Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ευέλθων Χαραλάμπους, Αρ. Υπόθεσης: 21727/13, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 21727/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Και Ευέλθων Χαραλάμπους Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 30.3.15 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Μανώλη Για τον κατηγορούμενο: κ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενοι παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για παράβαση του άρθρου 18(ε)(ι) του Περί σκύλων Νόμου 184
(1)/
- Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεση περιλάμβανε και άλλη κατηγορία για κατοχή σκύλου χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής, η οποία όμως ανεστάλη σε ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος μεταξύ Φεβρουαρίου του 2011 και Οκτωβρίου του 2012 στη Γερμασόγεια της επαρχίας Λεμεσού ενώ ήταν ιδιοκτήτης σκύλων επέτρεψε και ή ανέχθηκε να προκαλέσουν θόρυβο δια ηχηρών και συνεχών γαβγισμάτων τα οποία προκάλεσαν οχληρία στο κοινό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες τον αστυφύλακα 254 Σωτήρης Πολίτη (ΜΚ1) και την Πατρούλλα Σωκράτους (ΜΚ2), ενώ για την υπεράσπιση μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να δώσει ένορκη κατάθεση και παρουσίασε δύο μάρτυρες υπεράσπισης. Τα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες κατηγορίας έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους, αλλά αναφορά γίνεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι στις 31.10.2012 έλαβε γραπτό παράπονο από την ΜΚ 2 σε σχέση με την οχληρία που προκαλείται από το συνεχές γάυγισμα των δύο σκύλων του κατηγορούμενου. Ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμ.2 και 3). Η μαρτυρία του ήταν τυπική, παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή. Η ΜΚ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τη γραπτή κατάθεση της προς την αστυνομία ημερομηνίας 31.10.12 (τεκμ.6). Στη κατάθεση της αναφέρει ότι διαμένει σε διαμέρισμα στη οδό Ζαγρέως στον Ποταμό Γερμασόγειας. Από το δωμάτιο του υπνοδωματίου του διαμερίσματος της έχει οπτική επαφή προς την οδό Κενταύρου. Από την οικία με αριθμό 7 της εν λόγω οδού ακούγονται πολύ δυνατά γαυγίσματα από τους δύο σκύλους που κατέχει ο ιδιοκτήτης της οικίας. Τα γαυγίσματα των σκύλων τα ακούει ιδιαίτερα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο. Οι δύο αυτοί σκύλοι γαυγίζουν καθημερινά σε διάφορες ώρες της ημέρας. Η ίδια σε πολλές περιπτώσεις περπάτησε στην οδό Κενταύρου και διαπίστωσε ότι όντως τα γαυγίσματα προέρχονταν από τους συγκεκριμένους σκύλους. Υπέβαλε παράπονο και στο παρελθόν τόσο στην αστυνομία όσο και στο Δήμο Γερμασόγειας χωρίς όμως να καταστεί δυνατό να επιλυθεί το πρόβλημα. Το παράθυρο του διαμερίσματος της βρίσκεται σε απόσταση περίπου 50 μέτρων από τη κατοικία στην οποία διατηρούνται οι δύο σκύλοι. Πέραν της κατάθεσης της ανέφερε ότι η κατοικία στην οδό Κενταύρου 7 ανήκει στον κατηγορούμενο. Ανέφερε επίσης ότι οι δύο αναφερόμενοι σκύλοι και ειδικότερα ο μεγάλος γαύγιζαν πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μέρας και της νύκτας δυνατά, συνεχόμενα και εκνευριστικά με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η ποιότητα της καθημερινής ζωής της. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι στη περιοχή υπάρχουν και άλλοι σκύλοι, εντούτοις, παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι τα ενοχλητικά γαυγίσματα προέρχονταν από τους σκύλους του κατηγορούμενου. Επανέλαβε επίσης και δεν αμφισβητήθηκε ότι σε πολλές περιπτώσεις πλησίασε την κατοικία του κατηγορούμενου και διαπίστωσε ότι τα γαυγίσματα προέρχονταν από τους σκύλους που διατηρούνται εκεί. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι από το διαμέρισμα της έχει οπτική επαφή προς το χώρο που βρίσκονται οι σκύλοι και όταν αυτοί γαύγιζαν τους έβλεπε. Υποστήριξε πως η οχληρία προκαλείτο περισσότερο από το μεγαλύτερο από τους δύο σκύλους ο οποίος άρχιζε πρώτος να γαυγίζει και ακλουθούσε ο μικρός με αποτέλεσμα να γίνεται, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, πανδαιμόνιο. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις η ΜΚ2, απάντησε ότι δεν χρονομέτρησε πόσο διαρκούσε κάθε φορά το γαύγισμα των σκύλων. Ήταν η θέση της ότι γαύγιζαν για κάποιο χρονικό διάστημα σταματούσαν και μετά ξανάρχιζαν. Αυτό όπως ισχυρίσθηκε επαναλαμβανόταν πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μέρας και της νύκτας με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ησυχάσει. Ανέφερε επίσης χωρίς να αμφισβητηθεί ότι από το γαύγισμα των σκύλων ενοχλούνταν και άλλοι κάτοικοι της περιοχής. Συγκεκριμένα μάλιστα αναφέρθηκε σε κάποιο Ρώσο ένοικο της πολυκατοικίας στην οποία διαμένει και η ίδια μαζί με τον οποίον σε κάποιο στάδιο επισκέφθηκαν την αστυνομία και υπέβαλαν σχετική καταγγελία. Η ΜΚ2 άφησε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε οτιδήποτε της ζητήθηκε με ειλικρίνεια, ευθύτητα και αυθορμητισμό, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Η αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από την υπεράσπιση δεν κατέστη δυνατό να κλονίσει την αξιοπιστία της. Ήταν πειστική και ειλικρινής αναφερόμενη στην οχληρία που προκαλούσαν οι σκύλοι του κατηγορούμενου και δεν μου έχει αφήσει την παραμικρή αμφιβολία ότι το παράπονο που υπέβαλε για την πρόκληση της οχληρίας αυτής ήταν γνήσιο, χωρίς να υπάρχουν πίσω από αυτό οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα. Εξίσου πειστική ήταν και όταν δήλωνε με βεβαιότητα πως τα δυνατά και συχνά γαυγίσματα που προκαλούσαν την οχληρία προέρχονταν από τους σκύλους του κατηγορούμενου. Με σκοπό να επισφραγίσει την βεβαιότητα της αυτή μπορεί με κάποιες από τις δηλώσεις της να ακούστηκε κάπως υπερβολική, αλλά αποδέχομαι τις θέσεις της αφού προσεγγίζοντας τις μέσα από το ενιαίο σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει πως η ίδια ήταν σε θέση να διαπιστώσει το γεγονός αυτό προσωπικά. Ανέφερε ότι είναι αγιογράφος και εργάζεται στο σπίτι της. Επανειλημμένα διαπίστωσε πως τα ενοχλητικά γαυγίσματα προέρχονταν από τους συγκεκριμένους σκύλους κάτι που άλλωστε όπως ισχυρίστηκε συνεχίζεται ακόμα και μέχρι σήμερα. Κάποιες φορές πλησίασε το σπίτι του κατηγορούμενου αλλά και από το διαμέρισμα της είχε οπτική επαφή και έβλεπε τους σκύλους όταν αυτοί γαύγιζαν. Κάτω από αυτά τα δεδομένα και ενόψει του ότι η οχληρία προκαλείτο επί καθημερινής βάσης μπορούσε πλέον η ίδια να αντιληφθεί ότι τα δυνατά και συχνά γαυγίσματα κάθε φορά προέρχονταν από τους σκύλους που διατηρεί στην κατοικία του ο κατηγορούμενος. Αναφέροντας ότι και άλλοι κάτοικοι της περιοχής ενοχλούνταν από το γαύγισμα των σκύλων του κατηγορούμενου προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία η οποία ναι μεν αποτελεί μαρτυρία η οποία δεν αποκλείεται πλέον μόνο για το λόγο αυτό, η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο νόμο, Κεφ.
- Στη συγκεκριμένη περίπτωση το μέρος αυτό της μαρτυρίας της γίνεται αποδεκτό λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τη μάρτυρα αφού και για το αναφερόμενο ζήτημα ήταν συνεπής στις δηλώσεις της και η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Στη βάση των πιο πάνω αποδέχομαι ότι η ΜΚ2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος (ΜΥ1) κατά την ένορκη κατάθεση του δεν αρνήθηκε ότι είναι ο ιδιοκτήτης των δύο αναφερόμενων σκύλων. Ανέφερε ότι ο ίδιος και η σύζυγος του εργάζονται και λείπουν αρκετές ώρες από το σπίτι αλλά ουδέποτε διαπίστωσε ότι οι σκύλοι του προκάλεσαν οχληρία με το γαύγισμα τους αφού όπως υποστήριξε γαυγίζουν φυσιολογικά. Συγκεκριμένα οι σκύλοι του γαυγίζουν όταν ακούνε άλλους σκύλους να γαυγίζουν ή όταν πλησιάζει κάποιος το σπίτι του κάτι που έγινε αρκετές φορές. Αναφέρθηκε περαιτέρω συγκεκριμένα σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι σκύλοι του γαύγιζαν έντονα. Ενώ ισχυρίσθηκε πως ουδέποτε δέχθηκε παράπονο ότι οι σκύλοι του προκάλεσαν οχληρία, εντούτοις, ανέφερε ότι πολλές φορές στο παρελθόν δέχθηκε τηλεφωνήματα και επισκέψεις της αστυνομίας σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Κατά την κυρίως εξέταση του βασιζόμενος σε συγκεκριμένους μαθηματικούς τύπους αναφέρθηκε στην εξασθένηση του ήχου ανάλογα και σε σχέση με την απόσταση. Ανέπτυξε μία θεωρητική προσέγγιση βάση κάποιων δεδομένων, τα οποία δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς στο Δικαστήριο, για να καταλήξει και να πει ότι ο ήχος από το γαύγισμα των σκύλων του μέχρι να φθάσει στο σημείο που βρίσκεται το υπνοδωμάτιο της παραπονούμενης μειώνεται στα 54 decibels. Με βάση δε κάποιους πίνακες που κατάθεσε στο Δικαστήριο υποστήριξε πως πρόκειται για την ίδια ένταση του ήχου που αποδίδει η κίνηση σε κάποιο δρόμο ή μία συζήτηση. Για το μέρος αυτό της μαρτυρίας του κατηγορούμενου θα πρέπει αφενός να σημειωθεί ότι, όπως και ο ίδιος αποδέχθηκε, δεν έχει την απαιτούμενη εμπειρογνωμοσύνη σε τέτοια ζητήματα. Συνεπώς η κατάληξη δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι τα όσα υποστήριξε δεν τεκμηριώνονται από επιστημονική μαρτυρία και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Αφετέρου, εύλογα διερωτάται κανείς, για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος προσπάθησε να πείσει για το μέγεθος της ένταση του ήχου που αποδίδουν τα γαυγίσματα των σκύλων του αφού κατά τα άλλα η θέση που προσπάθησε να υποστηρίξει είναι ότι οι σκύλοι του γαυγίζουν φυσιολογικά, ελάχιστες φορές και ουδέποτε προκάλεσαν οχληρία. Κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε ότι σε κάποιες περιπτώσεις έτυχε και ο ίδιος να ξυπνήσει το βράδυ από τα γαυγίσματα των σκύλων του επειδή κάποιοι προσπάθησαν να πλησιάσουν την κατοικία του. Ανέφερε επίσης ότι έξω από το σπίτι του υπάρχει πεζόδρομος στον οποίο διακινείται κόσμος σε διάφορες ώρες της μέρας και της νύκτας, κάτι που αναφέρθηκε και από τους μάρτυρες υπεράσπισης. Κάτι που επίσης αφήνει αμφιβολίες σε σχέση με τη βεβαιότητα του πως οι σκύλοι του ουδέποτε προκάλεσαν οχληρία είναι και η δήλωση του ότι τις ώρες που ο ίδιος βρισκόταν στη εργασία του