ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Μιλτιάδης Πέτρου, Αρ. Υπόθεσης: 19114/12, 5/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19114/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Μιλτιάδης Πέτρου Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 5/5/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κος Σπύρος Μιχαηλίδης Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν παράνομη κατοχή, καλλιέργεια, κατοχή με σκοπό την προμήθεια και κάπνισμα ελεγχόμενου φάρμακου τάξεως Β και πιο συγκεκριμένα κάνναβης. Αντικείμενο της διαδικασίας που προηγήθηκε και που η παρούσα απόφαση αφορά, είναι η θεληματικότητα της κατάθεσης που έδωσε ο κατηγορούμενος, ως επίσης και το θεληματικό της εναπόθεσης της υπογραφής του στα τεκμήρια όπου αυτά φέρουν την υπογραφή του, όπως είναι οι υπογραφές σε σχετικά έντυπα και συγκαταθέσεις, ως επίσης και στα τεκμήρια που αποτελούνται από τα επίδικα φυτά κάνναβης και στα δύο δοχεία νερού τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια για σκοπούς της διαδικασίας που έλαβε χώρα, ήτοι της δίκης εντός δίκης. Έχει προκαθοριστεί εκ των προτέρων με σαφήνεια το θεματικό και χρονικό πλαίσιο της δίκης εντός δίκης και πιο συγκεκριμένα ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι όλες οι υπογραφές του κατηγορούμενου στα εν λόγω τεκμήρια, τέθηκαν μετά από άσκηση σωματικής και ψυχικής βίας που προήλθε από μέλη της αστυνομικής δύναμης Κύπρου, τόσο στην σκηνή της ανακοπής και σύλληψης του, ως επίσης και κατά την ανάκριση του στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού. Η θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία φέρει βεβαίως το βάρος όπως αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το νομότυπο αλλά και το θεληματικό της κατάθεσης του κατηγορουμένου και της εναπόθεσης των υπογραφών του κατηγορουμένου επί των σχετικών τεκμηρίων, ήταν ότι ασκήθηκε μόνο η ανάλογη και αναγκαία βία για να επιτευχθεί η σύλληψη και χειροπέδηση του κατηγορουμένου ένεκα της αρχικής αντίστασης του. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως προς την μαρτυρία που τέθηκε στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης, η οποία υπήρξε σχετικά μακρά από πλευράς αντεξέτασης από αμφότερους τους ευπαιδεύτους συνηγόρους, είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να την επαναλάβει, πλην όμως το Δικαστήριο θα παραθέσει πολύ συνοπτικά τον πυρήνα της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα και θα γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω για σκοπούς συμπερασμάτων της δίκης εντός δίκης, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης διότι αυτό θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, ως επίσης το θέμα της αξιοπιστίας θα πρέπει να παραμείνει ανοικτό, λόγω του ιδιόμορφου της παρούσας διαδικασίας, αντλώντας το Δικαστήριο καθοδήγηση και διαφώτιση από την σχετική επί του θέματος Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία θα εκτεθεί λεπτομερώς πιο κάτω. Ως Μ.Κ. 1 στην δίκη εντός δίκης, κατέθεσε ο αστ. 2690 κ. Ανδρέας Παντελή. Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεση του, ως επίσης αναγνώρισε σχετικά τεκμήρια που άπτονταν της δίκης εντός δίκης, αναγνώρισε την υπογραφή του ιδίου και του κατηγορούμενου σε αυτά, αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στα πλαίσια των καθηκόντων του ως ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, υπεραμύνθηκε του νομότυπου της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε, αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι ο ίδιος και άλλα μέλη της αστυνομικής δύναμης Κύπρου άσκησαν σωματική και ψυχολογική βία στον κατηγορούμενο τόσο στην σκηνή της σύλληψης του, ως επίσης και κατά την ανάκριση του στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού, υπεραμυνόμενος του θεληματικού της κατάθεσης του κατηγορουμένου και της εναπόθεσης της υπογραφής του κατηγορουμένου επί των σχετικών τεκμηρίων, τονίζοντας ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος. Ως Μ.Κ. 2 στην δίκη εντός δίκης κατέθεσε η αστ. 4820 κα Χριστιάνα Κύρου. Η εν λόγω μάρτυρας έκανε αναφορά ως προς τις συνθήκες σύλληψης του κατηγορουμένου διότι ήταν παρούσα στην σκηνή της ανακοπής και σύλληψης του, αναγνώρισε το τεκμήριο Δ της δίκης εντός δίκης επί του οποίου υπάρχουν οι υπογραφές της ίδιας αλλά και του κατηγορουμένου, αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι η ίδια άσκησε βία στον κατηγορούμενο πιάνοντας τον από τον λαιμό, τονίζοντας ταυτόχρονα το νομότυπο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για να συνταχθεί και υπογραφτεί από την ίδια και τον κατηγορούμενο το πιο πάνω τεκμήριο, επαναλαμβάνοντας την θέση ότι ο κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του με την οικεία αυτού θέληση και χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε σωματική και ψυχολογική βία είτε από την ίδια, είτε από άλλους συναδέλφους της. Ως Μ.Κ. 3 στην δίκη εντός δίκης, κατέθεσε ο αστ. 2075 κος Χριστόφορος Χριστοφή. Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεση του, περιέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος ανεκόπη και συνελήφθη και σύμφωνα με τον ίδιο, ο κατηγορούμενος αρχικά έφερε αντίσταση στην χειροπέδηση του, αλλά μετά που επιτεύχθηκε η χειροπέδηση την οποία και περιέγραψε, ο κατηγορούμενος ηρέμησε και ήταν συνεργάσιμος. Επίσης έκανε αναφορά ως προς τις συνθήκες και τα μέρη όπου έλαβαν χώρα σχετικές έρευνες σε υποστατικά και οχήματα του κατηγορουμένου, αναφέρθηκε στις συνθήκες μεταφοράς του κατηγορουμένου στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού, αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ως προς τον τρόπο που τέθηκαν οι χειροπέδες στον κατηγορούμενο και ως προς την σωματική και ψυχολογική βία που ασκήθηκε σε αυτόν, τονίζοντας το νομότυπο της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε κατά την σκηνή της ανακοπής και σύλληψης του κατηγορουμένου, λέγοντας ταυτόχρονα ότι ο κατηγορούμενος μετά την χειροπέδηση του κατέστη συνεργάσιμος και δεν αντιστεκόταν. Ως Μ.Κ 4 στην δίκη εντός δίκης, κατέθεσε ο αστ. 3820 κος Στάθης Ευσταθίου. Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεση του, περιέγραψε και αυτός με την σειρά του τις συνθήκες και τα μέρη όπου έλαβαν χώρα σχετικές έρευνες σε υποστατικά και οχήματα του κατηγορουμένου και οι οποίες έγιναν κατόπιν συγκατάθεσης του κατηγορουμένου και σύμφωνα με τον ίδιο η συγκατάθεση του κατηγορουμένου ήταν θεληματική και αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις περί του αντιθέτου, ότι δηλαδή ασκήθηκε σωματική και ψυχολογική βία. Αναφέρθηκε στις συνθήκες μεταφοράς του κατηγορουμένου στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού ο οποίος ήταν συνεργάσιμος και η μόνη βία που ασκήθηκε στον κατηγορούμενο ήταν κατά την στιγμή που ο κατηγορούμενος αρχικά έφερε αντίσταση κατά την στιγμή της ανακοπής και σύλληψης του και όταν κατέστη δυνατή η σύλληψη και χειροπέδηση του, ο κατηγορούμενος ηρέμησε και ήταν πλέον συνεργάσιμος. Από πλευράς υπεράσπισης, κατέθεσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος και κάλεσε τέσσερις μάρτυρας. Ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ανακοπεί από μέλη της αστυνομικής δύναμης Κύπρου και τον τρόπο όπου του έθεσαν χειροπέδες και συνελήφθη, περιέγραψε την σωματική και ψυχολογική βία που του ασκήθηκε με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντισταθεί στο να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα και το περιεχόμενο της κατάθεσης του ήταν προιόν βούλησης των αστυνομικών και όχι του ιδίου, περιέγραψε τα σωματικά και ψυχολογικά τραύματα του και τις ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που έλαβε τόσο στο Νοσοκομείο Λεμεσού, όσο και από ιδιώτες γιατρούς. Αναφέρθηκε στο παράπονο που έκανε ο πατέρας του στην αρμόδια αρχή διερεύνησης παραπόνων κατά μελών της αστυνομικής δύναμης Κύπρου, αναφέρθηκε στις συνθήκες κράτησης και μεταφοράς του στο Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και νοσηλεύθηκε και έδωσε την δική του εκδοχή για μέρος των σχετικών τεκμηρίων στην δίκη εντός δίκης όπως π.χ. για τα δοχεία νερού, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι τέθηκαν οι υπογραφές θεληματικά και ότι η μόνη βία που ασκήθηκε ήταν η ανάλογη και αναγκαία βία για να επιτευχθεί η σύλληψη και χειροπέδηση του. Ως Μ.Υ. 1 στην δίκη εντός δίκης, κατέθεσε ο κ. Πέτρος Πέτρου ο οποίος είναι ο πατέρας του κατηγορούμενου. Ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε για την σύλληψη και κράτηση του κατηγορουμένου, την μεταφορά και νοσηλεία του στο Νοσοκομείο Λεμεσού, στις ενέργειες που έχει προβεί για να υποβληθεί παράπονο προς την αρμόδια αρχή διερεύνησης παραπόνων κατά μελών της αστυνομικής δύναμης Κύπρου ότι ο γιος του κακοποιήθηκε σωματικά και ψυχολογικά από αστυνομικούς και εξαναγκάστηκε να υπογράψει την κατάθεση του και τα σχετικά τεκμήρια. Ως Μ.Υ. 2 στην δίκη εντός δίκης, κατέθεσε η Δρ. Ανδρούλλα Μαληκκίδου. Η εν λόγω μάρτυρας αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως γιατρού στο Νοσοκομείο Λεμεσού, αναγνώρισε το πιστοποιητικό που σύνταξε ημερομηνίας 28/9/2012 και που αφορούσε την εξέταση που έκανε στον κατηγορούμενο και τα συμπεράσματα της τα οποία υιοθέτησε και επανέλαβε. Ως Μ.Υ. 3 στην δίκη εντός δίκης, κατέθεσε ο Δρ. Χρίστος Θρασυβούλου. Ο εν λόγω μάρτυρας και αυτός με την σειρά του αναφέρθηκε στα καθήκοντα του ως γιατρού στο Νοσοκομείο Λεμεσού και αναγνώρισε το πιστοποιητικό που σύνταξε ημερομηνίας 13/9/2012 και που αφορούσε την εξέταση που έκανε στον κατηγορούμενο και τα συμπεράσματα του τα οποία υιοθέτησε και επανέλαβε. Ως Μ.Υ. 4 στην δίκη εντός δίκης, κατέθεσε ο αστ. 257 κος Αντώνης Πολυκάρπου. Ο εν λόγω μάρτυρας εξιστόρησε την όλη του εμπλοκή ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνόδευσε τον κατηγορούμενο κατά την μεταφορά του στο Νοσοκομείο Λεμεσού από την Α.Δ.Ε Λεμεσού, την κατάσταση που βρισκόταν ο κατηγορούμενος και την εκεί εξέταση του από το ιατρικό προσωπικό μετά την εκεί εγγραφή του, ως επίσης και τα όσα γνώριζε κατά τον χρόνο όπου ο κατηγορούμενος τελούσε υπό σύλληψη και κράτηση στα κρατητήρια της Α.Δ.Ε Λεμεσού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όταν η κατηγορούσα αρχή επιχειρεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια κατάθεση κατηγορούμενου ή έγγραφα τύπου όπως τα επίμαχα, αλλά και γενικά οτιδήποτε φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου ως μέρος του μαρτυρικού υλικού, τότε φέρει το βάρος απόδειξης ότι αυτό λήφθηκε με τη θέληση του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Επομένως, η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει ότι το σκοπούμενο προς κατάθεση έγγραφο είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης του κατηγορούμενου και ότι δεν λήφθηκε κάτω από συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη θέληση του κατηγορούμενου, όπως η άσκηση εξουσίας αστυνομικού οργάνου που έκδηλα θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση έναντι αυτού, η άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας ή απειλής ή η άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, το Δικαστήριο παραπέμπει στις υποθέσεις Λυσάνδρου - ν - Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 672, R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 113, Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217, Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 1, Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Psaras & Another v. Police
(1987)2 C.L.R. 132. Το κριτήριο θεληματικότητας είναι αντικειμενικό και ποσώς ενδιαφέρει εάν η Αστυνομία δεν γνώριζε τις συνθήκες που μπορούσαν να καθορίσουν ή να επηρεάσουν την αποδοχή της πάνω σε αυτή την βάση (R v Everett 1988 Crim LR 826) ασχέτως αν ενεργούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με καλή πίστη (DPP v Blake 1989 Cr App R 179). H υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73, συνοψίζει τις αρχές που διέπουν τη δεκτότητα μιας κατάθεσης αλλά και οποιουδήποτε εγγράφου τύπου όπως το επίμαχο στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: "Είναι αλήθεια ότι σειρά αποφάσεων της Κυπριακής Νομολογίας αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Η ουσία αυτών των αποφάσεων έγκειται εις το ότι ένα Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει τη δεκτότητα μιας κατάθεσης πρέπει να υιοθετεί μια ευρεία θεώρηση των γεγονότων που περιβάλλουν και συνθέτουν τη λήψη της κατάθεσης και δεν πρέπει να διστάζει να απορρίψει μια κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Αυτές οι αρχές, αντανακλούν τη δέσμευση μας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Ωστόσο καμιά από αυτές τις αυθεντίες στοχεύει στην αλλαγή της βασικής αρχής ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 ΑΑ..Δ. Επίσης οι Δικαστικοί Κανόνες, όπως έχει τονισθεί, δεν αποτελούν από μόνοι τους Κανόνες Δικαίου, παράβαση των οποίων καθιστά μη αποδεκτή την κατάθεση. Αποτελούν, ωστόσο, σημαντικά βοηθήματα για να αποφασισθεί κατά πόσο μια κατάθεση είναι θεληματική." Παρόλο που επίσης πρέπει να καταδεικνύεται ότι το επίμαχο έγγραφο λήφθηκε σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεκτεί κατάθεση όπου υπήρξε παρέκκλιση από τους κανόνες, η οποία ασκείται με γνώμονα τη θεληματικότητα αυτής, όπως αναφέρεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556: "Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες κατά τη λήψη κατάθεσης υπόπτου από τις αστυνομικές αρχές, δε συνεπάγεται και την απόρριψη της κατάθεσης ως μαρτυρίας. Η αρχή δικαίου η οποία ισχύει είναι τούτη: Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση δικαστήριο να τις απορρίψει με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης που συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου της ." Το Δικαστήριο οφείλει να αποδεχθεί κατάθεση όταν είναι βέβαιο στον απαιτούμενο βαθμό ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη λήψη του επίμαχου εγγράφου είναι ελεύθερες από κάθε υποψία και οποιονδήποτε βαθμό καταπίεσης και βέβαια απουσιάζουν συνθήκες άμεση ή έμμεση υπόσχεση για αποκόμιση πλεονεκτήματος. Η λέξη 'καταπίεση' επεξηγήθηκε στην υπόθεση R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1 ως: ".to my mind this word, in the context of the principles under consideration, imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary .. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world." Στην υπόθεση R. v. Prayer
(1972)56 Cr. App. R. 151 αποφασίστηκε ότι 'καταπιεστική ανάκριση' είναι ανάκριση που από τη φύση της, τη διάρκεια της ή άλλα περιστατικά (περιλαμβανομένης και της κράτησης) δημιουργεί ελπίδες (όπως την ελπίδα απόλυσης) ή φόβους ή επηρεάζει με τέτοιο τρόπο το μυαλό του κατηγορουμένου έτσι που η θέση του να μειώνεται και να ανοίγει το στόμα του όταν στην αντίθετη περίπτωση θα έμενε σιωπηλός. Στην υπόθεση R. v. Houghton
(1979)68 Cr. App. R. 197 έχει λεχθεί ότι το Δικαστήριο πρέπει να θέσει το ερώτημα τι οδήγησε τον κατηγορούμενο να πει αυτά που είπε. Αναμφίβολα, η θεληματικότητα μιας κατάθεσης οδηγεί στη διαπίστωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση όμως της μαρτυρίας σε μια δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια για να καλύψουν μόνο τα επίδικα θέματα της δίκης εντός δίκης. Η διατύπωση ευρημάτων για την αξιολόγηση μαρτύρων αποφεύγεται όσο είναι δυνατό, ώστε να μην επηρεαστεί η ευρύτερη αξιοπιστία των μαρτύρων στο πλαίσιο της κυρίως δίκης (Petri v. Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ioannides v. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169). Δεν πρέπει ακόμη να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Petri v. The Police [1968] 2 C.L.R. 1, έχει αναφερθεί ότι το Δικαστήριο στην εξέταση του θέματος της δεκτότητας μιας κατάθεσης πρέπει να λαμβάνει υπόψη - πρόσθετα με τη θεληματικότητα - και το κατά πόσο η κατάθεση "πάρθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου". Στην υπόθεση Ioannides v. The Republic [1968] 2 C.L.R. 169 αναφέρθηκε - στη σελ. 185 (σε μετάφραση) - ότι η δεκτότητα μιας κατάθεσης "είναι θέμα δικαστικής διακριτικής εξουσίας που αδικείται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και κατά τρόπο δίκαιο για τον κατηγορούμενο. Είναι εξίσου ανοικτό για το Δικαστήριο να δεχθεί ή να απορρίψει μια ομολογία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ώστε και αν είναι θεληματική και αυτό εξαρτάται από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες πάρθηκε η κατάθεση σε μια συγκεκριμένη υπόθεση". Στην υπόθεση Petri και στην υπόθεση Azinas v. The Police [1981] 2 C.L.R. 9 στην σελ.11 του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκε στο πιο κάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Λόρδου Devlin "The Criminal Prosecution in England" σελ. 38-39 (σε μετάφραση): "Η ουσία του πράγματος είναι ότι ο δικαστής πρέπει να ικανοποιηθεί ότι έχει γίνει άδικη και καταπιεστική χρήση των εξουσιών της αστυνομίας. Εάν ικανοποιηθεί θα απορρίψει τη μαρτυρία παρόλο ότι δεν υπάρχει κανόνας που ειδικά το απαγορεύει. Εάν δεν ικανοποιηθεί θα δεχθεί τη μαρτυρία έστω και αν υπάρχει κάποια τεχνική παραβίαση ενός από τους κανόνες. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ ότι οι δικαστικοί κανόνες έγιναν για την καθοδήγηση της αστυνομίας και όχι για τον περιορισμό της δικαστικής εξουσίας". Στη υπόθεση Psaras (ανωτέρω) αναφέρονται στις σελ. 151 και 152 τα πιο κάτω σχετικά: "The decisions of the Supreme Court in Kokkinos -v- The Police [1967] 2 C.L.R. 217 and Petri -v- The Police [1968] 2 C.L.R. 40 illustrate the unwillingness of the Courts to admit in evidence a statement unless the circumstances surrounding its making are free from suspicion and every element of oppression. But as reaffirmed in Azinas and Another v. The Police [1981] 2 C.L.R. 9 all rules evolved by the Courts relevant to the admissibility of a confession are designed to elicit the voluntariness of a statement, the basis issue I every case. In defining voluntariness, the Courts here and in England have consistently been guided by the definition of voluntariness of Lord Summer in Imbrahim v. R. [1914] AC 599, 609. [1914 - 1915] All ER Rep. 874, 877. A statement is voluntary if it has not been obtained either by fear of prejudice or hope of advantage held out by a person in authority. In discerning the likelihood of prejudice resulting from fear, the Courts have increasingly laid stress on the element of oppression that may, in an indirect way, sap the free will of the maker. See, inter alia R v. Rennie [1982] 1 All ER 385 (CA) Azinas and Another -v- The Police [1981] 2 C.L.R. 9. In Fournides -v- The Republic [1986] 2 C.L.R. 73 the Court reminded of what Lord Hailsham L.C. stressed in D.P.P. v. Ping Lin [1975] 3 All ER 175 that voluntariness is basically a question of fact". Ότι κρίνεται στην διαδικασία δίκης εντός δίκης, στηρίζεται στο αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται μόνο για τους σκοπούς της δίκης εντός δίκης, η δε ετυμηγορία του Δικαστηρίου περιορίζεται στο θέμα μόνο που αυτή αφορά (βλ. Αλέξανδρος Ανδρέα Αρέστη - ν - Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 504). Δίκη εντός δίκης μπορεί να διεξαχθεί για ποικίλα θέματα και όχι αποκλειστικά για την θεληματικότητα ή όχι μιας ομολογίας (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Σάντης σελ. 900) και συνεπώς στην παρούσα υπόθεση διεξήχθηκε η δίκη εντός δίκης για το θεληματικό της υπογραφής του κατηγορουμένου στα επίμαχα τεκμήρια. Η διαδικασία αυτή είναι ιδιόμορφη και περιορίζεται σε όσα είναι αναγκαία για μια τέτοια διαπίστωση ως προς το θεληματικό ή όχι μιας κατάθεσης ή γενικότερα αποδεκτής ως μαρτυρίας, ώστε να μην πλήττεται η υπεράσπιση του κατηγορουμένου και η διαδικασία αυτή δεν αφορά το ζήτημα της ενοχής ή όχι του κατηγορουμένου (βλ. Χαραλάμπους - ν - Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 180/07 ημ. 29.6.12). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΛΗΦΘΗΚΕ Η ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΕΝΑΠΟΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ ΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΑΝΑΚΟΠΗΣ ΚΑΙ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΤΟΥ Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από την πιο πάνω τεθείσα Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο μη λησμονόντας το ιδιόμορφο της παρούσας διαδικασίας διότι το Δικαστήριο πρέπει να επικεντρωθεί στο κατά πόσο η κατάθεση του κατηγορουμένου και η υπογραφή του επί των σχετικών τεκμηρίων ήταν θεληματική ή όχι και αφήνοντας ανοικτό το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση μαρτυρίας και εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα έβλαπταν την πλευρά της υπεράσπισης ή που θα επηρέαζαν δυσμενώς της πλευρά της υπεράσπισης και γενικά την πορεία και ουσία της κυρίως υπόθεσης, το Δικαστήριο προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις: Οι μαρτυρίες των μαρτύρων που κατέθεσαν εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ήσαν ομοιόμορφες και σταθερές σε όλα τα σημεία τους από την αρχή μέχρι το τέλος. Συγκεκριμένα υπήρξε μια σταθερή γραμμή πλεύσης και έκθεσης γεγονότων που άρχιζαν από την στιγμή της ανακοπής του κατηγορουμένου, της σύλληψης του και της προσπάθειας που καταβλήθηκε με την χρήση της αναγκαίας και ανάλογης βίας για να γίνει κατορθωτή η σύλληψη του κατηγορουμένου δια της χειροπέδησης του, λόγω της αρχικής αντίστασης που προέβαλε ο κατηγορούμενος. Σταθερή υπήρξε η έκθεση γεγονότων από τους μάρτυρες κατηγορίας αναφορικά με την συμπεριφορά των μαρτύρων κατηγορίας και του κατηγορουμένου μετά την χειροπέδηση του, ήτοι αναφέροντας ότι ήταν συνεργάσιμος μετά την χειροπέδηση του, υπήρξε μια σταθερή εκδοχή ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος έδωσε την συγκατάθεση του η οποία ήταν θεληματική για να διεξαχθεί έρευνα σε αυτοκίνητα και υποστατικά του ιδίου, η οποία περιγράφηκε από όλους τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής που έχουν εμπλακεί με ομοιόμορφο και σταθερό τρόπο. Υπήρξε επίσης μια σταθερότητα στις μαρτυρίες των μαρτύρων από πλευράς κατηγορούσας αρχής δια της αρνήσεως σχετικών θέσεων που τους υποβλήθηκαν περί σωματικής και ψυχικής βίας προς τον κατηγορούμενο από μέλη της αστυνομικής δύναμης Κύπρου που μερικοί ήταν και μάρτυρες στην παρούσα διαδικασία οι οποίοι έδωσαν τις δικές τους εξηγήσεις και λεπτομέρειες οι οποίες κινούνταν σε σταθερή γραμμή και αρνούνταν ταυτόχρονα τις θέσεις ότι κτύπησαν τον κατηγορούμενο, τονίζοντας ότι ασκήθηκε μόνο η αναγκαία και ανάλογη βία για να καμφθεί η αντίσταση του κατηγορουμένου στην σύλληψη και χειροπέδηση του. Επίσης υπήρξε μια σταθερή εκδοχή από τους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής ως προς τον τρόπο που τοποθετήθηκαν οι χειροπέδες στον κατηγορούμενο, ως επίσης υπήρχε σταθερή εκδοχή ως προς τις συνθήκες μεταφοράς του κατηγορουμένου στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού, τους εκεί παρευρισκόμενους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Στον αντίποδα όμως, η υπεράσπιση επί των πιο πάνω θεμάτων δεν παρουσίασε μια σταθερή γραμμή πλεύσης και οι εκδοχές που παρουσίασε και γενικά τα γεγονότα που έχει εξιστορίσει, αλλά και υποβάλει κατά το στάδιο της αντεξέτασης των μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής, δεν είχαν το στοιχείο της σταθερότητας και της μεταξύ τους συνοχής. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε μια σταθερή εκδοχή ως προς τον τρόπο που του τέθηκαν οι χειροπέδες, διότι περιέγραψε πέραν του ενός τρόπου και υπήρχε απόκλιση μεταξύ του τρόπου όπου έγινε σχετική υποβολή στους μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής και του τρόπου όπου περιέγραψε ο ίδιος. Επίσης ο κατηγορούμενος και γενικά η υπεράσπιση δεν έδωσε μια σταθερή εκδοχή δια μέσου των υποβολών και της προσαχθείσας μαρτυρίας ως προς τις στοιχομιθίες που έλαβαν χώρα στην σκηνή της ανακοπής του, στην σκηνή της σύλληψης του, στις σκηνές που έλαβαν χώρα οι σχετικές έρευνες (όπως π.χ. ο κατηγορούμενος αρχικά ανέφερε ότι είχε τα χέρια του στο κεφάλι όταν ήταν έξω από την αυλή του και με τις χειροπέδες ενώ κατά το στάδιο της αντεξέτασης περιέγραψε έναν άλλον τρόπο λέγοντας ότι ομιλούσε μεταφορικά όταν αναφερόταν ότι κρατούσε το κεφάλι του), αλλά και στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού. Περαιτέρω, δεν υπήρξε μια ομοιόμορφη και σταθερή περιγραφή των τραυμάτων του, διότι υπήρχε διαφορετική περιγραφή ως προς την φύση και έκταση τραυμάτων από τον κατηγορούμενο, τις συνέπειες αυτών και της χρονικής έκτασης που αυτά είχαν, σε συνδυασμό με την μαρτυρία που έδωσε ο πατέρας του και αυτής που έδωσαν οι δύο γιατροί του Νοσοκομείου Λεμεσού. Σημειωτέο ότι ο κατηγορούμενος έκανε αναφορά και σε άλλους θεράποντες ιατρούς οι οποίοι τελικώς δεν προσήλθαν στο εδώλιο του μάρτυρα. Επίσης δεν υπήρχε σταθερή εκδοχή ως προς την διάρκεια της σωματικής κακοποίησης που δέχθηκε ο κατηγορούμενος, διότι υπάρχει απόκλιση από την μαρτυρία που δόθηκε από τον κατηγορούμενο με αυτήν που έδωσε ο πατέρας του ο οποίος έκανε αναφορά ότι ο γιος του κακοποιείτο από τις 9:00 π.μ. - 9:00 μ.μ. Επίσης ο πατέρας του κατηγορουμένου ουσιαστικά αναίρεσε τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε περί της ύπαρξης του συγγενή τους και που ήταν αστυνομικός σε καθήκον την ημέρα που συνελήφθη ο κατηγορούμενος. Επίσης ο κατηγορούμενος δεν έδωσε μια σταθερή εκδοχή ως προς τους παρευρισκόμενους στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λεμεσού στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και της εκεί στοιχομιθίας αλλά και των κτυπημάτων που δέχθηκε. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω διαπιστώσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε και απέδειξε με το βάρος απόδειξης που της αναλογεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ότι η ανακοπή και σύλληψη του κατηγορουμένου ήταν νόμιμη, ο κατηγορούμενος προέβαλε αρχικά αντίσταση στην σύλληψη του και ασκήθηκε η αναγκαία και εύλογη βία για να επιτευχθεί η σύλληψη και χειροπέδηση του, η κατάθεση του κατηγορουμένου ήταν θεληματική και δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε σωματική ή ψυχολογική βία για να αποσπαστεί αυτή η κατάθεση και το ίδιο ισχύει και για τα σχετικά τεκμήρια που φέρουν την υπογραφή του κατηγορουμένου, όπως είναι η συγκατάθεση του για έρευνα και συνακόλουθα η έρευνα έγινε νομότυπα, στην ενημέρωση του ως προς τα δικαιώματα του, ως επίσης και για τις υπογραφές του επί των δοχείων νερού και των δενδρυλλίων κάνναβης και συνεπώς το Δικαστήριο επιτρέπει την κατάθεση των εν λόγω τεκμηρίων ως κανονικών τεκμηρίων στην παρούσα υπόθεση. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο