YUDIGAR HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ν. YIANNOS PROKOPIOU INTERIOR LIMITED, Αρ. Υποθ.: 22201/13, 31/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 22201/13 Μεταξύ: YUDIGAR HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Κατηγόρων εναντίον
- YIANNOS PROKOPIOU INTERIOR LIMITED
- ΓΙΑΝΝΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ Κατηγορουμένων ------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Θεοφίλου (κα Ε. Γεωργίου για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Κατηγορούμενους 1: κ. Γ. Κωνσταντίνου μαζί με κα Μ. Νεοφύτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν πέντε
(5)κατηγορίες για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των κατηγοριών 1, 3, 5, 7 και 9, οι κατηγορούμενοι 1 κατηγορούνται ότι κατά ή περί την 18/12/2012 εξέδωσαν τις επιταγές με αρ.96825232, 96825233, 96825234, 96825235 και 96825236 οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 31/03/2013, 30/04/2013, 31/05/2013, 30/06/2013 και 31/07/2013 αντίστοιχα, και οι οποίες αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν διότι οι κατηγορούμενοι 1 χωρίς εύλογη αιτία έδωσαν οδηγίες να μην πληρωθούν και ανακάλεσαν την πληρωμή τους, προκαλώντας έτσι την μη εξόφληση των εν λόγω επιταγών οι οποίες μέχρι σήμερα παραμένουν απλήρωτες. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει απαλλαγεί και αθωωθεί από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε αρχικά με βάση το κατηγορητήριο με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για το εκ πρώτης όψεως. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, οι κατηγορούμενοι 1 δεν παρουσίασαν οιονδήποτε μάρτυρα. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 16 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών σημειώνω έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για εξέταση του θέματος της απόδειξης των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Οι μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ήταν η Μαρία Χρίστου, ΜΚ1, η οποία εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και ο Γιάννης Σοφικίτης, ΜΚ2, ο οποίος είναι διευθυντής των παραπονούμενων και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι οι εν λόγω μάρτυρες ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Απάντησαν στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν ευθέως, χωρίς να περιπέσουν σε αντιφάσεις και χωρίς να κλονιστεί η αξιοπιστία τους σε οποιοδήποτε σημείο κατά την αντεξέταση τους. Βεβαίως έχει σημασία να αναφερθεί εδώ ότι η πλευρά των κατηγορούμενων 1 με την τελική της αγόρευση δεν αμφισβητεί την αξιοπιστία των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής αλλά αντίθετα με βάση την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί είναι η θέση των κατηγορούμενων ότι δεν έχουν αποδειχθεί συγκεκριμένα στοιχεία εν σχέση με τα αδικήματα ή την υπόθεση και ότι εν πάση περιπτώσει έχει αποδειχθεί εύλογη αιτία για την πρόκληση μη εξόφλησης των επιταγών. Καταληκτικά σημειώνω με βάση τα πιο πάνω η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας 1 & 2 γίνεται αποδεκτή. Ν' αναφέρω εδώ για να είναι ξεκάθαρο ότι η μη προσκόμιση οιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούμενων 1 ήταν δικαίωμα τους και αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επενεργήσει σε βάρος τους, ούτε και πρέπει να εξαχθούν εκ της επιλογής τους αυτής οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής. Με βάση δε την εν λόγω αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι: (α) Οι κατηγορούμενοι 1 στα πλαίσια της συνεργασίας τους με τους παραπονούμενους εξέδωσαν τις πέντε επίδικες επιταγές (τεκμ.7-11) στις 18/12/2012. Οι επιταγές αφορούσαν χρέος των κατηγορούμενων 1 για πώληση προίοντων. Όταν οι επιταγές παρουσιάστηκαν δε στην Τράπεζα Κύπρου για να πληρωθούν δεν τιμήθηκαν αφού οι κατηγορούμενοι 1 εν τω μεταξύ ανακάλεσαν την πληρωμή τους, η τράπεζα δε επέστρεψε τις επιταγές στους δικαιούχους μέσω του εξουσιοδοτημένου για την παραλαβή τους προσώπου κ. Νικόλα Θεοφίλου. (β) Η ανάκληση σημειώνεται έγινε με οδηγίες των κατηγορούμενων 1 προς την Τράπεζα Κύπρου στις 28/03/13 (βλ.τεκμ.14). Ας σημειωθεί δε εδώ ότι η Τράπεζα Κύπρου κατά την παρουσίαση των επιταγών τοποθέτησε στο σώμα της κάθε επιταγής σχετική σφραγίδα «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής - Stop Payment» εις την οποία εμφαίνεται και η ημερομηνία επιστροφής (11/07/13 για τεκμ.7-10 και 11/08/13 τεκμ.11). (γ) Οι επιταγές αυτές μέχρι και σήμερα παραμένουν απλήρωτες. Τα πιο πάνω σημειώνεται αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, και με βάση αυτά θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1. Ως έχει αναφερθεί οι κατηγορούμενοι 1 κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της ». Από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου δε, ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο
- Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και τα κατατεθέντα τεκμήρια, είναι φανερό ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν και παρέδωσαν προς τους παραπονούμενους τις επίδικες επιταγές συνολικού ποσού € 253.980.-, ενώ ακολούθως με οδηγίες τους προς την Τράπεζα Κύπρου στις 28/03/13 ανακάλεσαν την πληρωμή τους με αποτέλεσμα οι επιταγές αυτές να μην πληρωθούν όταν εμφανίστηκαν στην Τράπεζα και να επιστραφούν. Στο σημείο αυτό με σεβασμό αναφέρω ότι θα διαφωνήσω με την εκ των συνηγόρων των κατηγορούμενων 1 η οποία στην τελική της αγόρευση αναφέρει ουσιαστικά ότι δεν έχει αποδειχθεί η πράξη που οδήγησε σε ανάκληση. Αυτό γιατί είναι προφανές από την μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι 1 έδωσαν οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής των επιταγών. Αυτό προκύπτει από την μαρτυρία των ΜΚ1 & 2 σε συνάρτηση με το τεκμ.14, αλλά και από την αντεξέταση του ΜΚ2 από την συνήγορο των κατηγορούμενων 1 η οποία του υπέβαλε ξεκάθαρα ότι η ανάκληση έγινε με οδηγίες προς την τράπεζα για συγκεκριμένο λόγο. Εξάλλου το Δικαστήριο θα ήθελε εδώ να κάνει αναφορά στο εδάφιο 3 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 πιο πάνω το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: " Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του. " (H υπογράμμιση είναι δική μου) Συνεπώς με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω σε κάθε περίπτωση προκύπτει ότι οι σφραγίδες που έχουν τεθεί στις επιταγές και όσα σε αυτές σημειώνονται θεωρούνται κατά μαχητό τεκμήριο ότι είναι αλήθεια, εναπόκειτο δε στην Υπεράσπιση να προσκομίσει μαρτυρία που να τα αμφισβητεί. Η Υπεράσπιση όχι μόνον δεν το έπραξε αλλά επαναλαμβάνω μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ2 αποδέκτηκε την ανάκληση από πλευράς κατηγορούμενων 1, με την θέση ουσιαστικά ότι υπήρχε εύλογη αιτία για τούτο. Κατόπιν των ανωτέρω το Δικαστήριο θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να εξετάσει κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 έχουν κατορθώσει να αποδείξουν την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Όμως παρατηρώ ότι σε καμία περίπτωση οι κατηγορούμενοι 1 δεν θα μπορούσαν να επικαλεστούν την Υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Αυτό βεβαίως γιατί δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία στα πλαίσια απόδειξης της υπεράσπισης αυτής που να αποδεικνύει ότι κατά τον χρόνο της ανάκλησης παρέθεσαν γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκαν οι επιταγές, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής τους (βλ. υποπαράγραφο του εδαφίου 2 του άρθρου 305Α του Κεφ.154 πιο πάνω). Μόνον εφόσον ενεργούσαν με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να επικαλεστούν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, αναφέρω σε περίπτωση που κριθεί ότι η πιο πάνω διαπίστωση είναι λανθασμένη και τα εξής. Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108, GP Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία και Γεώργιος Εργατίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα, ημερ. 19.6.97 και Ν. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105, ημερ. 11.12.01). Αυτό βέβαια θα συνέβαινε και εδώ αν δεν ίσχυαν τα πιο πάνω με την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδ.
(2), ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδ. 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση όμως με βάση την μαρτυρία που έχει ενώπιον του γνωρίζει μόνον ότι οι κατηγορούμενοι 1 προέβησαν σε ανάκληση των επιταγών και τίποτε άλλο. Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από μέρους τους για τον λόγο ή τους λόγους που τους οδήγησαν σε ανάκληση, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ελήφθη η απόφαση τους για ανάκληση τη δεδομένη στιγμή, τι προηγήθηκε της ανάκλησης και εν πάση περιπτώσει δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχείο που να πείθει ότι είχαν καλό λόγο για την ανάκληση. Σημειώνεται βέβαια εδώ ότι μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ2 προέκυψε ότι ο λόγος που οι κατηγορούμενοι 1 επικαλούνται ήταν η αξίωση πληρωμής από πλευράς των παραπονούμενων συνολικού ποσού €444.260.-, χωρίς να έχουν λάβει υπόψη τους προηγούμενη πληρωμή ποσού €60.000.- και κατ' επέκταση η οικονομική διαφορά ή ασυμφωνία των λογιστηρίων που προέκυψε συνεπεία τούτου. Ελλείψει μαρτυρίας όμως σε σχέση με τα πιο πάνω δεν θα μπορούσε να πεισθεί το Δικαστήριο εκ της προβολής και μόνον της θέσης αυτής στα πλαίσια της αντεξέτασης. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρω ότι ακόμη και να έδιναν γραπτώς λόγο οι κατηγορούμενοι 1 στην τράπεζα εν σχέση με τις οικονομικές τους διαφορές πιο πάνω, και πάλιν αναφέρω το Δικαστήριο δεν θα έκανε αποδεκτή την Υπεράσπιση της εύλογης αιτίας αφού με βάση τουλάχιστον την θέση που προέβαλαν μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ2 διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι και οι ίδιοι γνώριζαν ότι δεν είχαν λόγο να ανακαλέσουν όλες τις επιταγές. Εάν είχαν εν πάση περιπτώσει διαφορά με τους παραπονούμενους ύψους €60.000.- δεν ήταν αφενός εύλογη η ανάκληση επιταγών αξίας € 253.980.- που αφορούσαν οι επίδικες, όταν μάλιστα το συνολικό ποσό που οφείλετο λαμβάνοντας υπόψη ακόμα και την πληρωμή των €60.000.- ήταν €384.260 (€444.260 - €60.000.-), ενώ αφετέρου με δεδομένο ότι η διαφορά προέκυπτε από πληρωμές που έγιναν και δεν ελήφθησαν υπόψη για 2 άλλες επιταγές που δεν συμπεριλαμβάνονται στις επίδικες (αρ.96825230 & 96825231) μόνον οι 2 αυτές επιταγές θα μπορούσαν να ανακληθούν και όχι οι επίδικες. Σε κάθε περίπτωση η ενέργεια των κατηγορούμενων 1 να σταματήσουν τις επίδικες επιταγές με βάση όσα έχουν αναφερθεί δείχνει μη καθαρές θέσεις και σίγουρα όχι καλόπιστες προθέσεις. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο ολοκληρώνοντας την απόφαση του θα εξετάσει την θέση που προβάλλουν οι κατηγορούμενοι 1 μέσα από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου τους, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι πράγματι οι κατηγορούμενοι 1 αποτελούν εταιρεία / νομική οντότητα. Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για το θέμα αυτό αφού έχοντας μελετήσει το σύνολο της μαρτυρίας που έχει δοθεί, τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και τις υποβολές που έγιναν κυρίως στον ΜΚ2 από την Υπεράσπιση με δεδομένο πάντοτε όπως εμφαίνεται μέσα από τις υποβολές αυτές ότι οι κατηγορούμενοι 1 είναι εταιρεία, και με δεδομένο ότι ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί η οντότητα των κατηγορούμενων 1 καθ' οιονδήποτε τρόπο, κρίνω ότι ηγέρθη μαχητό νομικό τεκμήριο κανονικότητας το οποίο δεν αντικρούστηκε και αποδεικνύεται η ύπαρξη των κατηγορούμενων 1 ως εταιρείας / νομικής οντότητας (βλ. σχετικά ΕΔΑΞΥΛ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. Ανδρέας Αγαθοκλέους Πολιτική ΄Εφεση 9138, ημερομηνίας 18.12.96, LIOUFIS AND CO LTD v. Ανδρονίκου κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 8767, ημερομηνίας 17.07.96, K.N.G. AUTOPARTS LTD v. Μιχάλη Ιωάννου, Πολιτική Έφεση 8872, ημερομηνίας 25.06.96 και UNION DES COOPERATIVES v. 1.APAK AGRO INDUSTRIES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση 9476, ημερομηνίας 20.03.98). Συνεπώς η εν λόγω εισήγηση των κατηγορουμένων 1 απορρίπτεται. Κατάληξη Κατά συνέπεια για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον και κατηγορουμένων 1, τους οποίους κρίνω ένοχους στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν δηλαδή στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7 και 9. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον των κατηγορούμενων 1 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Πρόκληση μη εξόφλησης επιταγών χωρίς εύλογη αιτία/ Άρθρο 305Α
(2)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο