ΜΑΡΙΑ Σ. ΚΥΠΡΙΑΝΙΔΟΥ ν. Υ.Μ. ACHILLEOS TRADING CO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18743/2013, 31/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18743/2013 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑ Σ. ΚΥΠΡΙΑΝΙΔΟΥ Κατήγορος ν.
- Υ.Μ. ACHILLEOS TRADING CO LTD
- ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΧΙΛΛΕΩΣ Κατηγορούμενων ----------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Θ. Διάκου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Γαβριηλίδης Κατηγορούμενος 2: παρών ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μία κατηγορία για την παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση κατά τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε από τον Ν.70
(1)/08. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος 2 κατά και ή περί την 19/9/2012 στη Λεμεσό υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης παρήχεν συνδρομήν και ή παρακίνησεν την 1η κατηγορούμενη στην έκδοση μιας επιταγής του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ ήτοι την υπ'αριθμόν 37302640 δια το ποσόν των €963.- πληρωτέα την 19/09/12 η οποία κατά την παρουσίαση της προς πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παραμένει απλήρωτη δια περίοδον 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως. Ας σημειωθεί εδώ ότι σε ότι αφορά τις υπόλοιπες κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος 2 με βάση το κατηγορητήριο αυτός απηλλάγη και αθωώθηκε σε αυτές με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για το εκ πρώτης όψεως, ενώ η κατηγορούμενη 1 έχει απαλλαγεί από όλες τις κατηγορίες κατόπιν απόσυρσης της υπόθεσης εναντίον της από την κατηγορούσα αρχή. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο
(2)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στην 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 7 τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών σημειώνω έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν και όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). MK1 Χριστάκης Φραντζής Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, πλην του μέρους μόνον εκείνου που αναφέρεται πιο κάτω. Ο μάρτυρας αυτός, ο οποίος εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του για την επίδικη επιταγή και λογαριασμό. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Είναι ο υπεύθυνος υπάλληλος του εν λόγω Συνεργατικού για τον επίδικο λογαριασμό της εταιρείας Y.M.Achilleos Trading Co Ltd. Εκ της μαρτυρίας του δε αυτό που έχει σημασία να αναφερθεί εδώ είναι ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό τους για πληρωμή αλλά δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο. Επίσης ότι εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για υπογραφή επιταγών της εταιρείας ήταν ο κατηγορούμενος 2 και η Μαρία Αχιλλέως και η επίδικη επιταγή έχει υπογραφεί από τον κατηγορούμενο
- Σημειώνεται εδώ ότι η καταχώρηση του επίδικου λογαριασμού στο ΚΑΠ (Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών της Κεντρικής Τράπεζας) στις 19/10/12 στην οποία έχει αναφερθεί ο μάρτυρας δεν έχει καμία σημασία σε ότι αφορά την επίδικη επιταγή τεκμ.5
(1), η οποία ως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 1 σε συνάρτηση με τις σφραγίδες που υπάρχουν στην επιταγή παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις και επιστράφηκε ισάριθμες φορές, όλες όμως πριν την εν λόγω καταχώρηση (26/09/12, 03/10/12, 09/10/12 και 16/10/12). Το θέμα του ΚΑΠ σημειώνεται αφορούσε άλλες επιταγές και κατηγορίες στις οποίες όμως ο κατηγορούμενος 2 αθωώθηκε στο εκ πρώτης όψεως. Έρχομαι τώρα στο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα που το Δικαστήριο όπως αναφέρεται πιο πάνω δεν κάνει αποδεκτό. Ο μάρτυρας ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ότι ο κατηγορούμενος 2 ενημερωνόταν για το υπόλοιπο του λογαριασμού του με μηνύματα (sms) στο κινητό του τηλέφωνο. Όμως στην αντεξέταση του ανέφερε ότι τα μηνύματα δεν αποστέλλονταν από τον ίδιο και ότι αυτά στέλνονται ομαδικά από τη Συνεργατική Εταιρεία Μηχανογράφησης στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, ότι το κινητό τηλέφωνο δεν πιστοποιήθηκε ότι ανήκε στον κατηγορούμενο 2 και τέλος, όταν του υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 ουδέποτε δέκτηκε μήνυμα από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, ανέφερε ότι δεν μπορεί να απαντήσει. Στην επανεξέταση δε είπε μεν ότι στο κινητό τηλέφωνο στο οποίο αναφέρθηκε γίνονταν και τηλεφωνήματα, αλλά μίλησε γενικά και δεν είπε ποτέ ότι ο ίδιος χρησιμοποίησε τον συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου που ανέφερε για να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο 2 και ότι συνομίλησε τελικά με τον κατηγορούμενο 2 ή ότι εν πάση περιπτώσει γνωρίζει με θετικό τρόπο ότι έχει γίνει κάποια συνομιλία με τον κατηγορούμενο στο συγκεκριμένο τηλέφωνο και να εξηγήσει πως το γνωρίζει. Με αυτά υπόψη σαφώς και το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια σε συμπέρασμα περί οιασδήποτε ενημέρωσης του κατηγορούμενου 2 μέσω μηνυμάτων στο κινητό του τηλέφωνο για το εκάστοτε υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό. Η μαρτυρία πιο πάνω δεν έχει την ποιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αποδείξει το θέμα της ενημέρωσης μέσω μηνυμάτων, σε κάθε περίπτωση δε αναφέρεται ότι με την μαρτυρία αυτή έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το θέμα αυτό. Θεωρώ όμως εδώ σκόπιμο να αναφέρω ότι ακόμη και σε περίπτωση που αποδεχόμουν ότι το κινητό τηλέφωνο που αναφέρθηκε ανήκει στον κατηγορούμενο 2 και ότι δεχόταν τηλεφωνήματα σε αυτό από το Συνεργατικό, και πάλιν αυτό δεν θα συνεπαγόταν αυτόματα και απόδειξη περί ενημέρωσης μέσω μηνυμάτων για τα υπόλοιπα του λογαριασμού αφού ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί ο μάρτυρας δεν απέστελλε ο ίδιος τα μηνύματα αυτά και αναφέρθηκε γενικά περί αποστολής τους από κάποια υπηρεσία ενώ περαιτέρω άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να μην έλαβε ποτέ μήνυμα ο κατηγορούμενος. Εν πάση περιπτώσει ουδείς μάρτυρας έχει κληθεί από την αναφερθείσα υπηρεσία της Συνεργατικής Κεντρικής για να καταθέσει επί του θέματος και ουδέν άλλο στοιχείο έχει παρουσιαστεί για το αν και πότε ακριβώς αποστέλλονταν ενημερωτικά μηνύματα. Όμως επισημαίνεται εδώ ότι τα πιο πάνω δεν σημαίνουν ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είναι αναξιόπιστος ή ότι το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Απλά το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο αφορά δηλαδή το θέμα της ενημέρωσης μέσω μηνυμάτων, δεν γίνεται αποδεκτό. Το θέμα σημειώνω της αποδοχής μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους εναπόκειται πάντοτε στο Δικαστήριο ανάλογα με την περίπτωση (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39, Σάββα v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Νικολαίδης v. Αστυνομία
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Π.Ε. 89/12 Αγαθοκλέους v. Αστυνομίας ημερ.24-07-13). MK2 Μαρία Κυπριανίδου-παραπονούμενη Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή, πλην του μέρους μόνον εκείνου που αναφέρεται πιο κάτω. Σε γενικές γραμμές άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα, φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Έδωσε πειστικές λεπτομέρειες για την εξέλιξη των πραγμάτων, τα όσα ανέφερε δε έχουν συνοχή και σε συνδυασμό και με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της προσπάθεια από πλευράς της να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία της μέσα από την αντεξέταση της. Ανέφερε ότι δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης ημερ.01/07/12 η εταιρεία Y.M.Achilleos Trading Co Ltd ενοικίασε συγκεκριμένο κατάστημα του οποίου η ίδια έχει την επικαρπία εφ' όρου ζωής (τεκμ.3). Η επίδικη επιταγή τεκμ.5
(1)συμπληρώθηκε και υπεγράφη από τον κατηγορούμενο 2 στις 19/09/12 ενώπιον της και αφορούσε ακριβώς ενοίκια που της οφείλονταν από την εν λόγω εταιρεία με βάση τη συμφωνία ενοικίασης πιο πάνω. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ήταν ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας και ήταν αυτός που εκπροσωπούσε την εταιρεία και διαχειριζόταν τα οικονομικά της. Η ίδια κατά τον ουσιώδη χρόνο συναλλασσόταν με τον κατηγορούμενο 2 αποκλειστικά και ουδέποτε είδε ή είχε συναλλαγή με την άλλη διευθύντρια της εταιρείας Μαρία Ελπιδοφόρου Αχιλλέως. Ήταν εν γνώσει του κατηγορούμενου 2 ανέφερε ότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης επιταγής και των άλλων επιταγών που αναφέρει στην κατάθεση της καθώς διαχειριζόταν τα οικονομικά της εταιρείας αλλά και επειδή μετά την έκδοση περνούσε από το σπίτι της ή της τηλεφωνούσε για να τις καταθέσει μερικές μέρες αργότερα προκειμένου να φροντίσει να υπάρχουν επαρκή υπόλοιπα για εξαργύρωση εντός των επόμενων ημερών. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι τις επιταγές από τον κατηγορούμενο 2 τις παραλάμβανε η ίδια πάντα και κάποτε της έλεγε να μην τις καταθέσει και να περιμένει λίγες μέρες για να έχει μέσα λεφτά. Όταν τις κατάθετε και επιστρέφονταν ρωτούσε τον κατηγορούμενο ξανά πότε θα έχει λεφτά και της έλεγε ακόμη λίγες ημέρες οπότε την ξαναέπαιρνε. Γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος χειριζόταν τα οικονομικά της εταιρείας αφού τον ίδιο έβλεπε και ο ίδιος της έδινε τις επιταγές. Ο ίδιος ήταν διευθυντής και αυτόν ήξερε. Δεν γνωρίζει την σύζυγο του. Στη βάση των ίδιων αρχών που έχουν αναφερθεί πιο πάνω εν σχέση με τον ΜΚ1 σημειώνεται εδώ ότι δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της περί διαχείρισης των οικονομικών της εταιρείας από τον κατηγορούμενο 2. Και αυτό γιατί είναι προφανές ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε συγκεκριμένο αναφορικά με το θέμα αυτό, για το οποίο προέβη ουσιαστικά σε εικασία επειδή όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση της είναι τον κατηγορούμενο 2 που έβλεπε και αυτός της έδινε τις επιταγές. Η αναφορά της εν πάση περιπτώσει για το θέμα αυτό έγινε χωρίς κανένα υπόβαθρο και η θέση της αυτή ελλείψει άλλης μαρτυρίας ή στοιχείου που να την στηρίζει παρέμεινε μετέωρη και έκθετη σε απόρριψη. Κατηγορούμενος 2 Παρακολούθησα τον κατηγορούμενο 2 ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου με πολύ μεγάλη προσοχή και η εντύπωση που μου άφησε ήταν αρνητική. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος 2, γνωρίζοντας πολύ καλά όπως διαφάνηκε την σημασία της γνώσης από πλευράς του για τα υπόλοιπα στον επίδικο λογαριασμό και γενικότερα των οικονομικών της εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο, ακριβώς προσπάθησε να πείσει ότι τέτοια γνώση δεν είχε. Όμως το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί από τις απαντήσεις του κατηγορούμενου, ο οποίος επέδειξε μια διστακτικότητα κατά την αντεξέταση του και έλλειψη σιγουριάς θα έλεγα στις απαντήσεις του. Αφού σημειώσω δε εδώ ότι ο άλλος διευθυντής στον οποίο έκανε αναφορά ο κατηγορούμενος 2 ότι χειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό και γνώριζε τα υπόλοιπα του ήταν η σύζυγος του, Μαρία Ελπιδοφόρου Αχιλλέως, αναφέρω ότι θεωρώ αδιανόητο και έξω από κάθε λογική τον ισχυρισμό του περί μη ύπαρξης γνώσης για τα θέματα αυτά. Ακόμη και να θεωρήσουμε σαν δεδομένο ότι τον χειρισμό των θεμάτων αυτών είχε η σύζυγος του, μέσω της άλλης διευθύντριας και συζύγου του σαφώς και θα πρέπει να υπήρχε γνώση και του ιδίου. Εν πάση περιπτώσει δεν ισχυρίστηκε ποτέ ο κατηγορούμενος ότι η σύζυγος του δεν τον ενημέρωνε ή ότι για παράδειγμα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ τους ή σε ότι αφορά τη διαχείριση της εταιρείας. Αντίθετα σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του αν έκδιδε επιταγές χωρίς να γνωρίζει το υπόλοιπο του λογαριασμού ανέφερε ότι «Υπολόγιζα με τον άλλο διευθυντή ότι κάποια ημερομηνία θα υπήρχαν λεφτά». Συνεπώς υπήρχε συνεννόηση με την σύζυγο του για τα θέματα της εταιρείας και χωρίς αμφιβολία και για τον επίδικο λογαριασμό, ο κατηγορούμενος δε είχε γνώση του υπολοίπου στον λογαριασμό και ισχυριζόμενος το αντίθετο έλεγε ψέματα. Επίσης η ενασχόληση του με τις πωλήσεις της εταιρείας όπως ο ίδιος είχε αναφέρει σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Γενικότερα θα έλεγα ότι η προσπάθεια του κατηγορούμενου να πείσει για έλλειψη γνώσης από μέρους του έχει πέσει στο κενό, ενώ η αναφορά του ιδίου κατά την κυρίως εξέταση του ότι έπραττε τα πάντα ώστε να τιμώνται όλες οι επιταγές της εταιρείας αποτελεί μια σοβαρή αντίφαση κρίνω εν σχέση με την υπόλοιπη του μαρτυρία. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, τα οποία βεβαίως υποστηρίζονται από αξιόπιστη μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 19/09/12 ο κατηγορούμενος 2 συμπλήρωσε, υπέγραψε και παρέδωσε στην παραπονούμενη την επίδικη επιταγή ( τεκμ.5
(1)) της εταιρείας Y.M.Achilleos Trading Co Ltd, της οποίας ήταν ένας εκ των διευθυντών. Η επιταγή αφορούσε ενοίκια που οφείλονταν στην παραπονούμενη από την εν λόγω εταιρεία με βάση συμφωνία ενοικίασης καταστήματος. Η επίδικη επιταγή κατατέθηκε από την παραπονούμενη για εξαργύρωση στην Τράπεζα Κύπρου τέσσερις διαφορετικές ημερομηνίες (24/09/12, 28/09/12, 05/10/12 & 12/10/12) αλλά όταν παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού επί του οποίου εκδόθηκε επιστράφηκε ισάριθμες φορές χωρίς να πληρωθεί αφού δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα στο λογαριασμό για να πληρωθεί η επιταγή. Η παρουσίαση στο εν λόγω Συνεργατικό και η επιστροφή της έγινε στις 26/09/12, 03/10/12, 09/10/12 και 16/10/12 αντίστοιχα. Μετά την παρουσίαση της πιο πάνω για πληρωμή η επίδικη επιταγή παρέμεινε απλήρωτη και συνεχίζει να είναι απλήρωτη μέχρι και σήμερα. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Ως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μία κατηγορία για την παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση κατά τη διάπραξη του αδικήματος της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. ». Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πιο πάνω είναι προφανές με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι έχουν αποδειχθεί. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι η εταιρεία Y.M. Achilleos Trading Co Ltd (πρώην κατηγορούμενη 1) εξέδωσε στις 19/09/12 μέσω του διευθυντή της κατηγορούμενου 2 την επίδικη επιταγή, η οποία όμως όταν παρουσιάστηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού δεν πληρώθηκε και επιστράφηκε λόγω μη διαθέσιμων υπολοίπων. Η επιταγή δεν πληρώθηκε εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της και παραμένει απλήρωτη μέχρι και σήμερα. Έρχομαι συνεπώς στο άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, που αφορά στην ουσία τον κατηγορούμενο 2 και την αποδιδόμενη σε αυτόν συνδρομή ή παρακίνηση της ως άνω εταιρείας στη διάπραξη του αδικήματος. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Εκ της Νομολογίας δε προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κατ' αρχήν αναφέρεται ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος 2 παρείχε δια της υπογραφής του βοήθεια στην κατηγορούμενη 1 κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής. Ως εκ τούτου αυτό που απομένει να εξεταστεί προκειμένου να αποφασιστεί η ενοχή ή μη του κατηγορούμενου 2 είναι κατά πόσο συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Ευθέως λοιπόν αναφέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με το θέμα αυτό και για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι με βάση την μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή, η οποία σημειώνεται δεν είναι ισχυρή και δεν έχει την ποιότητα που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, το Δικαστήριο έχει αμφιβολίες για το κατά πόσο πράγματι υπήρχε η απαιτούμενη γνώση από πλευράς του κατηγορούμενου. Το συμπέρασμα αυτό του Δικαστηρίου στοιχειοθετείται από τα εξής: (α) Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στα οικονομικά της εταιρείας αλλά ούτε και στη διαχείριση του επίδικου λογαριασμού. Σε ότι αφορά το τελευταίο θέμα σημειώνεται στο Δικαστήριο κατέθεσε όπως φαίνεται πιο πάνω μάρτυρας εκ μέρους του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού αλλά ο μάρτυρας αυτός δεν ερωτήθηκε και δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό. Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένο μάλιστα ότι υπήρχε και άλλος διευθυντής στην εταιρεία δηλαδή η Μαρία Ελπιδοφόρου Αχιλλέως, δεν έχει διευκρινιστεί στο Δικαστήριο ο ρόλος της εν λόγω διευθύντριας στα της εταιρείας ή ακόμη αν υπήρχαν άλλοι υπάλληλοι της εταιρείας που ήταν εξουσιοδοτημένοι να χειρίζονται τον λογαριασμό ή θέματα της εταιρείας. Από μόνο του αναφέρω το γεγονός της εξουσιοδότησης των διευθυντών για να υπογράφουν επιταγές δεν σημαίνει ότι έχουν αποδειχθεί και τα πιο πάνω στοιχεία. (β) Εν συνεχεία όμως των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, αναφέρεται εδώ ότι δεν έχει δοθεί καμιά μαρτυρία για το ποιο είναι το φυσικό πρόσωπο που εκ μέρους της εταιρείας είχε επαφή με την τράπεζα σε ότι αφορά τα θέματα που αφορούν τον λογαριασμό, για το ποιος μιλούσε με την τράπεζα ή έδιδε οδηγίες και ποιος τελικά ενημερωνόταν για την κατάσταση του λογαριασμού. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2 συγκεκριμένα όμως δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ότι ενημερωνόταν και γνώριζε για τα υπόλοιπα στον επίδικο λογαριασμό κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της επιταγής ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο. Όπως σημειώνεται και πιο πάνω όμως δεν υπάρχει μαρτυρία ούτε αν είναι η άλλη διευθύντρια και σύζυγος του κατηγορούμενου 2 που είχε τέτοια ενημέρωση και γνώση ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους της εταιρείας. (γ) Επιπλέον, εν σχέση με τον επίδικο λογαριασμό πλην του ότι συνάγεται από την μαρτυρία ότι αυτός ήταν τρεχούμενος και με βάση αυτόν μπορούσαν να εκδοθούν επιταγές δεν έχει δοθεί καμία άλλη μαρτυρία περί τούτου. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει πως λειτουργούσε ο λογαριασμός αυτός, αν είχε όριο και αν ναι ποιο ήταν το όριο αυτό, τι συμφωνία υπήρχε με την εταιρεία για το θέμα της πληρωμής των επιταγών που κατατίθεντο, και αν ήταν εν γνώσει του κατηγορούμενου 2 τα θέματα που αφορούσαν την λειτουργία του λογαριασμού. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν μπορεί να προβεί σε εικασίες εν σχέση με τα στοιχεία αυτά. (δ) Αυτό που διαπιστώνει το Δικαστήριο μελετώντας την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.1, στο βαθμό σημειώνεται που μπορούν να γίνουν διαπιστώσεις και να εξαχθούν συμπεράσματα με δεδομένο ότι δεν έχει εξηγηθεί ποτέ το περιεχόμενο της κατάστασης αυτής από τον ΜΚ1 ο οποίος την κατέθεσε, είναι πως πρόκειται για ένα λογαριασμό που λειτουργούσε κανονικά για την περίοδο από 01/08/12 μέχρι 19/10/12 που ο λογαριασμός μπήκε στο ΚΑΠ, αλλά και μεταγενέστερα παρατηρώ μέχρι την πλήρη εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του στις 11/12/13, παρά το γεγονός ότι λειτουργούσε πάντα με χρεωστικό υπόλοιπο, και γίνονταν σε αυτόν καταθέσεις μετρητών, επιταγών και εμβασμάτων μέσω JCC, ενώ επιταγές πληρώνονταν και επιταγές επιστρέφονταν απλήρωτες. (ε) Συνεπώς με δεδομένα όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής γνώριζε πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ή ότι δεν θα υπήρχαν κεφάλαια κατά την παρουσίαση της για πληρωμή και σε κάθε περίπτωση ότι η επιταγή όταν θα κατατίθετο για πληρωμή δεν θα πληρωνόταν. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία η οποία να οδηγεί σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε τον κρίσιμο χρόνο τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση. Τα διάσπαρτα μαρτυρικά στοιχεία που εντοπίζονται εν πάση περιπτώσει δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοιο ασφαλές συμπέρασμα. (στ) Πριν την ολοκλήρωση του θέματος αυτού, θα ήθελα εδώ να αναφέρω επίσης τα εξής. Η ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια εφόσον «αφότου εξέδιδε τις εν λόγω επιταγές περνούσε από το σπίτι μου και ή μου τηλεφωνούσε δια να τις καταθέσω μερικές μέρες αργότερα, με την προϋπόθεση ότι θα φρόντιζε όπως μου έλεγε να υπάρχουν επαρκή υπόλοιπα για την εξαργύρωση των εν λόγω επιταγών εντός των επόμενων ημερών». Κατ' αρχήν δεν μπορεί να μην επισημανθεί ο διαζευκτικός ισχυρισμός που προβάλλει η μάρτυρας, ανεπίτρεπτος στα πλαίσια μιας ποινικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει για την συγκεκριμένη επιταγή δεν γνωρίζει τι ακριβώς ισχύει και η θέση πιο πάνω δεν γίνεται αποδεκτή. Όμως ανεξάρτητα τούτου με βάση αυτό και μόνον κατά την άποψη μου δεν προκύπτει η απαιτούμενη γνώση του κατηγορούμενου 2 κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής. Η ΜΚ2 αναφέρει ότι τα πιο πάνω ελάμβαναν χώρα «αφότου» εξέδιδε τις επιταγές δηλαδή σε χρόνο μετά την έκδοση και συνεπώς δεν προκύπτει γνώση του κατά την έκδοση, ενώ περαιτέρω θα έλεγα ότι έχοντας υπόψη τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω και ελλείψει άλλης μαρτυρίας με την οποία θα μπορούσε να συνδυαστεί η εν λόγω αναφορά της μάρτυρος, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα για το θέμα που το απασχολεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2. Ως εκ τούτου απαλλάσσω και αθωώνω τον κατηγορούμενο από την κατηγορία αυτή. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων έχω προβληματιστεί. Κατά κανόνα τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Με δεδομένο όμως ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 έχει κριθεί αναξιόπιστη και έχει απορριφθεί, έχω αποφασίσει να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ του κατηγορούμενου. Η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Final Judgment Αναφορά: Τελική Απόφαση/Παροχή συνδρομής σε έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα/Άρθρα 20 και 305Α
(1)Κεφ.154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο