απόσταση μισού περίπου μέτρου, ένα αυτοκίνητο να κινείται με πισινή ταχύτητα. Ο ίδιος το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να κτυπήσει με τα χέρια του στη πίσω δεξιά γωνιά του αυτοκινήτου και ταυτόχρονα να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω. Όμως σύμφωνα πάντοτε με την κατάθεση του μάρτυρα, τον πάτησε ο δεξιός τροχός του οχήματος του κατηγορούμενου στο δεξί του πόδι και δη στο σημείο του αστραγάλου. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με τον μάρτυρα τον μετάφερε στην Πολυκλινική Υγεία. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι το όχημα του κατηγορούμενου ήταν σε κίνηση και αναλογικά με τον τρόπο που οδηγούσε, δηλ. με όπισθεν, κινείτο με υπερβολική ταχύτητα και για αυτό δεν μπορούσε ο ίδιος να έκανε οτιδήποτε άλλο, αφού το είδε σε απόσταση 0.50 με 1 μέτρο, παρά μόνο να μετακινήσει το αριστερό του πόδι μόνο, με αποτέλεσμα ο τροχός του οχήματος που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο να περάσει από το πόδι του και συγκεκριμένα από το σημείο του αστραγάλου. Επανέλαβε δε ότι η σύγκρουση έγινε στο ασφάλτινο παγκέτο στο οποίο τον συγκεκριμένο επίδικο χρόνο δεν υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Ήταν η θέση του ότι στην προσπάθεια του ο ίδιος να διασταυρώσει το δρόμο κοίταξε και δεξιά και αριστερά και ο ίδιος είχε απεριόριστη ορατότητα. Ισχυρίστηκε δε ότι η στιγμή στην οποία ο ίδιος κοίταξε μπροστά ήταν όταν κάλυψε το μισό δρόμο και ήταν ακριβώς στο σημείο που άρχιζε το ασφάλτινο παγκέτο. Αρνήθηκε ότι διασταύρωσε τρέχοντας αλλά επέμενε ότι ο τρόπος που διασταύρωνε ήταν με κανονικό και όχι με γρήγορο βήμα και ότι ήταν πάρα πολύ προσεκτικός. Στις υποβολές του κ. Νικολάου για το ότι ο ίδιος διασταύρωνε πολύ επικίνδυνα και ότι η δική του συμπεριφορά ήταν αυτή η οποία προκάλεσε το δυστύχημα ο ίδιος απαντούσε ότι ήταν πάρα πολύ προσεκτικός και δεν αντιλήφθηκε το όχημα του κατηγορούμενου κατά την ώρα που ο ίδιος ξεκίνησε να διασταυρώνει την οδό Κολωνακίου και ότι είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος που με την «πισινή ταχύτητα» που οδηγούσε προκάλεσε το δυστύχημα. Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε την κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 4 στην οποία αναφέρει ότι στις 29.12.2011 οδηγούσε το όχημα του στην οδό Κολωνακίου με δυτική κατεύθυνση. Σε κάποια στιγμή και ενώ ο ίδιος οδηγούσε με οπίσθια ταχύτητα άκουσε θόρυβο πίσω και σταμάτησε αμέσως. Ήταν η θέση του μάρτυρα όπως αυτή φαίνεται στην κατάθεση του ότι κοίταξε να δει από τα καθρεφτάκια του οχήματος του αν κτύπησε κάπου αλλά επειδή δεν είδε τίποτε άνοιξε την πόρτα του οχήματος του για να κατεβεί να ελέγξει . Ανοίγοντας τη πόρτα είδε στην πισινή δεξιά πλευρά του οχήματος του ένα άντρα πεσμένο στον δρόμο ο οποίος του είπε ότι τον είχε κτυπήσει. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας επέμενε ότι όταν αποφάσισε να οδηγήσει με όπισθεν ταχύτητα στο επίδικο σημείο έλεγξε την τροχαία κίνηση και την λωρίδα του και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο. Ήταν δε η θέση του ότι μπήκε στο αυτοκίνητο του έβαλε όπισθεν και αμέσως ενεργοποιήθηκε αυτόματα σύστημα το οποίο τον βοηθά για να βλέπει τον χώρο πίσω, γιατί ακριβώς οι κάμερες όπως ανάφερε ο κατηγορούμενος έχουν και ακτίνα 1 μέχρι 2 μέτρα αριστερά και δεξιά . Δέχθηκε εν τέλει ότι οδήγησε σε απόσταση 25 μέτρων με οπίσθια ταχύτητα και ότι δεν θα μπορούσε να έχει πλήρη έλεγχο για το τι συμβαίνει πίσω από το όχημα του ακόμα και με το σύστημα το οποίο είχε το αυτοκίνητο του, αλλά επίσης ο ίδιος επέμενε ότι ακόμα μέχρι σήμερα διερωτάται πως ο ΜΚ2 του κτύπησε. Αρνήθηκε τέλος όλες τις υποβολές τις οποίες η Κα Γιασκούρη του υπέβαλε σε σχέση με την ασφαλή οδήγηση του και τα μέτρα τα οποία ο ίδιος δεν έλαβε και γι αυτό προκλήθηκε αυτό το δυστύχημα και ο εν λόγω τραυματισμός του ΜΚ
