← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Ζορζής, Αρ. Υπόθεσης:13586/13, 30/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ανδρέας Ζορζής, Αρ. Υπόθεσης:13586/13, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον:Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:13586/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Ανδρέας Ζορζής Κατηγορουμένος -------------- Ημερομηνία: 30.3.2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ΄ Κωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Νικολάου (για να ακούσει απόφαση η κα. Μαυρή) Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των άρθρων 8, 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και 80

(1)/
  1. Η επίδικη οδική συμπεριφορά έλαβε χώρα στις 16/12/2011 γύρω στις 1005 στην οδό Αγίου Ανδρέου στη Λεμεσό. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KKS 259 (εφεξής «το αυτοκίνητο») στην οδό Σαριπόλου προς την οδού Αγίου Ανδρέου . Ο Ανδρέας Κωνσταντίνου οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής PT225 (εφεξής «το μοτοποδήλατο») στην οδό Αγίου Ανδρέου με δυτική κατεύθυνση. Όταν ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να εισέλθει στην οδό Αγίου Ανδρέου συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο το οποίο οδηγείτο εναντίον μονοδρόμου κατευθύνσεως από τον Ανδρέα Κωνσταντίνου. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου τραυματίστηκε και διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο Μάρτυρες Κατηγορίας για την Κατηγορούσα Αρχή, ήτοι ο Αστυφύλακας 3100 Σταύρος Κυριάκου ο οποίος ανέλαβε αρχικά την διερεύνηση του δυστυχήματος η οποία ολοκληρώθηκε από τον Λοχία 2369 Χριστόδουλο Αναστασίου και ο Αστυφύλακας 2042 Δ. Αγησιλάου. Περαιτέρω κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός η κατάθεση του εξεταστή της υπόθεσης Λοχία 2369 Χριστόδουλου Αναστασίου. Κατατέθηκαν δε οκτώ Τεκμήρια προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Ο Μ.Κ. 1 Αστ.3100, Σ. Κυριάκου, αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης, επισκέφθηκε τη σκηνή του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος με το οποίο συμφώνησε αργότερα ο ενεχόμενος οδηγός και το οποίο μετέτρεψε σε συμμετρικό σχεδιαγράφημα το οποίο και κατατέθηκε (Τεκμήριο 3). Ο Μ.Κ. 1 επεξήγησε το σχεδιαγράφημα της σκηνής στο Δικαστήριο, επισημαίνοντας ότι το σημείο «Χ» είναι το σημείο σύγκρουσης του μοτοποδηλάτου με το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και απέχει 2.60 μ. από την νοητή γραμμή επί του σχεδιαγραφήματος. Όσον αφορά την ορατότητα του Κατηγορούμενου προς τα αριστερά καθώς εξερχόταν ο ίδιος από την πάροδο, ο Μ.Κ. 1 κατέθεσε ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα μπροστά από το κτίριο της ΑΗΚ τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα του , οχήματα βεβαίως που δεν υπήρχαν κατά την άφιξη του στην σκηνή του δυστυχήματος, σημειώθηκαν όμως επί του τεκμηρίου
  2. Ο Μ.Κ. 1 υπολόγισε ότι η ορατότητά του κατηγορούμενου, στην απουσία των οχημάτων τα οποία κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν στη γωνία του δρόμου, περιοριζόταν στα 70 μέτρα. Ο Μ.Κ. 2, Αστ. 2042, Αγησιλάου αφού υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση και η οποία κατατέθηκε σαν τεκμήριο 5, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο μετέβη στην σκηνή τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο εξέταζε ο Αστ.3100 Κυριάκου και αφού έλαβε αριθμό φωτογραφιών στην συνέχεια αφού τις εκτύπωσε, τις αρίθμησε και τις έδεσε σε βιβλιάριο, το οποίο κατατέθεσε ως τεκμ.
  3. Στην κυρίως εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Μ.Κ. 2 πρόσθεσε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, μπροστά από τα γραφεία της ΑΗΚ υπήρχε ένας καφέ κάλαθος ανακύκλωσης. Υπήρχε η συνήθης τροχαία κίνηση που υπάρχει πάντοτε στην εν λόγω διασταύρωση τα μεσημέρια, εφόσον είναι πολυσύχναστη εμπορική οδός. Ο Μ.Κ. 2 ανέφερε επιπλέον ότι η ορατότητα στην εν λόγω διασταύρωση μειώνεται δραστικά όταν και εφόσον υπάρχουν εμπόδια στον δρόμο. Ήταν δε η θέση του ότι το μόνο που διαπίστωσε ήταν ότι υπήρχε μπροστά από τα γραφεία της ΑΗΚ καφέ κάλαθος ανακύκλωσης. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης από τη Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του αποφάσισε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε τον κατηγορούμενο να προβάλει την υπεράσπιση του, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και να μην καλέσει μάρτυρες ασκώντας αυτό το δικαίωμα που απορρέει από το νόμο. Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ο Μ.Κ. 1 μου δημιούργησε την εντύπωση ειλικρινούς προσώπου και αστυνομικού ο οποίος εκτελεί με αντικειμενικότητα τα καθήκοντά του και αποδέχομαι τη μαρτυρία του και ειδικότερα τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος, την ορθότητα των μετρήσεων που διενήργησε και το περιεχόμενο του συμμετρικού σχεδίου. Το εν λόγω συμμετρικό σχέδιο που κατατέθηκε από τον Μ.Κ. 1 ως Τεκμήριο 3 αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο Νομολογίας. Αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας, καθώς και σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο Μ.Κ. 1 παρέλειψε να διερευνήσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου για την ύπαρξη κάδου σκουπιδιών στη γωνία του δρόμου ή την ύπαρξη σταθμευμένων αυτοκινήτων επί του πεζοδρομίου, παρά μόνο ο ίδιος σημείωσε επί του τεκμ.3 τα σταθμευμένα αυτοκίνητα με το σημείο «Γ» . Επίσης ο μάρτυρας αυτός παρόλο που δεν ήταν εκεί, όταν μετέβη στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν σε θέση να απαντήσει όλες τις ερωτήσεις οι οποίες του υποβάλλονταν από την υπεράσπιση και οι οποίες αφορούσαν είτε τα εμπόδια στην ορατότητα του κατηγορουμένου που υπήρχαν στην εν λόγω διασταύρωση, είτε ακόμα και με την ίδια τροχαία κίνηση που υπήρχε στον δρόμο. Οι οποιεσδήποτε παραλείψεις ή ακόμα και μη ικανοποιητική διερεύνηση από τον μάρτυρα του δυστυχήματος είναι τέτοιες οι οποίες σε καμμιά απολύτως περίπτωση δεν θα μπορούσαν να με οδηγήσουν στην απόρριψη της μαρτυρίας του . Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί πραγματική μαρτυρία που σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει επεσυμβεί ένα δυστύχημα. Να διευκρινιστεί ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων. (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Aστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1362, Α/φοί Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1388). Αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 ως αληθινή και στο σύνολο της. Ο Μ.Κ. 2 μου δημιούργησε αρκετά καλή και θετική εντύπωση και θεωρώ ότι υπήρξε ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου, στο βαθμό που του επέτρεπε η μνήμη και η αντίληψή του. Σύμφωνα με το σχέδιο Τεκμήριο 3, η απόσταση μεταξύ του σημείου ανατροπής «Χ» και του αυτοκινήτου στην τελική του θέση είναι γύρω στα 2,60μ. και υπάρχει πάντοτε και η απόσταση σκέψης («thinking distance»). Η ανακρίβεια βεβαίως αυτή ουδόλως επηρεάζει τη γενικότερη του αξιοπιστία καθότι αποτελεί απλά εσφαλμένη εκτίμηση ή αντίληψη ως προς τις αποστάσεις και αλλοίωση της ακρίβειας της μνήμης και ήταν ξεκάθαρο ότι δεν υπήρξε η παραμικρή προσπάθεια παραπλάνησης ή ψεύδους. Αυτό που έχει σημασία και διαφάνηκε σαφέστατα από τη μαρτυρία του Μ.Κ. 2 είναι αυτό που κατέθεσε επανειλημμένα, ότι δηλαδή το αυτοκίνητο εξερχόμενο από την πάροδο, το μοτοποδήλατο έγινε αντιληπτό από τον κατηγορούμενο ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση από αυτόν γι΄ αυτό η σύγκρουση έγινε στο μπροστινό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Η πραγματική μαρτυρία σε συνδυασμό με την προφορική μαρτυρία του ΜΚ2 επιβεβαιώνουν την ορθότητα αυτής της αναφοράς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του και ειδικότερα όσον αφορά τις δικές του ενέργειες κατά τον επίδικο χρόνο. Όπως προανέφερα, Κατηγορουμένος επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμά του και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή αυτή να ληφθεί εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση ή οποιαδήποτε δήλωση του κατηγορούμενου χωρίς όρκο ή και το δικαίωμα της σιωπής εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο ή το δικαίωμα της σιωπής δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει τη βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσον η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Το δικαίωμα αυτό δεν είναι ικανό να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. (Βλ. Vrakas v. Republic
(1972)2 CLR 139, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παραμένει με την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου με την παρουσίαση αξιόπιστης μαρτυρίας και ταυτόχρονα ικανοποιητικής για να αποδείξει την κατηγορία. Το περιεχόμενο των δύο ανακριτικών καταθέσεων που έχει δώσει ο Κατηγορούμενος θα συνεκτιμηθεί με την μαρτυρία που έχει γίνει ήδη αποδεκτή ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα ευρήματά του για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα, την οποία τα Δικαστήρια μπορεί να αποδώσουν στις ανακριτικές καταθέσεις κατηγορουμένων. Βλ., μεταξύ άλλων, Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Findlay Duncan (ανωτέρω), στην οποία αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί, όμως, να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή σε αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στο συμφέρον του κατηγορουμένου. Το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. Σύμφωνα, περαιτέρω, με την Αγγλική υπόθεση R v. Stovey [1968] 52 Cr. App. Rep. 334, όταν μια τέτοια κατάθεση παρουσιάζεται από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της, αλλά απόδειξη της αντίδρασης του κατηγορουμένου όταν για πρώτη φορά αντιμετωπίζεται με τα ενοχοποιητικά γεγονότα ως και απόδειξη της συνέπειας του κατηγορουμένου όταν αργότερα καταθέσει ενόρκως στη δίκη και δώσει μαρτυρία στην ίδια γραμμή, όπως η κατάθεσή του. Σημειώνω ότι από την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου προκύπτει ότι εισερχόμενος στην οδό Αγίου Ανδρέου η πρώτη στιγμή την οποία αντιλήφθηκε το μοτοποδήλατο ήταν την στιγμή της σύγκρουσης. Σε αυτά τα θέματα θα αναφερθώ κατωτέρω. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι στις 16/12/2011 γύρω στις 1005 ο Κατηγορούμενος Ανώτερος Επιθεωρητής της ΑΗΚ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KKS259, στην διασταύρωση των οδών Σαριπόλου, Αγ. Ανδρέου και Κουμανδαρίας. Η οδός Αγίου Ανδρέου είναι μονόδρομος (επιτρέπεται μόνο η ανατολική πορεία στο σημείο που βρίσκεται η ΑΗΚ) . Ο κατηγορούμενος εισερχόμενος στην εν λόγω διασταύρωση κτύπησε με το αυτοκίνητο του το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής PT225 το οποίο οδηγείτο εναντίον μονοδρόμου κατευθύνσεως. Σύμφωνα με τις καταθέσεις τις οποίες έχει δώσει ο κατηγορούμενος και οι οποίες έχουν κατατεθεί Τεκμήρια 4 και 8 προκύπτουν τα εξής: Στο Τεκμήριο 4 ο κατηγορούμενος αναφέρει αυτολεξεί τα ακόλουθα : « ξεκίνησα και κατευθύνθηκα προς το Αλτ με την οδό Αγ. Ανδρέου και σταμάτησα εντελώς. Κοίταξα δεξιά μου, αμέσως αριστερά παρόλο που είναι μονόδρομος και ξανά δεξιά και αφού δεν είδα κανένα εκκίνησα προς την οδό Κουμανταρίας. Στα αριστερά μου είχε αυτοκίνητα σταθμευμένα τα οποία έφυγαν όταν ήρθες εσύ στην σκηνή και δεν θυμάμαι ακριβώς πως ήταν σταθμευμένα δηλαδή αν ήταν μισά πάνω στο πεζοδρόμιο ή όλα κάτω από αυτό. Εκκίνησα και αφού μπήκα 3 μέτρα στο δρόμο περίπου είδα ξαφνικά μια μοτόρα να έρχεται από τα αριστερά προς τα δεξιά μου και ταυτόχρονα να γίνεται η σύγκρουση στην μπροστινή αριστερή γωνία.» Στην 2η κατάθεση που είχε δώσει ο κατηγορούμενος και η οποία έχει καταχωρηθεί σαν Τεκμήριο 8 ανέφερε σε σχέση με τα σταθμευμένα οχήματα ότι αυτά βρίσκονταν αριστερά σύμφωνα με την πορεία του, μπροστά από το κτίριο της ΑΗΚ και είχαν τους αριστερούς τροχούς πάνω στο πεζοδρόμιο και το υπόλοιπο μέρος τους μέσα στο δρόμο. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια».[1] Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Οταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383). Ειδικότερα σε σχέση με οδηγούς που εισέρχονται σε κύριο δρόμο από πάροδο, όπως στην παρούσα περίπτωση, η γενική αρχή είναι ότι οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα για τη χρήση του δρόμου, η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους οδηγούς που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από πάροδο (βλ. Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 980). Ο οδηγός σε πάροδο έχει καθήκον να σταματήσει πριν εισέλθει στον κύριο δρόμο, αλλά και γενικά να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδός του είναι ασφαλής και δεν αποκόπτει την ελεύθερη πορεία οχημάτων, θέτοντας σε κίνδυνο οδηγούς στον κύριο δρόμο. Σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι και η Constantinou ν.Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188, σελ. 192, (η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/2007 ημερ. 10.12.2008), όπου το καθήκον αυτό της δέουσας παρατηρητικότητας λέχθηκε ότι είναι ιδιαίτερα βαρύ («especially heavy») όταν ένας οδηγός επιχειρεί στροφή δεξιά, αποκόπτοντας έτσι την πορεία άλλου οδηγού. Στην Αδαμής και άλλος v. Ηρακλέους
(1982)1 Α.Α.Δ. 746 τονίστηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι η είσοδος κάποιου οχήματος από πάροδο σε κύριο δρόμο ή αντίστροφα εξαρτάται από την τροχαία κίνηση πάνω στο δρόμο κατά το χρόνο της εισόδου. Αν η κίνηση είναι τέτοια ώστε να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη, ο οδηγός του οχήματος οφείλει να μην εισέλθει στον κύριο δρόμο μέχρις ότου η είσοδός του να μπορεί να γίνει με την αναγκαία ασφάλεια. Κατά πόσο η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση, είναι θέμα πραγματικό που θα αποφασιστεί υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεση ξεχωριστά. Σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε να διασταυρώσει εισερχόμενος σε διασταύρωση σε πολυσύχναστη εμπορική οδό της Λεμεσού γύρω στο μεσημέρι όταν η τροχαία κίνηση αναμένεται, κατά γενική ομολογία και με βάση την κοινή λογική και εμπειρία, να είναι αρκετά αυξημένη και επίσης σε ένα σημείο το οποίο ο κατηγορούμενος γνωρίζει καλύτερα από οποιοδήποτε αφού εργάζεται στην ΑΗΚ όπως έχει αναφέρει για πάρα πολλά χρόνια και θεωρώ ότι είχε πλήρη αντίληψη της διαμόρφωσης του δρόμου, τα προβλήματα τα οποία ανακύπτουν από την τροχαία κίνηση είτε και από τους πολίτες οι οποίοι επιθυμούν να μεταβούν στα γραφεία της ΑΗΚ και σταθμεύουν τα αυτοκίνητα τους μπροστά από το κτίριο. Ο κ. Νικολάου στην τελική του αγόρευση αναφέρθηκε στα γεγονότα και στη μαρτυρία της παρούσας υπόθεσης και ζήτησε από το Δικαστήριο να αθωώσει τον κατηγορούμενο γιατί ακριβώς δεν έχει αποδειχθεί η αμέλεια του ιδίου του κατηγορούμενου εισερχόμενος από οδό Σαριπόλου στην οδό Αγ. Ανδρέου ή τουλάχιστον στην διασταύρωση. Το Αγγλικό Εφετείο, στη απόφαση Worsfold v. Howe [1980] 1 All E.R. 1028, ομόφωνα αποφάσισε ότι η πιο πάνω απόφαση δεν διαμόρφωσε αρχή που να καθορίζει ότι ο οδηγός δικαιούται να εισέλθει στα τυφλά, έστω και πάρα πολύ σιγά («by inching») από πάροδο σε κύριο δρόμο ή αντίστροφα πέραν της ακτίνας ορατότητάς του. Ούτε υπάρχει αρχή σύμφωνα με την οποία αν ο οδηγός αυτός προχωρήσει μέσα στον κύριο δρόμο σιγά και προσεκτικά, ικανοποιείται το καθήκον που έχει έναντι εκείνων που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο. Η κάθε περίπτωση εξετάζεται υπό το πλέγμα των συνθηκών και περιστατικών της. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο, στην Παύλου ν. Σάββα κ.α.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 797, στην οποία ο εφεσίβλητος, εισερχόμενος από πάροδο, προχωρούσε αργά για να μπει στον κύριο δρόμο εφόσον η ορατότητα στα δεξιά του εμποδιζόταν από ένα βαν, και σταμάτησε σε δύο περιπτώσεις για να ελέγξει το δρόμο στα δεξιά, στη δεύτερη δε περίπτωση που ήταν σταματημένος κτυπήθηκε από το όχημα του εναγόμενου 2- εφεσείοντα το οποίο εκινείτο στον κύριο δρόμο. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο εφεσίβλητος-οδηγός από την πάροδο- απαλλάχθηκε ευθύνης για το δυστύχημα, λέγοντας τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν κατ'αναλογία και στην παρούσα περίπτωση: «Αν ο εφεσίβλητος λάμβανε υπόψη του το πολυσύχναστο του κυρίου δρόμου και την τροχαία κίνηση πάνω σ' αυτόν κατά το χρόνο της σύγκρουσης, θα έπρεπε να είχε προβλέψει ότι το να προχωρήσει το αυτοκίνητό του στα τυφλά, κάθετα μέσα στον κύριο δρόμο, σε σημείο πέραν του σταματημένου βαν εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο, ιδιαίτερα για εκείνους που ακολουθούσαν την κατεύθυνση του εφεσείοντα. Ο εφεσίβλητος θα μπορούσε να είχε δώσει, είτε με το κλάξον είτε με κάποιο άλλο τρόπο, προειδοποίηση για την πρόθεσή του να εισέλθει στον κύριο δρόμο, μειώνοντας έτσι τους κινδύνους σύγκρουσης με οχήματα που είχαν προτεραιότητα στη χρήση του κυρίου δρόμου αλλά, όπως φαίνεται από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έκαμε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση.» [2] Στην πιο πάνω υπόθεση, παρά το ότι ο οδηγός εισερχόταν στον κύριο δρόμο από πάροδο σπιθαμή προς σπιθαμή και σταμάτησε δύο φορές για να ελέγξει το δρόμο προς τα δεξιά, βρέθηκε συνυπεύθυνος για το δυστύχημα κατά 50%. Εφαρμόζοντας λοιπόν τις πιο πάνω αρχές να διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος στις δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία και η θέση ουσιαστικά του κατηγορούμενου εξάγονται τα εξής συμπεράσματα. Αφού ο κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι υπήρχαν αυτοκίνητα προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του, πως αποφάσισε ο ίδιος να κινηθεί με ασφάλεια και να εισέλθει εντός της οδού Αγ. Ανδρέου και να κατευθυνθεί προς την οδό Κουμανδαρίας; Πώς όπως λέει στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε κανένα πρόσωπο να χρησιμοποιεί την εν λόγω οδό ενώ από την άλλη μόλις μπήκε σε απόσταση 3 μέτρων είδε ξαφνικά το «μοτοποδήλατο» αριστερά και αμέσως επήλθε η σύγκρουση; Γιατί αφού μπήκε 3 μέτρα ήδη στο δρόμο αντιλήφθηκε τότε τον οδηγό της μοτοσυκλέτας; Θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι σε κανένα σημείο των καταθέσεων του κατηγορουμένου δεν αναφέρει ότι ακριβώς λόγω της ύπαρξης εκείνων των σταθμευμένων αυτοκινήτων η ορατότητα του ιδίου ήταν περιορισμένη σε βαθμό που να τον εμπόδιζε να ελέγξει επαρκώς την τροχαία κίνηση παρόλο που ο εν λόγω δρόμος είναι μονόδρομος. Ο κατηγορούμενος περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο εισόδου του στην οδό Κουμανδαρίας. Θεωρώ λοιπόν ότι τα όσα η υπεράσπιση έχει θέσει κατά την ακρόαση, είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Ο κ. Νικολάου στις αγορεύσεις του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε λόγω της διαμόρφωσης του κτιρίου των σταθμευμέων αυτοκινήτων να εξέλθει σε σημείο πιο μπροστά για να κοιτάξει αν ο δρόμος είναι ελεύθερος για να οδηγήσει με ασφάλεια ο κατηγορούμενος. Αυτό αντικρούεται και απορρίπτεται αμέσως από τις καταθέσεις που έχει δώσει ο κατηγορούμενος. Σε κανένα απολύτως σημείο εντός των καταθέσεων δεν είχε αναφέρει ότι είχε αυτή την δυσκολία. Δέχομαι ότι το αυτοκίνητο οδηγείτο εξ΄ αντιθέτου σε μονόδρομη κατεύθυνση όμως αυτό σε καμία περίπτωση δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο της ευθύνης για να έχει την δέουσα παρατηρητικότητα. Είναι σαφές ότι ο Κατηγορούμενος δεν εκπλήρωσε δεόντως το καθήκον που τον βάρυνε έναντι εκείνων που χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο. Ακόμα και να δεχθώ ότι δεν είχε επαρκή ορατότητα προς τα αριστερά λόγω του κάδου που υπήρχε στη γωνία του δρόμου, τα σταθμευμένα αυτοκίνητα τα οποία κατ' ισχυρισμό υπήρχαν μπροστά από την είσοδο της ΑΗΚ, ο κατηγορούμενος εισήλθε πέραν των 2 μέτρων μέσα στον κύριο δρόμο ουσιαστικά στα τυφλά, καλύπτοντας πέραν της μισής λωρίδας του κύριου δρόμου, εφόσον το συνολικό πλάτος του δρόμου επί της νοητής γραμμής είναι 3 με 4 μέτρα. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος όπως ο ίδιος ανάφερε στη κατάθεση του ότι κινήθηκε με χαμηλή ταχύτητα, και ότι λόγω της ύπαρξης σταθμευμένων αυτοκινήτων ο ίδιος αναγκάστηκε να προχωρήσει. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την Μενοίκου ν. Μαραθεύτη
(1992)1Α Α.Α.Δ. 615 στην οποία ο εφεσείοντας οδηγούσε στην οδό Λαρίσσης με πρόθεση να στρίψει αριστερά για να εισέλθει σε λεωφόρο: «Η αμέλεια του εφεσείοντος συνίστατο στο γεγονός πως ο τρόπος που προχώρησε να στρίψει αριστερά στη λεωφόρο ήταν λανθασμένος. Αν οδηγούσε στο κέντρο της Λαρίσσης θα είχε καλύτερη ορατότητα προς στη λεωφόρο. Εφόσον η γωνία ήταν τυφλή η είσοδος του μέσα στη λεωφόρο θα έπρεπε να γίνει με περισσότερη προσοχή.» Παρομοίως, όπως λέχθηκε στην Pantelides v Murphy
(1985)1 C.L.R. 40, οδηγός η οποία οδηγούσε από πάροδο όφειλε να εξέλθει σπιθαμή προς σπιθαμή («inched her way out») όπως έπραξε και ακολούθως να σταματούσε με μόνο την άκρη του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου της να φαίνεται στον κύριο δρόμο : «she should have inched her way out as she did but she should have stopped with only the tip of her car's bonnet showing as an indication to any traffic using the First of April Street, of her presence». Σημειώνω ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται από την Ζίκκου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 18, καθότι σε εκείνη την υπόθεση η εφεσείουσα, κατά την είσοδό της από πάροδο στον κύριο δρόμο, πήρε κάθε μέτρο προς προστασία άλλων διακινούμενων στο δρόμο έναντι προβλεπτών κινδύνων και ο αλόγιστος τρόπος οδήγησης του μοτοποδηλάτη στον κύριο δρόμο (διακινείτο με ελικοειδή τρόπο-ζιγκ-ζαγκ- και με πολύ μεγάλη ταχύτητα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό και μόνη αιτία του δυστυχήματος. Στην παρούσα περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ολοκληρώνοντας, σημειώνω ότι για την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου είναι αδιάφορο κατά πόσο υπάρχει συντρέχουσα ευθύνη έστω και μεγάλη του άλλου εμπλεκόμενου στο ατύχημα οδηγού, (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Σημασία για την παρούσα ποινική υπόθεση έχει το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να αντιληφθεί την παρουσία του μοτοποδηλάτου στο δρόμο την ώρα που επιχείρησε να διασχίσει τη διασταύρωση. Προκύπτει λοιπόν αβίαστα ότι ο κατηγορούμενος προτού εισέλθει στην διασταύρωση, παρέλειψε να ασκήσει τη δέουσα παρατηρητικότητα προς τα αριστερά του και να αντιληφθεί την παρουσία του μοτοποδηλάτου στο δρόμο με αποτέλεσμα να το κτυπήσει, όταν αυτό είχε ήδη εισέλθει εντός της διασταύρωσης. Η οδήγηση του μοτοποδηλάτου εναντίον μονόδρομης κατεύθυνσης δεν αφαιρεί τίποτε από την υποχρέωση του κατηγορουμένου να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλής η είσοδος του προτού εισέλθει στην εν λόγω διασταύρωση υπό τις περιστάσεις. Η μοτοσυκλέτα του Μ.Κ.2 βρισκόταν πολύ πλησίον της διασταύρωσης και ήταν ορατή ή θα μπορούσε να ήταν ορατή από τον κατηγορούμενο και γι΄ αυτό η σύγκρουση έγινε στο μπροστινό αριστερό μέρος του οχήματος του κατηγορούμενου. Η παράβαση σήματος τροχαίας και του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας από μόνη της δεν αναιρεί την υποχρέωση του κατηγορούμενου να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα κατά την οδήγηση του οχήματος του και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να διασχίσει την εν λόγω διασταύρωση (βλ. Omiros Dionyssiou v. Paraschos Metaxas
(1986)1 C.L.R. 60 και Κythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811). Η παράλειψη του αυτή συνιστά αμέλεια. Δεδομένων όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για αμελή οδήγηση. (Υπ.) .......................................... Π. Παπαπέτρου - Φούρναρη, Ε.Δ [1] Βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 ΑΑΔ 300, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 31, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Portokallides v. Police
(1987)2 CLR. 86. [2] Παρόμοια ήταν η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tranta v. Boyadji
(1984)1 C.L.R. 213 όπου λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 216: «Even if we were to accept that the appellant was inching out slowly from the side-road, that would not automatically exonerate him of liability in the circumstances of this case» . Αναφορά: Τελική/Αμελής Οδήγηση Subject: Final/Negligees ./Κ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.