← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πολύκαρπος Γιαννακού, Αρ. Υπόθεσης: 14685/12, 12/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Πολύκαρπος Γιαννακού, Αρ. Υπόθεσης: 14685/12, 12/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14685/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Πολύκαρπος Γιαννακού Ημερομηνία: 12.3.2015 Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για Κατηγορούμενο: κα Α. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα κατηγορία κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 2.9.10 στη Λεμεσό, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στην μπυραρία BUCKS FIZZ, ύψους €2,000 περιούσια του Γεώργιου Σταύρου. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Δηλώθηκαν δε ως παραδεκτά γεγονότα, τα ακόλουθα:
  1. Στις 2.9.10 και περί ώρα 23:00, µετά από πληροφορία που λήφθηκε στο ΚΕΜ Λ/σου ότι υπάρχει φασαρία, η Αστ.4916 Θάλεια Νεοφύτου, µετέβηκε µαζί µε τον Αστ.1831 Χ. Παπαδόπουλο στην µπυραρία µε την ονοµασία «BUCKS FIZZ», που βρίσκεται στην οδό 28ης Οκτωβρίου, στην πολυκατοικία Kanika Seaforum. Μόλις έφτασε στο μέρος η Αστ.4916 διαπίστωσε ότι η πρόσοψη της µπυραρίας ήταν σπασµένη. Συγκεκριµένα υπήρχαν στο έδαφος κοµµάτια γυψοσανίδας, θρυµµατισµένα γυαλιά από την πόρτα και σπασµένη καρέκλα και τραπέζι. Στο µέρος βρισκόταν η υπεύθυνη της µπυραρίας ονόµατι Ene Stefanis Dumitru από Ρουµανία, η οποία της ανέφερε προφορικά στην Αγγλική γλώσσα ότι η ζηµιά προκλήθηκε από το όχηµα κάποιου Πόλυ, ο οποίος βρισκόταν προηγουµένως στην µπυραρία και έπινε και ζήτησε από κάποια κοπέλα να πάει µαζί του και αυτή είχε αρνηθεί, τότε αυτός θύµωσε και πήρε το όχηµά του και το οδήγησε προς την µπυραρία. Το εν λόγω πρόσωπο δεν βρισκόταν εκεί. Η Dumitru κλήθηκε στο Τµήµα Μικροπαραβάσεων για να της ληφθεί κατάθεση σχετικά µε το περιστατικό χωρίς όµως αυτό να γίνει κατορθωτό αφού δεν µπορούσε να γράψει ή να διαβάσει την Αγγλική ή Ελληνική γλώσσα, ενώ δεν εντοπιζόταν ούτε διερµηνέας της µητρικής της γλώσσας.
  2. Στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης συνοµωσίας προς διάπραξη κακουργήµατος και πρόκλησης κακόβουλης ζηµιάς, αδικήµατα που διαπράχθηκαν στις 2.9.10 στη Λεµεσό, µε παραπονούµενο τον Γεώργιο Σταύρου @ ΦΑΝΤΗ, στις 4.9.10 και ώρα 15:50 ο Λοχ.1901 Κ. Μιχαήλ συνέλαβε δυνάµει δικαστικού εντάλµατος σύλληψης τον κατηγορούμενο. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο αυτός απάντησε «Εν έσιει πρόβληµα φίλε µου». Μετά τη σύλληψη ο Λοχ.1901 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώµατα που είχε ως άτοµο που τελεί υπό σύλληψη και ακολούθως τον οδήγησε στα κρατητήρια της Α.Δ.Ε. Λεµεσού.
  3. Στις 4.9.10 και περί ώρα 19:28 ο Αστ.266 Α. Περικλέους, φωτογράφησε στην οδό Πορφυρού Δικαίου το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής DΒΑ163 στην παρουσία των Αστ. 2907 και του κατηγορούμενου. Αργότερα στην παρουσία του Αστ. 266, στο Αρχηγείο Αστυνομίας, εκτυπώθηκαν 7 από τις 9 φωτογραφίες που αυτός έλαβε, τις οποίες έδεσε σε βιβλιαράκι (τεκμήριο 4). Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.1991 Χαράλαμπος Αυγουστή, ο οποίος ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Στις 3.9.10 και ώρα 07:58 στην οδό 28ης Οκτωβρίου, στο ισόγειο της πολυκατοικίας Kanika Seaforum, σε σχέση με υπόθεση κακόβουλης ζημιάς, φωτογράφησε ζημιά στον τοίχο μπυραρίας. Αργότερα στην παρουσία του, στο Αρχηγείο Αστυνομίας, εκτυπώθηκαν 5 φωτογραφίες, τις οποίες έδεσε σε βιβλιαράκι (τεκμήριο 2). Εξήγησε ότι οι φωτογραφίες 1-5 στο τεκμήριο 2 δείχνουν την προαναφερόμενη πολυκατοικία στο πίσω μέρος. Στη φωτογραφία 1 φαίνεται ένα φορτηγό το οποίο τοποθετήθηκε, δεν ξέρει από ποιον, μπροστά από το σημείο όπου υπάρχει ζημιά στον τοίχο. Στις φωτογραφίες 2, 4 και 5 φαίνεται η ζημιά που προκλήθηκε στον τοίχο της μπυραρίας. Η ζημιά που προκλήθηκε φαίνεται κάπως από την φωτογραφία 5, η οποία λήφθηκε από πλάγια. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ.2907 Παναγιώτης Κωνσταντίνου, του ΤΑΕ Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 4.9.10 ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας. Η υπόθεση είχε αρχικά καταγγελθεί στο Τµήµα Μικροπαραβάσεων της Α.Δ.Ε. Λ/σου και στη συνέχεια στο Τ.Α.Ε. λόγω αρµοδιότητας. Για την υπόθεση ηγέρθηκαν υποψίες εναντίον του κατηγορούμενου, ο οποίος και συνελήφθη δυνάµει εντάλµατος σύλληψης στις 4.9.10 και ώρα 15:50 από τον Λοχ.1901 Κ. Μιχαήλ και τέθηκε υπό κράτηση. Την ίδια µέρα και µεταξύ των ωρών 18:00-19:10, στα γραφεία του ΤΑΕ, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 6). Στις 5.9.10 και µεταξύ των ωρών 14:10-14:15 ο μάρτυρας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος απάντησε «Ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο» (τεκμήριο 7). Ακολούθως ο κατηγορούμενος απελύθη της κράτησης του. Ο ίδιος είδε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου που είναι ένα μαύρο BMW και το υπέδειξε στο τεκμήριο
  4. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο παραπονούμενος, Γεώργιος Σταύρου. Είναι ιδιοκτήτης της μπυραρίας «BUCKS FIZZ» που βρίσκεται στην οδό 28ης Οκτωβρίου ΚΑΝΙΚΑ SEAFORUM στο ισόγειο. Γύρω στις 25.8.10 μετέβηκε στην Ρουμανία. Στις 2.9.10 τη νύκτα ενώ βρισκόταν στην Ρουμανία του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος, τον οποίο γνώριζε από πριν και ο οποίος ήταν μεθυσμένος και του φώναζε και τον απειλούσε ότι θα κάνει ζημιές στην μπυραρία του, γιατί τσακώθηκε με μια υπάλληλο του μάρτυρα τη Ναταλία. Σε λίγο τηλεφώνησε στον μάρτυρα η υπάλληλος του Stefania, η οποία είναι η υπεύθυνη της μπυραρίας και του είπε ότι ο κατηγορούμενος μπήκε μέσα στην μπυραρία με το αυτοκίνητο του. Την επόμενη μέρα ο μάρτυρας ξαναμίλησε με τη Στεφανία στο τηλέφωνο και της είπε να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο πλήρωσε για την επιδιόρθωση των ζημιών που του έκανε ο κατηγορούμενος το ποσό των €2,
  5. Συγκεκριμένα πλήρωσε το ποσό των €1,300 για να επιδιορθωθούν και μπογιατιστούν οι γυψοσανίδες που έσπασαν και το ποσό των €700 για να αλλαχτούν τα αλουμίνια και το γυαλί που έσπασε. Βλέποντας τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2 είπε ότι όλες έχουν σχέση με την πρόσοψη του μαγαζιού του. Αναγνώρισε δε στη φωτογραφία 1, το φορτηγό που, ως είπε, ένας γνωστός του τοποθέτησε εκεί με σκοπό να καλύψει την τρύπα που δημιουργήθηκε στο μαγαζί. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το χώρο έξω από το υποστατικό του είπε ότι είναι πεζόδρομος και δεν επιτρέπεται η έλευση οχημάτων. Υπάρχει μόνο μια μπάρα την οποία διαχειρίζονται οι ένοικοι των διαμερισμάτων εκεί που τους επιτρέπει να παρκάρουν τα οχήματά τους στο πίσω μέρος της μπυραρίας. Ήταν η θέση του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση για να χτυπήσει το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου στην μπυραρία, έπρεπε αυτό να βγει πάνω στον πεζόδρομο, να διασχίσει τον πεζόδρομο και να χτυπήσει «θεληματικά» πάνω στην είσοδο της μπυραρίας. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε, ως άλλωστε εδικαιούτο, να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες. Στην ανώμοτη του δήλωση ανέφερε τα ακόλουθα: «Ήμουν μέσα στη μπυραρία. Μάλλωσα με την κοπέλλα μου. Της είπα να βγει έξω μαζί μου. Δεν βγήκε. Πήγα στο αυτοκίνητο μου. Πήγα μπροστά από την μπυραρία, μπροστά από το πεζοδρόμιο που είχε ύψος 30-40 εκατοστά και πατούσα την πεζίνα για μαγκιά. Σε κάποια φάση, χωρίς να το θέλω, έφυγε το πόδι μου από το κλατζ, το αυτοκίνητο ανέβηκε στο πεζοδρόμιο, χτύπησε στον τοίχο της μπυραρίας, κάτι που δεν ήθελα και δεν το περίμενα. Ήταν μια απερισκεψία, μια κακή στιγμή. Απολογούμαι». Αξιολόγηση μαρτυρίας Τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2 μου έκαναν καλή εντύπωση. Απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις και αναφέρθηκαν στις ενέργειες που έκανε ο καθένας του στα πλαίσια των καθηκόντων τους, χωρίς η μαρτυρία τους να αμφισβητηθεί. Ως εκ των άνω η μαρτυρία τους γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον παραπονούμενο η μαρτυρία αυτού μπορεί να χωρισθεί σε δύο διακριτά μέρη. Το πρώτο αφορά τα όσα του είπε ο κατηγορούμενος από το τηλέφωνο όταν μίλησαν και τα όσα ακολούθησαν κατά το επίδικο βράδυ. Το δεύτερο μέρος αφορά τα χαρακτηριστικά και τα δεδομένα του χώρου όπου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό καθώς και το ίδιο το υποστατικό και τις ζημίες που προκλήθηκαν σε αυτό. Όσον αφορά το πρώτο μέρος θα πρέπει να λεχθεί ότι ο παραπονούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε να πείσει ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε τη ζημιά στο υποστατικό του «θεληματικά» ως είπε χαρακτηριστικά (δηλ. με πρόθεση). Πιο συγκεκριμένα για να πείσει για αυτό προέβαλε τη θέση ότι λίγη ώρα πριν ο κατηγορούμενος τον απείλησε από το τηλέφωνο ότι θα έκανε τέτοια ζημιά και ότι στη συνέχεια οδήγησε το αυτοκίνητο του με τέτοιον τρόπο για να υλοποιήσει την απειλή του. Η όλη προσπάθεια του όμως δεν ήταν πειστική, οι θέσεις του χαρακτηρίζονταν από υπερβολή και συμπεράσματα στα οποία ο ίδιος κατέληξε και τα οποία στηρίζονται όχι σε προσωπική του γνώση (εφόσον αυτός δεν ήταν παρών) αλλά σε εξ ακοής μαρτυρία, η οποία μάλιστα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένη. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά το ότι ο κατηγορούμενος τον απείλησε, στην κατάθεση του είπε ότι ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην Ρουμανία του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν μεθυσμένος και του φώναζε και τον απειλούσε ότι θα κάνει ζημιές στην μπυραρία του (δηλ. μιλούσε γενικά χωρίς να διευκρινίσει τί ζημιές), γιατί τσακώθηκε με μια υπάλληλο του τη Ναταλία. Στην κυρίως εξέταση του δε, αφού υιοθέτησε την κατάθεση του, είπε σχετικά ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να πάρει μαζί του μια υπάλληλο εν ώρα εργασίας της και επειδή η υπάλληλος δεν τον ακολουθούσε, ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και του είπε «Εν να δεις τι θα σου κάνω στο μαγαζί σου» (δηλ. και πάλι αναφέρθηκε γενικά χωρίς να διευκρινίσει τι ακριβώς τον απείλησε ότι θα έκανε) και μετά του έκλεισε το τηλέφωνο. Στην αντεξέταση του όμως προφανώς για να πείσει για την προαναφερόμενη θέση του ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε «θεληματικά» την ζημιά είπε πλέον ότι η απειλή που του έκανε από το τηλέφωνο ήταν ότι θα του ρίξει το μαγαζί κάτω. Μάλιστα επέμενε ότι αυτό το ανέφερε στην κατάθεση του, κάτι που όμως δεν ευσταθεί. Εδώ θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι δεν είναι λογική άλλωστε η θέση του ότι ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και χωρίς ο παραπονούμενος να του πει οτιδήποτε τον απείλησε επειδή η υπάλληλος του αρνιόταν να τον ακολουθήσει. Όσον αφορά τα όσα ακολούθησαν, στην κατάθεση του είπε ότι λίγο μετά που του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε η υπάλληλος του Stefania, η οποία είναι η υπεύθυνη της μπυραρίας και του είπε ότι ο κατηγορούμενος μπήκε μέσα στην μπυραρία με το αυτοκίνητο του. Αυτό κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι συνιστά υπερβολή εφόσον ως ο ίδιος δέχθηκε στην αντεξέταση του το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου δεν προχώρησε μέσα στο υποστατικό. Εν πάση περιπτώσει στην κυρίως εξέταση του, προφανώς για να πείσει για τη θέση του ότι ο κατηγορούμενος «θεληματικά» του προκάλεσε τη ζημιά είπε ότι η εν λόγω υπάλληλος του είπε ότι ο κατηγορούμενος «πήρε φόρα» με το αυτοκίνητο του, χτύπησε το μπροστινό μέρος της μπυραρίας που ήταν με γυψοσανίδες και προκάλεσε ζημιά και αναστάτωση στο μαγαζί όπου υπήρχε κόσμος. Στην αντεξέταση του όμως ουσιαστικά ανασκεύασε το αμέσως πιο πάνω λέγοντας ότι η υπάλληλος του είπε ότι ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του έριξε τον τοίχο της μπυραρίας και το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στους έντρομους θαμώνες. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του ερωτώμενος εάν αυτό που είπε ότι δηλ. ο κατηγορούμενος ήθελε να μπει μέσα στην μπυραρία του δεν είναι συμπέρασμα του αφού ο ίδιος δεν ήταν εκεί, είπε ότι δεν είναι συμπέρασμα και ότι φίλοι του που ήταν παρόντες και είδαν πως εξελίχθηκε το περιστατικό του είπαν ότι ο κατηγορούμενος στάθηκε απέναντι από την μπυραρία, απέναντι από τον πεζόδρομο, επαλάρισκε δυνατά το αυτοκίνητο του, βγήκαν έξω οι θαμώνες να δουν τι θόρυβος ήταν αυτός και τότε ο κατηγορούμενος προχώρησε στην υλοποίηση των απειλών που του έκανε προηγουμένως δηλ. όρμησε με το αυτοκίνητο μέσα στην μπυραρία. Κατ' αρχήν από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο παραπονούμενος δεν είπε την αλήθεια ως προς το τι του είπε σχετικά η υπάλληλος του. Πέραν όμως τούτου θα πρέπει να λεχθεί ότι όλα τα πιο πάνω αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και ουσιαστικά αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Τα πρόσωπα που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις δεν κλήθηκαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν. Μάλιστα από την συγκεκριμένη υπάλληλο, ως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα, δεν λήφθηκε ούτε κατάθεση. Εδώ να σημειωθεί ότι εξ ακοής είναι και τα όσα ανέφερε προφορικά στην Αστ.4916 Νεοφύτου η υπάλληλος αυτή για τις ενέργειες του κατηγορούμενου (βλ. παραδεκτά γεγονότα). Η απουσία λοιπόν του εν λόγω προσώπου αλλά και των άλλων προσώπων που ανέφερε ο παραπονούμενος, στέρησε από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κρίνει μέσα από τη μαρτυρία τους και ιδίως μέσα από τη δοκιμασία της αντεξέτασης, το αξιόπιστο ή όχι των όσων ανέφερε ο παραπονούμενος και η Αστ.4916 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω και το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί στην προαναφερόμενη εξ ακοής μαρτυρία καμία βαρύτητα. Περαιτέρω ήταν η θέση του παραπονούμενου ότι για να χτυπήσει το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου στη μπυραρία, έπρεπε αυτός να «παρανομήσει», δηλαδή να βγει πάνω στον πεζόδρομο που υπήρχε εκεί, να τον διασχίσει και να χτυπήσει «θεληματικά» δηλ. θέλοντας να το πράξει, πάνω στην είσοδο της μπυραρίας. Αυτό όμως, με δεδομένο ότι δεν ήταν παρών και δεν είδε πως κινήθηκε ο κατηγορούμενος, προφανώς αποτελεί προσωπικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο μάρτυρας με βάση τα δεδομένα του χώρου και όχι γεγονός. Ως εκ των άνω το πρώτο αυτό μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Δέχομαι όμως από τη μαρτυρία του τα ακόλουθα εφόσον αυτά δεν έχουν αμφισβητηθεί:
  1. Ότι για να πάει κάποιος στην μπυραρία υπάρχει ένα πεζόδρομος μήκους 60 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων, ο οποίος είναι δίπλα από την πολυκατοικία και στον οποίο δεν επιτρέπεται η έλευση οχημάτων. Υπάρχει μόνο μια μπάρα την οποία διαχειρίζονται οι ένοικοι των διαμερισμάτων εκεί που τους επιτρέπει να παρκάρουν τα οχήματά τους στο πίσω μέρος της μπυραρίας. Δίπλα ακριβώς από τον πεζόδρομο αυτό βρίσκεται σταθμός βενζίνης, το πίσω μέρος του οποίου βρίσκεται περίπου 10 μέτρα από την μπυραρία και για να πάει κάποιος με το αυτοκίνητο στην μπυραρία πρέπει να ανέβει και να διασχίσει τον εν λόγω πεζόδρομο που είναι ύψους περίπου 25 - 30 εκατοστά.
  2. Η μια πλευρά της μπυραρίας αποτελείτο από γυαλί και την χρησιμοποιούσαν οι πελάτες ως είσοδο ενώ το άλλο μέρος ήταν κλειστό με γυψοσανίδα ενισχυμένη με σίδερα και χτισμένο τοίχο. Αυτό δε το μέρος ο ίδιος το χαρακτήρισε ως τοίχο κανονικό. Εξήγησε δε ότι όταν προξενήθηκε η ζημιά στις γυψοσανίδες, με το τράνταγμα, έσπασαν και οι διπλανές πόρτες που ήταν με γυαλί. Δέχθηκε δηλ. ότι το αυτοκίνητο χτύπησε πάνω στη γυψοσανίδα και έτσι έσπασε το γυαλί δίπλα ενώ σε ερώτηση εάν η γυψοσανίδα απ' έξω φαινόταν τοίχος είπε ότι ήταν τοίχος.
  3. Ότι προς αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε πλήρωσε €1,300 για να επιδιορθωθούν και μπογιατιστούν οι γυψοσανίδες που έσπασαν και το ποσό των €700 για να αλλαχτούν τα αλουμίνια και το γυαλί που έσπασε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του παραπονούμενου, με εξαίρεση τα αμέσως πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39. Ο κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, δεν προσήγαγε καμία μαρτυρία. Περιορίστηκε σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία, η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου κρίνεται ότι θα πρέπει να αξιολογηθούν τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του. Αναφορικά με το πως αξιολογείται η κατάθεση ενός κατηγορούμενου σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Λαμβάνοντας υπόψην ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου στην παρούσα αποτελείται ως επί το πλείστο από δηλώσεις που έκανε ο κατηγορούμενος ενάντια στα συμφέροντα του, ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η θεληματικότητα αυτής, εξ ου και κατατέθηκε χωρίς οποιαδήποτε ένσταση καθώς και το περιεχόμενο της, το οποίο δεν έρχεται σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή, κρίνω ότι θα πρέπει η εν λόγω κατάθεση να γίνει δεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της πλην δύο σημείων. Το ένα είναι εκείνο όπου ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι άθελα του έφυγε το πόδι του από το κλάτς, για το οποίο θα γίνει αναφορά πιο κάτω κατά την εξέταση του εκούσιου της ενέργειας του. Το δεύτερο σημείο είναι ότι το αυτοκίνητο του χτύπησε πάνω στην «τζιαμαρία». Αυτό δεν γίνεται δεκτό εφόσον ως ανέφερε ο παραπονούμενος και έγινε δεκτό η πρόσκρουση έγινε πάνω στο μέρος όπου καλυπτόταν από γυψοσανίδες και εξωτερικά φαινόταν σαν τοίχος. Εξετάζοντας στη συνέχεια την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή στο μέτρο που δεν συμφωνεί ή έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία που έγινε δεκτή και στα μέρη της κατάθεσης του που έγιναν δεκτά, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Θα ληφθεί όμως υπόψην στα πλαίσια εκτίμησης των αποδεδειγμένων γεγονότων και των σχετικών συμπερασμάτων που θα εξαχθούν, εφόσον ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του παραπονούμενου στο σημείο αυτής που έγινε δεκτό, ότι στο σημείο όπου σταμάτησε ο κατηγορούμενος το αυτοκίνητο του και μεταξύ αυτού και της μπυραρίας υπήρχε μπροστά πεζόδρομος ύψους περίπου 30 εκατοστών. Νομική πτυχή Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία προβλέπεται από το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό του άρθρου αυτού συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  1. Η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία, η οποία να είναι
  2. Εσκεμμένη και
  3. Παράνομη. Η πιο πάνω πρόνοια είναι ουσιαστικά η ίδια με το άρθρο 51 του Malicious Damage Act 1861, όπου χρησιμοποιείτο η φράση «maliciously commit any damage» (στο δικό μας αγγλικό κείμενο «willfully destroys or damages» και στην μετάφραση «εσκεμμένα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά»). Χρήσιμη καθοδήγηση λοιπόν για τα συστατικά του εν λόγω αδικήματος και ιδιαίτερα του mens rea αυτού μπορεί να αντληθεί από την σχετική Αγγλική νομολογία. Στην R v. Cunningham [1957] 2 QΒ 396 λέχθηκαν λοιπόν τα ακόλουθα: «In any statutory definition of a crime, malice must be taken not in the old vague sense of wickedness in general but as requiring either
(1)An actual intention to do the particular kind of harm that in fact was done or
(2)recklessness as to whether such harm should occur or not (i.e. the accused has foreseen that the particular kind of harm might be done and yet has gone οn to take the risk of it). It is neither limited to nor does it indeed require any ill will towards "the person injured"». Στην δική μας Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168 αναφέρθηκε ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπό εξέταση αδικήματος δεν απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξης ειδικής πρόθεσης (specific intent). Η απόδειξή του συναρτάται με τη θεληματική και παράνομη πρόκληση ζημιάς. Συνεπώς από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το αδίκημα διαπράττεται είτε όταν ο κατηγορούμενος ενεργεί με επίγνωση του τι κάνει, δηλαδή όταν έχει την πρόθεση (intention) να επιφέρει την ζημιά είτε όταν η πράξη του γίνεται με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες της (recklessness - θα χρησιμοποιήσω ως αντίστοιχο ελληνικό όρο την απερισκεψία) και η ζημιά είναι η φυσική της συνέπεια. Όσον αφορά την έννοια της απερισκεψίας και πάλι καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το νομολογηθέντα στην Αγγλία. Για να γίνει όμως αυτό πιο κατανοητό κρίνεται αναγκαίο να γίνει μια συνοπτική ιστορική αναδρομή του όλου θέματος. Το άρθρο 51 του Malicious Damage Act 1861 αντικαταστάθηκε στην Αγγλία από το άρθρο 1
(1)του Criminal Damage Act 1971, με σκοπό να αντικατασταθεί η παρωχημένη και παραπλανητική φράση «maliciously causing damage» από μια πιο σύγχρονη γλώσσα («intending to destroy ... or being reckless as to whether any such property would be destroyed»), χωρίς όμως να αλλάζει η ουσία του απαιτούμενου νοητικού στοιχείου (mens rea) με οποιοδήποτε τρόπο. Σκοπός ήταν να παραμείνει σαν συστατικό της έννοιας της απερισκεψίας η πρόβλεψη των συνεπειών. Η νέα Αγγλική πρόνοια όσον αφορά το πότε κάποιος θεωρείται απερίσκεπτος (reckless) ερμηνεύθηκε αρχικά στην R v. Caldwell [1982] AC 341, όπου ο Λόρδος Diplock (για την πλειοψηφία) ανέφερε τα εξής: «In my opinion, a person charged with an offence under section 1
(1)of the Criminal Damage Act 1971 is 'reckless as to whether any such property would be destroyed or damaged' if
(1)he does an act which in fact creates an obvious risk that property will be destroyed or damaged and
(2)when he does the act he either has not given any thought to the possibility of there being any such risk or has recognized that there was some risk involved and has none the less gone οn to do it.» Με βάση όμως την ίδια απόφαση για να κριθεί εάν ένα πρόσωπο ήταν απερίσκεπτο αναφορικά με το κατά πόσο από την πράξη του θα προέκυπταν επιζήμιες συνέπειες συγκεκριμένου είδους, έπρεπε να ληφθεί υπόψην η σκέψη του μέσου συνετού ανθρώπου ("the ordinary prudent individual"). Το κριτήριο λοιπόν ήταν αντικειμενικό. Η πιο πάνω απόφαση αποτέλεσε την αυθεντία επί του θέματος για πολλά χρόνια μέχρι που με την R v. G and another [2004] 1 A.C. 1034, η ίδια η Βουλή των Λόρδων ανέτρεψε αυτήν, στη βάση του ότι η πλειοψηφία εκεί παρερμήνευσε την σχετική πρόνοια, η οποία ως προαναφέρθηκε αποσκοπούσε μόνο να αντικαταστήσει την παρωχημένη και παραπλανητική φράση «maliciously causing damage» και όχι να αλλάξει την ουσία του απαιτούμενου νοητικού στοιχείου με οποιοδήποτε τρόπο. Έτσι ο Lord Bingham στην εν λόγω υπόθεση ανέφερε τα ακόλουθα: «First, it is a salutary principle that conviction of serious crime should depend οn proof not simply that the defendant caused (by act or omission) an injurious result to another but that his state of mind when so acting was culpabIe. This, after aII, is the meaning of the famiIiar ruIe actus non facit reum nisi mens sit rea. The most obviously cuIpable state of mind is no doubt an intention to cause the injurious resuIt, but knowing disregard of an appreciated and unacceptable risk of causing an injurious result or a deliberate cIosing of the mind to such risk would be readily accepted as culpable also. It is clearly blameworthy to take an obvious and significant risk of causing injury to another. But it is not clearly blameworthy to do something involving a risk of injury to another if (for reasons other than self-induced intoxication: R v Majewski [1977] AC 443) one genuinely does not perceive the risk. Such a person may fairly be accused of stupidity or lack of imagination, but neither of those failings should expose him to conviction of serious crime or the risk of punishment». Για να καταλήξει ότι η απάντηση στο νομικό σημείο εάν μπορεί κάποιος να καταδικασθεί για το εν λόγω αδίκημα στην βάση του ότι ήταν απερίσκεπτος σε σχέση με το κατά πόσο περιουσία καταστράφηκε, όταν δεν σκέφτηκε καθόλου τον κίνδυνο αλλά, λόγω της ηλικίας ή των ατομικών του χαρακτηριστικών, ο κίνδυνος δεν θα ήταν προφανής σε αυτόν, ακόμη και εάν τον σκεφτόταν, είναι: «A person acts recklessly within the meaning of section 1 of the Criminal Damage Act 1971 with respect to (i) a circumstance when he is aware of a risk that exists or will exist (ii) a result when he is aware of a risk that it will occur and it is, in the circumstances known to him, unreasonable to take the risk». Προκύπτει λοιπόν ότι κριτήριο πλέον δεν είναι η σκέψη του μέσου συνετού ανθρώπου, ο οποίος βρίσκεται στην θέση του κατηγορούμενου αλλά του ίδιου του κατηγορούμενου (δηλ. υποκειμενικό). Όσον δε αφορά την περίπτωση που ο κατηγορούμενος τελεί σε κατάσταση εκούσιας μέθης κατά τη διάπραξη του αδικήματος, ως προκύπτει από τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Archbold 2015 σελ. 2351, για να εξετασθεί κατά πόσο αυτός ήταν απερίσκεπτος το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο ο κίνδυνος θα ήταν εμφανής σε ένα νηφάλιο λογικό άνθρωπο στην θέση του κατηγορούμενου αλλά κατά πόσο ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος θα αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο εάν ήταν νηφάλιος. Αναφορικά δε με την έννοια της ζημιάς αυτή δεν περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης (βλ. το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 431). Το ύψος δε της ζημιάς και η ιδιοκτησία δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος (βλ. Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ 255). Τέλος παράνομη είναι μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Ευρήματα Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 2.9.10 γύρω στις 9 το βράδυ ο κατηγορούμενος μετέβηκε περπατητός στην μπυραρία µε την ονοµασία «BUCKS FIZZ», που βρίσκεται στην οδό 28ης Οκτωβρίου, στην πολυκατοικία Kanika Seaforum, στην Λεμεσό και η οποία ανήκει στον παραπονούμενο (Μ.Κ.3). Ένα μέρος της πρόσοψης της μπυραρίας αποτελείτο από γυαλί και αλουμίνιο και το χρησιμοποιούσαν οι πελάτες ως είσοδο και το άλλο μέρος ήταν κλειστό με γυψοσανίδες ενισχυμένες με σίδερα και χτισμένο τοίχο. Ο κατηγορούμενος ήταν τακτικός πελάτης στην μπυραρία. Εκείνο το βράδυ εκεί συνάντησε κάποιον γνωστό του και έκατσαν μαζί. Μαζί τους έκατσε και μια κοπέλλα της μπυραρίας η Daniella από τη Ρουμανία. Έπιναν τεκίλα. Ο κατηγορούμενος για 10 χρόνια έπινε ψυχοφάρμακα και το αλκοόλ τον πειράζει. Μετά λοιπόν από δύο περίπου ώρες και ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια του αλκοόλ ο κατηγορούμενος νευρίασε επειδή στο juke box έβαζαν συνέχεια Ρουμάνικα τραγούδια και πήγε και έβαλε Ελληνικά. Τότε έγινε μια παρεξήγηση με μια άλλη κοπέλα που δούλευε εκεί και ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει. Μετά από λίγο πήγαν στην μπυραρία κάποιοι Ρουμάνοι υπάλληλοι του παραπονούμενου και άρχισαν να απειλούν τον κατηγορούμενο. Τότε αυτός άρχισε να φωνάζει και βγήκαν έξω από την μπυραρία να συζητήσουν. Όταν βγήκαν έξω ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον γιο του να πάει για να τον πάρει στο σπίτι γιατί δεν είχε αυτοκίνητο. Καθώς μιλούσε με τους Ρουμάνους τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο ο παραπονούμενος, ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό και μίλησαν. Κατά την συνομιλία αυτή ο παραπονούμενος κάτι είπε στον κατηγορούμενο και ο τελευταίος θύμωσε. Εκείνη την ώρα έφθασε στο μέρος ο γιος του κατηγορούμενου και τον ρώτησε τι είχε και ήταν θυμωμένος. Τότε ο κατηγορούμενος είπε στον γιο του και του έδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και έτρεξε στον σταθμό βενζίνης, το πίσω μέρος του οποίου βρίσκεται περίπου 10 μέτρα από την μπυραρία και τα δύο χωρίζει ένας πεζόδρομος ύψους 25-30 εκατοστά και πλάτους 3 μέτρων. Ο κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο του, το ξεκίνησε και το οδήγησε μπροστά από τον εν λόγω πεζόδρομο που χώριζε την μπυραρία από τον σταθμό βενζίνης και σε σημείο που βρισκόταν απέναντι από το σημείο της πρόσοψης της μπυραρίας που αποτελείτο από γυψοσανίδες και φαινόταν σαν τοίχος. Εκεί σταμάτησε χωρίς να σβήσει την μηχανή και «επαλάρισκε» το αυτοκίνητο δηλ. πατούσε το πεντάλ της βενζίνης πατώντας ταυτόχρονα τον συμπλέκτη (κλατς). Καθώς το έκανε αυτό το πόδι του έφυγε από το κλατς με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να κινηθεί προς τα μπρος, να ανέβει στον πεζόδρομο να τον διασχίσει και στη συνέχεια να προσκρούσει πάνω στην πρόσοψη της μπυραρίας και συγκεκριμένα στο μέρος εκείνο το οποίο ήταν φτιαγμένο από γυψοσανίδες. Η πρόσκρουση είχε ως αποτέλεσμα να σπάσει μέρος της πρόσοψης που αποτελείτο από γυψοσανίδες ενώ από το τράνταγμα που προκλήθηκε έσπασαν και οι πόρτες που βρίσκονταν δίπλα και οι οποίες ήταν από αλουμίνιο και γυαλί. Μετά από αυτό ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Ο γιος του άρχισε να του φωνάζει για το τι έκανε. Ο κατηγορούμενος είπε στον γιο του να μπει στο αυτοκίνητο και στη συνέχεια έφυγαν από το μέρος και πήγαν στο σπίτι. Προς αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε στην μπυραρία του ο παραπονούμενος πλήρωσε €1,300 για να επιδιορθωθούν και να μπογιατιστούν οι γυψοσανίδες που έσπασαν και €700 για να αλλαχτούν οι πόρτες που επίσης έσπασαν. Συμπεράσματα Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσω να εξετάσω, εάν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μπυραρία του παραπονούμενου αποτελούσε περιουσία στην οποία προκλήθηκε ζημιά από το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι η πράξη που προκάλεσε την ζημιά ήτοι η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο υποστατικό δεν ήταν εκούσια. Πιο συγκεκριμένα η κα Ιωάννου ανέφερε βασικά ότι η εν λόγω πράξη δεν έγινε με την θέληση του κατηγορούμενου αλλά επρόκειτο για ατύχημα εφόσον το αυτοκίνητο κινήθηκε με τον συγκεκριμένο τρόπο όταν το πόδι του κατηγορούμενου «του έφυγε από το κλατς». Η θέση αυτή όμως δεν ευσταθεί ως θα εξηγήσω στην συνέχεια. Αποτελεί πάγια αρχή του ποινικού δικαίου ότι για είναι μια πράξη ποινικά κολάσιμη πρέπει να είναι εκούσια δηλ. να γίνεται με τη θέληση του δράστη. Αυτό, ως πολύ ορθά ανέφερε η συνήγορος, έχει να κάνει με αυτήν καθαυτή την πράξη ή παράλειψη και συνεπώς εμπίπτει στον έλεγχο του κατά πόσο στοιχειοθετείται το actus reus ενός αδικήματος και όχι το mens rea δηλ. η νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου κατά την εκτέλεση της πράξης. Όμως ως προκύπτει και από το σύγγραμμα, στο οποίο η συνήγορος με έχει παραπέμψει σχετικά (Smith & Hogan, 12th ed. σελ. 52), ακούσια πράξη έχουμε όταν ο κατηγορούμενος δεν ενεργεί συνειδητά δηλ. για κάποιο λόγο δεν μπορεί να ασκήσει την βούληση του, δεν μπορεί να ελέγξει τις κινήσεις του με αποτέλεσμα αυτές να γίνονται άθελα του. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν οι κινήσεις που γίνονται όταν κάποιος κοιμάται ή είναι αναίσθητος ή όταν κάποιος άλλος κινεί με βία το χέρι του κατηγορούμενου. Εδώ να σημειωθεί ότι στο εν λόγω σύγγραμμα αναφέρεται ότι δεν θεωρείται ακούσια η πράξη όταν η αιτία για την μη «συνειδητοποίηση» της είναι η εκούσια μέθη, στην οποία δηλ. ο δράστης επέφερε τον εαυτό του. Στην παρούσα λοιπόν το γεγονός ότι το πόδι του κατηγορούμενου έφυγε από το κλάτς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ακούσια πράξη του με την προαναφερόμενη έννοια. Η κίνηση του αυτή - γιατί για κίνηση του ποδιού του επρόκειτο - δεν έγινε για κάποιο λόγο για τον οποίο δεν μπορούσε να ελέγξει τις κινήσεις του και ως έχει προαναφερθεί το γεγονός ότι τελούσε σε κατάσταση μέθης δεν αποτελεί τέτοιο λόγο εφόσον ο ίδιος εκούσια επέφερε τον εαυτό του στην κατάσταση αυτή. Όσον δε αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρόκληση της εν λόγω ζημιάς ήταν παράνομη αφού έγινε χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία. Αυτό λοιπόν που απομένει να εξετασθεί είναι αν στοιχειοθετείται και το δεύτερο συστατικό στοιχείο δηλ. ότι η πρόκληση της ζημιάς έγινε «εσκεμμένα». Το συστατικό αυτό επειδή ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Από τα όσα λοιπόν έγιναν δεκτά στην παρούσα φαίνονται σχετικά τα ακόλουθα: Από τον τρόπο που επήλθε η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στην πρόσοψη της μπυραρίας κρίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται ότι ο κατηγορούμενος έδρασε με πρόθεση δηλ. επιδιώκοντας να επιφέρει την επίδικη ζημιά. Κάτι τέτοιο θα ίσχυε εάν οδηγούσε το αυτοκίνητο του απευθείας και χωρίς να σταματήσει, γεγονός που θα οδηγούσε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι επιδίωξε έτσι να προκαλέσει την πρόσκρουση και κατ' επέκταση την ζημιά. Δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση στην παρούσα. Απομένει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος έδρασε απερίσκεπτα, με αδιαφορία ως προς τις συνέπειες των πράξεων του (recklessly) με αποτέλεσμα να επιφέρει την ζημιά. Ως έχει προαναφερθεί κατά την εξέταση της νομικής πτυχής του θέματος, κάτι τέτοιο στοιχειοθετείται όταν κάποιος εν γνώσει του παραγνωρίζει έναν αντιληπτό και απαράδεκτο κίνδυνο πρόκλησης ζημιάς ή σκόπιμα κλείνει το μυαλό του στο ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Δεν μπορεί να θεωρηθεί όμως απερίσκεπτος κάποιος, πράττοντας κάτι το οποίο περιλαμβάνει έναν εμφανή κίνδυνο πρόκλησης ζημιάς, εάν για κάποιο λόγο (εκτός από την εκούσια μέθη) γνήσια δεν αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο. Περαιτέρω ως προκύπτει από την κατάληξη του Lord Bingham στην R v. G ανωτέρω, ένα πρόσωπο ενεργεί απερίσκεπτα σε σχέση με μια περίσταση ή ένα αποτέλεσμα, όταν αντιλαμβάνεται έναν υπαρκτό κίνδυνο ή ένα κίνδυνο που θα προκύψει και με βάση τις περιστάσεις που είναι γνωστές σε αυτόν, είναι μη λογικό να πάρει το ρίσκο επέλευσης του κινδύνου. Στην παρούσα ο κατηγορούμενος ενεργούσε όντας σε κατάσταση εκούσιας μέθης. Θυμώνοντας από κάτι που του είπε ο παραπονούμενος έτρεξε στο αυτοκίνητο του, το οποίο οδήγησε στο μέρος ο γιος του για να τον πάρει στο σπίτι. Ξεκίνησε το αυτοκίνητο και το οδήγησε, σταματώντας (χωρίς να σβήσει την μηχανή) μπροστά από τον πεζόδρομο που χώριζε την μπυραρία από τον σταθμό βενζίνης και το «επαλάρισκε» δηλ. πατούσε το πεντάλ της βενζίνης πατώντας ταυτόχρονα τον συμπλέκτη (κλατς), χωρίς να κινείται. Ο πεζόδρομος αυτός είχε ύψος 25-30 εκατοστά και πλάτος 3 μέτρα και βρισκόταν μεταξύ του αυτοκινήτου και της πρόσοψης της μπυραρίας. Η θέση του αυτοκινήτου ήταν απέναντι από το σημείο της πρόσοψης που αποτελείτο από γυψοσανίδες και φαινόταν σαν τοίχος. Δεν υπάρχει δε καμία μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα υλικά από τα οποία ήταν κατασκευασμένο το μέρος εκείνο της πρόσοψης. Εκείνο που έβλεπε μπροστά του λοιπόν ήταν ένας τοίχος. Το ερώτημα λοιπόν που χρήζει απάντησης εδώ είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο να προκαλέσει ζημιά στην πρόσοψη της μπυραρίας και εντούτοις έχοντας υπόψην του τις προαναφερόμενες περιστάσεις, προχώρησε ενώ δεν ήταν λογικό να πάρει το ρίσκο πρόκλησης της ζημιάς. Πρέπει δε αρχικά να λεχθεί ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο μόνο και μόνο γιατί τελούσε σε κατάσταση εκούσιας μέθης. Ως έχει προαναφερθεί σε τέτοια περίπτωση εξετάζεται το κατά πόσο ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος θα αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο εάν ήταν νηφάλιος. Σίγουρα υπό τις περιστάσεις ο κίνδυνος να κινηθεί το αυτοκίνητο προς τα εμπρός, μετά που αυτός το σταμάτησε και το «επαλάρισκε», ήταν και αντιληπτός και εμφανής. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Απομένει το ερώτημα εάν ισχύουν τα ανωτέρω και για τον κίνδυνο της πρόκλησης της ζημίας δηλ. για το αποτέλεσμα της εν λόγω κίνησης του αυτοκινήτου; Η απάντηση σε αυτό, κατά την κρίση μου δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Αντίθετο συμπέρασμα θα προϋπέθετε συνειδητοποίηση από πλευράς του κατηγορούμενου όχι μόνο ότι εάν το αυτοκίνητο για οποιοδήποτε λόγο εκινείτο προς τα εμπρός θα ανέβαινε πεζόδρομο ύψους 25-30 εκατοστών, θα διένυε απόσταση 3 μέτρων και θα προσέκρουε στην μπυραρία αλλά και ότι θα προκαλούσε και ζημιά στην πρόσοψη αυτής, η οποία έμοιαζε με τοίχο. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί όμως να προκύψει από την μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή. Δεν είναι άλλωστε λογικό, όχι μόνο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και για το μέσο συνετό άνθρωπο στην θέση του, να προέβλεπε τα πιο πάνω και εντούτοις να οδηγούσε το αυτοκίνητο του ώστε να προσκρούσει σε τοίχο για να προκαλέσει ζημιά σε αυτόν. Κατ' επέκταση δεν μπορώ να οδηγηθώ στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος έδρασε με τον συγκεκριμένο τρόπο αφού γνήσια αντιλήφθηκε τον κίνδυνο πρόκλησης της επίδικης ζημιάς και μη λογικά ανέλαβε το ρίσκο του να επέλθει αυτή. Θα πρέπει δε να γίνει αντιληπτό ότι το εάν ο κατηγορούμενος έδρασε αμελώς δεν αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης στην βάση της επίδικης κατηγορίας αλλά εμπίπτει στο πεδίο ενδεχομένης αστικής του ευθύνης για την ζημιά. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει γίνει δεκτή δεν μπορεί να οδηγήσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο συμπέρασμα ότι η ζημιά που προκλήθηκε στην επίδικη μπυραρία έγινε εσκεμμένα από τον κατηγορούμενο. Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος και κατ' επέκταση ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κακόβουλη ζημιά) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.