  5. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με συνέπεια τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος, ως και τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Πέραν, λοιπόν, κάποιων μικρών ανακριβειών δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Έχω, επίσης, ικανοποιηθεί ότι, με βάση την πείρα και την εκπαίδευση που είχε, ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να προβεί στις μετρήσεις και διαπιστώσεις στις οποίες προέβη και να αποτυπώσει τις μετρήσεις στα Τεκμήρια 2 και
  6. Θα πρέπει, ασφαλώς, να σημειωθεί ότι, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματά του, όπως αυτά καταγράφονται στα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 6, ούτε οποιαδήποτε άλλη αναφορά του. Συνεπώς, με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τί διαπίστωσε και τί του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το συμμετρικό σχέδιο που κατέτθηκε από τον Μ.Κ.1, (Τεκμήριο 3), αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ενόσω κατέθετε έδιδε ξεκάθαρα την εντύπωση ότι είχε βιώσει πραγματικά τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ήταν σταθερος στις θέσεις του, ήρεμος κατά την αντεξέτασή του και δεν κλονίστηκε καθόλου κατά την διάρκειά της. Η μαρτυρία του βρίσκεται σε πλήρη συνοχή και συνάδει πλήρως με την κοινή λογική και οι κινήσεις τις οποίες ο ΜΚ2 ανέφερε τόσο στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία όσο και στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου επιβεβαιώνονται και εξάγονται και μέσω του τεκμ.3 που είναι το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι την ώρα που ο ίδιος βρισκόταν στην κίτρινη γραμμή και βάδιζε προς το ζαχαροπλαστείο και σε απόσταση 0, 50εκ με 1 μέτρο το πολύ, είδε ένα αυτοκίνητο να κινείται με όπισθεν ταχύτητα και μη ξέροντας τι να κάνει κτύπησε με τα χέρια του το πίσω δεξιό μέρος του οχήματος και ταυτόχρονα σήκωσε το αριστερό του πόδι προς τα πίσω. Επιπλέον ανάφερε ότι δεν πρόλαβε να μετακινήσει το δεξί του πόδι γι αυτό και ο δεξιός τροχός του οχήματος του κατηγορούμενου τον πάτησε στο πόδι και συγκεκριμένα στην περιοχή του δεξιού αστραγάλου στο οποίο σημείο υπέστη κάταγμα. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι ο κατηγορούμενος αρχίζοντας να διασταυρώνει, κοίταξε πρώτα αριστερά μετά δεξιά και σίγουρα δεν θα μπορούσε σε καμιά απολύτως περίπτωση να φανταστεί ότι όχημα το οποίο ήταν σταθμευμένο στην ασφάλτινη προέκταση θα επιχειρούσε να κινηθεί με την όπισθεν ταχύτητα για τόση μεγάλη απόσταση. Χωρίς κανένα ενδοιασμό λοιπόν αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολό της. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο, πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση και εκ των προτέρων δηλώνω ότι δεν αποδέχομαι τα όσα ο ίδιος κατέθεσε αναφορικά με το δυστύχημα. Ήταν πρόδηλο ότι προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία σε μια ατυχή προσπάθεια να αποποιηθεί των ευθυνών του. Στα πλαίσια αυτά προσπάθησε να μεταθέσει όλη την ευθύνη του δυστυχήματος, στον τρόπο που ο ΜΚ2 διασταύρωνε τον δρόμο, και ότι το όχημα του είναι εξοπλισμένο με ειδικό σύστημα με κάμερες το οποίο ενεργοποιείται αυτόματα και ελέγχει όλα τα καθρεφτάκια πίσω αλλά και σε εμβέλεια 1 με 2 μέτρα. Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος στην προσπάθεια του να αποδυναμώσει την μαρτυρία του Μ.Κ 2, κατέστη ο ίδιος πιο αναξιόπιστος για τον εξής λόγο. Ο κατηγορούμενος στην γραπτή κατάθεση που έδωσε αμέσως στην Αστυνομία αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι τον χρόνο κατά τον οποίο ο ίδιος οδηγούσε το όχημα του με οπίσθια ταχύτητα άκουσε θόρυβο πίσω του και σταμάτησε αμέσως, κοίταξε να δει από τα καθρεφτάκια του οχήματος του αν κτύπησε κάπου αλλά επειδή δεν είδε τίποτα, άνοιξε την πόρτα του οχήματος του για να κατεβεί να ελέγξει . Ανοίγοντας τη πόρτα είδε στην πισινή δεξιά πλευρά του οχήματος του ένα άντρα πεσμένο στον δρόμο ο οποίος του είπε ότι τον είχε κτυπήσει. Η θέση λοιπόν του κατηγορούμενου αλλά και κατ επέκταση της υπεράσπισης η οποία εκφράστηκε καθ όλη την διάρκεια της διαδικασίας , καταρρίπτεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ο οποίος για να αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβει όταν άκουσε τον θόρυβο θα έπρεπε να κατέβει από το αυτοκίνητο του αφού δεν μπορούσε να εντοπίσει οτιδήποτε δηλαδή από την θέση που βρισκόταν ούτε από το συγκεκριμένο σύστημα του οχήματος του. Η θέση λοιπόν του κατηγορούμενου είναι έκθετη σε απόρριψη και η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης αποτελεί εύρημα μου ότι την 29.12.2011και περί ώρα 1620 κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής KWK651 στην οδό Κολωνακίου στην Λεμεσό. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου υπάρχει ασφάλτινη προέκταση ο κατηγορούμενος οδηγώντας με οπίσθια ταχύτητα περί τα 25 μέτρα κτύπησε τον πεζό Ανδρέα Σταύρου ΜΚ2 ο οποίος τον επίδικο χρόνο επιχειρούσε να διασταυρώσει την οδό Κολωνακίου με Νότια κατεύθυνση. Από το δυστύχημα ο ΜΚ2 τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στην Πολυκλινική Υγεία από τον κατηγορούμενο όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα δεξιάς κνήμης και κάταγμα δεξιού αστραγάλου. Το ατύχημα έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Ο δρόμος είναι ως περιγράφεται στην μαρτυρία του Μ.Κ.1 η ορατότητα των δύο ενεχόμενων ήταν πολύ καλή χωρίς κανένα εμπόδιο να παρεμβάλλεται μεταξύ τους. Νομική Πτυχή Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 264 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία. Το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972, Ν.86/72(στο εξής «ο Νόμος»), το οποίο αποτελεί τη νομική βάση της Πρώτης Κατηγορίας, προνοεί ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχο αδικήματος. Το τί συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Στην υπόθεση Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, τονίζονται τα εξής στη σελ. 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο. Το τί διαφέρει είναι το βάρος απόδειξης. Όπως τονίστηκε στην Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), σελ. 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί- (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Όπως προκύπτει και από τη σχετική νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας, πάντοτε κάτω από όλες τις περιστάσεις. Βλ. Constantinou v. Katsouri
(1975)1 C.L.R. 188. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Βλ. Nicolaides v. Economides
(1963)2 C.L.R. 78. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Βλ. Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Περαιτέρω, στις υποθέσεις Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1436 και Ξυπτερά ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696 σημειώθηκε ότι η ανακοπή πορείας, εφόσον συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα, συνιστά αμέλεια. Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου επίδικη είναι η φύση του καθήκοντος επιμέλειας έναντι πεζού, έχει νομολογηθεί ότι το καθήκον για τη λήψη εξαιρετικά αποτρεπτικών μέτρων προκύπτει αφότου εκδηλωθεί κίνδυνος στο δρόμο, για την αποφυγή του οποίου ο συνετός οδηγός πρέπει να δράσει. Η παρουσία ενήλικου πεζού στο κράσπεδο του δρόμου δεν υποδηλώνει αφ' εαυτής την ύπαρξη κινδύνου, για τον οποίο πρέπει να ληφθούν προφυλακτικά μέτρα. Κίνδυνος μπορεί να προκύψει αφότου ο πεζός αποπειράται να διασταυρώσει τον δρόμο. Βλ. Murrel v. Aστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 217, σελ. 223-4. Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Σιλβέστρου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 151, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ύπαρξη σταθμευμένων οχημάτων σε συνδυασμό με την ύπαρξη πεζών που έβγαιναν εκείνη την ώρα από την εκκλησία, επέβαλλαν στον εκεί κατηγορούμενο την υποχρέωση να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις γιατί η εμφάνιση κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Όπως χαρακτηριστικά διαβάζουμε στις σελ. 158-159: «Αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι εύλογα εμφανής η μη λήψη προφυλάξεων αποτελεί αμέλεια. Αλλά αν η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου είναι μόνο μια δυνατότητα η οποία ουδέποτε θα εγειρόταν στη σκέψη ενός λογικού ανθρώπου τότε δεν υπάρχει αμέλεια αν δεν πάρει ένας ασυνήθεις προφυλάξεις ... Στην κρινόμενη υπόθεση λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν στην σκηνή του δυστυχήματος η δυνατότητα εμφάνισης κινδύνου ήταν εύλογα εμφανής. Ακολουθεί πως ο εφεσείων έπρεπε να λάβει ιδιαίτερες προφυλάξεις. Να οδηγεί με χαμηλότερη ταχύτητα και να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα.» Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 58
(1)(στ) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π.66/84: «Πας όστις οδηγεί ή έχει την ευθύνην ή τον έλεγχον μηχανοκινήτου οχήματος εφ΄ οιασδήποτε οδού, υπέχει υποχρέωσιν όπως: (στ) μη οδηγή το όχημα προς τα όπισθεν εις απόστασιν ή δια χρονικόν διάστημα πέραν του απαιτούμενου διά την ασφάλειαν ή άνεσιν των ευρισκομένων εις το όχημα προσώπων και επιβατών και λοιπής τροχαίας επί της οδού» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως αυτά ανωτέρω καταγράφονται, καταλήγω ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης αμελής, αφού διένυσε απόσταση με όπισθεν ταχύτητα η οποία εκ των πραγμάτων δεν ήταν η απαιτούμενη για την ασφάλεια της τροχαίας κίνησης στο δρόμο, ενώ παρέλειψε εκπληρώσει το καθήκον για δέουσα παρατηρητικότητα αφού δεν αντελήφθη την παρουσία του Μ.Κ.2 στο δρόμο, η οποία όμως, όπως και η ίδια η σύγκρουση μαρτυρεί ήταν εκεί. Ολοκληρώνοντας, σημειώνω ότι δεν παραγνωρίζω σε καμία απολύτως περίπτωση πιθανή συντρέχουσα αμέλεια του πεζού, ο οποίος ενδεχομένως να μην έλεγξε επαρκώς το δρόμο πριν επιχειρήσει να διασταυρώσει. Εν τούτοις, τονίζω πως για τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου, είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη του πεζού (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κρίνεται ένοχος σ΄ αυτήν. (Υπ.) .............. Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Αναφορά: Τελική/Όπισθεν ταχύτητα Αμέλεια Subject: Final/Negligees cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.