ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Γεώργιος Κονναρής, Αρ. Υπόθεσης: 27214/12, 17/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27214/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Γεώργιος Κονναρής Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17/4/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Χρίστια Κυθραιώτου Για τον κατηγορούμενο: κος Γιώργος Λουιζίδης Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 10 κατηγορίες μετά και την τροποποίηση που έλαβε χώρα στις 4/3/2014 και την διακοπή τριών εκ των κατηγοριών, αλλά και την μετέπειτα διακοπή άλλων δύο κατηγοριών. Στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371, 339 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2009 στην Λεμεσό, συνωμότησε με τον Ηρόδοτο Ηροδότου και την Νίτσα Ηροδότου από την Λεμεσό και τον Goran Vujic από την Σερβία να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή κυκλοφορία πλαστού εγγράφου που συνίστατο στο πιστοποιητικό εκπαίδευσης εις το όνομα του Goran Vujic ημερομηνίας 28/6/2012. Στην δεύτερη κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 3/7/2009 στην Λεμεσό, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι το πιστοποιητικό εκπαίδευσης εις το όνομα του Goran Vujic ημερομηνίας 28/6/2012. Στην τέταρτη κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 372, 110
(2), 111 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 3/7/2009 στην Λεμεσό, συνωμότησε με τον Ηρόδοτο Ηροδότου από την Λεμεσό στην διάπραξη πλημμελήματος, δηλαδή πρόκληση σε ψευδορκία. Στην πέμπτη κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 372, 110
(2), 111 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2009, άλλη από αυτή που αναφέρεται στην τέταρτη κατηγορία στην Λεμεσό, συνωμότησε με τον Ηρόδοτο Ηροδότου από την Λεμεσό στην διάπραξη πλημμελήματος, δηλαδή πρόκληση σε ψευδορκία. Στην έκτη κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης σε ψευδορκία, κατά παράβαση των άρθρων 110
(2), 111 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 9/3/2009 και 3/7/2009 στην Λεμεσό, προκάλεσε τον Goran Vujic από την Σερβία να διαπράξει ψευδορκία την οποία διέπραξε κατά συνέπεια τέτοιας πρόκλησης και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος προκάλεσε το προαναφερόμενο πρόσωπο να καταθέσει ψευδώς κατά την ακροαματική διαδικασία της ποινικής υπόθεσης 10140/2008 αναφορικά με ουσιώδη ζητήματα που εκκρεμούσαν στην εν λόγω διαδικασία. Ως προς τα ουσιώδη ζητήματα η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής διευκρίνησε ότι αυτά άπτονταν στο θέμα της επέμβασης στο σχετικό σύστημα του ξενοδοχείου Four Seasons. Στην ένατη κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 372, 122(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 3/7/2009 την Λεμεσό, συνωμότησε με τον Ηρόδοτο Ηροδότου από την Λεμεσό και τον Goran Vujic από την Σερβία, στην διάπραξη πλημμελήματος, δηλαδή παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία. Στην δέκατη κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 372, 122(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2009, άλλη από αυτή που αναφέρεται στην ένατη κατηγορία στην Λεμεσό, συνωμότησε με τον Ηρόδοτο Ηροδότου από την Λεμεσό και τον Goran Vujic από την Σερβία, στην διάπραξη πλημμελήματος δηλαδή παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία. Στην ενδέκατη κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 3/7/2009 στην Λεμεσό, τέλεσε πράξη η οποία ήταν ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιoνδήποτε τρόπο να επηρεάσει δικαστική διαδικασία στην υπόθεση 10140/2008 και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν δικηγόρος υπεράσπισης στην ποινική υπόθεση 10140/2008 του Ε.Δ. Λεμεσού, παρουσίασε ενώπιον Δικαστηρίου εν γνώση του ψευδή μαρτυρία εκ μέρους της υπεράσπισης, με σκοπό να επηρεάσει την εν λόγω δικαστική διαδικασία. H εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής διευκρίνησε ότι η ψευδής μαρτυρία είναι αυτή του Μ.Κ. 4. Στην 14ην κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της συνωμοσίας για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης, κατά παράβαση του άρθρου 121(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ημερομηνιών 9/3/2009 και 3/7/2009 στην Λεμεσό, συνωμότησε με τους Ηρόδοτο Ηροδότου από την Λεμεσό και Goran Vujic από την Σερβία, να παρουσιαστεί κατά την ακροαματική διαδικασία της ποινικής υπόθεσης 10140/2008 ψευδής μαρτυρία εκ μέρους της υπεράσπισης με σκοπό την ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης. Στην 15ην κατηγορία, αντιμετωπίζει την κατηγορία της χρήσης πλαστού αποδεικτικού στοιχείου, κατά παράβαση του άρθρου 116(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 3/7/2009 στην Λεμεσό, με σκοπό παραπλάνησης του Ε.Δ. Λεμεσού κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης με αρ. 10140/2008, εν γνώσει του χρησιμοποίησε πλαστό αποδεικτικό στοιχείο με μέσα διαφορετικά από ψευδορκία ή πρόκληση σε ψευδορκία, δηλαδή το πιστοποιητικό εκπαίδευσης που αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο στοιχειοθετεί το αυτοτελές αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στην Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από την φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή. Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Giani εναντίον Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 . Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από την στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα και δεν είναι αναγκαίο για την συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από την συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν τον σκοπό της συνωμοσίας είναι αδιάφορο και η ύπαρξη της συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό της συνωμοσίας. Στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παρέμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και συνεπώς ούτε συνωμοσία και το πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους είναι πολύ λεπτή και δεν είναι δυνατό να καθοριστεί και συνεπώς το ζήτημα είναι πραγματικό. Δεν είναι απαραίτητη η απόδειξη της διάπραξης του ουσιαστικού αδικήματος που συμφώνησαν να διαπράξουν οι συνωμότες για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας. Χρειάζεται απαραιτήτως συμφωνία, συναίνεση και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος. Τα ίδια βεβαίως ισχύουν και για τις κατηγορίες που αφορούν την συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, με μόνη βεβαίως διαφορά (εκτός από την νομική βάση που είναι το άρθρο 372 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154) ότι σε εκείνες τις κατηγορίες γίνεται λόγος για πλημμέλημα και όχι για κακούργημα, πλην όμως τα συστατικά στοιχεία είναι ταυτόσημα με αυτά της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος>>. Συνεπώς το εν λόγω άρθρο είναι στενά συνδεδεμένο με το άρθρο 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος πλαστογραφεί έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο, εκτός αν προνοείται διαφορετικά, είναι κακούργημα, αυτός δε υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφημένου, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή>>. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: — Η ύπαρξη πλαστού εγγράφου που είναι σε γνώση του κατηγορουμένου. — Η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου από τον κατηγορούμενο με δόλιο τρόπο. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι για να χαρακτηριστεί ένα έγγραφο πλαστό πρέπει να εμφανίζει γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και να είναι δυνατόν να εξαπατηθεί οιονδήποτε πρόσωπο έλθει σε επαφή μαζί του. Πλαστό είναι το έγγραφο που αλλοιώθηκε χωρίς εξουσία με τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου. Σχετικό είναι το άρθρο 333 του Ποινικού Κώδικα, που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η πλαστογράφηση κάποιου εγγράφου. Όσον αφορά τα κριτήρια για να θεωρηθεί ένα έγγραφο πλαστό, χαρακτηριστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. <<Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original)>>. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Στην εν λόγω υπόθεση διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν πχ είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Σύμφωνα με τους Κανόνες του Αγγλικού Κοινοδικαίου στην Αγγλία πριν από το 1913 σε περιπτώσεις πλαστογραφίας χρησιμοποιόταν η φράση "με πρόθεση καταδολίευσης" (with intent to the fraud). Το 1913 ψηφίστηκε ο Νόμος The Forgery Act 1913 το άρθρο 1
(1)του οποίου προνοεί ότι: "A person is guilty of a forgery if he makes a false instrument, with the intention that he or another shall use it to induce somebody to accept it as genuine, and by reason of so accepting it to do or not to do some act to his own or any other person´s prejudice." Αργότερα τα Αγγλικά Δικαστήρια καθόρισαν την πλαστογραφία ως τη "δημιουργία ενός πλαστού εγγράφου ή αντικειμένου με σκοπό την καταδολίευση". (Βλ. υπόθεση R. v. Parkers and Brown
(1977)2 LEACH 775). Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805 "Put shortly "with intent to defraud" means "with intent to practice a fraud" on someone or other. It need not be anyone in particular. Someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough." Το αδίκημα της πλαστογραφίας μπορεί να αποδειχθεί και σε περιπτώσεις όπου η πρόθεση καταδολίευσης απευθύνεται σε πρόσωπα που κατέχουν δημόσιες θέσεις και τα οποία λόγω της φύσης της θέσης τους δεν μπορούν α υποστούν προσωπικά καμιά οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη. Όπως έχει θέσει το θέμα ο Λόρδος Radaliffe στην υπόθεση Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805: "Of course, as I have said, in ninety-nine cases out of a hundred the intent to deceive one person to his prejudice merely connotes the deceivers intention of obtaining an advantage for himself by inflicting a corresponding loss on the person deceived. In all such cases the economic explanation is sufficient. But in that special line of cases where the person deceived is a public authority or a person holding a public office deceit may secure an advantage for the deceiver without causing anything that can be fairly be called either a pecuniary or an economic injury to a person deceived. If there could be no intent to defraud in the eyes of the law without an intent to inflict a pecuniary or economic injury, such cases aw these could have been punished as forgeries at common law, in which an intent to defraud is an essential element of the offence, yet I am satisfied that they were regularly so treated." Το ερώτημα κατά πόσο σε περιπτώσεις πλαστογραφίας η Κατηγορούσα Αρχή εκτός από την πρόθεση καταδολίευσης πρέπει να αποδείξει και οικονομική ζημιά ή κάποιου είδους βλάβη του προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η πρόθεση καταδολίευσης, εξετάστηκε στην υπόθεση Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 65 όπου υιοθετήθηκε το δικαιολογητικό της Αγγλικής απόφασης Weltham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805. Σύμφωνα με την πιο πάνω Αγγλική απόφαση δεν υπάρχει θέμα διαχωρισμού μεταξύ οικονομικής και άλλης ζημιάς και ο Νόμος εξακολουθεί να είναι ότι η πλαστογραφία στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται ότι η πρόθεση του κατηγορουμένου ήταν να εξαπατήσει με τρόπο που ήταν δυνατό να επιφέρει οικονομική ζημιά ή άλλου είδους βλάβη, όχι απαραίτητα οικονομική. Η Βουλή των Λόρδων επικύρωσε προηγούμενες αποφάσεις βρίσκοντας ότι υπήρχε πρόθεση καταδολίευσης σε υποθέσεις όπου είχαν πλαστογραφηθεί έγγραφα για την απόλυση ενός καταδίκου από τις φυλακές, R. v. Harris
(1833)1 Mood C.C. 393 όταν ένας ναυτικός πλαστογράφησε πιστοποιητικό καλής διαγωγής για να παρακαθήσει σε εξετάσεις, Toshack
(1849)1 Dan 492, και όταν ένας φοιτητής πλαστογράφησε έγγραφα για να επιτύχει την εγγραφή του στο Inner Temple, R. v. Bassay
(1931)Cr. App. R. 168. Αναφορικά με το αδίκημα της έκτης κατηγορίας, σχετική νομοθετική ρύθμιση είναι αυτή του άρθρου 110
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: <<Όποιος προκαλεί άλλο να διαπράξει ψευδορκία, την οποία αυτός που έχει προκληθεί πράγματι τη διαπράττει, κατά συνέπεια τέτοιας πρόκλησης, είναι ένοχος πλημμελήματος, το οποίο καλείται πρόκληση σε ψευδορκία>>. Μέσα από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής ρύθμισης, διαφαίνεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) να υπάρχει πρόκληση από ένα άτομο σε άλλο όπως διαπράξει ψευδορκία Β) το άλλο άτομο να διαπράττει ψευδορκία Γ) η διάπραξη της ψευδορκίας να είναι αποτέλεσμα της πρόκλησης από το άλλο άτομο, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης σύνδεση και ταύτιση της πρόκλησης για ψευδορκία και της ψευδορκίας αυτής καθ΄ εαυτής. Αναφορικά με το αδίκημα της ενδέκατης κατηγορίας, σχετική νομοθετική ρύθμιση είναι αυτή του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη- ............................................................................................................................ (β) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.>> Σχετική επί του θέματος νομολογία, το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από την υπόθεση Κωνσταντίνα Ακκελίδου - ν - Αστυνομίας 2005 2 Α.Α.Δ. σελ.
- Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο όπως παραθέσει αυτούσια μερικά αποσπάσματα από την πιο πάνω υπόθεση και που αφορούν την νομική πτυχή και ερμηνεία του επίμαχου άρθρου. <<Οι απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 122 εισήχθησαν στον Ποινικό Κώδικα της Κύπρου με τον τροποποιητικό Ν. 20/
- Ήταν βέβαια, αρχικά διατυπωμένες στην Αγγλική γλώσσα. Ως εξής: «
- Any person who does any act - (a) calculated, or which is likely, to deter any person from acting in any judicial capacity or in any manner as counsel, witness or party in any judicial proceedings; calculated, or which is likely, to obstruct, or in any way interfere with, any judicial proceedings, is guilty of a misdemeanour and is liable to imprisonment for three years.» Με τον τροποποιητικό N. 41/64, η παράγραφος (β) επεκτάθηκε ώστε να καλύπτει όχι μόνο δικαστικές διαδικασίες αλλά και αστυνομικές έρευνες που διεξάγονται με σκοπό την έναρξη δικαστικής διαδικασίας όπως και άλλες έρευνες διεξαγόμενες βάσει νόμου. Η εν λόγω παράγραφος διατυπώθηκε τότε ολόκληρη στην Ελληνική γλώσσα. Θα ήταν παράξενο αν γινόταν αλλιώς. Το κείμενο ήταν άλλωστε σύντομο και προφανώς δεν υπήρξε ανησυχία ότι προέκυπτε πρόβλημα πιστής απόδοσης του. Αποφεύχθηκε έτσι το φαινόμενο, το οποίο έχουμε ακόμα σε ορισμένες περιπτώσεις, της δημιουργίας μωσαϊκού ως αποτέλεσμα του εμβολιασμού Αγγλικού κειμένου με τροποποιήσεις στην Ελληνική. Είναι κατά την άποψη μας προφανές ότι δεν υπήρξε βούληση νομοθέτησης εξ υπαρχής. Δεν σκοπείτο η μεταβολή εννοιών. Η διάταξη στο άρθρο 122(β) διαβάζεται λοιπόν τώρα ως εξής: «
- Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη - (α) .................................................. .................................................. ................................ (β) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας, ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Επίσης στην ίδια υπόθεση αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: <<Έχουμε τη γνώμη ότι η εν λόγω διάταξη δεν δημιούργησε, είτε με την αρχική της μορφή είτε με την τροποποίηση την οποία υπέστη, αδίκημα άγνωστο ως τότε στο σύστημα μας όπως, για παράδειγμα, συνέβηκε πιο πρόσφατα με το αδίκημα προσβολής της μνήμης τεθνεώτος, το οποίο εισήχθη με τον τροποποιητικό Ν. 10/81ως άρθρο 202Α του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 122 έχει Αγγλικές ρίζες. Αποτελεί μηχανισμό προστασίας της δικαιοσύνης στηριγμένο σε Αγγλικά πρότυπα σκέψης. Δεν είναι λοιπόν νοητή η ερμηνεία του άρθρου 122(β) χωρίς αναφορά στο Αγγλικό σύστημα και τη φιλοσοφία του. Υπενθυμίζουμε γενικότερα και το άρθρο 3 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει για ερμηνευτική προσέγγιση ανάλογη με την Αγγλική. Εισήχθη ως διάταξη γενικής χρήσης διατυπωμένη με ευρύτητα ώστε να καλύπτει μεγάλο φάσμα ποινικών καταφρονήσεων τις οποίες κατέγραφε η νομολογία του κοινού δικαίου, όπως και μέρος τουλάχιστον ορισμένων άλλων περιπτώσεων σε σχέση με τις οποίες είχαν θεσπιστεί στην Αγγλία νομοθετικές απαγορεύσεις. Δεν ήταν η πρώτη νομοθεσία σ΄ αυτό τον τομέα στην Κύπρο. Είχαν ήδη μεταφερθεί και ενταχθεί στους εκάστοτε περί Δικαστηρίων Νόμους διάφορες τέτοιου είδους απαγορεύσεις, αρχικά ως καταφρονήσεις που αντιμετωπίζονταν από το δικαστήριο συνοπτικά - βλ. The Cyprus Courts of Justice Order 1882 - και από το 1949 ως ποινικές διατάξεις: βλ. Ν. 7/49, Ν. 40/53, Ν. 66/55, Ν. 31/58, Ν. 14/
- Σύγκριση μεταξύ εκείνων των διατάξεων και του άρθρου 122(β) ως διάταξης του Ποινικού Κώδικα, αποκαλύπτει έλλειψη ορθολογικού νομοθετικού σχεδιασμού. Ίσως να είναι καιρός για αναθεώρηση. Το πρακτικό πάντως αποτέλεσμα της σύγκρισης του άρθρου 122(β) με τις ποινικές διατάξεις στους περί Δικαστηρίων Νόμους, με τις οποίες διαπλέκεται, είναι ότι σε σχέση με το άρθρο 122(β) χρειάζεται οπωσδήποτε η απόδειξη και υποκειμενικής υπόστασης. Αυτού του είδους διατάξεις, που απαγορεύουν πράξεις ή συμπεριφορές με ευρεία διατύπωση και με ακαθόριστη διαβάθμιση, παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία ερμηνείας. Μια τέτοια απασχόλησε πρόσφατα το Εφετείο στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Μάρκου, Ποιν. Εφ. 7614 ημερ. 2 Φεβρουαρίου 2005, όπου προσδιορίσαμε περιοριστικά την ποινική απαγόρευση. Επρόκειτο εκεί για το άρθρο 16
(1)(β) του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου του 1974 (Ν. 38/74)του οποίου η λεκτική ευρύτητα εμφανιζόταν να ποινικοποιούσε ακόμα και την πιο αθώα κατασκευή παιδικού παιχνιδιού, το ίδιο όπως και του πιο φοβερού φονικού όπλου. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σκοπός του υπό αναφορά Νόμου είναι η προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Με αυτόν, ρυθμίζεται, γενικά, η κατοχή και η χρήση πυροβόλων ή άλλων αντικειμένων, η χρήση των οποίων δημιουργεί τον κίνδυνο που ο νομοθέτης θέλησε να αποτρέψει. Ο τίτλος, κάτω από τον οποίο βρίσκεται το Άρθρο 16
(1)(β) του Νόμου - «ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ, ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΠΥΡΟΒΟΛΩΝ ΟΠΛΩΝ» - καταδεικνύει ακριβώς ότι η διάταξη θα πρέπει ερμηνευτικά να προσεγγιστεί κατά τρόπο ώστε να εξυπηρετείται ο σκοπός του νομοθετήματος, που δεν είναι άλλος από του να απαγορεύσει πυροβόλα όπλα και αντικείμενα, χρησιμοποιούμενα έξω από τις συνήθεις δραστηριότητες με δυνατότητα επαγωγής δυσμενών αποτελεσμάτων σε ζωή ή περιουσία.» Χρειάζεται παρομοίως και εδώ μια ερμηνεία που να αναδεικνύει, με αναφορά στις πραγματικότητες και τις ανάγκες, τον αληθινό σκοπό της διάταξης η οποία νόημα έχει μόνο εφόσον θεωρηθεί ότι αποβλέπει στην ποινικοποίηση ορισμένης συμπεριφοράς ως βλαπτικής για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Προχωρούμε αναλυτικότερα. Όπως είπαμε, το ελληνικό κείμενο της υπό αναφορά διάταξης αποβλέπει στη μετάδοση του νοήματος του αγγλικού. Η λέξη «calculated», που μεταφράστηκε με τη λέξη «προορισμένη», έχει στη συνηθισμένη της τώρα χρήση την έννοια της στόχευσης, δηλαδή του υπολογισμού στον οποίο προβαίνει κανείς ώστε η πράξη του να επιφέρει συγκεκριμένο, επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ωστόσο, στο κοινό δίκαιο δεν είχε νομικώς αυτή την έννοια. Είχε την έννοια του απλού ενδεχομένου. Ήταν συνώνυμη με το «tending or likely to». Η έννοια της λέξης εξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα «Arlidge, Eady & Smith on Contempt» 2η έκδοση
(1999)σελ. 292: «The nature of contempt as understood at common law was that it consisted in an act (or possibly an omission) calculated to interfere with the due administration of justice. "Calculated" in ordinary parlance may import a notion of intention or premeditation. This was no part of its meaning in the common law. Indeed, in the context of contempt, it has long been clear that publication calculated to prejudice the fair trial of a pending case was at common law an offence of strict liability. In the eighteenth and early nineteenth centuries the word "calculated" was used as meaning no more than "tending or likely to". In the result the net of contempt was spread wide, and this prevented, for example, virtually all ex parte statements about a case, and any discussion of the merits of pending litigation.» Το ίδιο ερμηνεύθηκε αυτή η λέξη και σε άλλους τομείς. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι από την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση McDowell v. Standard Oil Company (New Jersey)
(1927)AC 632 (σελ. 637): «.. it has been long ago decided, and is quite clear, that the words "calculated to deceive" which are found in s. 11 of the Trade Marks Act, 1905, do not mean "intended to deceive" but "likely (or reasonably likely) to deceive or mislead the trade of the public".» Φαίνεται λοιπόν ότι στην προκείμενη περίπτωση, πράξη «προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να .....» είναι πράξη που έχει εξ αντικειμένου κάποια τάση. Σύμφωνα δε με τα υπόλοιπα που συμπληρώνουν το actus reus, η τάση αυτή πρέπει να είναι «.... να παρεμποδίσει ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπον επηρεάσει οιανδήποτε δικαστικήν διαδικασίαν ....». Το actus reus δεν είναι λοιπόν η οποιαδήποτε πράξη. Είναι η πράξη με τη συγκεκριμένη τάση. Πρέπει, επομένως, να ερμηνεύσουμε και την έννοια της παρεμπόδισης και του επηρεασμού. Θεωρούμε ότι η σύγχρονη Αγγλική αντιμετώπιση περιπτώσεων όπου ακόμα προβλέπεται αυστηρή ευθύνη, παρέχει χρήσιμο σημείο αναφοράς, ένα μέτρο σύγκρισης. Έχουμε συγκεκριμένα υπόψη τις περιπτώσεις ποινικής καταφρόνησης με δημοσιεύματα. Αυτές ρυθμίστηκαν με το Contempt of Court Act 1981 ύστερα από την υπόδειξη, στην οποία προέβη η Επιτροπή Phillimore λίγο πιο πριν, ότι η απαγόρευση ανεπιθύμητης παρέμβασης (interference) θα πρέπει να αφορά σε δυσμενή επηρεασμό και παρακώληση (prejudice and obstruction) της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με το άρθρο 2
(2)του εν λόγω νομοθετήματος, ακόμα και ο αυστηρός κανόνας ευθύνης αμβλύνεται. Ισχύει μόνο εφόσον δημιουργείται ουσιαστικός κίνδυνος - ερμηνεύτηκε να μη σημαίνει μεγάλος - ότι η πορεία της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη διαδικασία θα εμποδιστεί ή θα επηρεαστεί σοβαρά: «..... substantial risk that the course of justice in the proceedings in question will be seriously impeded or prejudiced». Αυτά βέβαια προσδιορίζουν το actus reus. Mens rea δεν χρειάζεται εκεί. Ο δράστης είναι ένοχος εφόσον πρόκειται για εκούσια πράξη, όπως την προσδιορίζει η διάταξη, ανεξάρτητα από πρόθεση. Βλέπουμε λοιπόν ότι, ακόμα και σε περιπτώσεις αυστηρής ευθύνης, απαιτείται πλέον ο εξ αντικειμένου κίνδυνος σοβαρού επηρεασμού ή παρακώλησης της δικαιοσύνης. Δεν θα μπορούσαμε εμείς, ερμηνεύοντας τη δική μας διάταξη, στη βάση γενικών αρχών παρόμοιων με εκείνων που υποθεμελιώνουν το Αγγλικό νομοθέτημα, να αποκλίνουμε προς το αυστηρότερο. Αυτά σε ό,τι αφορά την αντικειμενική υπόσταση. Πρέπει κάτι να πούμε και για την υποκειμενική υπόσταση. Ειδική πρόθεση δεν χρειάζεται. Θα χρειαζόταν μόνο εφόσον προβλεπόταν ρητά. Δεν συμβαίνει εδώ αυτό. Η περί του αντιθέτου εισήγηση του συνηγόρου της εφεσείουσας οφείλεται στο ότι εκλήφθηκε το actus reus ως mens rea. Εν προκειμένω, δεν απαιτείται παρά μόνο βασική πρόθεση. Η οποία, γενικά, θα πρέπει να συνοδεύει την κάθε πτυχή του actus reus, εκτός όπου ο δράστης γνώριζε πως η πράξη του ήταν ηθικά μεμπτή αλλά δεν έχουμε εδώ τέτοια περίπτωση. Η έννοια της πρόθεσης μπορεί να οριστεί με διάφορους τρόπους, ανάλογα και με τη μορφή που προσλαμβάνει. Για τις ανάγκες της προκείμενης περίπτωσης θεωρούμε πως εξυπηρετεί η συνοπτική περιγραφή την οποία βρίσκουμε στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice 39η έκδοση, παράγραφος 1441e. Συνίσταται στα εξής: Πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει• και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Και βέβαια η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο: Πρόκειται και πάλι για κανόνα του κοινού δικαίου που εξηγείται με λεπτομέρεια στη Hyam v. D.P.P.
(1974)2 All E.R. 41. Βρίσκεται και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154: «Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη. Πρόθεση, για να την εξηγήσουμε με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη. Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση. Δεν προεξοφλούν όμως το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη. Η πρόσφατη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. G and Another
(2003)4 ALL ER 765, σε σχέση με το υποκειμενικό στοιχείο στην περίπτωση αλόγιστης συμπεριφοράς, παρέχει ισχυρή επιβεβαίωση αυτής της επισήμανσης. Υπήρξε λοιπόν πρωτοδίκως εσφαλμένη αυτοκαθοδήγηση ως προς την υποκειμενική υπόσταση αφού το Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση αποκλειστικά «μέσα από μια αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων». Αναφορικά με το αδίκημα της 14ης κατηγορίας , σχετική είναι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 121(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Διαπράττει πλημμέλημα όποιος- (α) συνωμοτεί με άλλο να κατηγορήσουν ψευδώς άλλο για κάποιο έγκλημα ή να διαπράξουν ο,τιδήποτε για παρεμπόδιση, αποτροπή, εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης>> Μέσα από το λεκτικό του πιο πάνω νόμου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) θα πρέπει να υπάρχει συνωμοσία εν τη εννοία που έχει αναφερθεί πιο πάνω Β) αντικείμενο της συνωμοσίας θα πρέπει να είναι είτε η ψευδής κατηγορία εναντίον άλλου προσώπου για κάποιο έγκλημα ή αντικείμενο της συνωμοσίας να είναι η διάπραξη οτιδήποτε με σκοπό την παρεμπόδιση, αποτροπή, εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης.>> Αναφορικά με το αδίκημα της 15ης κατηγορίας, σχετική είναι η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 116(β) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: << Όποιος, με σκοπό παραπλάνησης Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία- ............................................................................................................................ (β) εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό αποδεικτικό στοιχείο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων>>. Μέσα από το λεκτικό της πιο πάνω ρύθμισης, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) η χρησιμοποίηση αποδεικτικού στοιχείου Β) το αποδεικτικό στοιχείο να είναι πλαστό Γ) να υπάρχει γνώση από το άτομο που χρησιμοποιεί το αποδεικτικό στοιχείο ότι αυτό είναι πλαστό Δ) να υπάρχει σκοπός παραπλάνησης του Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία, ήτοι να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν γνώση χρήσης πλαστού αποδεικτικού στοιχείου και του σκοπού παραπλάνησης του Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία. Εν κατακλείδι, πολύ ουσιαστική είναι η νομοθετική ρύθμιση αναφορικά με την απόδειξη του αδικήματος της ψευδορκίας για το οποίο έχει γίνει ειδική αναφορά πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα το Δικαστήριο παραπέμπει στις πρόνοιες του άρθρου 112 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: <<Κανένας δεν δύναται να καταδικαστεί για ψευδορκία ή για πρόκληση σε ψευδορκία αποκλειστικά και μόνο με βάση τη μαρτυρία ενός προσώπου ως προς το ψευδές οποιασδήποτε κατάθεσης για την οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι ψευδής.>> Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο δεν θα παραθέσει βεβαίως αυτολεξεί την δοθείσα προφορική και γραπτή μαρτυρία που είναι ομολογουμένως ογκώδης, πλην όμως το Δικαστήριο θα παραθέσει όσο το δυνατόν πιο συνοπτικά τον πυρήνα της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από κάθε ένα μάρτυρα ξεχωριστά και θα γίνεται ειδική αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης για να εξαχθούν τα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο κ. Ανδρέας Χρίστου. Ο εν λόγω μάρτυρας στην κατάθεση του - τεκμήριο 1 - αλλά και προφορικά, ανέφερε ότι εκτελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο χρέη διερμηνέα από την Ελληνική γλώσσα στην Σέρβικη και αντίστροφα και έκανε ειδική αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτέλεσε τα καθήκοντα του ως διερμηνέα κατά την σύλληψη του Μ.Κ. 4 και κατά την λήψη από αυτόν προφορικής ανάκρισης αλλά και καταθέσεων (τεκμήρια 2 έως 5), ως επίσης αναγνώρισε την υπογραφή του επί του ημερολογίου ενεργείας - τεκμήριο 6 και τις υποδείξεις σκηνών για τις οποίες έκανε αναφορά. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε ο κ. Μάριος Χατζηττοφή. Ο εν λόγω μάρτυρας στην κατάθεση του - τεκμήριο 7 - αλλά και προφορικά, ανέφερε ότι είναι συνιδιοκτήτης της εταιρείας ΜΜΗ η οποία εγκατέστησε δια μέσου του ιδίου ένα πρόγραμμα διαχείρισης ωραρίου προσωπικού στο ξενοδοχείο Four Seasons στην Λεμεσό, την λειτουργία του οποίου και επεξήγησε στο Δικαστήριο, ως επίσης κατονόμασε τον Μ.Κ. 7 ως το άτομο το οποίο εκπαίδευσε στην διαχείριση του εν λόγω προγράμματος. Επίσης στην συμπληρωματική του κατάθεση - τεκμήριο 8 - αναφέρει ότι δεν είχε ποτέ καμία συνεργασία με τον Μ.Κ. 4 στην εταιρεία του ή στην εγκατάσταση του πιο πάνω προγράμματος στο πιο πάνω αναφερόμενο ξενοδοχείο. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναγνώρισε το τεκμήριο 9 το οποίο και περιέγραψε, ως επίσης αναγνώρισε και την υπογραφή του στο ημερολόγιο ενεργείας - τεκμήριο
- Ανέφερε ο μάρτυρας ότι μαζί με τους αστυνομικούς, έχουν προβεί στην διεργασία που περιέγραψε στο ξενοδοχείο Four Seasons για να αποδειχθεί ότι ο Μ.Κ. 7 - χειριστής του προγράμματος - είχε δικαιοδοσία να επέμβει να αλλάξει το ωράριο του υπαλλήλου. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε και ανέλυσε τα επισυνημμένα έγγραφα που βρίσκονται στο τεκμήριο 10 και γενικά ανέλυσε τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος ωραρίου στο εν λόγω ξενοδοχείο σε συνδυασμό με τα αναγραφόμενο στο ημερολόγιο ενεργείας - τεκμήριο 10 και στις καταγραφές που υπάρχουν στο εν λόγω σύστημα. Αντεξεταζόμενος, έκανε ειδική στα ακαδημαικά προσόντα του και στην πηγή των γνώσεων του αναφορικά με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ως επίσης και την εμπειρία του σε αυτούς, ως επίσης ανέλυσε εκ νέου το σύστημα που έχει εγκατασταθεί στο πιο πάνω αναφερόμενο ξενοδοχείο και την συνεργασία που είχε με το εν λόγω ξενοδοχείο ως προς την λειτουργία του εν λόγω συστήματος. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο αστ. 3848 κ. Κώστας Παπαγεωργίου. Στην κατάθεση του - τεκμήριο 11 - αλλά και προφορικά, κάνει αναφορά στην εμπλοκή του κατά την διάρκεια διερευνήσεως της υπόθεσης του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος που αποτέλεσε το αντικείμενο της υπόθεσης με αριθμό 10140/2008 του Ε.Δ. Λεμεσού, ως επίσης και στην εμπλοκή του στην λήψη των καταθέσεων από τον Μ.Κ. 4, τις οποίες και αναγνώρισε, στις υποδείξεις σκηνών από τον Μ.Κ. 4 τις οποίες και περιέγραψε και στις έρευνες που έχει προβεί και τα τεκμήρια τα οποία έχουν εντοπιστεί και παραληφθεί και που έχει περιγράψει και περιέγραψε την διακίνηση τους και πως έφτασαν στην κατοχή του, ως επίσης έκανε αναφορά στα πιστοποιητικά που υποδείχθηκαν στον Μ.Κ. 4 κατά την λήψη της κατάθεσης του. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε εκ νέου στις υποδειχθείσες σκηνές, στα πιστοποιητικά που υποδείχθηκαν στον Μ.Κ. 4 κατά την λήψη της κατάθεσης του και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτά υποδείχθηκαν και πως περιήλθαν στην αντίληψη του, ως επίσης έκανε αναφορά στις συνθήκες που οδήγησαν στην σύλληψη του Μ.Κ. 4 στις 8/6/2011 στο αεροδρόμιο Λάρνακας και τις προσπάθειες που έγιναν προηγουμένως για εντοπισμό του σε διάφορες διευθύνσεις, ως επίσης έκανε αναφορά στην έκταση που θυμόταν ή γνώριζε ως προς το καθεστώς παραμονής του Μ.Κ. 4 στην Κύπρο. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο κ. Goran Vujic. Με τις υπηρεσίες διερμηνέα ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε τις καταθέσεις του που έδωσε στην αστυνομία με κάποιες διορθώσεις οι οποίες είναι καταγεγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Στην κατάθεση του - τεκμήριο 2 - κάνει αναφορά στις συνθήκες και τους λόγους που τον έχουν οδηγήσει να προβεί σε ψευδορκία και στο περιεχόμενο αυτής στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό 10140/2008 του Ε.Δ. Λεμεσού και στις επαφές και τους χώρους που έγιναν αυτές προς αυτόν τον σκοπό με τον κατηγορούμενο και τον Ηρόδοτο Ηροδότου κυρίως αλλά και εν μέρει με την σύζυγο του Ηρόδοτου και τις οδηγίες που έλαβε από αυτούς και περιέγραψε επίσης τα όσα έγιναν την ημέρα που έδιδε μαρτυρία στην υπόθεση του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος. Στην κατάθεση του - τεκμήριο 4 - η οποία είναι ανακριτική, απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις ως προς τα πιστοποιητικά που του υποδείχθηκαν, τις συνθήκες παραμονής του στην Κύπρο και τις ενασχολήσεις του, τις συνήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με την οικογένεια Ηροδότου, τις συνθήκες και τους λόγους που τον οδήγησαν στο να παρουσιαστεί ως μάρτυρας στην δίκη όπου ήταν κατηγορούμενη η Έφη Ηροδότου, τις επαφές που είχε με το ζεύγος Ηροδότου προς αυτόν τον σκοπό, τις συνθήκες και τους χώρους όπου βρέθηκε με τον κατηγορούμενο και τι έχει λεχθεί μεταξύ τους στην παρουσία του Ηρόδοτου Ηροδότου, ως προς το τι θα έλεγε στο Δικαστήριο στα πλαίσια της εκδίκασης του πιο πάνω αναφερόμενου θανατηφόρου δυστυχήματος. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, έδωσε διάφορες διευκρινιστικές απαντήσεις αλλά και διορθώσεις ως προς το περιεχόμενο των καταθέσεων του, περιέγραψε την τοποθεσία αλλά και την εσωτερική διαρρύθμιση του δικηγορικού γραφείου του κατηγορούμενου, έδωσε την δική του εκδοχή και εξήγηση ως προς τα τεκμήρια 18 και 19 και το πως περιήλθαν εις γνώσην του και πως σχετίζονταν με την υπόθεση του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, έκανε αναφορά στις συνθήκες εργοδότησης του στον τηλεοπτικό σταθμό ΝΤV, ως επίσης αναγνώρισε το περιεχόμενο της ψευδομαρτυρίας του δια μέσου του τεκμηρίου 17 στις σελίδες 508 - 518 με τις διευκρινήσεις που έχει δώσει και με την εμπλοκή του κατηγορούμενου και του Ηρόδοτου Ηροδότου. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωριζόταν με τον Μ.Κ. 11 και την σύζυγο του και την συνεργασία που είχε μαζί τους και πως γνωρίστηκε με την οικογένεια Ηροδότου και τις συνθήκες που οδήγησαν στην εργοδότηση του στον πιο πάνω αναφερόμενο τηλεοπτικό σταθμό, αφού προηγουμένως ο Μ.Κ. 11 σύστησε τον Ηρόδοτο Ηροδότου στον Μ.Κ. 11 σε καφετέρια της Λεμεσού για να γνωριστούν και να εξεταστεί το ενδεχόμενο εργοδότησης του στον εν λόγω σταθμό, ως επίσης έκανε αναφορά στις συναντήσεις που είχε με την οικογένεια Ηροδότου προς αυτόν τον σκοπό και πιο συγκεκριμένα με τον Ηρόδοτο Ηροδότου και τον γιο του Ανδρέα Ηροδότου. Επίσης έκανε αναφορά στις προηγούμενες επαγγελματικές ενασχολήσεις του και τους λόγους και συνθήκες που τον οδήγησαν στο να αιτηθεί προς τις αρμόδιες αρχές όπως του επιτρέψουν να επανέλθει στην Κύπρο, πράγμα που τελικά επιτεύχθηκε, ζητώντας και την συνδρομή του ζεύγους Μοδέστου, ως επίσης έκανε αναφορά και σε προηγούμενη απέλαση του από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας λόγω της λήξης της άδειας παραμονής του παρά τις προσπάθειες που έκανε μέσω δικηγόρου για να παραμείνει νόμιμα στο έδαφος της χώρας, ως επίσης αναφέρθηκε και στις επαφές που είχε με τον Μ.Κ. 11 στην Σερβία και τους λόγους επίσκεψης του Μ.Κ. 11 στην Σερβία, όπως είναι π.χ. η αγορά σπιτιού στο όνομα της συζύγου του Μ.Κ. 11 και η στήριξη μεταξύ άλλων και η ψυχολογική στον ίδιο από τον Μ.Κ.
- Επίσης ο μάρτυρας έκανε αναφορά ως προς την διαμονή του, και τα έγγραφα που παρουσίασε ο μάρτυρας για σκοπούς παραμονής και εργοδότησης του στην Κύπρο, τις συνθήκες απόκτησης του τεκμηρίου 18, ως επίσης έδωσε την δική του εκδοχή και εξήγηση ως προς τις συνθήκες που περιβάλλουν το τεκμήριο 19 και τους λόγους που τον οδήγησαν στο να ψευδομαρτυρήσει στην υπόθεση με αρ. 10140/08 του Ε.Δ. Λεμεσού και τις επαφές που είχε με τον Ηρόδοτο Ηροδότου και την σύζυγο του προς αυτόν τον σκοπό για πρώτη φορά σε ξενοδοχείο στην Λεμεσό και τις οδηγίες που έλαβε από τον Ηρόδοτο Ηροδότου στο γραφείο του κατηγορουμένου ως προς το περιεχόμενο της ψευδομαρτυρίας που θα έδιδε και την μελέτη που έκανε προς αυτόν τον σκοπό. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας έκανε αναφορά ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες περιήλθε στην αντίληψη του το τεκμήριο 19 σε συνδυασμό με την μαρτυρία που έδωσε στην ποινική υπόθεση με αριθμό 10140/2008 και την εμπλοκή του κατηγορούμενου και του Ηρόδοτου Ηροδότου και το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε ο εν λόγω μάρτυρας στην αστυνομία για το εν λόγω έγγραφο και τέλος έκανε αναφορά για τις συνθήκες και τους λόγους που τον οδήγησαν να παρευρίσκεται στο αεροδρόμιο Λάρνακας την ημέρα που τελικώς έχει συλληφθεί. Ως Μ.Κ. 5 κατέθεσε η Γ/Αστ. 342 κα Χριστίνα Σοφοκλέους η οποία δεν έχει αντεξεταστεί. Η εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στην κατάθεση της - τεκμήριο 20 - αλλά και προφορικά, όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της ως προς το περιεχόμενο και την διακίνηση τεκμηρίων στα οποία αναφέρθηκε. Ως Μ.Κ. 6 κατέθεσε ο κ. Μιχάλης Αριστείδου. Ο εν λόγω μάρτυρας στην κατάθεση του - τεκμήριο 21 - αλλά και προφορικά, αναφέρθηκε στα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε και κινηματογράφησε την ημέρα που έγινε το θανατηφόρο ατύχημα και που αποτέλεσε αντικείμενο στην υπόθεση με αριθμό 10140/2008 όπου ο ίδιος έδωσε μαρτυρία με προηγούμενη επίσκεψη του ιδίου στο δικηγορικό γραφείο του κατηγορουμένου με τον κ. Ηροδότου, η οποία μαρτυρία σχετιζόταν με την λήψη πλάνων από την σκηνή του εν λόγω ατυχήματος και την παράδοση των πλάνων σε τηλεοπτικούς σταθμούς. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε και στην συνεργασία και σχέση που είχε με τον τηλεοπτικό σταθμό ΝΙΜΟΝΙΑ και τον ιδιοκτήτη του σταθμού και την σχέση που είχε με τον Μ.Κ. 4, ως επίσης έκανε αναφορά στην κασέττα που λήφθηκε από τον ίδιο που αφορούσε την σκηνή του ατυχήματος και σε πιστό αντίγραφο σε dvd και τα όσα ανέφερε στην αστυνομία και στην υπόθεση 10140/08 για αυτό το θέμα. Ως Μ.Κ. 7 κατέθεσε ο κ. Κυριάκος Κυριάκου. Ο εν λόγω μάρτυρας τόσο στις καταθέσεις του - τεκμήρια 23 έως 26 - όσο και προφορικά, ανέφερε ότι εργάζεται στο ξενοδοχείο Four Seasons και ότι είναι ο χειριστής του προγράμματος ελέγχου εισόδου και εξόδου των υπαλλήλων του εν λόγω ξενοδοχείου και περιέγραψε την λειτουργία του πιο πάνω συστήματος, κάνοντας αναφορά ότι ο Μ.Κ. 4 δεν το έχει εγκαταστήσει και ούτε τον γνωρίζει. Ο μάρτυρας αναγνώρισε τα τεκμήρια 9 και 10, ανέφερε ότι δεν έγινε δέκτης προσπάθειας να παραποιήσει το σύστημα ή να αναφέρει οτιδήποτε ψευδώς ως προς το εν λόγω σύστημα, αναφέρθηκε στις συνθήκες και τους λόγους που του ζητήθηκε και από ποια πρόσωπα για να αναφερθεί στο εν λόγω σύστημα ως προς την εργαζόμενη Στέλλα Παναγιώτου, αναφέρθηκε στην εμπλοκή του κατά τις έρευνες της αστυνομίας, την επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο και το ύφος αυτού. Ως Μ.Κ. 8, 9 και 10 κατέθεσαν οι Γιώτα Ιωαννίδου, Γιόλη Μακρίδου και αρχιαστυφύλακας 1890 Νικόλαος Καλασίδης αντίστοιχα και οι εν λόγω μάρτυρες έκαναν αναφορά στην διακίνηση των τεκμηρίων κατά την παράδοση και παραλαβή τους, στο περιεχόμενο και στην κατάσταση που αυτά βρίσκονταν. Ως Μ.Κ. 11 κατέθεσε ο κ. Μόδεστος Μοδέστου. Ο εν λόγω μάρτυρας τόσο στην κατάθεση του - τεκμήριο 28 - όσο και στην προφορική του μαρτυρία, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε ο ίδιος και η σύζυγος του Φρύνη με τον Μ.Κ. 4 και την διαμεσολάβηση του ιδίου στο να παραχωρηθεί στον εν λόγω μάρτυρα άδεια παραμονής στην Κύπρο, αλλά και στο να εξεύρει εργασία στον τηλεοπτικό σταθμό ΝΙΜΟΝΙΑ μετά από συνάντηση που διευθετήθηκε με πρωτοβουλία του ιδίου σε καφετέρια στην Λεμεσό με τους Ηρόδοτο και Ανδρέα Ηροδότου για τους οποίους έκανε αναφορά ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκε με αυτούς. Επίσης αναφέρθηκε ο μάρτυρας όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του για την υπόθεση με αριθμό 10140/2008 την οποία παρακολουθούσε και κατά την διάρκεια της έφεσης που ασκήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο και την μαρτυρία του Μ.Κ. 4 και τα όσα γνώριζε για την εμπλοκή του Ηρόδοτου Ηροδότου και του κατηγορουμένου, ως επίσης έκανε αναφορά στις επαφές που είχε ο μάρτυρας με τον Μ.Κ. 4 όταν αυτός έχει συλληφθεί και παρέμεινε υπό κράτηση, αλλά και τις επαφές που είχε με τον ίδιο στην Σερβία. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι πλέον δεν έχει επαφή με το ζεύγος Ηροδότου και την θυγατέρα τους, ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με τον Μ.Κ.
- Ως Μ.Κ. 12 κατέθεσε ο λοχίας 1283 κ. Σώτος Ζαχαρίου. Ο εν λόγω μάρτυρας έκανε αναφορά στην φύση και την έκταση της δικής του εμπλοκής στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και το πως αυτή έχει ξεκινήσει, κάνοντας αναφορά στα όσα διαδραματίστηκαν στα πλαίσια της εκδίκασης της έφεσης που ασκήθηκε στα πλαισια της υπόθεσης με αριθμό 10140/2008 στο Ανώτατο Δικαστήριο. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στην διακίνηση των τεκμηρίων για τα οποία έκανε αναφορά και γενικά στα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του στα πλαίσια της διερεύνησης ως ο ένας εκ της ανακριτικής ομάδας. Ως Μ.Κ. 13 κατέθεσε ο Λοχ. 725 κ. Ηράκλης Πιτσιλλής. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι είναι ο ένας εκ των ανακριτών της παρούσας υπόθεσης και έκανε αναφορά στην εμπλοκή του ως προς την διακίνηση των τεκμηρίων, ήτοι παράδοση και παραλαβή, την κατάσταση και το περιεχόμενο τους, ως επίσης έδωσε μαρτυρία ως προς την εμπλοκή του, τις ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης όπως π.χ. στην σύλληψη του Μ.Κ. 4 και τις επαφές που είχε για να διαπιστώσει την γνησιότητα ή όχι των πιστοποιητικών που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και που αφορούν το πρόσωπο του Μ.Κ. 4, στην έκδοση ευρωπαικών ενταλμάτων σύλληψης της οικογένειας Ηροδότου και την εμπλοκή του ως προς τα γραφόμενα στο ημερολόγιο ενεργείας που κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Ως Μ.Κ. 14 κατέθεσε η κα Κατερίνα Αναστασίου. Η εν λόγω μάρτυρας τόσο στην κατάθεση της - τεκμήριο 34 - όσο και προφορικά, η οποία ειρήσθω εν παρόδω έχει κλητευθεί για να προσφερθεί για αντεξέταση, έκανε αναφορά ως προς την φύση και την έκταση των καθηκόντων της στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης όπου εργάζεται, δίνοντας λεπτομέρειες ως προς το νομικό καθεστώς του Μ.Κ. 4 στην Κύπρο από την αρχή που αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο μέχρι και σήμερα. Ως Μ.Κ. 15 κατέθεσε η κα Μαρία Ιωαννίδου. Η εν λόγω μάρτυρας τόσο στην κατάθεση της - τεκμήριο 35 - όσο και προφορικά, αναφέρθηκε στην διακίνηση τεκμηρίων που αφορούσαν την υπόθεση με αριθμό 10140/2008 στα πλαίσια των καθηκόντων της ως Πρωτοκλλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και υπεύθυνη του ποινικού τμήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο και επεξήγησε την διαδικασία που ακολουθήθηκε στην διακίνηση των εν λόγω τεκμηρίων, ως επίσης και την διαδικασία που ακολουθήθηκε για να αποσταλούν τα αποστενογραφημένα πρακτικά και τα σχετικά τεκμήρια στο Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της έφεσης που ασκήθηκε στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης και την διακίνηση των τεκμηρίων αναφορικά με διερευνόμενη υπόθεση από την αστυνομία και κατέθεσε επίσης την γραπτή αγόρευση - τεκμήριο 36 - που κατατέθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης στα πλαίσια της εκδίκασης της υπόθεσης με αριθμό 10140/
- Ως Μ.Κ. 16 κατέθεσε η κα Έφη Μιχαήλ η οποία δεν έχει αντεξεταστεί. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Εργασίας του Υπουγείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και έδωσε μια περιγραφή των καθηκόντων της και της διαδικασίας που ακολουθείται όταν ένας Κύπριος εργοδότης ενδιαφέρεται να εργοδοτήσει κάποιον αλλοδαπό. Ανέφερε η μάρτυρας την διαδικασία που ακολουθήθηκε στην αίτηση που υποβλήθηκε στο Τμήμα της για να εργοδοτηθεί ο Μ.Κ. 4 από τον τηλεοπτικό σταθμό ΝΙΜΟΝΙΑ και τα σχετικά δικαιολογητικά που προσκομίστηκαν από τον ενδιαφερόμενο εργοδότη συμπεριλαμβανομένων και των τεκμηρίων 18 και
- Με την κατάθεση της πιο πάνω μάρτυρος, η κατηγορούσα αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του αφού άκουσε αμφότερες τις πλευρές, έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα στον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε το τεκμήριο 37 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και με την οποία υιοθέτησε τις καταθέσεις του ημερομηνίας 22/2/2011 και 9/6/
- Στην κατάθεση του ημερομηνίας 22/2/2011 - τεκμήριο 29 - η οποία λήφθηκε και έχει τύπο και περιεχόμενο ερωτοαπαντήσεων, κάνει αναφορά για το ιστορικό που προηγήθηκε και που οδήγησε στην ανάληψη εκ μέρους του ως δικηγόρου της υπεράσπισης της κατηγορούμενης Έφης Ηροδότου στην υπόθεση με αριθμό 10140/2008 του Ε.Δ. Λεμεσού μετά από αλλαγή δικηγόρου, στις ενέργειες που έχει προβεί για τον χειρισμό της υπόθεσης και τις επαφές που είχε με διάφορα πρόσωπα και αιτιολόγησε την απόφαση του να αναλάβει την υπόθεση επειδή λυπόταν την κόρη του Ηρόδοτου Ηροδότου λόγω πληροφοριών για το τι επικρατεί στην γυναικεία πτέρυγα των κεντρικών φυλακών και επιπλέον στο τι προηγήθηκε πριν την ανάληψη της υπόθεσης από τον ίδιο. Προέβη σε μια αναδρομή ως προς τις προπαρασκευαστικές ενέργειες αναφορικά με την υπερασπιστική γραμμή που θα ακολουθούσε μετά από μελέτη του φακέλλου και που αποσκοπούσε στην απόδειξη του ψεύδους από πλευράς της αυτόπτου μάρτυρος Στέλλας Παναγιώτου στην υπόθεση 10140/08 Ε.Δ. Λεμεσού. Αναφέρθηκε επίσης στις ενέργειες που έχει προβεί για καταγγελία - τεκμήριο 43 - στον Γενικό Εισαγγελέα για υπόθεση επηρεασμού μάρτυρα από πρόσωπα που έχει κατονομάσει και γενικά αναφέρθηκε στο τι έλαβε χώρα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης 10140/08 τόσο πριν να αναλάβει ο ίδιος τον χειρισμό της, όσο και κατά τον χρόνο εκδίκασης της όταν ήταν ο ίδιος δικηγόρος υπεράσπισης. Η κατάθεση του - τεκμήριο 29 - ουσιαστικά λήφθηκε μετά από διερευνόμενη υπόθεση πλαστογραφίας κατάθεσης που κατατέθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/
- Στην κατάθεση του - τεκμήριο 22 - η οποία και αυτή έχει τύπο και περιεχόμενο ερωτοαπαντήσεων, κάνει αναφορά ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον Μ.Κ. 4 και τι γνώριζε για αυτόν και την μαρτυρία του μέσα από την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης 10140/08, τις προσπάθειες που έγιναν εκ μέρους άλλων προσώπων για να επηρεάσουν μάρτυρες στην εν λόγω υπόθεση και αρνείτο κάθε ανάμειξη του για συνεννόηση με τον Μ.Κ. 4 και τον Ηρόδοτο Ηροδότου στο γραφείο του για ψευδομαρτυρία που θα έδιδε στην πιο πάνω υπόθεση. Επίσης έδωσε την δική του εκδοχή ως προς τα τεκμήρια 17, 18 και 19 και τι γνώριζε για αυτά και ιδίως για τα τεκμήρια 18 και
- Στην κατάθεση του - τεκμήριο 37 - κάνει εκ νέου αναφορά στις συνθήκες και τους λόγους που τον οδήγησαν στην ανάληψη της πιο πάνω υπόθεσης και τους χειρισμούς που αυτός έκρινε σκόπιμους μετά από μελέτη του φακέλου και που επικεντρωνόταν στην προσπάθεια του να καταστεί σχετικό τεκμήριο προς αναγνώριση σε κανονικό τεκμήριο για να αποδείξει ότι η αυτόπτης μάρτυρας δεν ήταν στην σκηνή του ατυχήματος λόγω των ωρών εισόδου και εξόδου από την εργασία της, αλλά και να αποδείξει το ψευδές κάποιων αστυνομικών. Αναφέρθηκε επίσης στο παραδεχτό γεγονός της κατάθεσης του Στέλιου Στυλιανού που οδήγησε σε καταδίκη της κατηγορούμενης στην πιο πάνω υπόθεση, έκανε αναφορά στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Κυριάκο Κυριάκου και τι λέχθηκε μεταξύ τους και γιατί δεν έδωσε μαρτυρία τελικά. Αναφέρθηκε εκ νέου στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον Μ.Κ. 4 και περιήλθαν στην αντίληψη του κατηγορουμένου τα τεκμήρια 18 και 19, αρνούμενος ταυτόχρονα και εκ νέου κάθε προσυνενόηση με τον Μ.Κ. 4 είτε στο γραφείο του είτε στο Δικαστήριο, με μόνη διαφορά ότι του έφερε ο Ηρόδοτος Ηροδότου στο Δικαστήριο στις 3/7/09 και πρώτη φορά του υποδείχθησαν τα τεκμήρια 18 και 19, αφού προηγουμένως ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Ηρόδοτο Ηροδότου να φέρει στο Δικαστήριο τον Μ.Κ. 4 μαζί με τα πιστοποιητικά πρσόντων του μετά που ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε από τον Ηρόδοτο Ηροδότου για την ύπαρξη του Μ.Κ. 4 και ότι αυτός εγκατέστησε το σχετικό σύστημα στο ξενοδοχείο Four Seasons. Κατέθεσε επίσης το τεκμήριο 38 το οποίο είναι επιστολή με την οποία ζητείτο αναστολή κάποιων εκ των κατηγοριών στην υπόθεση 10140/08 από τον προηγούμενο δικηγόρο, κατέθεσε επίσης το τεκμήριο 39 το οποίο αποτελεί μέρος των πρακτικών της υπόθεσης 10140/08, κατέθεσε ως τεκμήριο 40 αντίγραφο της τελικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης, κατέθεσε ως τεκμήριο 41 αντίγραφο όρκου με βάση τον οποίο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του ιδίου και άλλων προσώπων για διερευνόμενη υπόθεση πλαστογραφίας και άλλων αδικημάτων που σχετίζονταν με την υπόθεση 10140/08, κατέθεσε ως τεκμήριο 42 επιστολή ημερομηνίας 2/6/2009 με την οποία υποβαλόταν παράπονο για επηρεασμού του μάρτυρα Κυριάκου Κυριάκου από πρόσωπα που κατονόμασε στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/08 και στην συνέχεια της κύριας εξέτασης έκανε αναφορά στο DVD και στα πλάνα που απεικόνιζε από την σκηνή του θανατηφόρου δυστυχήματος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι το πρόσωπο που γνωρίζει καλύτερα την υπόθεση 10140/08 λόγω της εμπλοκής του ως δικηγόρος σε αυτήν. Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον Ηρόδοτο Ηροδότου, στην επικοινωνία που είχε με τον Κυριάκο Κυριάκου ο οποίος τον πληροφόρησε ότι δεχόταν πιέσεις από πρόσωπα που αναφέρθησαν και ο κατηγορούμενος δεν θα ρίσκαρε όπως το εν λόγω πρόσωπο να έχανε την εργασία του και για τον κατηγορούμενο θα ήταν το ίδιο εάν κατέθετε είτε ο Μ.Κ. 4 είτε ο Κυριάκος Κυριάκου, διότι αυτό που ήθελε ήταν να επεξηγηθεί το έγγραφο στο οποίο εμφαίνονταν οι ώρες εισόδου και εξόδου των υπαλλήλων στο ξενοδοχείο Four Seasons. Αναφέρθηκε εκτενώς στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Ηρόδοτος Ηροδότου τον ενημέρωσε για το πρόωπο του Μ.Κ. 4 ως υπευθύνου που εγκατέστησε το εν λόγω σύστημα στο πιο πάνω ξενοδοχείο και ότι το γνώριζε πολύ καλά. Επίσης αναφέρθηκε λεπτομερώς για το τι διαδραματίστηκε στις 3/7/09 στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας στην 10140/08, ποιος ήταν ο σκοπός της παρουσίας του Μ.Κ. 4 στην εν λόγω υπόθεση, το ότι συνάντησε εκείνην την ημέρα στον χώρο του Δικαστηρίου τον Μ.Κ. 4, τον κινηματογραφιστή και τον Ηρόδοτο Ηροδότου και τότε ήταν που είδε τα τεκμήρια 18 και 19 και αναφέρθηκε στο τι προηγήθηκε για να συγκατατεθεί η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής στην κατάθεση τους με την βοήθεια διερμηνέος. Αναφέρθηκε επίσης εκτενώς στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 43 το οποίο ουσιαστικά είναι ο φάκελος της έρευνας που έχει γίνει για να εξεταστεί το παράπονο του περί επηρεασμού μάρτυρα κατόπιν επιστολής του - τεκμήριο 42 - τονίζοντας ότι πάντα ήταν στην διάθεση της αστυνομίας να δώσει κατάθεση μετά τις 3/7/09 όπου θα ολοκληρωνόταν η εκδίκαση της πιο πάνω υπόθεσης, πλην όμως η αστυνομία ολοκλήρωσε τις έρευνες της λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει κατάθεση, θέση την οποία απορρίπτει, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι δεν προσήλθε να δώσει κατάθεση επειδή πέτυχε τον σκοπό του με την μαρτυρία του Μ.Κ.
- Επιπλέον ο κατηγορούμενος αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι έχει προσυνενοηθεί με τον Μ.Κ. 4 και τον Ηρόδοτο Ηροδότου στο γραφείο του και στην καφετέρια του Δικαστηρίου αναφορικά με την μαρτυρία που θα έδιδε ο Μ.Κ. 4 προφορική και γραπτή γνωρίζοντας για το ψευδές αυτής της μαρτυρίας και ότι είχε σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και γενικά αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ως αυτές αποτυπώνονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων και την φύση τους, τονίζοντας ότι δεν γνώριζε και ούτε προκάλεσε τον Μ.Κ. 4 μαζί με τον Ηρόδοτο Ηροδότου στο να ψευδορκίσει και γενικά να ψευδομαρτυρήσει στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης τόσο όσο προς τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος στο πιο πάνω ξενοδοχείο αλλά και για την αυθεντικότητα των τεκμηρίων 18 και 19 και την κυκλοφορία τους, επαναλαμβάνοντας την δική του εκδοχή ως προς το τι έλαβε χώρα κατά την ακροαματική διαδικασία στην 10140/08 και ειδικότερα στις 3/7/09, ημερομηνία όπου έδωσε μαρτυρία ο Μ.Κ. 4 αλλά και πριν από εκείνην την ημερομηνία και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έμαθε για τον Μ.Κ. 4 και τα τεκμήρια 18 και
- Στην συνέχεια της αντεξέτασης του αναφέρθηκε στις επαφές που είχε με τον κινηματογραφιστή των σκηνών από το θανατηφόρο δυστύχημα και ειδικότερα με τον πατέρα του όταν διεξαγόταν η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης 10140/08 και που αποσκοπούσε η μαρτυρία του, ήτοι το ψευδές κάποιων αστυνομικών, έθιξε το θέμα της ύπαρξης της αυθεντικής κασέττας με τα γράμματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου όπου σημειώθηκε ως τεκμήριο, αναφέρθηκε εκ νέου εκτενώς για την συνομιλία που είχε με τον Μ.Κ. 4 με την βοήθεια διερμηνέος και την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και τους λόγους που τον οδήγησαν στο να μην εκδώσει κλήση μάρτυρα στον κινηματογραφιστή, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι τον συνάντησε στο γραφείο του και εξήγησε ότι ο λόγος που δεν αντεξέτασε τον εν λόγω κινηματογραφιστή ότι δεν τον συνάντησε στο γραφείο του λέγοντας ότι θα ήταν άσκοπο, περιγράφοντας επίσης τον χώρο όπου βρίσκεται το γραφείο του και την εσωτερική του διαρρύθμιση. Εξέφρασε το παράπονο του διότι το ζεύγος Ηροδότου ήρθε το Πάσχα του 2011 στην Κύπρο και δεν έχουν συλληφθεί επιρρίπτοντας ευθύνες σε πρώην και νυν αξιωματούχους και άλλα πρόσωπα, κάνοντας εκτενή αναφορά στην περίοδο όπου διερευνόταν υπόθεση πλαστογραφίας και άλλων αδικημάτων που προέκυψαν και που είχαν ως κοινό παρονομαστή την υπόθεση 10140/
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης η οποία είναι μοναδική για κάθε πρωτόδικο Δικαστήριο, αποτυπώνει στο μυαλό του κάθε πρωτόδικου Δικαστηρίου την εικόνα εκάστου μάρτυρα, παρακολουθώντας το Δικαστήριο τον τρόπο που δίδει μαρτυρία, τις αντιδράσεις και εκφράσεις του και σίγουρα κάθε μάρτυρας έχει την δική του ιδιοσυγκρασία και τρόπο έκφρασης, σε συνδυασμό πάντα με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και την εμπλοκή που είχε στα διαδραματισθέντα, νοουμένου βεβαίως εάν ήταν αυτόπτης και/ή αυτήκοος μάρτυρας. Μέσα λοιπόν από την ευκαιρία που είχε το παρόν Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις κατέθεταν σε έντονα φορτισμένο κλίμα λόγω και της εμπλοκής τους, το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο πυρήνας αυτής της υπόθεσης είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε για το ψευδές του όρκου και της ψευδούς μαρτυρίας από πλευράς του Μ.Κ. 4, ως επίσης και η γνώση του ως προς την αυθεντικότητα ή όχι των τεκμηρίων 18 και 19 και γενικά ότι ο κατηγορούμενος εν γνώσει του και επί σκοπώ ανατροπής της πορείας της Δικαιοσύνης, προκάλεσε τον Μ.Κ. 4 να ψευδορκίσει και να ψευδομαρτυρήσει στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ως προς το σύστημα του ξενοδοχείου Four Seasons και αν αυτό επιδέχεται επεμβάσεις ή όχι σε συνδυασμό με την κατάθεση των τεκμηρίων 18 και 19, συνωμοτόντας προς αυτόν τον σκοπό με τον Ηρόδοτο και Νίτσα Ηροδότου αλλά και με τον Μ.Κ. 4, αν και τελικώς η κατηγορούσα αρχή δια μέσου των υποβολών της όταν αντεξέταζε τον κατηγορούμενο, δεν προώθησε τελικώς την θέσεις της ότι υπήρχε συνωμοσία και με την Νίτσα Ηροδότου και το Δικαστήριο κρίνει ότι για αυτό το πρόσωπο έχει εγκαταλειφθεί αυτή η θέση περί συνωμοσίας του κατηγορούμενου με την Νίτσα Ηροδότου, διότι επικεντρώθηκαν οι υποβολές ως προς τα πρόσωπα του κατηγορουμένου, του Μ.Κ. 4 και του Ηρόδοτου Ηροδότου. Το Δικαστήριο βεβαιώς δεν λησμονεί ότι θα πρέπει να αξιολογήσει εκείνα τα γεγονότα που άπτονταν της υπόθεσης 10140/08 που αποτελούν επίδικα μέρη και θέματα της παρούσας διαδικασίας με βάση τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ως αυτά έχουν αναφερθεί εκτενώς πιο πάνω και δεν θα κρίνει την ολότητα της υπόθεσης του μοιραίου θανατηφόρου ατυχήματος, διότι αυτό αποτελεί πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου που θα εκδικάσει τελικώς το εν λόγω ατύχημα εάν και εφόσον παρουσιαστεί η κατηγορούμενη και εκδικαστεί. Επίσης το Δικαστήριο δεν λησμονεί ότι δεν αποτελούν επίδικα θέματα τα όσα έχουν προκύψει στα πλαίσια της διερεύνησης υπόθεσης πλαστογραφίας και άλλων αδικημάτων που ανέκυψαν με την κατάθεση του Στέλιου Στυλιανού και που κατατέθηκε στην υπόθεση 10140/
- Συνακόλουθα το Δικαστήριο με την αξιολόγηση που θα ακολουθήσει, θα εντρυφήσει σε εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία είναι σχετικά με την υπό εκδίκαση υπόθεση και που σχετίζονται με τα επίδικα αδικήματα και τα όσα έχουν αναφέρει οι μάρτυρες που σχετίζονται με την τότε διερευνόμενη υπόθεση πλαστογραφίας της κατάθεσης του Στέλιου Στυλιανού και άλλων αδικημάτων, ως επίσης και θεμάτων που αφορούν την υπόθεση του θανατηφόρου ατυχήματος πέραν αυτών που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, κρίνονται ως μη σχετικά και αγνοούνται. Ως κύριο, αλλά όχι μοναδικό μάρτυρα, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε προς απόδειξη των κατηγοριών εναντίον του κατηγορουμένου τον Μ.Κ. 4 Goran Vujic. Ο εν λόγω μάρτυρας εμφαίνεται να είναι και το άτομο με το οποίο συνωμότησε με τον κατηγορούμενο στην διάπραξη των αδικημάτων και η κατηγορούσα αρχή, λόγω αυτής του της ιδιότητας, κάλεσε και εισηγήθηκε προς το Δικαστήριο ότι μπορεί να καταδικάσει τον κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως προειδοποιήσει τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ελλοχεύει να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος με μόνη την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, κυρίως λόγω της πειστικότητας του, σύμφωνα πάντα με την κατηγορούσα αρχή. Εισηγήθηκε όμως προς το Δικαστήριο, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αισθανθεί την ανάγκη να εξεύρει ενισχυτική μαρτυρία κυρίως ως προς το στοιχείο της γνώσης ως πιο πάνω αναφέρθηκε και που είναι κοινό συστατικό στοιχείο όλων των αδικημάτων ως αναφέρθηκε κατά την ανάλυση των επιδίκων αδικημάτων στο μέρος της παρούσας υπόθεσης, ήτοι της νομικής πτυχής, ότι υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία μέσα από τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 2, 6 και 7 και ιδίως ως προς τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 6 και 7, επικεντρώνοντας στο γεγονός ότι ο Μ.Κ. 6 απέδειξε ότι έχει γίνει συνάντηση του κατηγορουμένου και του Μ.Κ. 4 και Ηρόδοτου Ηροδότου την ίδια ημέρα που συναντήθηκε και ο ίδιος με τον κατηγορούμενο στο γραφείο του, αλλά και επειδή σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή αποδείχθηκε η γνώση του κατηγορουμένου ως προς το ψευδές της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4 από την στιγμή που ο Μ.Κ. 7 τον ενημέρωσε, πριν να καταθέσει ο Μ.Κ. 4 στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/08, ότι το σύστημα του ξενοδοχείου Four Seasons επιδέχεται επεμβάσεις, αντίθετα δηλαδή με τα όσα μαρτύρησε ο Μ.Κ. 4 στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/
- Συνακόλουθα το Δικαστήριο θα προχωρήσει πρώτα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4, αν και χρονικά δεν κατέθεσε πρώτος, έτσι ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο Μ.Κ. 4 είναι ή όχι αξιόπιστος και αν κατέφερε να εμβολίσει, ως κύριος αλλά όχι μοναδικός μάρτυρας που παρουσιάστηκε, το τεκμήριο της αθωότητας που απολαμβάνει ο κατηγορούμενος αλλά και κάθε κατηγορούμενος. Όπως θα αναφερθεί επίσης εκτενώς πιο κάτω με την αξιολόγηση που θα ακολουθήσει, το μόνο βέβαιο στην παρούσα υπόθεση και αυτό είναι το πιο θλιβερό, ότι η πλήρη, η όλη αλήθεια έμεινε μακριά από το Δικαστήριο και το μόνο που έχει απομείνει είναι αμφιβολίες για το τι έχει διαμειφθεί τελικά μεταξύ του Μ.Κ. 4, του κατηγορούμενου και του Ηρόδοτου Ηροδότου ο οποίος είναι ο κοινός παρονομαστής της μαρτυρίας τόσο του Μ.Κ. 4, όσο και του κατηγορουμένου, διότι αμφότεροι τον έχουν επικαλεστεί στις μαρτυρίες τους ο καθένας για να στηρίξει τις δικές του εκδοχές, ο οποίος Ηρόδοτος Ηροδότου σίγουρα ήταν ο κύριος ενορχηστρωτής της όλης κατάστασης που έχει προηγηθεί πριν να δώσει μαρτυρία ο Μ.Κ. 4 στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/08 του Ε.Δ. Λεμεσού, ο οποίος έφερε σε επαφή τον Μ.Κ. 4 με τον κατηγορούμενο και το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να ακούσει τις θέσεις αυτού του ανθρώπου - κλειδί - που μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα επιβεβαίωναν ή θα κατέρριπταν εν όλω ή εν μέρει τις θέσεις είτε του ιδίου, είτε του Μ.Κ. 4, είτε του κατηγορούμενου, έτσι ώστε το Δικαστήριο να ηδύνατο να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για το τι τελικά έχει διαμειφθεί μεταξύ του Μ.Κ. 4, του κατηγορούμενου και του Ηρόδοτου Ηροδότου. Το Δικαστήριο με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή, παρατηρητικότητα αλλά και επιφυλακτικότητα λόγω και της ιδιότητας του Μ.Κ. 4 ως φερόμενου συναυτουργού, αλλά και αυτουργού σε αδικήματα που άπτονταν της ανατροπής της πορείας της Δικαιοσύνης στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/08 του Ε.Δ. Λεμεσού, παρακολούθησε τον μάρτυρα στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας του μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, τον τρόπο που κατέθετε, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και εν γένει την όλη του συμπεριφορά μέσα από το εδώλιο του μάρτυρα και τα όσα κατέθετε αναφορικά με την όλη του εμπλοκή στα διαδραματισθέντα. Το Δικαστήριο με την αξιολόγηση που ακολουθεί, απορρίπτει την μαρτυρία του Μ.Κ. 4 ως αναξιόπιστη, στερείται λογικής και πειστικότητας δημιουργώντας έντονες αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου, για τους λόγους που παρατίθενται λεπτομερώς πιο κάτω. Συγκεκριμένα, αυτό που απεκόμισε το Δικαστήριο από αυτόν τον μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, είναι ότι έδιδε μαρτυρία με επιφυλακτικότητα, δισταγμό και μάλιστα σε καίριες ερωτήσεις που άπτονταν στον πυρήνα της παρούσας υπόθεσης ως πιο πάνω έχει αποκρυσταλλωθεί, ερωτούσε κατά πόσο θα απαντήσει ή όχι, π.χ. όπως αυτό διαφαίνεται στην σελίδα 20 των πρακτικών ημερομηνίας 8/10/2014 όταν ερωτήθηκε αναφορικά με το τεκμήριο 19 στην τελευταία του απάντηση λέγοντας ΄΄να απαντήσω;΄΄ αλλά και στην τελευταία απάντηση που έδωσε στην σελίδα 13 των πρακτικών ημερομηνίας 9/10/2014 λέγοντας ΄΄δεν έχω τι να πω σε αυτό΄΄ απαντώντας σε σχετική καίριας σημασίας υποβολή για την γνώση και εμπλοκή του κατηγορουμένου, ως επίσης ήταν και η τελευταία απάντηση του ως φαίνεται στην σελίδα 14 των πρακτικών ημερομηνίας 9/10/2014 λέγοντας ΄΄θα πρέπει να απαντήσω σε αυτό;΄΄ απαντώντας σε υποβληθείσα θέση για την μη εμπλοκή του κατηγορούμενου σε πρόκληση σε ψευδορκία. Η συμπεριφορά αυτού του μάρτυρα μέσα από το εδώλιο, έδειχνε μάρτυρα που βρισκόταν σε μια αμηχανία, αλλά και δισταγμό, και παρόλο που ήθελε να αποκρύψει αυτά τα συναισθήματα μέσα από μια κεκαλυμμένη και προσποιηθείσα άνεση, εν τούτοις το Δικαστήριο διέκρινε αυτήν την αμηχανία και δισταγμό σε όλην την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας όταν κατέθετε στο Δικαστήριο. Μάλιστα το Δικαστήριο έχει διακρίνει και μια υπερβολή στις απαντήσεις του, αλλά και μια προσπάθεια για να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο η οποία δεν έπεισε, ως επίσης και μια προσπάθεια εμπλουτισμού της μαρτυρίας του, αλλά και ανακατασκευής της και το Δικαστήριο θα παραθέσει μέρη της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4 που καταδεικνύουν τα πιο πάνω, ως επίσης καταδεικνύουν και το μη λογικό των θέσεων του. Ο μάρτυρας προσπάθησε να πείσει, ανεπιτυχώς, το Δικαστήριο, ότι έχει συγκινηθεί τόσο πολύ από το δράμα των γονέων της Έφης Ηροδότου και τα κλάματα αυτών ότι προσπαθούν να καταδικάσουν την κόρη τους μέσα από ψευδομαρτυρία, κατά το ζεύγος Ηροδότου, της Στέλλας Παναγιώτου, που είχε αποτέλεσμα την έλλειψη ύπνου από πλευράς του και της αποδοχής εκ μέρους του όπως ψευδομαρτυρήσει. Τα κίνητρα αυτού του μάρτυρα όπως τα έχει εξιστορήσει ο ίδιος και που είναι κατεγραμμένα στις σελίδες 23 και 24 των πρακτικών ημερομηνίας 8/10/2014 ήταν ιδιοτελή, διότι ο ίδιος ανέφερε ότι πέραν της προσπάθειας του να δώσει μαρτυρία για να βοηθήσει της Έφη Ηροδότου, ήταν επιπλέον του ότι ήταν πολύ καλοί μαζί του το ζεύγος Ηροδότου, αλλά και του υποσχέθηκαν παραμονή του στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η επίκληση αυτής της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης από τον μάρτυρα σε μια προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι ουσιαστικά παρασύρθηκε λόγω της φιλεσπλαχνίας του προς το ζεύγος Ηροδότου και την κόρη τους όπως δώσει μαρτυρία για να γλιτώσει η ίδια, δεν έπεισε το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι ενώπιον του είχε έναν άνθρωπο ιδιοτελή που ως πυξίδα είχε το ατομικό του συμφέρον για να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία και μόνο, μη διστάζοντας να ψευδομαρτυρήσει ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/
- Αυτή η προσπάθεια του μάρτυρα για να εντυπωσιάσει και πείσει το Δικαστήριο δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, έγκειται και στο γεγονός ότι δεν έπεισε η αναφορά του περί άσχημης ψυχολογικής κατάσταση επειδή ένιωθε την Κυπριακή Δημοκρατία ως δεύτερη του πατρίδα, θέση η οποία από την μια συνεθλίβη από την μαρτυρία του Μ.Κ. 11 Μόδεστου Μοδέστου ο οποίος στην μαρτυρία του ανέφερε πως όταν επισκέφθηκε τον Μ.Κ. 4 στην Σερβία μετά την απέλαση του, αυτός ήταν σε πολύ καλή ψυχολογική κατάσταση και εν πάσει περιπτώση αυτή η θέση του μάρτυρα ουδόλως πείθει το Δικαστήριο διότι ένας που νιώθει την Κυπριακή Δημοκρατία ως δεύτερη του πατρίδα δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο για να ψευδομαρτυρήσει. Επίσης ο μάρτυρας ανέφερε στις καταθέσεις του όταν είχε συλληφθεί, ότι έχει ερωτηθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο στην υπόθεση 10140/08 (αναφορά γίνεται και στην σελίδα 6 των πρακτικών ημερομηνίας 25/9/2014) κατά πόσο έχει ερωτηθεί εάν επέμενε στις θέσεις του και αυτός απάντησε καταφατικά, πράγμα το οποίο διαψεύδεται από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας και πιο συγκεκριμένα από τις σελίδες 508 - 518 του τεκμηρίου 17, όπου καταδεικνύεται το ψευδές των ισχυρισμών του και η αναφορά του ότι έχει φοβηθεί και μάλιστα όταν ολοκλήρωσε την μαρτυρία του έφυγε τρέχοντας από το Δικαστήριο, δεν έπεισε το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό λέχθηκε σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού για να πείσει το Δικαστήριο ότι διακατέχεται από φόβο ή τύψεις, προσπάθεια η οποία έπεσε στο κενό διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι είχε ενώπιον του έναν άνθρωπο ιδιοτελή και που οι ενέργειες του κινούνται προς την επίτευξη ιδιοτελών σκοπών, φτάνοντας στο σημείο να ψευδομαρτυρήσει. Δεν πείθει, αλλά και ξενίζει, η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος και ο Ηρόδοτος Ηροδότου του ανέφεραν να πει ότι τα τεκμήρια 18 και 19 είναι δικά του μη ξέροντας τι είναι (αναφορά γίνεται στην σελίδα 7 των πρακτικών ημερομηνίας 25/9/2014), διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας γνώριζε επακριβώς τι θα έλεγε και αυτή του η αναφορά κρίνεται ότι έχει λεχθεί από τον μάρτυρα σε μια προσπάθεια του να πείσει, ανεπιτυχώς, το Δικαστήριο ότι ήταν ένα πειθήνιο όργανο και θύμα του κατηγορουμένου και του Ηρόδοτου Ηροδότου. Μάλιστα όπως διαφαίνεται και μέσα από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας στην 10140/08 ο Μ.Κ. 4 απάντησε λεπτομερώς σε ερώτηση του Δικαστηρίου τι πιστοποιούσαν τα τεκμήρια 18 και 19 και πιο συγκεκριμένα στην σελίδα 513 των πρακτικών της πρωτόδικης διαδικασίας τα οποία αποτελούν το τεκμήριο 17 της παρούσας διαδικασίας και συνακόλουθα η αναφορά του περί άγνοιας των τεκμηρίων 18 και 19 είναι αντιφατική αλλά και θνησιγενής. Αντίφαση σοβαρή υπάρχει και στην αναφορά του μάρτυρα ότι μετά την ημερομηνία που έδωσε μαρτυρία ο Μ.Κ. 4 δεν έχει συνομιλήσει για αυτό το θέμα ξανά με τον Ηρόδοτο Ηροδότου και πιο συγκεκριμένα υπάρχει αντίφαση μεταξύ της κατάθεσης του - τεκμήριο 5 σελίδα 8 όπου αναφέρει ότι για αυτό το θέμα έχουν συνομιλήσει ξανά μετά από λίγες μέρες, στην οποία γίνεται αναφορά επίσης και για το θέμα του φόβου του το οποίο αξιολογήθηκε πιο πάνω, ενώ στην αναφορά του προφορικώς ανέφερε ότι δεν έχουν συνομιλήσει με τον Ηρόδοτο Ηροδότου ξανά για το θέμα της μαρτυρίας του. Τα όσα επικαλέστηκε περί ψυχικής πίεσης και άγχους για να δικαιολογήσουν αυτήν την απόκλιση δεν πείθουν το Δικαστήριο. Περαιτέρω αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου, διότι ο μάρτυρας επιδεικνύοντας έδειχνε έκδηλα διστακτικός με την αναφορά του ότι για συγκεκριμένο τεκμήριο, ήτοι το τεκμήριο 19, όταν έκανε αναφορά (σελίδα 21 των πρακτικών ημερομηνίας 25/9/2014) πως νομίζει ότι είναι αυτό το οποίο του υπέδειξε ο κατηγορούμενος κατά την ακροαματική διαδικασία της 10140/
- Αυτή η διστακτικότητα αφήνει σοβαρές αμφιβολίες, όχι μόνο επειδή χρησιμοποιεί την λέξη ΄΄νομίζω΄΄, αλλά κυρίως για το γεγονός ότι ξενίζει το γεγονός από την μια ο μάρτυρας να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος και ο Ηρόδοτος του ανέφεραν να αναγνωρίσει ως δικά του ότι τεκμήρια του υποδείξουν, άρα και τα τεκμήρια 18 και 19, μη ξέροντας τι είναι και από την άλλη ο Μ.Κ. 4 να αναγνωρίζει ως δικό του το τεκμήριο 18 αλλά όχι το τεκμήριο 19, και σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας να προσκομίζεται μαρτυρία από την Interpol Βελιγραδίου, ήτοι με το τεκμήριο 33, που να καταδεικνύει ότι το μεν τεκμήριο 18 είναι πλαστό, για το δε τεκμήριο 19 να μην είναι δυνατή η αξιολόγηση του κατά πόσο είναι ή όχι πλαστό, απουσιάζοντας δηλαδή κάθε λογική συνοχή και συνέχεια ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων, την αυθεντικότητα αλλά και προέλευση τους και μάλιστα ο μάρτυρας στην σελίδα 20 των πρακτικών ημερομηνίας 8/10/2014 απαντώντας σε σχετική υποβολή, να αναφέρει ότι δεν ψεύδεται ο συνήγορος υπεράσπισης ότι η απάντηση δια μέσου του τεκμηρίου 33 ότι το τεκμήριο 18 είναι πλαστό, αλλά ταυτόχρονα να εκφράζει άγνοια. Ο μάρτυρας για τα εν λόγω τεκμήρια, ήτοι τα τεκμήρια 18 και 19, προσπάθησε να δώσει τέτοια αμφιλεγόμενη εκδοχή, που σίγουρα το Δικαστήριο δεν δύναται να την αποδεχθεί, διότι από την μια ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος και ο Ηρόδοτος Ηροδότου του έδωσαν πλειάδα, ως χαρακτηριστικά ανέφερε σε μια προσπάθεια εντυπωσιασμού, συμβουλών, για το τι θα μαρτυρούσε και συνακόλουθα και για τα τεκμήρια 18 και 19 και από την άλλη να υποβαθμίζει την χρησιμότητα τους, ιδίως ως προς το τεκμήριο 18 και να είναι διστακτικός στην ερώτηση κατά πόσο αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να αιτηθεί παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ όπως αποδείχθηκε με την Μ.Κ. 16 Έφη Μιχαήλ η οποία δεν έχει αντεξεταστεί, αυτά απεστάλησαν στην αρμόδια αρχή μετά την ημερομηνία που έδωσε μαρτυρία ο Μ.Κ. 4 στην 10140/08 προς αυτόν ακριβώς τον σκοπό, ερχόμενος επίσης σε αντίθεση με την αναφορά του ότι το μόνο που χρειαζόταν για να εργοδοτηθεί στον τηλεοπτικό σταθμό ΝΙΜΟΝΙΑ ήταν οι γνώσεις του στις ξένες γλώσσες και ότι για αυτόν το τεκμήριο 18 δεν έχει καμία αξία, αφήνοντας επίσης περαιτέρω αμφιβολίες με την διστακτική αναφορά του και θέλοντας να αφήσει κάθε περιθώριο για όλα τα ενδεχόμενα ως προς το τεκμήριο 18 λέγοντας ότι το Πανεπιστήμιο που αναγράφεται στο τεκμήριο 18 μπορεί και να υπάρχει. Περαιτέρω αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με τις θέσεις του Μ.Κ. 4 ως προς το τεκμήριο 18, διότι από την μια η αναφορά του στην σελίδα 17 των πρακτικών ημερομηνίας 8/10/2014 με την οποία αναφέρει ότι εάν γνώριζε ότι είναι πλαστό θα έλεγε ότι το συνέταξε ο Ηρόδοτος ή κάποιος άλλος και από την άλλη ο μάρτυρας να αναφέρει ότι για αυτόν είναι γνήσιο, διαρριγνύει κάθε λογικό και στέρεο υπόβαθρο της εκδοχής του, διότι αυτή του η έκφραση ξενίζει και στερείται λογικής και πειστικότητας. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Μ.Κ. 4 απέτυχε να δώσει μια στέρεη και σταθερή εκδοχή ως προς το τεκμήριο 19 και τον χρόνο που αυτό ήταν στην κατοχή του, διότι δεν έπεισε η θέση του ότι είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος του το υπέδειξε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της 10140/08 και τότε είχε λίγο χρόνο να σκεφθεί και τότε ήταν η πρώτη φορά που το είδε επίσημα, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, προσπαθώντας να δώσει μια άλλη προσέγγιση ως προς αυτό, λέγοντας ότι όταν έδωσε κατάθεση στην αστυνομία δεν θυμόταν πως φαίνεται και ότι πιθανότατα να είναι αυτό, ήτοι το τεκμήριο 19, που του υποδείχθηκε στα πλαίσια της πιο πάνω ακροαματικής διαδικασίας (σελίδα 4 των πρακτικών ημερομηνίας 9/10/2014), θέσεις οι οποίες καταδεικνύουν μια προσπάθεια του μάρτυρα να παραπλανήσει, να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο και η οποία δεν έπεισε και το Δικαστήριο κρίνει ότι με την μαρτυρία αυτή αφήνονται διάπλατα ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα και επιφέροντας μόνο ρίγματα και αμφιβολίες στην όλη εκδοχή του Μ.Κ.
- Περαιτέρω έχουν δημιουργηθεί εύλογες αμφιβολίες αναφορικά με καίριας σημασίας θέματα, διότι ο Μ.Κ. 4 ανέφερε αρχικά στην σελίδα 30 των πρακτικών ημερομηνίας 8/10/2014 γραμμή 25 και 26 ότι τις γραπτές οδηγίες του τις έδωσε ο Ηρόδοτος και αυτός τις έγραψε, ενώ αμέσως μετά ανέφερε ότι δεν είναι σίγουρος ότι είναι ο Ηρόδοτος που τις έγραψε αλλά αυτός του τις έδωσε. Αυτή η αμφιταλάντευση, σε συνδυασμό με την απουσία ακρόασης των θέσεων του Ηρόδοτου Ηροδότου ο οποίος ήταν ο κοινός παρονομαστής της μαρτυρίας τόσο του Μ.Κ. 4 όσο και του κατηγορουμένου και ο οποίος Ηρόδοτος Ηροδότου ήταν αναμφίβολα ο ενορχηστρωτής του όλου σκηνικού, αλλά και παρασκηνίου που αφορούσε την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, που μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα επιβεβαίωναν ή θα κατέρριπταν εν όλω ή εν μέρει τις θέσεις είτε του ιδίου, είτε του Μ.Κ. 4, είτε του κατηγορούμενου, στερεί από το Δικαστήριο την δυνατότητα να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για το τι τελικά έχει διαμειφθεί μεταξύ του Μ.Κ. 4, του κατηγορούμενου και του Ηρόδοτου Ηροδότου. Εύλογα ερωτηματικά, αλλά και αμφιβολίες, έχουν ανακύψει επίσης και ως προς το όλο πλέγμα περί συνωμοσίας προς διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και πιο συγκεκριμένα από την στιγμή που δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει την Σερβική γλώσσα, αλλά και ούτε και καλά την Αγγλική γλώσσα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Μ.Κ.4 χρειαζόταν την υπηρεσία διερμηνέα τόσο στην παρούσα ακροαματική διαδικασία, όσο και στην ακροαματική διαδικασία της 10140/08, αλλά και όταν έδιδε τις καταθέσεις του στην αστυνομία, παραμένουν ερωτηματικά αλλά και αμφιβολίες ως προς την γλώσσα με την οποία υπήρξε συνεννόηση και μάλιστα σε λεπτομερή θέματα και ζητήματα για τα οποία κατέθεσε ο Μ.Κ. 4 στα πλαίσια της 10140/08 και αυτό το κενό παρέμεινε μέχρι το τέλος, σε συνδυασμό και με το γεγονός όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, της απουσίας των θέσεων του Ηρόδοτου Ηροδότου ο οποίος ήταν πάντα παρών σε όλες τις συναντήσεις του Μ.Κ. 4 και του κατηγορούμενου. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η μαρτυρία του Μ.Κ. 4 απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4 ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της παρούσας υπόθεσης που δεν είναι άλλη από την αθώωση του κατηγορουμένου από όλες τις κατηγορίες, διότι δεν παρουσιάστηκε αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το συστατικό στοιχείο της γνώσης της ψευδορκίας που είναι κοινό συστατικό στοιχείο όλων των αδικημάτων ως έχουν εκτεθεί και αναλυθεί πιο πάνω, εν τούτοις το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση και των υπολοίπων μαρτύρων και του κατηγορουμένου, όπου για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω, ούτε ο κατηγορούμενος έπεισε για τις θέσεις του, αλλά ούτε και οι Μ.Κ. 2, 6, 7 και
- Αν και δεν τίθεται πλεόν ζήτημα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας από την στιγμή που η κύρια μαρτυρία, ήτοι του Μ.Κ. 4, κρίθηκε αναξιόπιστη και δεν νοείται αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας μιας αναξιόπιστης μαρτυρίας, εν τούτοις επειδή έχει γίνει επίκληση από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής ότι οι Μ.Κ. 2, 6 και 7 τείνουν να ενισχύσουν την μαρτυρία του Μ.Κ. 4, το Δικαστήριο θα προβεί στην πιο κάτω αξιολόγηση και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω, το Δικαστήριο δεν δύναται να στηριχθεί στις μαρτυρίες τους για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Συγκεκριμένα οι Μ.Κ. 2 και 7, ήταν οι μάρτυρες όπου οι μαρτυρίες τους είχαν εν πολλοίς ως κοινό παρονομαστή την εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος ελέγχου των υπαλλήλων του ξενοδοχείου Four Seasons στην Λεμεσό. Στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί από τις μαρτυρίες των εν λόγω μαρτύρων αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω συστήματος και αν αυτό επιδέχεται επεμβάσεις ή όχι και αυτό το ζήτημα είναι ουσιώδες με βάση και την διευκρίνηση της κατηγορούσας αρχής, ιδίως ως προς την έκτη κατηγορία ως πιο πάνω έχει αναφερθεί, κυρίως για το θέμα της επέμβασης ή όχι και συνακόλουθα το ορθό ή όχι της καταγραφής των ωρών εισόδου και εξόδου της Έφης Ηροδότου στις 27/12/2007, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να λησμονεί ότι η αξιοπιστία της Έφης Ηροδότου αλλά και άλλων μαρτύρων που σχετίζονται με το εν λόγω θανατηφόρο τροχαίο επί αυτού του θέματος θα εξεταστεί από το Δικαστήριο που θα εκδικάσει το εν λόγω ατύχημα και δεν θα ειπεισέλθει το παρόν Δικαστήριο στην ανεύρεση ποινικής ή όχι ευθύνης για το εν λόγω ατύχημα. Κατ΄ αρχήν δεν υπάρχει αμφιβολία, διότι δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι στην εγκατάσταση, λειτουργία ή συντήρηση του εν λόγω συστήματος δεν συμμετείχε ο Μ.Κ. 4 και ούτε έχει αμφισβητηθεί ότι είναι η εταιρεία του Μ.Κ. 2 που εγκατέστησε το σύστημα στο πιο πάνω ξενοδοχείο και ότι ο Μ.Κ. 2 εκπαίδευσε τον Μ.Κ. 7 αναφορικά με το εν λόγω σύστημα. Οι αμφιβολίες που επισκίασαν τα ζήτημα της επέμβασης ή όχι στο επίδικο σύστημα, εστιάζονται στο γεγονός ότι ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι το 2009, ήτοι δύο χρόνια μετά από την κρίσιμη ημερομηνία της 27/12/2007, ήταν αδύνατο να δει εάν έγινε επέμβαση στο σύστημα και παρέμειναν ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα, διότι ουσιώδης χρόνος είναι η 27/12/2007 ως προς το τι απεικονίζει η σχετική κατάσταση της Στέλλας Παναγιώτου - τεκμήριο 9 -, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το back - up ήταν απενεργοποιημένο εν΄ όψει και του κενού που υπάρχει μεταξύ Νοεμβρίου 2007 και Μαίου 2009 όπου στην εν λόγω περίοδο ήταν απενεργοποιημένο το αρχικό αρχείο του πιο πάνω συστήματος. Από την άλλη, ως προς το πρόσωπο του Μ.Κ. 7, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή, παρατηρητικότητα, αλλά και επιφυλακτικότητα την μαρτυρία του και εν γένει την συμπεριφορά του στο εδώλιο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι ήταν το άτομο που είχε τον χειρισμό του επίμαχου συστήματος, αλλά και το άτομο που είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κατηγορούμενο πριν να δώσει μαρτυρία ο Μ.Κ. 4 στην υπόθεση 10140/08, ως επίσης το Δικαστήριο διύλησε την όλη μαρτυρία του, προφορική αλλά και γραπτή, διότι ήταν και το άτομο για το οποίο ο κατηγορούμενος προέβη σε σχετική καταγγελία - τεκμήριο 43 - ότι έγινε προσπάθεια επηρεασμού του. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η συγγένεια του εν λόγω μάρτυρα με τον ενορχηστρωτή του όλου σκηνικού, αλλά και παρασκηνίου που στήθηκε πριν, αλλά και κατά την διάρκεια της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4 στην υπόθεση 10140/08, ήτοι η συγγένεια του με τον Ηρόδοτο Ηροδότου, αφήνει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα, διότι από την μια ο εν λόγω μάρτυρας είναι το μοναδικό πρόσωπο που κατείχε τη νευραλγική θέση ελέγχου των ωραρίων των υπαλλήλων του πιο πάνω ξενοδοχείου και συνακόλουθα η μαρτυρία του να είναι κρίσιμη σε καίριας σημασίας ζήτημα, ήτοι ως προς το θέμα της δυνατότητας επέμβασης ή όχι στο σύστημα και κατά πόσο η Στέλλα Παναγιώτου έλεγε ή όχι αλήθεια ως μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση 10140/08 και από την άλλη να υπάρχει συγγένεια με τον Ηρόδοτο Ηροδότου και συνακόλουθα με την κατηγορούμενη στην πιο πάνω υπόθεση, αφήνοντας σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του, από την στιγμή μάλιστα που ήλθε σε επικοινωνία μαζί με τον Ηρόδοτο Ηροδότου κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης 10140/
- Επίσης παραμένει ανοικτό το θέμα και το ζητούμενο της δυνατότητας επέμβασης ή όχι στο πιο πάνω σύστημα και συνακόλουθα εάν πράγματι η Στέλλα Παναγιώτου πήγε στην αστυνομία και έδωσε κατάθεση στις 27/12/2007 τις ώρες όπου διαφαινόταν ότι εργαζόταν στο εν λόγω ξενοδοχείο ως φαίνεται στο τεκμήριο 9, διότι ο Μ.Κ. 7 από την μια στην κατάθεση του - τεκμήριο 23 - αναφέρει ότι δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι η Στέλλα Παναγιώτου έλαβε άδεια από τον υπεύθυνο της για να απουσιάσει από την εργασία της στις 27/12/2007 και εξήγησε ο υπεύθυνος της Στέλλας Παναγιώτου στην κατάθεση του επί του σχετικού θέματος θεωρώντας ο Μ.Κ. 7 αχρείαστη την κατάθεση του, και από την άλλη να διαφαίνεται στην επιστολή που απέστειλε στον κατηγορούμενο και αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 43, ήτοι το κυανούν 8 του τεκμηρίου 43, ότι οι ώρες εισόδου και εξόδου να είναι αυτές που αναγράφονται, χωρίς να γίνεται αναφορά για οποιαδήποτε επέμβαση, τροποποίηση, προσθήκη, αφαίρεση ή μετατροπή ή απουσία της Στέλλας Παναγιώτου, από την στιγμή που ο κατηγορούμενος με επιστολή του ημερομηνίας 26/5/2009 η οποία αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 43 - κυανούν 7 - ζητείτο ταυτόχρονα να ενημερωθεί για τυχόν απουσία της Στέλλας Παναγιώτου από την εργασία της στις 27/12/
- Ξενίζει, αλλά προκαλεί και εντύπωση, που δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες αναφορικά με το ζήτημα της δυνατότητας επέμβασης ή όχι στο εν λόγω σύστημα, το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε κατάθεση στις 22/6/2011, ήτοι το τεκμήριο 25 - ως συμπληρωματική κατάθεση που έχει δοθεί δύο χρόνια πριν, ήτοι του τεκμηρίου 26, που φέρει ημερομηνία 30/6/2009, για να πει ότι εννοούσε πως δεν μπορεί να γίνουν παρεμβολές στον server κυρίως ηλεκτρονικό υπολογιστή και όχι στον δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή που όπως εξήγησε μπορεί να κάνει επεμβάσεις και αυτή η αναφορά σε ένα τέτοιο σοβαρό και καίριας σημασίας ζήτημα να δίδεται συμπληρωματική - διευκρινιστική - κατάθεση δύο χρόνια μετά, από την στιγμή μάλιστα που όταν διδόταν η κατάθεση στις 30/6/2009 - τεκμήριο 26 σελίδα 3 - ήτοι τις ημέρες όπου έλαβαν χώρα όλα τα διαδραματισθέντα, ο εν λόγω μάρτυρας να αναφέρει ότι από ότι θυμόταν η Στέλλα Παναγιώτου εργάστηκε συνεχές ωράριο και στην σελίδα 4 του ιδίου τεκμηρίου άφησε ανοικτό κάθε ενδεχόμενο αν η Στέλλα Παναγιώτου απουσίασε και δεν θυμόταν εάν έσβησε σχετικά κτυπήματα της κάρτας της για να μην πληρωθεί ανάλογα ως διακεκομμένο ωράριο. Επίσης ξενίζει και η αναφορά του Μ.Κ. 7 ότι κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο ο τελευταίος είχε έντονο ύφος, αν και από μόνη της αυτή η αναφορά δεν προσθέτει οτιδήποτε προς απόδειξη οποιασδήποτε γνώσης του κατηγορουμένου, εν τούτοις αυτή η αναφορά του τουλάχιστον ξενίζει. Το Δικαστήριο διατηρεί επίσης σοβαρές επιφυλάξεις, αλλά και αμφιβολίες, αναφορικά με το πρόσωπο του Μ.Κ. 7, διότι ήταν και το πρόσωπο για το οποίο διατάχθηκε έρευνα - τεκμήριο 43 - μετά από την καταγγελία του κατηγορουμένου με επιστολή του ημερομηνίας 2/6/2009 - κυανούν 1 του τεκμηρίου
- Υπήρξε υποβολή από πλευράς κατηγορούσας αρχής όταν αντεξεταζόταν ο κατηγορούμενος, ότι ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε για να δώσει κατάθεση αναφορικά με το παράπονο του επειδή επιτεύχθηκε ο σκοπός του με την προσκόμιση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4 καταδεικνύοντας την ένοχη διάνοια του. Όμως υπάρχουν τέτοια κενά στην όλη διερεύνηση του παραπόνου του κατηγορουμένου από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, που αφήνουν αναπάντητα ερωτηματικά στο Δικαστήριο για την όλη διαδικασία που έχει προηγηθεί. Πιο συγκεκριμένα, από την μια υπάρχει εντός του τεκμηρίου 43 το κυανούν 4 το οποίο φέρει ημερομηνία 29/6/2009 στην οποία γίνεται αναφορά ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε από τις 26/6/2009 για να προσέλθει να δώσει κατάθεση και δεν το έχει πράξει μέχρι τότε, από την άλλη υπάρχει επιστολή από τον κατηγορούμενο κυανούν 17 του τεκμηρίου 43 ημερομηνίας 3/7/2009 αλλά να φέρει ημερομηνία αποστολής 2/7/2009 με την οποία να ζητά παράταση για να δώσει κατάθεση μέχρι την επόμενη ημέρα οπότε και θα αποπερατωνόταν η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης 10140/08 και περαιτέρω να υπάρχει επιστολή μόλις δέκα ημέρες αργότερα, ήτοι η επιστολή ημερομηνίας 13/7/2009 η οποία αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 43, στην οποία γίνεται αναφορά ότι ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε να δώσει κατάθεση παρά τις επανειλημμένες κλήσεις και χωρίς να γίνεται αναφορά στην επιστολή που απέστειλε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την οποία ζητούσε παράταση μιας ημέρας για να δώσει κατάθεση. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ. 7 δεν έχει αντεξεταστεί επί αυτού του θέματος, εν τούτοις το Δικαστήριο έχει ενώπιον του για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, ένα τέτοιο μη στέρεο υπόβαθρο ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 7, και το θέμα της μη αντεξέτασης θέσεων του Μ.Κ. 7 θα αξιολογηθεί κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, εν τούτοις το Δικαστήριο προχώρησε στην αξιολόγηση του τεκμηρίου 43 το οποίο κατατέθηκε όταν έδιδε μαρτυρία ο κατηγορούμενος και δεν υποδείχθηκε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 43 στον Μ.Κ. 7, διότι το Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να αγγίξει και να αξιολογήσει το όλο θέμα από την στιγμή που υπήρχε η υποβληθείσα θέση από την κατηγορούσα αρχή ότι ο κατηγορούμενος δεν προσήλθε να δώσει κατάθεση επειδή πέτυχε τον σκοπό του με την προσκόμιση της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4 καταδεικνύοντας έτσι την ένοχη διάνοια του. Η απουσία μάλιστα από το εδώλιο του μάρτυρα του ερευνώντα Λοχία 192 Ιωάννη Μουσικού ο οποίος κάνει αναφορά ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό, όπως διαφαίνεται στην σελίδα 4 του κυανούν 16 που είναι μέρος του τεκμηρίου 43, αφήνει κενά στο τι έλαβε χώρα εκείνες τις μέρες αλλά ακόμα και να αλήθευε η αναφορά του Λοχία 192 Ιωάννη Μουσικού, δεν δύναται να προσδώσει από μόνο του αυτό το γεγονός οποιαδήποτε ένοχη διάνοια. Συνεπώς όλα τα πιο πάνω ερωτηματικά και αμφιβολίες αναπόφευκτα συμπαρασύρουν και την μαρτυρία του Μ.Κ. 7 και δεν δύναται το Δικαστήριο να στηριχθεί σε αυτήν για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα ως προς το θέμα της επικοινωνίας του με τον κατηγορούμενο και τι διαμείφθηκε μεταξύ τους για να διαπιστωθεί γνώση ή όχι του κατηγορουμένου ως προς το ψευδές της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4 αναφορικά με την δυνατότητα επέμβασης ή όχι στο σύστημα του πιο πάνω ξενοδοχείου και κατά πόσο έτυχε απόπειρας επηρεασμού του από οποιονδήποτε. Αναφορικά με το πρόσωπο του Μ.Κ. 6 και την μαρτυρία του, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες και ερωτηματικά μέσα από την αξιολόγηση που θα ακολουθήσει, που δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να στηριχθεί στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Σημειωτέο ότι ο εν λόγω μάρτυρας κλητεύθηκε από τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 10140/08 για να αποδείξει με την προβολή σχετικών πλάνων από την σκηνή του μοιραίου ατυχήματος, ότι κάποιοι μάρτυρες και πιο συγκεκριμένα αστυνομικοί, ψεύδονταν όταν έδιδαν μαρτυρία αναφορικά με τις ενέργειες που προέβησαν κατά την διερεύνηση της σκηνής κυρίως του ατυχήματος. Η κατηγορούσα αρχή επικαλέστηκε τον εν λόγω μάρτυρα ως ενισχυτική μαρτυρία αναφορικά με το γεγονός ότι έλαβε χώρα συνάντηση του Μ.Κ. 4 και του Ηρόδοτου Ηροδότου στο γραφείο του κατηγορουμένου, χωρίς ο μάρτυρας να είναι σε θέση βεβαίως να γνωρίζει τι λέχθηκε μεταξύ του Μ.Κ. 4, του Ηρόδοτου Ηροδότου και του κατηγορουμένου στο γραφείο του τελευταίου. Το Δικαστήριο για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, κρίνει ότι έχει αποδειχθεί το γεγονός της συνάντησης των Μ.Κ. 4, Ηρόδοτου Ηροδότου και του κατηγορούμενου στο γραφείο του τελευταίου, διότι όπως διαφαίνεται στις σελίδες 13 και 14 των πρακτικών ημερομηνίας 9/10/2014, έχουν γίνει υποβολές από τον συνήγορο του κατηγορουμένου ότι έχει γίνει συνάντηση του Μ.Κ. 4, του Ηρόδοτου Ηροδότου και του κατηγορούμενου στο γραφείο του τελευταίου και ότι ο κατηγορούμενος εξήγησε στον Μ.Κ. 4 την διαδικασία στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή θα ερωτάται και αυτός θα πρέπει να απαντά. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή, παρατηρητικότητα αλλά και επιφυλακτικότητα τον εν λόγω μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και έχει διυλήσει την όλη του προφορική και γραπτή του μαρτυρία, όχι μόνο εξ΄ αιτίας της επίκλησης του από την κατηγορούσα αρχή ως ενισχυτικής μαρτυρίας, αλλά και επειδή ο εν λόγω μάρτυρας έχει κλητευθεί και αυτός, όπως και ο Μ.Κ. 4 στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της 10140/08 για να καταρριφθεί μέρος μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή και πιο συγκεκριμένα ο μάρτυρας κλητεύθηκε για να δώσει μαρτυρία ως προς το τι διαδραματίστηκε στην σκηνή του μοιραίου ατυχήματος την ώρα που ελάμβανε πλάνα από την εν λόγω σκηνή. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν λησμονεί ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης δεν θα ειπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης του θανατηφόρου ατυχήματος, αλλά είναι υποχρεωμένο να αγγίξει και να αξιολογήσει εκείνα τα θέματα που άπτονται των ουσιωδών ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν ακροσφαλές στο να στηριχθεί στην μαρτυρία του Μ.Κ. 6 και να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για τους λόγους που παρατίθενται λεπτομερώς πιο κάτω. Συγκεκριμένα, έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου, εξ΄ αιτίας του γεγονότος ότι ο εν λόγω μάρτυρας εργοδοτείτο στον τηλεοπτικό σταθμό ΝΙΜΟΝΙΑ και ειδικότερα από την οικογένεια Ηροδότου η οποία ήταν άμεσα εμπλεκόμενη και ενδιαφερόμενη με αποκορύφωμα τον Ηρόδοτο Ηροδότου και είχαν συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης και είχαν λόγο να ενδιαφέρονται για την μαρτυρία του, αφήνοντας σοβαρές σκιές και αμφιβολίες αναφορικά με την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία του. Σοβαρά ρίγματα και αμφιβολίες έχουν δημιουργηθεί στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με τον πυρήνα της μαρτυρίας του και που δεν είναι άλλο από το οπτικό υλικό που φέρεται ο μάρτυρας να έχει συλλέξει από την σκηνή του ατυχήματος. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν θα ειπησέλθει σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με το περιεχόμενο αυτό, όχι μόνο επειδή δεν έχει προβληθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αλλά και επειδή αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης από το Δικαστήριο που θα εκδικάσει το εν λόγω θανατηφόρο ατύχημα. Όμως έχουν δημιουργηθεί τέτοιες αμφιβολίες όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα αναφορικά με το οπτικό υλικό και ειδικότερα με την κασέττα όπου βρίσκεται το εν λόγω οπτικό υλικό, που αφήνουν αμφιβολίες αναφορικά με την διαδρομή που ακολούθησε η πρωτότυπη κασέττα και συνακόλουθα με το περιεχόμενο της, ζητήματα βεβαίως που θα απασχολήσουν ενδεχομένως και το Δικαστήριο που θα εκδικάσει τελικώς το θανατηφόρο ατύχημα. Ειδικότερα, αναφορικά με την διαδρομή της εν λόγω κασέττας, αλλά και το περιεχόμενο της, έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες, διότι ο ίδιος ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει που βρίσκεται σήμερα η εν λόγω κασέττα, αφήνοντας ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα, διότι στην πρωτότυπη κασέττα φαίνονται και τα time codes, από την άλλη η κασέττα που είδε ο μάρτυρας στο αρχηγείο αστυνομίας δεν είχε time codes ενώ η δική του πάντα έχει, αφήνοντας δηλαδή σοβαρές αμφιβολίες ως προς το ποια τελικά κασέττα έχει προβληθεί στο αρχηγείο, διότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι μέχρι εκείνην την στιγμή ήξερε ότι ήταν η original, όπως χαρακτηριστικά την περιέγραψε, ενώ στο αρχηγείο του ανέφεραν ότι δεν είναι η original και με αποκορύφωμα να αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας από την μια ότι σίγουρα η κασέττα που έχει προβληθεί στο αρχηγείο σίγουρα δεν είναι η original και ταυτόχρονα εξέφρασε την θέση ότι την πρωτότυπη δεν την πήρε άλλος στην κατοχή του και μετά να εκφράζει άγνοια για το που βρίσκεται η πρωτότυπη, αφήνοντας μάλιστα στο τέλος της μαρτυρίας του ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα για το ποια κασέττα τελικώς κατατέθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης με αριθμό 10140/
- Δηλαδή υπάρχει μια πλήρης σύγχυση αναφορικά με το εν λόγω οπτικό υλικό και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εν λόγω μάρτυρας εργοδοτείτο ουσιαστικά από την οικογένεια Ηροδότου και κλητεύθηκε ως μάρτυρας στην υπόθεση 10140/08 για να καταρριφθεί μέρος μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή, μόνο αμφιβολίες μπορούν να προσθέσουν στο όλο σκηνικό και συνακόλουθα το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Αναφορικά με το ζήτημα της διακίνησης των τεκμηρίων, το Δικαστήριο, με εξαίρεση το θέμα της πιο πάνω αναφερόμενης κασέττας για την οποία το Δικαστήριο δυνάμει της πιο πάνω αξιολόγησης έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την διακίνηση της, κρίνει ότι η διακίνηση των τεκμηρίων έχει γίνει νομότυπα και κανονικά και δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα ή παρατυπία και εν πάσει περιπτώση τα ουσιαστικότερα και σημαντικότερα τεκμήρια της παρούσας υπόθεσης είναι τα τεκμήρια 17, 18 και 19, όπου το μεν τεκμήριο 17 είναι τα αποστενογραφημένα πρακτικά της υπόθεσης 10140/08 όπου και οι δύο πλευρές παρέπεμψαν και επικαλέστηκαν, κυρίως στις σελίδες 508 - 518 όταν έδιδε μαρτυρία ο Μ.Κ. 4, αλλά και τα τεκμήρια 18 και 19 όπου επίσης και οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν. Συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι οι μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας που άπτονται της διακίνησης τεκμηρίων κρίνονται ως αποδεκτές και αξιόπιστες, με μόνη εξαίρεση τα όσα έχουν λεχθεί αναφορικά με το ζήτημα της πιο πάνω κασέττας. Συνακόλουθα το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση και των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας, ως επίσης και του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ. 1 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο για να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον κάποιας πλευράς εν όλω ή εν μέρει. Ανέφερε λεπτομερώς όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως διερμηνέα και γενικά δεν έχει εντοπιστεί το οτιδήποτε το μεμπτό ή το επιλήψιμο τόσο στην συμπεριφορά του κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της ακροαματικής διαδικασίας, όσο και στα όσα ανέφερε όταν εκτελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο χρέη διερμηνέα, παρόλο που εμμέσως η πλευρά της υπεράσπισης άφησε να νοηθεί ότι η όλη διαδικασία σύλληψης του Μ.Κ. 4 ήταν προσυνεννοημένη, θέμα για το οποίο το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί από την ενώπιον του μαρτυρία ότι έχει γίνει οποιαδήποτε προσυνεννόηση και το ίδιο ισχύει και για τους μάρτυρες που έχουν εμπλακεί στην διαδικασία σύλληψης του Μ.Κ. 4 στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της ως αληθή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ. 3 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο, διότι δεν έχει εντοπίσει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης οποιαδήποτε απόπειρα του μάρτυρος στο να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον της μιας ή της άλλης πλευράς εν΄ όλω ή εν μέρει. Ο εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και που άπτονταν της σύλληψης του Μ.Κ. 4 στο αεροδρόμιο Λάρνακας κατά τον ουσιώδη χρόνο και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε που να αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία στην εμπλοκή του, είτε ως προς την διακίνηση των τεκμηρίων για τα οποία έκανε αναφορά, είτε ως προς τις συνθήκες σύλληψης του Μ.Κ. 4 και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Κ. 5 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο, όχι μόνο επειδή δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή η μάρτυρας ήταν μάρτυρας που έχει εμπλακεί κατά την διακίνηση των τεκμηρίων στα οποία έκανε ειδική αναφορά και μάλιστα ορισμένα εξ΄ αυτών, όπως π.χ. τα τεκμήρια 12 και 13 δεν έχουν ουσιαστικά καμία σχέση με την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα και με την δήλωση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, αλλά και γενικά το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης οτιδήποτε το μεμπτό ή το επιλήψιμο ως προς το πρόσωπο της εν λόγω μάρτυρος αλλά και της μαρτυρίας της και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ως αληθή και αξιόπιστη. Ως προς τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 8, 9, 10 και 15, το Δικαστήριο επίσης αποδέχεται τις μαρτυρίες τους στην ολότητα τους ως αληθείς και αξιόπιστες. Οι εν λόγω μάρτυρες έχουν αναφέρει όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη τους κατά την διακίνηση των τεκμηρίων για τα οποία έχουν αναφερθεί και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το παράτυπο ή το επιλήψιμο στην όλη διαδικασία διακίνησης των τεκμηρίων, με μόνη βεβαίως εξαίρεση το θέμα που έχει προκύψει με την βιντεοκασέττα κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ. 6 και αναπόφευκτά συμπαρασύρει και εκείνο το μέρος από τις μαρτυρίες των εν λόγω μαρτύρων που έκαναν αναφορά για αυτήν την βιντεοκασέττα, για την οποία το Δικαστήριο δεν δύναται να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την όλη της διαδρομή αλλά και περιεχόμενο της. Με αυτήν την διευκρίνηση λοιπόν, το Δικαστήριο αποδέχεται τις μαρτυρίες των εν λόγω μαρτύρων ως αληθείς και αξιόπιστες. Ως προς το πρόσωπο του Μ.Κ. 11 το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του ως πλήρως αναξιόπιστη για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει και αυτόν τον μάρτυρα με επαυξημένη παρατηρητικότητα, προσοχή και επιφυλακτικότητα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε στενές σχέσεις αλλά και επαφές τόσο με το Μ.Κ. 4, όσο και με την οικογένεια Ηροδότου και ενδιαφερόταν για την έκβαση της υπόθεσης με αριθμό 10140/
- Η επαφή του αυτή και η σχέση του με τα πιο πάνω πρόσωπα, τα οποία ήταν άμεσα εμπλεκόμενα σύμφωνα με το όλο πλέγμα των γεγονότων που εξετάζει το παρόν Δικαστήριο, που αφήνει σοβαρές αμφιβολίες για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία του εν λόγω μάρτυρα, ο οποίος σχετιζόταν σε τέτοιο βαθμό με τον Μ.Κ. 4, που έφτασε μέχρι του σημείου να τον επισκέπτεται στα κρατητήρια όταν βρισκόταν υπό κράτηση, αλλά και στην Σερβία όπου αγόρασε ακίνητη ιδιοκτησία, αλλά και να θέτει την διεύθυνση του ως διεύθυνση παραμονής του Μ.Κ. 4 στην Κύπρο. Μάλιστα ο μάρτυρας έδιδε τέτοιες λεπτομερείς απαντήσεις σε καίριας σημασίας ζητήματα όπως είναι π.χ. για το σύστημα στο ξενοδοχείο Four Seasons αλλά και σε συνάντηση που έγινε σε καφετέρια στην Λεμεσό και την πληροφόρηση που έλαβε ότι θα έδιδε μαρτυρία ο Μ.Κ. 4 στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/08, που δημιουργούν αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου, διότι η όλη εμπλοκή του σχετίζεται με πρόσωπα τα οποία είναι εμπλεκόμενα στην παρούσα υπόθεση, ήτοι του Μ.Κ. 4 και της οικογένειας Ηροδότου. Μάλιστα ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι είναι τέτοια η φιλία του με τον Ηρόδοτο Ηροδότου, ήτοι το πρόσωπο που ήταν αναμφίβολα ο κύριος ενορχηστρωτής του όλου σκηνικού που έχει στηθεί για να δώσει μαρτυρία ο Μ.Κ. 4 στα πλαίσια της 10140/08, που φτάνει στο σημείο να αναφέρει ότι εάν χρειαστεί θα ξανασυμπαρασταθεί σε αυτόν, αποκλείοντας κάθε ίχνος αντικειμενικότητας και αμεροληψίας του εν λόγω μάρτυρα. Περαιτέρω ο εν λόγω μάρτυρας κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ήταν έντονα σκεπτικός, προσεκτικός, αμήχανος, αγχώδης, αλλά και διστακτικός στο τι θα απαντήσει, που προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στο Δικαστήριο. Ιδιαίτερα διστακτικός αλλά και αμήχανος ήταν όταν έδιδε τις μη πειστικές, αλλά και ασαφείς του απαντήσεις, αποφεύγοντας να απαντήσει ευθέως και ιδίως όταν ερωτάτο κατά πόσο συζητούσε το όλο θέμα που έχει προκύψει με την υπόθεση 10140/08 και πιο συγκεκριμένα με το θέμα που ανέκυψε στο Ανώτατο Δικαστήριο με την κατάθεση του Στέλιου Στυλιανού και κατά πόσο είχε ή όχι επικοινωνία με την οικογένεια Ηροδότου στο όλο διαρρεύσαν διάστημα όπου και καταζητούνται, δίνοντας περαιτέρω την μη πειστική απάντηση, ότι δηλαδή δεν έχει ζητήσει έναν αριθμό τηλεφώνου επικοινωνίας με την οικογένεια Ηροδότου και ο λόγος που δεν είναι πειστική αυτή η απάντηση είναι διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν τουλάχιστον να το αναζητήσει από την στιγμή που συνδέονται με τόσο φιλικές σχέσεις. Αναφορικά με το ζήτημα της ψυχολογικής κατάστασης του Μ.Κ. 4 όταν ο Μ.Κ. 11 τον έχει επισκεφθεί στην Σερβία μετά την απέλαση του, το Δικαστήριο έχει προβεί σε σχετική αξιολόγηση κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν δύναται να στηριχθεί στην μαρτυρία του Μ.Κ. 11 για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα λόγω ακριβώς της αναξιοπιστίας της. Ως προς τις μαρτυρίες των Μ.Κ. 12 και 13 οι οποίοι ήταν οι ανακριτές της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους εν λόγω μάρτυρες όταν έδιδαν μαρτυρία δια ζώσης κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι αναμφίβολα ο ρόλος τους ως ανακριτές έχει ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα. Αναφορικά με τα μέρη της μαρτυρίας τους τα οποία άπτονταν της διερεύνησης υπόθεσης πλαστογραφίας της κατάθεσης του Στέλιου Στυλιανού και άλλων αδικημάτων, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, ότι δηλαδή αυτά δεν είναι σχετικά με την παρούσα υπόθεση και συνεπώς δεν έχουν καμία βαρύτητα και το ίδιο ισχύει με τα όσα ανέφεραν αναφορικά με την υπόθεση του τροχαίου ατυχήματος, με εξαίρεση βεβαίως τα όσα είναι σχετικά και άμεσα συνδεδεμένα με τα επίδικα θέματα και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σε συνδυασμό με τα επίδικα αδικήματα και τα συστατικά στοιχεία αυτών ως έχουν εκτεθεί και αναλυθεί ανωτέρω. Ως προς την εμπλοκή τους και τα όσα ανέφεραν ως προς το ζήτημα της διακίνησης τεκμηρίων, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, ήτοι το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει παρεισφρήσει οποιαδήποτε παρατυπία ως προς την διακίνηση των τεκμηρίων, με εξαίρεση βεβαίως τα όσα έχουν αναφερθεί ως προς την βιντεοκασέττα, ένεκα της πιο πάνω αξιολόγησης. Επίσης οι εν λόγω μάρτυρες παρέθεσαν με λεπτομέρειες όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους όταν διερευνούσαν την παρούσα υπόθεση και πως αυτή προέκυψε και στις ενέργειες που έχουν λάβει χώρα με την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης των άμεσα εμπλεκομένων, αλλά και την έκδοση ευρωπαικών ενταλμάτων σύλληψης εναντίον της οικογένειας Ηροδότου τα οποία ακόμα εκκρεμούν, ως επίσης αποκάλυπταν την πηγή των γνώσεων και πληροφοριών αναφορικά με ζητήματα τα οποία δεν ήταν άμεσα γνώστες ή εμπλεκόμενοι. Ως προς την αναφορά που έχει γίνει για τα τεκμήρια 18 και 19, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα έχουν αναφερθεί για τα εν λόγω έγγραφα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Επιπλέον η αναφορά που έχει γίνει ιδίως ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει συλληφθεί ο Μ.Κ. 4 στο αεροδρόμιο Λάρνακας, το Δικαστήριο επίσης επαναλαμβάνει τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της θέσης που έχει προβληθεί εμμέσως, ότι δηλαδή υπήρξε προσυνεννόηση ως προς την σύλληψη του Μ.Κ.
- Το Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε απόπειρα των εν λόγω μαρτύρων στο να μεροληπτήσουν υπέρ ή κατά, εν όλω ή εν μέρει για οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα και το Δικαστήριο αποδέχεται τις μαρτυρίες των εν λόγω μαρτύρων ως αληθείς και αξιόπιστες με τις πιο πάνω αναφερθείσες διευκρινήσεις. Η Μ.Κ. 14 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω μάρτυρας, η οποία έχει προσφερθεί για αντεξέταση, έχει παραθέσει με σαφήνεια, λεπτομέρεια και πληρότητα όλα όσα γεγονότα γνωρίζει ως εργαζόμενη στο τμήμα μετανάστευσης αναφορικά με το νομικό καθεστώς του Μ.Κ. 4 στην Κυπριακή Δημοκρατία και το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ως αληθή και αξιόπιστη στο σύνολο της, διότι και κατά την ακροαματική διαδικασία έπεισε το Δικαστήριο για την αντικειμενικότητα της. Το ίδιο ισχύει και για την Μ.Κ. 16, όχι μόνο επειδή δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά και επειδή η μάρτυρας διαφώτισε με την σειρά της σε σημαντικά για την παρούσα υπόθεση ζητήματα, όπως π.χ. το ότι αποστάλησαν στην υπηρεσία όπου εργάζεται τα τεκμήρια 18 και 19 για τα οποία έχει γίνει σχετική αξιολόγηση πιο πάνω όταν αξιολογείτο η μαρτυρία του Μ.Κ.
- Το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αντικειμενικότητα της και για τα όσα διαφώτισε το Δικαστήριο για ενέργειες που έγιναν για να εργοδοτηθεί ο Μ.Κ. 4 στον τηλεοπτικό σταθμό ΝΙΜΟΝΙΑ και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος ως αληθή και αξιόπιστη. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας και την μη αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Κ. 4 αλλά και των μαρτύρων κατηγορίας 2, 6, 7 και 11, αναπόφευκτα ο κατηγορούμενος θα αθωωθεί και θα απαλλαχθεί από όλες τις κατηγορίες, λόγω του ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αξιόπιστη μαρτυρία η γνώση του κατηγορουμένου ως προς το ψευδές της προφορικής και γραπτής μαρτυρίας του Μ.Κ. 4 το οποίο ουσιαστικά είναι το κοινό συστατικό στοιχείο όλων των αδικημάτων ως έχουν αναλυθεί πιο πάνω και που είναι ο πυρήνας της παρούσας υπόθεσης, εν τούτοις το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο αλλά και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, να προβεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο έχει επίσης παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον κατηγορούμενο όταν έδιδε μαρτυρία κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης η οποία ήταν ιδιαίτερα φορτισμένη, ιδίως κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του η οποία ήταν μακρά και επίπονη και επιπλέον το Δικαστήριο ήταν ιδιαίτερα παρατηρητικό, διότι ο κατηγορούμενος ήταν το άτομο το οποίο ήταν ο δικηγόρος υπεράσπισης της κατηγορούμενης Έφης Ηροδότου στην υπόθεση 10140/08 του Ε.Δ. Λεμεσού. Το Δικαστήριο για τους λόγους που θα εκτεθούν αναλυτικά πιο κάτω, απορρίπτει την μαρτυρία του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε ο κατηγορούμενος ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε καίριας σημασίας ζητήματα και είναι σίγουρα θλιβερό το γεγονός ότι το Δικαστήριο όχι μόνο δεν είχε ενώπιον την αλήθεια, αλλά κυρίως δεν είχε ενώπιον του τις θέσεις όλων των εμπλεκόμενων μερών από την στιγμή που δεν είχε την ευκαιρία να ακούσει τις θέσεις του πρωταγωνιστή του όλου σκηνικού που έχει στηθεί και που δεν είναι άλλος από τον Ηρόδοτο Ηροδότου, έτσι ώστε με τις θέσεις που θα προέβαλλε και μετά βεβαίως από σχετική αξιολόγηση, να καθίστατο δυνατή η άντληση ασφαλών ευρημάτων και συμπερασμάτων που να οδηγούν στην ολική ή μερική αποδοχή ή απόρριψη των θέσεων είτε του ιδίου, είτε του Μ.Κ. 4, είτε του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος καταφερόταν με εμμονή εναντίον όλων όσων είχαν εμπλοκή κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, αλλά και του τροχαίου ατυχήματος και της διερευνηθείσας τότε υπόθεσης πλαστογραφίας της κατάθεσης του Στέλιου Στυλιανού και άλλων συναφών αδικημάτων, σε σημείο να καταφέρεται εναντίον πρώην αλλά και νυν αξιωματούχων του Κράτους, και που σε αρκετές περιπτώσεις παρεκτραπόταν σε άσχετα με την παρούσα υπόθεση γεγονότα και το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τις θέσεις αυτές του κατηγορουμένου διότι διακατεχόταν από μια εμμονή, αλλά και επειδή σε αρκετές περιπτώσεις παρεκτραπόταν σε άσχετα με την παρούσα υπόθεση γεγονότα και θέσεις. Ως προς την θέση του κατηγορουμένου η οποία προβλήθηκε τόσο στις καταθέσεις του, όσο και προφορικά ότι ουδέποτε συναντήθηκε με τον Μ.Κ. 4 στο γραφείο του, αυτή δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, διότι ως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, έχει αποδειχθεί ότι έχει γίνει συνάντηση των Μ.Κ. 4, Ηρόδοτου Ηροδότου και του κατηγορούμενου στο γραφείο του τελευταίου για τον απλούστατο λόγο ότι όπως διαφαίνεται στις σελίδες 13 και 14 των πρακτικών ημερομηνίας 9/10/2014, έχουν γίνει υποβολές από τον συνήγορο του κατηγορουμένου ότι έχει γίνει συνάντηση του Μ.Κ. 4, του Ηρόδοτου Ηροδότου και του κατηγορούμενου στο γραφείο του τελευταίου και ότι ο κατηγορούμενος εξήγησε στον Μ.Κ. 4 την διαδικασία στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή θα ερωτάται και αυτός θα πρέπει να απαντά. Ως προς την θέση που προέβαλε ο κατηγορούμενος ότι ο λόγος που δεν αντεξέτασε τον Μ.Κ. 7 στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας για ουσιώδη ζητήματα, ότι δηλαδή λογικά ο Μ.Κ. 7 θα τα αρνείτο αλλά και στο γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήθελε ο κατηγορούμενος όπως ο Μ.Κ. 7 απωλέσει την εργασία του, δεν βρίσκουν κανένα έρεισμα στους κανόνες κοινής λογικής και ιδίως ως προς το θέμα της μη αντεξέτασης σε ουσιώδη ζητήματα, διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν από έναν δικηγόρο με πείρα στην μάχιμη δικηγορία από το 1974 να έχει πλήρη επίγνωση των συνεπειών της μη αντεξέτασης σε ουσιώδη ζητήματα και μάλιστα σε ουσιώδη ζητήματα που άπτονταν της δικής του προσωπικής υπεράσπισης, αν και εν κατακλείδι δεν έχει καμία βαρύνουσα σημασία αυτό, διότι με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση που έχει γίνει ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 7, αυτή έχει κριθεί ως αναξιόπιστη. Αναφορικά με τις θέσεις που έχει προβάλει ο κατηγορούμενος ως προς το παράπονο που είχε υποβάλει για προσπάθεια επηρεασμού του Μ.Κ. 7 και που αποτέλεσε αντικείμενο σχετικής έρευνας - τεκμήριο 43 - το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τα όσα έχουν αξιολογηθεί επί αυτού του θέματος κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Επίσης οι θέσεις που έχει προβάλει ο κατηγορούμενος ότι δεν ήθελε να γίνει γνωστό οι ταυτότητες των προσώπων που θα κλήτευε ως δικηγόρος υπεράσπισης στα πλαίσια της υπόθεσης 10140/08 διότι το ποινικό τμήμα του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού βρισκόταν υπό στενή παρακολούθηση από την αστυνομία και θα διέρρεε η ταυτότητα των μαρτύρων εάν εξέδιδε μαρτυρικές κλήσεις και ότι δεν ήθελε να αναφέρει ονόματα, παραμένει όχι μόνο μετέωρη, αλλά και μη πειστική. Ως προς τις θέσεις του κατηγορουμένου για το τι έλαβε χώρα στις 3/7/2009 έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου στην παρουσία του ιδίου, της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, του Μ.Κ. 4 και της διερμηνέος αναφορικά με τα τεκμήρια 18 και 19, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να στηριχθεί σε αυτές, διότι δεν προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα είτε η διερμηνέας, είτε η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής έτσι ώστε να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν εν΄ όλω ή εν μέρει αυτές τις θέσεις. Επίσης μια ανάγνωση των σχετικών πρακτικών ημερομηνίας 3/7/2009 της υπόθεσης 10140/08 σελίδες 508 - 518 του τεκμηρίου 17, καταδεικνύουν είτε εύλογα ερωτηματικά ως προς την συμπεριφορά του κατηγορούμενου και τα λεχθέντα του και τους λόγους που τον οδήγησαν να τα αναφέρει, είτε εκ πρώτης όψεως επιβεβαίωση των θέσεων του. Πιο συγκεκριμένα στην σελιδα 513 των πιο πάνω αναφερθέντων πρακτικών, ο κατηγορούμενος αναφέρει τα εξής: ΄΄Δεν ξέρω αν φέρει ένσταση η Κατηγορούσα αρχή΄΄, και η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας αρχής να λέει : ΄΄Να μας τα υποδείξει λίγο, είναι στα Αγγλικά, αντιλαμβανόμαστε σε τι αναφέρεται΄΄, ήτοι δεν είναι λογικό να αναφέρονται αυτά στο Δικαστήριο από την στιγμή που σύμφωνα με τον κατηγορούμενο τα τεκμήρια 18 και 19 υποδείχθησαν εκτός της αίθουσας στην παρουσία διερμηνέα στην εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ενώ από την άλλη στην σελίδα 514 των ιδίων πρακτικών να αναφέρει ο κατηγορούμενος τα εξής: ΄΄Τα πρωτότυπα τα έχω υποδείξει στην συνάδελφο΄΄ και η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής να αναφέρει τα εξής:΄΄Ναι είναι τα ίδια με αυτά΄΄, αφήνοντας δηλαδή ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα, στερώντας από το Δικαστήριο το στέρεο και σταθερό εκείνο υπόβαθρο που να του επιτρέπουν να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για το τι έλαβε χώρα πριν να κατατεθούν τα τεκμήρια 18 και 19 στις 3/7/2009 στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης με αριθμό 10140/
- Τουλάχιστον ξενίζει το γεγονός, αφήνοντας εύλογα ερωτηματικά για τον σκοπό που ο κατηγορούμενος όπως διαφαίνεται στην σελίδα 518 των πιο πάνω αναφερόμενων πρακτικών, προέβη στην ασυνήθιστη ομολογουμένως δήλωση μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από πλευράς υπεράσπισης ότι δεν θα έφερνε ένσταση στην προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούσας αρχής ο