και έλειπε από το σπίτι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν οι σκύλοι του γαύγιζαν. Ο κατηγορούμενος με όσα ανέφερε κατά την ένορκη κατάθεση του δεν με έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής που προσπάθησε να υποστηρίξει, ότι δηλαδή οι σκύλοι του ουδέποτε προκάλεσαν ανησυχία στη περιοχή, την οποία συνεπώς και απορρίπτω. Οι θέσεις του όπως περιγράφονται πιο πάνω, δεν κρίνονται ικανές να καταρρίψουν την αντίθετη εκδοχή της ΜΚ2 που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ούτε και οι μάρτυρες υπεράσπισης με έπεισαν με τα λεγόμενα τους ότι έλεγαν την αλήθεια προσπαθώντας να υποστηρίξουν ότι οι σκύλοι του κατηγορούμενου ουδέποτε προκάλεσαν οχληρία με το γαύγισμα τους. Δεν θεωρώ ότι υπήρξαν αντικειμενικοί μάρτυρες αλλά αντίθετα μου άφησαν την εντύπωση ότι σκοπός της παρουσίας τους στο δικαστήριο ήταν για να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης τους ως επί το πλείστον μιλούσαν γενικά, αόριστα και χωρίς να κάνουν συγκεκριμένα αναφορά στον επίδικο χρόνο. Συνεπώς η μαρτυρία τους όπως συνοπτικά περιγράφεται πιο κάτω δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ο ΜΥ2 διαμένει σε κατοικία δίπλα από την κατοικία του κατηγορούμενου. Είναι και ο ίδιος ιδιοκτήτης δύο σκύλων και μεταξύ του και του κατηγορούμενου υπάρχει τόσο φιλική όσο και συγγενική σχέση. Ενώ προσπάθησε να υποστηρίξει ότι οι σκύλοι του κατηγορούμενου ουδέποτε προκάλεσαν ανησυχία με το γαύγισμα τους λέγοντας ότι αυτοί γαυγίζουν φυσιολογικά, εντούτοις, κατά την αντεξέταση του δεν αρνήθηκε ότι υπήρξαν περιπτώσεις που άκουσε τους σκύλους του κατηγορούμενου να γαυγίζουν πιο έντονα. Παράλληλα ερωτηθείς σχετικά δήλωσε πως δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο οι σκύλοι του κατηγορούμενου γαύγιζαν τις ώρες που ο ίδιος βρισκόταν στην εργασία του και έλειπε από το σπίτι ,δηλαδή, σύμφωνα με τα λεγόμενα του από τις 07.00 το πρωί μέχρι τις 19.00 το βράδυ. Η ΜΥ 3 είναι 70 ετών δεν εργάζεται και διαμένει στην πολυκατοικία που διαμένει και η παραπονούμενη αλλά σε διαφορετικό όροφο. Στον ίδιο όροφο με την ίδια διαμένει και η πεθερά του κατηγορούμενου με την οποία κάποτε πίνουν καφέ και είναι το πρόσωπο που την ενημέρωσε για την παρούσα υπόθεση. Προφανώς για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο υποστήριξε πως ακούει τα γαυγίσματα των σκύλων του κατηγορούμενου αλλά η ίδια προσωπικά δεν ενοχλείται. Ενώ αρνήθηκε πως έχει φιλικές σχέσεις με την οικογένεια του κατηγορούμενου εντούτοις ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η κόρη του κατηγορούμενου αγαπά πολύ τον ένα από τους δύο σκύλους και συγκεκριμένα τον μικρό με τον οποίο πολλές φορές κοιμούνται μαζί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 18 (ε)(i) του Νόμου 184
(1)/2002 στο οποίο στηρίζεται η υπό εξέταση κατηγορία προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: Οποιοδήποτε πρόσωπο (α) ... ... ... ... ... ... ... ... (ε) επιτρέπει η ανέχεται όπως ο σκύλος του οποίου είναι ιδιοκτήτης ή τον οποίο έχει κάτω από τη φροντίδα του (
- i)προξενεί θόρυβο με ηχηρό και συνεχές γαύγισμα που προκαλεί οχληρία στο κοινό. (
- ii)... ... ... ... ... ... ... .. Είναι ένοχο αδικήματος ... ... ... ... ... ... ... .. Σύμφωνα με το άρθρο 2, στην έννοια του σκύλου για τους σκοπούς του νόμου, συμπεριλαμβάνεται κάθε σκύλος οιαδήποτε φυλής και γένους, ηλικίας άνω των τριών μηνών. Αποτελεί γεγονός ότι εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν δόθηκε καμία άμεση μαρτυρία σε σχέση με την ηλικία των σκύλων του κατηγορουμένου στοιχείο που απαιτείται και για την απόδειξη της κατηγορίας. Εντούτοις από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας τεκμαίρεται αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι οι σκύλοι του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας πέραν των 3 μηνών για τους οποίους σύμφωνα και με την κατάθεση του ημερομηνίας 3.11.12 είχε εξασφαλίσει και τις απαιτούμενες άδειες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας ο κατηγορούμενος μεταξύ Φεβρουαρίου του 2011 και Οκτωβρίου του 2012 στη Γερμασόγεια της επαρχίας Λεμεσού ενώ ήταν ιδιοκτήτης δύο σκύλων επέτρεψε και ή ανέχθηκε να προκαλέσουν θόρυβο δια ηχηρών και συνεχών γαυγισμάτων τα οποία προκάλεσαν οχληρία στο κοινό. Παρά το ότι δεν έχει εγερθεί από την υπεράσπιση, έχει προβληματίσει το Δικαστήριο, κατά πόσο η διατύπωση του κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα το σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα που καλύπτουν οι λεπτομέρειες του αδικήματος το καθιστά ελαττωματικό και πολλαπλό. Ενώ μία κατηγορία απευθύνεται στον κατηγορούμενο, οι λεπτομέρειες παραπέμπουν λόγω του χρόνου που χρησιμοποιείται σε επαναληπτική συμπεριφορά. Βοηθητική για το ζήτημα είναι πιστεύω η απόφαση στην υπόθεση Σ.Π. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 207/13 ημερομηνίας 25.6.14 όπου ο εφεσείων κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε σε μία μοναδική κατηγορία ότι επιτέθηκε ασέμνως εναντίον γυναικός κατά παράβαση των άρθρων 151 και 35 του Ποινικού Κώδικα. Οι λεπτομέρειες της κατηγορίας αφορούσαν την κατ' ισχυρισμό παράνομη συμπεριφορά του εφεσείοντα για την χρονική περίοδο μεταξύ 13.12.1993 και 7.8.2012. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση της πλευράς του Εφεσείοντα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του ένα ελαττωματικό λόγω πολλαπλότητας κατηγορητήριο το οποίο « ήταν ιδιαιτέρως καταπιεστικό για τον εφεσείοντα, ο οποίος δεν μπορούσε να αντικρούσει τις πράξεις που του αποδίδονταν αφού δεν μπορούσε να τις συνδυάσει με συγκεκριμένες ημερομηνίες, χρονικά διαστήματα ή γεγονότα». Στην πιο πάνω απόφαση μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα που πιστεύω δίνουν απάντηση στο εξεταζόμενο ζήτημα και στην παρούσα περίπτωση: «Η ουσία του θέματος είναι άλλη. Όπως το θέτει ο Archbold - ανωτέρω - σελ. 1045, παρ. 7-78, ακόμη και ένα πάσχον από πολλαπλότητα κατηγορητήριο δεν υπόκειται κατ΄ ανάγκη σε ακύρωση εκτός και εάν είναι ανασφαλές, (R. v. Levantiz
(1999)1 Cr.App.R. 465), υπόθεση η οποία αφορούσε, όπως και εδώ, στην ουσία ένα κανονικό κατηγορητήριο, αλλά η μαρτυρία που δόθηκε αποκάλυπτε δύο ή περισσότερα αδικήματα. Η σύγχρονη τάση και αντίληψη είναι ο κατηγορούμενος να μην είναι αντιμέτωπος με κατηγορίες που δεν του γνωστοποιήθηκαν δεόντως ώστε να μην γνωρίζει τι θα αντιμετωπίσει στη δίκη και να υπερασπίσει εαυτόν αναλόγως. Αυτή είναι και η επιταγή του Άρθρου 6
(3)(α) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως λέχθηκε και στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας - ανωτέρω - για να υπάρχει ουσιώδης επίπτωση επί του ασφαλούς της καταδίκης πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να έχει παραπλανηθεί κατά ουσιώδη τρόπο. Υπάρχει δε πάντοτε η δυνατότητα αναζήτησης λεπτομερειών επί του κατηγορητηρίου και κατά πόσο υπήρξε παραπλάνηση ή αδικία συνεξετάζεται και με το κατά πόσο ζητήθηκαν τέτοιες λεπτομέρειες έχοντας ταυτόχρονα υπόψη και όλες τις άλλες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον κατηγορούμενο μέσα από καταθέσεις, υλικό κατά την προανάκριση, όπου υπάρχει, μαρτυρία πριν την έναρξη της δίκης κ.ά., (Akritas v. Regina 20 C.L.R. 110, Loizou and Pikis: Criminal Procedure in Cyprus σελ. 47 και Archbold - ανωτέρω - σελ. 1045, παρ. 7-76). Στην R. v. Donnelly
(1998)Cr. App. R. 131, το Εφετείο δεν ακύρωσε την καταδίκη όπου η μαρτυρία αποκάλυπτε περισσότερα του ενός αδικήματα, όπου δεν υπήρξε ένσταση στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Και η R. v. Shore - ανωτέρω - επεξηγήθηκε στην R. V. Rackham
(1997)2 Cr. App. 222, ότι η ουσία της είναι ότι όπου ο κατηγορούμενος επιλέγει να αντιμετωπίσει γενικές κατηγορίες χωρίς ένσταση, όπως έγινε και εδώ, δεν μπορεί με ευκολία να εγείρει ζήτημα έλλειψης συγκεκριμενοποίησης ενώπιον του Εφετείου. Στην R. V. Rackham ακυρώθηκε η καταδίκη για άσεμνες επιθέσεις εναντίον παιδιών σε μια μεγάλη χρονική περίοδο, όταν το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε αίτημα για καλύτερες λεπτομέρειες των συμβάντων στις διάφορες κατηγορίες. Εδώ δεν ζητήθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες πριν ή κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης πρωτοδίκως. Η θέση του εφεσείοντος κατά τη δική του ένορκη μαρτυρία, αλλά και η αντεξέταση της παραπονούμενης από το συνήγορο του, ήταν σταθερά ότι ουδέποτε έγιναν οι άσεμνες επιθέσεις καθ΄ όλη τη διάρκεια της περιόδου που αναφερόταν στο κατηγορητήριο και ότι κίνητρο της ήταν η εκδίκηση για τη βάναυση συμπεριφορά της συζύγου του εφεσείοντος έναντι της. Και περαιτέρω η απωθημένη αντίδραση, θυμός και έμμεση εκδίκηση για τη δική της μητέρα.» Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος επέτρεψε ή ανέχθηκε οι σκύλοι του να προκαλέσουν θόρυβο. Θεωρώ όμως ότι δεν πρόκειται για διαφορετικά μεταξύ τους αδικήματα, έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα πολλαπλότητας της κατηγορίας. Ο διαζευκτικός τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένη η παράγραφος (ε) του άρθρου 18, συγκεκριμένα η χρήση της φράσης «επιτρέπει ή ανέχεται», δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας ότι δεν πρόκειται για δύο διαφορετικά μεταξύ τους αδικήματα αλλά για ένα και το αυτό αδίκημα. Επανερχόμενη στη ουσία της υπόθεσης, αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ιδιοκτήτης και είχε κάτω από τη φροντίδα του δύο συνολικά σκύλους οι οποίοι στεγάζονταν σε χώρο της κατοικίας του σε περιοχή της Γερμασόγειας της επαρχίας Λεμεσού όπου διαμένει και η ΜΚ2. Αποτελεί επίσης αποδεκτό γεγονός ότι η συγκεκριμένη περιοχή είναι κατοικημένη περιοχή. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ2, κατά τον ως άνω επίδικο χρόνο οι σκύλοι του κατηγορούμενου σε συχνά μεταξύ τους χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της μέρας και της νύκτας γαύγιζαν δυνατά, συνεχόμενα και ενοχλητικά με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η ποιότητα της καθημερινής ζωής της. Σύμφωνα επίσης με τη μαρτυρία της από το γαύγισμα των σκύλων ενοχλούνταν και άλλοι κάτοικοι της περιοχής. Με βάση τα ως άνω ευρήματα μου, συμπερασματικά καταλήγω ότι το συχνό και δυνατό γαύγισμα των σκύλων του κατηγορουμένου κατά την επίδικη χρονική περίοδο προκάλεσε οχληρία στην συγκεκριμένη περιοχή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η δημόσια φύση της οχληρίας όπως προνοείται στο άρθρο 18 (ε)(i) εφόσον η μαρτυρία για την πρόκληση οχληρίας από το γαύγισμα των δύο σκύλων του κατηγορούμενου προέρχεται μόνο από την ΜΚ2. Στην απόφαση Σάββας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 216 με αναφορά στον Russel on Crime, 12η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 1387 εξηγείται τι συνιστά οχληρία και πώς διαχωρίζεται η κοινή ή δημόσια οχληρία από την ιδιωτική. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «Η οχληρία ή η ενόχληση σημαίνει οτιδήποτε το οποίο προκαλεί βλάβη, στεναχώρια ή ζημιά. Οι οχληρίες είναι δύο ειδών: δημόσια ή κοινή οχληρία η οποία επηρεάζει ουσιωδώς το κοινό, και αποτελεί ουσιώδη ενόχληση για όλους τους υπηκόους ....και ιδιωτική οχληρία η οποία μπορεί να προσδιοριστεί σαν οτιδήποτε το οποίο προκαλεί ουσιαστική ανησυχία και ενόχληση, σε οποιοδήποτε άτομο κατά την χρήση για συνηθισμένους σκοπούς της κατοικίας του ή της περιουσίας του.» Στην πιο πάνω απόφαση στην οποία εξεταζόταν κατηγορία δυνάμει του άρθρου 186 του Ποινικού Κώδικα, αποφασίστηκε ότι η δυσοσμία από τα επίδικα λύματα σε περιοχή που υπήρχε κτίριο της Αρχής Βιομηχανικής Κατάρτισης, όπου εργάζονταν δεκάδες άτομα, η εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα και άλλες ιδιωτικές κατοικίες ήταν αισθητή, ενοχλητική και ανυπόφορη. Η μαρτυρία αυτή λέχθηκε πως ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νομολογίας. Περαιτέρω και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην εν λόγω υπόθεση η σχετική μαρτυρία δεν προερχόταν από μόνο ένα άτομο, λέχθηκε πως δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία προέρχεται από πολλά άτομα αλλά αυτό που έχει σημασία είναι η ποιότητα της μαρτυρίας. Ουσιαστικά εκείνο που προκύπτει είναι ότι πρέπει να καθίσταται σαφές από τη μαρτυρία ότι η οποιαδήποτε φύση οχληρίας επηρεάζει την ποιότητα της ζωής των κατοίκων της περιοχής ασχέτως αν προέρχεται και μόνο από ένα άτομο όπως και στην προκειμένη περίπτωση. Έχοντας κατά νου όλα όσα περιγράφω πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία της υπό εξέταση κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Ref.peri skilon nomos cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο