← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΣΟΛΩΜΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 29213/14, 27/3/2015

ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΣΟΛΩΜΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 29213/14, 27/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΗ, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 29213/14 ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ και

  1. ΣΟΛΩΜΟΥ ΑΡΓΥΡΟΥ ΚΑΡΑΣΙΑΛΗ
  2. ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
  3. ΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ
  4. ΑΝΤΩΝΗ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
  5. ΑΝΘΙΜΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ
  6. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ ΠΕΤΟΥΣΗ Ημερομηνία: 27.03.2015 Για Παραπονούμενο: κος. Ευ. Πουργουρίδης Για Κατηγορούμενου 1- 4 : κος. Νεοκλέους με κα. Γιαννακίδου, Για κατηγορούμενους 5 και 6: κος. Μ. Μιχαήλ Κατηγορούμενοι 1, 2, 3, 4 και 6 παρόντες. Κατηγορούμενος 5: Απών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση μία κατηγορία. Συγκεκριμένα κατηγορούνται για το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμη διαταγή κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  7. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος οι κατηγορούμενοι μεταξύ 26/09/2013 και 6/2/2014, στην Κυπερούντα της Επαρχίας Λεμεσού, παράκουαν δικαστικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 26/9/2013 το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 3046/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης στις 11/11/2014, οι κατηγορούμενοι εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 07/01/2015 οπότε και ζήτησαν να οριστεί η υπόθεση εκ νέου για απάντηση με σκοπό την μελέτη συγκεκριμένων προδικαστικών ζητημάτων. Στις 25/2/2015 οι συνήγοροι των κατηγορούμενων με κοινή τους αγόρευση, έθεσαν ζήτημα ειδικής απάντησης και συγκεκριμένα της ειδικής απολογίας του autrefois convict, δυνάμει του άρθρου 69 (β) του Νόμου Περί Ποινικής Δικονομίας, Κεφ.
  8. Συγκεκριμένα οι συνήγοροι των κατηγορούμενων ισχυρίστηκαν και έθεσαν την θέση ότι οι πελάτες τους έχουν καταδικαστεί και έχει επιβληθεί σε αυτούς ποινή στα πλαίσια αίτησης παρακοής του ίδιου διατάγματος, στην αγωγή 3046/
  9. Αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου του παραπονούμενου. Στις 25/2/2015 οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων έθεσαν τα κάτωθι ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της θέσης τους: Καταρχήν κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πακέτο εγγράφων, χαρακτηρισθέν και κατατεθέν ως Έγγραφο «Α» το οποίο περιλαμβάνει τα κάτωθι επιμέρους έγγραφα:
  10. Διάταγμα Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 26/9/2013
  11. Αίτηση παρακοής στα πλαίσια της αγωγής 3046/13, Ε.Δ. Λεμεσού.
  12. Απόφαση Δικαστηρίου ημερ.6/2/
  13. Ποινή που επιβλήθηκε στους καθ' ών η αίτηση στην αίτηση παρακοής, κατηγορούμενους στην παρούσα στα πλαίσια της αίτησης παρακοής. Προς υποστήριξη της θέσης του περί εγκυρότητας και αποδοχής της ειδικής απολογίας του autrefois convict, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 5 και 6, ο οποίος αγόρευσε και εκ μέρους των υπόλοιπων κατηγορούμενων, έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα κάτωθι: ΟΙ κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν και τους επιβλήθηκε και ποινή για παρακοή του ίδιου διατάγματος, αναφορικά με τις ίδιες ημερομηνίες και γενικά τα ίδια γεγονότα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σε αίτηση παρακοής, στα πλαίσια της αγωγής 3046/
  14. Σύμφωνα με τον κο. Μιχαήλ, στις 26/9/2013 εκδόθηκε το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και στις 06/2/2014 επιβλήθηκε η ποινή μετά την καταδίκη των κατηγορουμένων από το ίδιο Δικαστήριο ενώ στις λεπτομέρειες του αδικήματος της παρούσας υπόθεσης οι επίδικες ημερομηνίες είναι μεταξύ 26/9/2013 και 6/2/
  15. Ο συνήγορος των κατηγορουμένων παρέπεμψε στο άρθρο 12 του Συντάγματος αλλά και σε πληθώρα αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αφορούν το άρθρο 4

(1)του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με τις οποίες ισχυρίστηκε ότι στοιχειοθετείται η θέση και εισήγηση του. Σύμφωνα με τον κο. Μιχαήλ το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ακολουθεί πλέον μια σύγχρονη και ενιαία τακτική αναφορικά με το ερώτημα για το πότε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κάποιος είναι το ίδιο με αυτό εις το οποίο ο ίδιος κατηγορούμενος αθωώθηκε ή καταδικάστηκε. Σύμφωνα με τον κο. Μιχαήλ οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις στο πιο πάνω ερώτημα είναι οι κάτωθι:
  1. Η ίδια συμπεριφορά (same contact) ανεξάρτητα από την νομική κατηγοριοποίηση και χαρακτηρισμό, κρίθηκε ότι συνιστά παράβαση του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου).
  2. Παρόλο που η συμπεριφορά είναι η ίδια εάν είναι διαφορετικά τα αδικήματα σε νομοθεσία τότε δεν υπάρχει παράβαση του άρθρου
  3. Εάν τα ουσιώδη στοιχεία (essential elements) των 2 αδικημάτων είναι τα ίδια τότε υπάρχει παράβαση του άρθρου
  4. Είναι η θέση του συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι οι 3 πιο πάνω διαφορετικές προσεγγίσεις είναι ασύμβατες με το θεμελιώδες δικαίωμα του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου και γι'αυτό κρίθηκε μεταγενέστερα με την νομολογία του ΕΔΑΔ ότι η προσέγγιση αυτή που δίδει έμφαση στον νομικό χαρακτηρισμό μιας πράξης συνιστά επικίνδυνη προσέγγιση για την προστασία του άρθρου
  5. Σύμφωνα με τον κο. Μιχαήλ η προσέγγιση που τελικά υιοθετήθηκε είναι ότι το άρθρο 4 πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαγορεύει δίωξη ή δίκη για ένα 2ο αδίκημα στο μέτρο που αυτό προκύπτει από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα που είναι ουσιαστικά τα ίδια. Για να κριθεί δε κατά πόσο τα γεγονότα είναι ταυτόσημα ή τα ίδια θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο τα γεγονότα εκείνα που συνιστούν ένα σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων που εμπλέκουν τον ίδιο κατηγορούμενο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα χρονικά και τοπικά με αυτά τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται για την έγερση της ποινικής δίωξης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι οι πιο πάνω αρχές προκύπτουν από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑΔ, Ruopsalainen v. Finland, Αίτηση 13079/2003 ημερ.16/6/2009 και Maresti v. Croatia, 75759/2007, ημερ.25/06/
  6. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση η θέση του κου. Μιχαήλ είναι ότι ναι μεν οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε αίτηση παρακοής στα πλαίσια αγωγής αλλά η αίτηση παρακοής συνιστά οιονεί ποινική υπόθεση. Περαιτέρω σημείωσε ότι ναι μεν το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου αποβλέπει στον εξαναγκασμό των καθ'ών η αίτηση σε συμμόρφωση με ένα διάταγμα όμως από την άλλη προβλέπει και σε τιμωρία των παραβατών ενώ ακόμα και το άρθρο 137 του Κεφ.154 επίσης αποσκοπεί και στον εξαναγκασμό των κατηγορουμένων σε συμμόρφωση. Περαιτέρω εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου είναι ότι τόσο το άρθρο 137 του Κεφ.154 όσο και το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου προκύπτουν από την πρόνοια του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος. Προς υποστήριξη της θέσης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων αναφέρθηκε σε πληθώρα νομολογίας τόσο πρωτόδικων Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία, σε συνάρτηση πάντοτε και με την νομολογία του ΕΔΑΔ, εκείνο που λαμβάνετε υπόψη και εξετάζεται δεν είναι ο νομικός χαρακτηρισμός των αδικημάτων αλλά τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτό καθώς επίσης και τα συστατικά στοιχεία σε συνάρτηση και με το τι πρέπει να αποδειχθεί αναφορικά με τα στοιχεία αυτά για το κάθε αδίκημα. Συνεπώς η εισήγηση του κου Μιχαήλ ήταν ότι η ειδική απολογία των κατηγορουμένων θα πρέπει να γίνει αποδεκτή καθότι στα πλαίσια της εξέτασης της αίτησης παρακοής εξετάστηκε τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της παρακοής του διατάγματος με ιδιαίτερη αναφορά στην ίδια απόφαση στο ότι «η αστική παρακοή προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία, στην έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται». Αναφορά έγινε επίσης και στον βαθμό απόδειξης της αίτησης παρακοής που σύμφωνα με τον κο. Μιχαήλ είναι ο βαθμός απόδειξης των συστατικών στοιχείων των ποινικών αδικημάτων, ήτοι απόδειξη αυτών, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνεπώς και εφόσον κατά τον συνήγορο, τα συστατικά στοιχεία που εξετάστηκαν κατά την αίτηση παρακοής είναι τα ίδια με αυτά που θα εξεταστούν στην παρούσα υπόθεση και τα οποία προκύπτουν από τα ίδια γεγονότα και όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν εκ νέου τον κίνδυνο να καταδικαστούν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η απολογία τους και να απαλλαγούν και αθωωθούν από αυτό το στάδιο. Από την άλλη πλευρά ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου διαφώνησε με την εισήγηση του συνηγόρου των κατηγορουμένων και προχώρησε προς στήριξη της θέσης του σε καταχώρηση γραπτής αγόρευσης, συνοδευόμενης μετά της σχετικής νομολογίας και αποσπασμάτων από νομικά συγγράμματα, εις την οποία συνοψίζονται οι θέσεις του. Επίσης υιοθέτησε και ζήτησε να ληφθούν υπόψη τα όσα είχε αναφέρει κατά την προηγούμενη δικάσιμο όπου έθεσε τους ισχυρισμούς του για την διαφωνία του στις θέσεις των κατηγορουμένων επί του ιδίου θέματος. Ο κος. Πουργουρίδης αναφέρθηκε στην διάκριση της αστικής και ποινικής διαδικασίας και επομένως στην διαφοροποίηση της αστικής και ποινικής καταφρόνησης η οποία και μέσα από την νομολογία στηρίχθηκε. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο υπάρχει η δυνατότητα συνύπαρξης των δύο διαδικασιών χωρίς να τίθεται θέμα autrefois καθότι σκοπός της αστικής διαδικασίας είναι ο εξαναγκασμός του καθ' ού η αίτηση σε συμμόρφωση ενώ της ποινικής καταφρόνησης η τιμωρία του παραβάτη για την διάπραξη ποινικού αδικήματος. Θέση δε του κου. Πουργουρίδη είναι ότι η εφαρμογή του δόγματος autrefois convict προϋποθέτει την απόδειξη προηγούμενης καταδίκης σε ποινικό αδίκημα, ενώ στην παρούσα περίπτωση οι πρόνοιες του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου δεν δημιουργούν οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα ενώ η καταχώρηση αίτησης παρακοής δεν συνιστά ποινική δίωξη. Προς υποστήριξη των θέσεων του ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου παρέπεμψε στην απόφαση Ελισάβετ Θεοφάνους v. CCC LAYNDRIES (PAPHOS) LTD κ.α., Ποινική Έφεση 236/2008,
(2009)2 Α.Α.Δ. 634. Τα όσα ανέφεραν αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις του βρίσκονται αυτούσια στον φάκελο του Δικαστηρίου και έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 12
(2)του Συντάγματος: ΑΡΘΡΟΝ 12
  1. Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία ταύτης προεκλήθη θάνατος. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154: Κανένας δεν είναι δύο φορές ποινικά υπεύθυνος για το ίδιο ποινικό αδίκημα
  2. Κανένας δεν δύναται να είναι δύο φορές ποινικά υπεύθυνος, είτε δυνάμει των διατάξεων του Κώδικα αυτού είτε δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου, για την ίδια πράξη ή παράλειψη, εκτός της περίπτωσης κατά την οποία, ότι από τέτοια πράξη ή παράλειψη προκλήθηκε ο θάνατος άλλου, οπότε ο υπαίτιος δύναται να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα για το οποίο, είναι ένοχος λόγω της πρόκλησης τέτοιου θανάτου, ανεξάρτητα του ότι ήδη έχει καταδικαστεί για άλλο ποινικό αδίκημα που συνίσταται από την πράξη ή παράλειψη που διαπράχτηκε από αυτόν. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 35 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155: Πρόσωπα που καταδικάστηκαν ή αθωώθηκαν δεν δικάζονται εκ νέου για το ίδιο ποινικό αδίκημα
  3. Όποιος δικάστηκε μια φορά από αρμόδιο Δικαστήριο για ποινικό αδίκημα και καταδικάστηκε ή αθωώθηκε για αυτό το ποινικό αδίκημα, εφόσον αυτή η καταδίκη ή η αθώωση παραμένει σε ισχύ, δε δικάζεται εκ νέου βάσει των ίδιων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα. Το δόγμα του autrefois acquit ή convict έχει αναλυθεί επανειλημμένα σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων, τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494 με αναφορά στον Archbold 1995 και στην αγγλική νομολογία (βλ. Connelly v. D.P.P. [1964] A.C. 1254) λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου:
  1. Το δόγμα του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής στη σφαίρα του ποινικού δικαίου υπό τον τύπο του αποφθέγματος - nemo debet bis vexari pro eadem causa, ή nemo debet bis puniri pro uno delicto - κανένας δεν μπορεί να τίθεται δυο φορές σε κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα (ο κανόνας κατά του διπλού κινδύνου) και ότι οι αρχές του autrefois convict και acquit είναι θεμελιωμένες επί των πιο πάνω αποφθεγμάτων.
  2. Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της πρώτης κατηγορίας δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος του autrefois.
  3. Το δόγμα αυτό είναι διαθέσιμο όχι μόνο σε σχέση με οποιαδήποτε επανάληψη της πραγματικής κατηγορίας για την οποία ο κατηγορούμενος είχε προηγουμένως αθωωθεί αλλά επίσης προστατεύεται και για κατηγορίες για τις οποίες αυτός θα μπορούσε να καταδικαστεί στην αρχική διαδικασία, έστω και αν σε σχέση με αυτές δεν έτυχε τυπικής αθώωσης.
  4. Για την εφαρμογή του δόγματος του autrefois είναι αναγκαίο όπως ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα όπως εκείνο για το οποίο τώρα κατηγορείται. Η λέξη 'αδίκημα' περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα τα οποία συνιστούν το έγκλημα και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για την εφαρμογή του δόγματος πρέπει να είναι το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Η επίκληση του δόγματος του autrefois acquit ή convict μπορεί να γίνει για μια αθώωση ή καταδίκη σε προηγούμενη διαδικασία όταν το αδίκημα στη νέα διαδικασία είναι το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο με το προηγούμενο ή όταν ο κατηγορούμενος μπορούσε να είχε καταδικασθεί γι' αυτό στην προηγούμενη διαδικασία (βλ. Ηλιάδης, Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 100) Το δόγμα του autrefois acquit ή convict προβλέπεται στο άρθρο 69
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 στα πλαίσια του οποίου προβάλλεται δικονομικά ως ειδική απάντηση. Οι πρόνοιες του όμως βρίσκουν και συνταγματική κάλυψη στο άρθρο 12
(2)του Συντάγματος, στο οποίο δεν τίθεται περιορισμός ως προς το στάδιο στο οποίο μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος αυτού. Η δε πρόνοια του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος αντιστοιχεί με αυτήν του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 18(ΙΙΙ)/2000. Για το λόγο αυτό η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση. Ως εκ των άνω η πρόνοια του άρθρου 69
(1)(β) πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται υπό το φως των προνοιών τόσο του άρθρου 12
(2)του Συντάγματος όσο και του άρθρου 4
(1)του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πρόνοια του άρθρου 4
(1)απασχόλησε εκτεταμένα το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Zolotukhin v. Russia, Apl. No. 14939/03, ημερ.10/2/2009, στην οποία το Δικαστήριο υιοθετεί πλέον μια σύγχρονη και ενιαία ερμηνευτική προσέγγιση. Συγκεκριμένα σε σχέση με το πότε το αδίκημα για το οποίο κάποιος διώκεται θεωρείται ότι είναι το ίδιο με αυτό για το οποίο ήδη καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε, το Δικαστήριο (Grand Chamber) διαπίστωσε την ύπαρξη των ακόλουθων διαφορετικών ερμηνευτικών προσεγγίσεων στη νομολογία του (βλ. παρ. 71-77):
  1. Η πρώτη προσέγγιση εστιάζει στην ίδια συμπεριφορά (same conduct) εκ μέρους του κατηγορούμενου ανεξάρτητα από τη νομική της κατηγοριοποίηση, με άλλα λόγια το νομικό της χαρακτηρισμό. Έτσι κρίθηκε ότι υπήρχε παραβίαση του άρθρου 4 όταν δύο αποφάσεις είχαν βασιστεί στην ίδια συμπεριφορά του κατηγορούμενου.
  2. Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι παρόλο που η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι η ίδια, εάν αποτελεί ξεχωριστά αδικήματα, αυτά μπορεί να εκδικαστούν σε ξεχωριστές διαδικασίες. Έτσι κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 4 το γεγονός ότι εκδικάστηκαν από διαφορετικά Δικαστήρια ξεχωριστά αδικήματα αν και ήταν όλα μέρος της ίδιας εγκληματικής πράξης.
  3. Τέλος η τρίτη προσέγγιση δίνει έμφαση στα ουσιώδη στοιχεία (essential elements) των δύο αδικημάτων. Έτσι κρίθηκε ότι παρά το ότι μπορεί να γίνει δίωξη για ξεχωριστά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από την ίδια εγκληματική πράξη πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσο τα αδικήματα αυτά είχαν τα ίδια ουσιώδη στοιχεία, οπόταν και υπάρχει παραβίαση του άρθρου
  4. Η ύπαρξη των διαφορετικών αυτών προσεγγίσεων κρίθηκε στην ίδια απόφαση ότι διακινδυνεύει τη νομική βεβαιότητα, πράγμα ασύμβατο με ένα θεμελιώδες δικαίωμα όπως αυτό του άρθρου 4
(1)(βλ. παρ. 78). Γι αυτό και το Ε.Δ.Α.Δ. προχώρησε στην υιοθέτηση μιας εναρμονισμένης προσέγγισης για το θέμα (βλ. παρ. 71-83). Συγκεκριμένα αφού επανέλαβε ότι η Σύμβαση αποτελεί μια ζωντανή πράξη η οποία πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των συνθηκών της σημερινής εποχής και να εφαρμόζεται με τρόπο που να καθιστά τα δικαιώματα πρακτικά και αποτελεσματικά και όχι θεωρητικά και απατηλά κατέληξε ότι η προσέγγιση η οποία δίδει έμφαση στο νομικό χαρακτηρισμό των αδικημάτων είναι πολύ περιοριστική των δικαιωμάτων του ατόμου και διακινδυνεύει να υποβιβάσει την εγγύηση που παρέχει το άρθρο 4 παρά να την καταστήσει πρακτική και αποτελεσματική ως απαιτείται από τη Σύμβαση. Έτσι κατέληξε ότι το άρθρο 4 πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαγορεύει τη δίωξη ή τη δίκη για ένα δεύτερο «αδίκημα» στο μέτρο που προκύπτει από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια (βλ. παρ. 80-82). Για να κριθεί το κατά πόσο τα γεγονότα είναι ταυτόσημα ή ουσιαστικά τα ίδια, συνεχίζει το Δικαστήριο, η προηγούμενη απόφαση και η λίστα με τις κατηγορίες στην νέα υπόθεση τα οποία περιέχουν συνήθως γεγονότα τόσο για το προηγούμενο όσο και για το παρόν αδίκημα είναι ένα κατάλληλο σημείο έναρξης. Η εξέταση αυτή πρέπει να εστιάσει στα γεγονότα εκείνα τα οποία συνιστούν ένα σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων που εμπλέκουν τον ίδιο κατηγορούμενο και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα χρονικά και τοπικά, η ύπαρξη των οποίων πρέπει να καταδεικνύεται με σκοπό την εξασφάλιση μίας καταδίκης ή έγερσης ποινικής δίωξης (βλ. παρ. 83-84). Πρέπει τέλος να λεχθεί ότι η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε αργότερα στις υποθέσεις Ruotsalainen v. Finland, Appl. no 13079/03, ημερ. 16.6.09 και Maresti v. Croatia, Appl. no 55759/07 ημερ. 25.6.
  1. Ως συνάγεται από τα πιο πάνω για να κριθεί στην κατά πόσο ισχύει στην παρούσα το δόγμα του autrefois convict πρέπει να εξετασθεί εάν η αίτηση παρακοής και η καταδίκη και επιβολή ποινής στα πλάισια της «αστικής καταφρόνησης» που αποτελούσε η πιο πάνω αίτηση τα είναι η ίδια με την ποινική καταφρόνηση για την οποία θα δικαστούν οι κατηγορούμενοι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης με την έννοια ότι προκύπτουν από ταυτόσημα γεγονότα ή γεγονότα ουσιαστικά τα ίδια. Το Ανώτατο Δικαστήριο επίσης εξέτασε το ζήτημα του autrefois convict ή acquit, πολύ πρόσφατα στα πλαίσια της ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΕΦΕΣΗΣ με αρ. 209/2013, ΤΑΣΟΥΛΛΑ ΚΟΝΕ,- ν.
  2. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΦΛΟΥΡΗ και
  3. ΖΑΧΑΡΟΥΛΛΑΣ ΦΛΟΥΡΗ, ημερ.05/03/
  4. Στην πιο πάνω απόφαση παρόλο που το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με το στάδιο κατά το οποίο είχε αποσυρθεί προγενέστερη υπόθεση και κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν ήδη αθωωθεί, επικεντρώθηκε και στο κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση, γεγονός που λαμβάνετε υπόψη στην εφαρμογή του δόγματος, και αναφέρθηκε στις αρχές του αγγλικού κοινού δικαίου επί του θέματος (βλ. R. v. Georghi Andoni Yiallouri 3 C.L.R. 41) αλλά και στην απόφαση Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] Α.C.
  5. Η αρχή, όπως διατυπώθηκε από τον Lord Devlin στην Connelly (ανωτέρω),είναι η εξής: «The doctrine of autrefois protects an accused in circumstances in which he has actually been in peril. It cannot, naturally enough, protect him in circumstances in which he could have been put in peril but was not.» Ο κατηγορούμενος πρέπει, συνεχίζει το Ανώτατο, να είχε πραγματικά τεθεί σε κίνδυνο. Εξετάζοντας το ζήτημα που απασχολεί η παρούσα απόφαση θα πρέπει να αναφέρω τα όσα προκύπτουν από τον Έγγραφο Α, που κατατέθηκε από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων και έγινε παραδεκτό και από τον συνήγορο του Παραπονούμενου. Από το πιο πάνω έγγραφο προκύπτουν αδιαμφισβήτητα τα ακόλουθα:
  6. Στα πλαίσια της αγωγής 3046/2013, Ε.Δ. Λεμεσού με ενάγοντα τον παραπονούμενο στην παρούσα και εναγόμενους τους κατηγορούμενους και την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κυπερούντας Λτδ αλλά και τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, στις 26/09/2013 εκδόθηκε διάταγμα, το οποίο κατέστη και απόλυτο, το οποίο απαγόρευε στους εναγόμενους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7, ήτοι τους κατηγορούμενους στην παρούσα υπόθεση, και/ή στους αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους της Εναγομένης αρ.8 από του να εμποδίζουν τον Ενάγοντα, παραπονούμενο στην παρούσα, να εισέρχεται στα γραφεία της εναγομένης αρ.8, και να εκτελεί τα καθήκοντα του ως Γραμματέας της εναγομένης αρ.
  7. Το πιο πάνω διάταγμα με την δέουσα οπισθογράφηση, επιδόθηκε σε όλους του εναγόμενους, κατηγορούμενους στην παρούσα.
  8. Στις 2/10/2013, καταχωρήθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, μονομερής αίτηση παρακοής υπό του ενάγοντα, κατηγορούμενου στην παρούσα, δια της οποίας ο αιτητής ζητούσε μεταξύ άλλων: Α) ένταλμα σύλληψης εναντίον των κατηγορούμενων στην παρούσα και άλλου προσώπου με σκοπό να προσαχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να δείξουν λόγο γιατί να μην φυλακιστούν και/ή καταβάλουν πρόστιμο και/ή κατασχεθεί η περιουσία τους λόγω μή συμμόρφωσης τους με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26/09/2013, Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εξαναγκάζει τους κατηγορούμενους στην παρούσα και άλλο πρόσωπο σε υπακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ.26/09/2013 δια προστίμου και/ή δια φυλάκισης και/ή δια κατάσχεσης της περιουσίας τους και/ή δια έκδοσης οποιασδήποτε άλλης διαταγής που το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει.
  9. Η πιο πάνω αίτηση βασίσθηκε στις πρόνοιες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. 162, στα άρθρα 42 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στην Διαταγή 42 Α και Διαταγή 48 Θ.Θ.1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (Ν.22/85), στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς και σε σχετική ΚΔΠ.
  10. Μετά από καταχώρηση ενστάσεων στην πιο πάνω αίτηση και την διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας η Έντιμη Πρόεδρος τότε του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, κα. Ψαρά - Μιλτιάδους, εξέδωσε στις 06/02/2014, αιτιολογημένη απόφαση δια της οποίας οι εναγόμενοι καθ'ών η αίτηση, κατηγορούμενοι στην παρούσα, «κρίθηκαν ένοχοι παρακοής διατάγματος, επί το ότι στις 27/09/2013 και στις 30/09/2013 εμπόδισαν τον Ενάγοντα είτε δια οδηγιών σε υπαλλήλους της ΣΠΕ είτε δια ιδίων ενεργειών, να εισέλθει στο γραφείο του και να ασκήσει τα καθήκοντα του, ως γραμματέας της ΣΠΕ, ενώ το Διάταγμα του Δικαστηρίου τους απαγόρευε από του να εμποδίζουν τον Ενάγοντα να εισέρχεται στα γραφεία της εναγομένης». (βλέπε σελ. 25 της απόφασης).
  11. Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στο ότι οι κατηγορούμενοι στην παρούσα, κρίθηκαν ένοχοι, ηθελημένης παρακοής, του Δικαστικού διατάγματος έχοντας mens rea καταστρατήγησης του Διατάγματος. (βλέπε σελ.23 της απόφασης).
  12. Στις 10/02/2014 το πιο πάνω Δικαστήριο, μετά την κρίση επί της ενοχής των εναγομένων για ηθελημένη παρακοή διατάγματος, άκουσε τις αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων για σκοπούς επιβολής της ποινής. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν παραμείνει υπό κράτηση από την ημέρα εκφώνησης της απόφασης του Δικαστηρίου στις 6/2/2014 μέχρι και τις 10/2/2014 που επιβλήθηκε η ποινή. Αναλύοντας το σκεπτικό του, το Δικαστήριο αφού έλαβε κυρίως υπόψη του την άμεση συμμόρφωση των κατηγορουμένων στην παρούσα και την έμπρακτη μεταμέλεια τους έκρινε ότι το προσφορότερο τιμωρητικό μέτρο ήταν η επιβολή υψηλής χρηματικής ποινής, ως εκ τούτου επιβλήθηκε σε ένα έκαστο εκ των εναγομένων - καθ'ών η αίτηση, ποινή προστίμου εκ €5,000=. Αρχίζοντας από το αδίκημα της κατηγορίας θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, το οποίο προνοεί τα εξής: Ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές
  13. Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή. Αναφορικά με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι μεταξύ 26/9/2013, ημέρα έκδοσης του διατάγματος της αγωγής 3046/13, και 6/2/2014, ημερομηνία κατά την οποία κρίθηκαν ένοχοι σε ηθελημένη παρακοή του εν λόγω διατάγματος, παράκουσαν το εν λόγω διάταγμα. Αναμφισβήτητα η αίτηση παρακοής στην οποία οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι βασίζεται μεταξύ άλλων σε πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε αντίθεση με το παρόν κατηγορητήριο το οποίο βασίζεται σε ποινικό αδίκημα το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα από τον Ποινικό Κώδικα. Αναμφισβήτητο επίσης παραμένει το ότι τα γεγονότα από τα οποία προκύπτει η ισχυριζόμενη ποινικά κολάσιμη πράξη του παρόντος κατηγορητηρίου ταυτίζονται απόλυτα με τα γεγονότα εις τα οποία βασίσθηκε η αίτηση παρακοής. Ουσιαστικά οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν στην αίτηση παρακοής και κατηγορούνται στην παρούσα υπόθεση για το ίδιο διάταγμα και για την ίδια περίοδο, ήτοι από της έκδοσης του στις 26/9/2013 μέχρι και την απόφαση για την ενοχή τους στις 6/2/
  14. Συνεπώς προκύπτει αβίαστα ότι υπάρχει πλήρης ταύτιση τόσο των γεγονότων όσο και της χρονικής περιόδου των δύο υποθέσεων. Ουσιαστικά αυτό που το παρόν Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι εάν το δόγμα του autrefois convict, δύναται να έχει εφαρμογή στην περίπτωση που από την μια τα γεγονότα στα οποία βασίζεται μια υπόθεση τόσο χρονικά όσο και ουσιαστικά είναι ταυτόσημα αλλά από την άλλη η νομική πτυχή της υπόθεσης διαφέρει υπό την έννοια ότι αυτή βασίζεται σε διαφορετικό νομοθέτημα και εμπίπτει σε άλλη διαδικασία και δικαιοδοσία. Μέσα από την συνδυασμένη εφαρμογή και ερμηνεία τόσο της σχετικής επί του θέματος νομοθεσίας αλλά και της επεξηγηματικής αυτής νομολογίας, τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει αβίαστα ότι αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν προηγούμενα τεθεί ενώπιον του κινδύνου καταδίκης για το ίδιο αδίκημα - κανόνας του διπλού κινδύνου. Η κρίση για το κατά πόσο το αδίκημα είναι το ίδιο θα πρέπει να προκύψει από την εξέταση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και κατά πόσο αυτά που απαιτούνται να αποδειχθούν για την καταδίκη τους στην παρούσα υπόθεση είναι τα ίδια στοιχεία που θα έπρεπε να είχαν αποδειχθεί και απεδείχθησαν στην προηγούμενη υπόθεση. Η αίτηση παρακοής την οποία αντιμετώπισαν οι κατηγορούμενοι και εις την οποία κρίθηκαν ένοχοι με αποτέλεσμα να τους επιβληθεί ποινή έχει λεχθεί ότι παρά τον αστικό της χαρακτήρα και παρά το ότι εμπίπτει στην πολιτική δικαιοδοσία, το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Στην σχετική περί του χαρακτήρα της αστικής καταφρόνησης απόφαση Ελισάβετ θεοφάνους ν. CCC LAUNDRIES (PAPHOS) LTD κ.α,
(2009)2 Α.Α.Δ. 634, Ποινική Έφεση αρ.236/2008, κρίθηκε ότι: «Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ.309).» Συνεπώς είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι προς απόδειξη της ενοχής τους στην αίτηση παρακοής, το Δικαστήριο εξέτασε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρακοής και έκρινε ότι αυτά έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τόσο η αντικειμενική υπόσταση όσο και η υποκειμενική. Η πιο πάνω κατάληξη μου σε συνδυασμό με το ότι τα γεγονότα τα οποία θα ακουσθούν στην παρούσα και από τα οποία πηγάζει η κατηγορία είναι τόσο χρονικά όσο και πραγματικά ταυτόσημα με τα γεγονότα που ακούσθηκαν στην εξέταση της αίτησης παρακοής, με οδηγούν στο ότι οι κατηγορούμενοι θα τεθούν πράγματι ενώπιον του κινδύνου να καταδικαστούν για δεύτερη φορά για την ίδια τους πράξη. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του παραπονούμενου περί του ότι η ειδική απολογία δεν γίνεται να γίνει αποδεκτή λόγω της διαφορετικής φύσης του αδικήματος και της διαδικασίας και ιδιαίτερα λόγω του ότι η αστική καταφρόνηση τείνει να εξαναγκάσει τον παραβάτη σε συμμόρφωση ενώ η ποινική καταφρόνηση σκοπό έχει την τιμωρία του παραβάτη. Μέσα από την νομολογία αλλά και μέσα από την απόφαση της επιβολής ποινής στην αίτηση παρακοής προκύπτει ξεκάθαρα ότι η αστική καταφρόνηση πέραν του εξαναγκασμού έχει και ως σκοπό την τιμωρία του παραβάτη. Αυτό προκύπτει αβίαστα και μέσα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθότι παρά την τελική συμμόρφωση των κατηγορουμένων στο Διάταγμα, από την ημερομηνία της καταδίκης τους μέχρι την επιβολή της ποινής, αυτοί τιμωρήθηκαν με την επιβολή ποινής. Συνεπώς η μη αποδοχή της ειδικής απολογίας των κατηγορουμένων και η κλήση τους σε απάντηση στην κατηγορία θα είχε ως αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να τεθούν εκ νέου και για δεύτερη φορά ενώπιον του κινδύνου να καταδικαστούν και να τιμωρηθούν για την ίδια τους πράξη τόσο χρονικά όσο και ουσιαστικά και για το ίδιο αδίκημα, με την έννοια ότι για την απόδειξη της κατηγορίας του άρθρου 137 του Κεφ.154 θα έπρεπε να αποδειχθούν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα ίδια συστατικά στοιχεία με αυτά που εξετάστηκαν στα πλαίσια της αστικής καταφρόνησης, τα οποία και απεδείχθησαν και εν τέλει οδήγησαν στην καταδίκη και τιμωρίας τους. Είναι δεδομένο μέσα από τα πιο πάνω ότι όλα τα στοιχεία που θα τεθούν ενώπιον μου, πηγάζουν από τον ίδιο πυρήνα γεγονότων τα οποία ήδη εξετάστηκαν στα πλαίσια της αίτησης παρακοής. Μέσα από τα όσα προκύπτουν από την νομολογία που ανέφερα ανωτέρω αλλά και μέσα από την καθοδηγητική επί του ζητήματος, πρόσφατη νομολογία του ΕΔΑΔ, δεν έχω άλλη επιλογή από του να κρίνω ως αποδεκτή την ειδική απολογία των κατηγορούμενων. Συνεπώς κρίνω και καταλήγω ότι η ειδική απολογία των κατηγορουμένων είναι αποδεκτή έχοντας τόσο νομικό όσο και ουσιαστικό έρεισμα συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1 μέχρι και 7 απαλλάσσονται της κατηγορίας που αντιμετωπίζουν λόγω ύπαρξης δεδικασμένου. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων και εναντίον του παραπονούμενου, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.